Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [23160-23180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22397καλλυντικός, ή, ό καλ-λυ-ντι-κός επίθ.: που έχει καλλωπιστικές ιδιότητες ή αισθητικές εφαρμογές: ~ή: κρέμα. ~ές: ουσίες. ~ά: παρασκευάσματα/προϊόντα/φάρμακα.|| ~ή: περιποίηση. Χρήση φυτικών εκχυλισμάτων για θεραπευτικούς και ~ούς σκοπούς.|| ~οί: οίκοι. [< πβ. μτγν. καλλυντής ‘καθαριστής (του ναού)’, γαλλ. cosmétique, αγγλ. cosmetic]
22398καλλωπίζωκαλ-λω-πί-ζω ρ. (μτβ.) {καλλώπι-σε, καλλωπί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, καλλωπίζ-οντας}: ομορφαίνω, ευπρεπίζω: Ο χώρος ~στηκε. ~σμένοι: κήποι. Πβ. εξωραΐζω. ΑΝΤ. ασχημίζω ● Παθ.: καλλωπίζομαι (συχνά ειρων.): επιμελούμαι την εξωτερική μου εμφάνιση: ~όταν με τις ώρες (= μακιγιαριζόταν, φτιασιδωνόταν). ~σμένη: κυρία (= περιποιημένη). [< αρχ. καλλωπίζω]
22399καλλώπισμακαλ-λώ-πι-σμα ουσ. (ουδ.) {καλλωπίσμ-ατα} (σπάν.-απαιτ. λεξιλόγ.): το αποτέλεσμα του καλλωπίζω: ~ της πόλης (= εξωραϊσμός, ευπρεπισμός). ΣΥΝ. καλλωπισμός. Βλ. εγ~.|| (στον πληθ., αρνητ. συνυποδ.) Λόγια απλά χωρίς ~ατα (= στολίδια, φιοριτούρες). [< αρχ. καλλώπισμα]
22400καλλωπισμόςκαλ-λω-πι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η διαδικασία και το αποτέλεσμα του καλλωπίζω: ~ περιαύλιου χώρου. Εργασίες καθαρισμού και ~ού. ΣΥΝ. καλλώπισμα. Πβ. εξωραϊσμός, ευπρεπισμός.|| ~ νυχιών (βλ. μανικιούρ)/προσώπου (βλ. πίλινγκ). Είδη/προϊόντα ~ού (= καλλυντικά). Πβ. περιποίηση, φροντίδα, φτιασίδωμα.|| ~ ζώων.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ μιας κατάστασης (= ωραιοποίηση). Βλ. -ισμός. 2. ΜΟΥΣ. φθόγγοι διαφορετικοί από την αρμονία, οι οποίοι προστίθενται για να εμπλουτίσουν την βασική μελωδία. Πβ. μέλισμα, ποίκιλμα. [< αρχ. καλλωπισμός]
22401καλλωπιστικός, ή, ό καλ-λω-πι-στι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στον καλλωπισμό: ~ές: παρεμβάσεις (ενός δήμου). Πβ. αισθητ-, εξωραϊστ-ικός.|| Φυσικά παρασκευάσματα με ~ή χρήση/~ές ιδιότητες (πβ. καλλυντικός). ● ΣΥΜΠΛ.: καλλωπιστικά φυτά & (προφ.) καλλωπιστικά: που έχουν διακοσμητική λειτουργία, που χρησιμοποιούνται για να ομορφύνουν έναν χώρο: αναρριχώμενα/θαμνώδη ~ ~. Βλ. αγάπανθος, αροκάρια, βασιλικός, βουκαμβίλια, γιασεμί, ορτανσία, τριανταφυλλιά, υάκινθος. [< μτγν. καλλωπιστικός, γαλλ. ornemental]
22402κάλμακάλ-μα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γαλήνη, ηρεμία: Επικρατεί ~. Πβ. άπνοια, μπουνάτσα, νηνεμία. ΑΝΤ. τρικυμία, φουρτούνα.|| (ως επίθ.) Η θάλασσα ήταν ~ (= ακύμαντη). (ως επιφών.) ~ (= ήρεμα) παιδιά, όλα θα πάνε καλά! [< ιταλ. calma]
22403καλμάρισμακαλ-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καλμάρω: το ~ των νεύρων. Πβ. γαλήνεμα, καταλάγιασμα. Βλ. -ισμα.
22404καλμάρωκαλ-μά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κάλμαρ-α κ. καλμάρι-σα, -σμένος, καλμάρ-οντας} (προφ.): ηρεμώ: Είδα κι έπαθα να τον ~! Προσπάθησε να ~εις τα νεύρα σου (πβ. κατευνάζω)!|| Τα πνεύματα/πράγματα δεν έχουν ~ει ακόμα (πβ. κατα-λαγιάζω, -σιγάζω). Για ~ε (= χαλάρωσε) λίγο! Πβ. γαληνεύω. ΑΝΤ. αναστατώνω, ταράζω.|| Δεν έχει ~ει ο πόνος (= μαλακώσει, υποχωρήσει). Πβ. καταπραΰνω.|| ~ε ο αέρας (= έπεσε)/η καταιγίδα (= κόπασε, ξεθύμανε). [< ιταλ. calmare]
22405καλντέρακαλ-ντέ-ρα ουσ. (θηλ.) & καλδέρα: ΓΕΩΛ. μεγάλη εδαφική κοιλότητα που σχηματίζεται από την υποχώρηση ηφαιστειακού κώνου ή από τη σταδιακή διάβρωση των τοιχωμάτων του. Βλ. κρατήρας. [< ισπ. caldera, αγγλ. ~, γαλλ. calde(i)ra]
22406καλντερίμικαλ-ντε-ρί-μι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) καλντιρίμι (προφ.): λιθόστρωτο σοκάκι: γραφικά/πέτρινα ~ια. Βόλτα στα ~ια του νησιού/χωριού. Πβ. πλακόστρωτο. [< τουρκ. kaldιrιm]
22407καλόκα-λό ουσ. (ουδ.) ΑΝΤ. κακό 1. οτιδήποτε ωφέλιμο, συμφέρον, ευχάριστο, αξιόλογο: Η Πολιτεία μεριμνά για το γενικό/κοινό ~/το ~ όλων. Ελπίζω από όλη αυτή την ιστορία να βγει κάτι ~. Έκανε πολλά ~ά για τον τόπο (= αγαθοεργίες, ευεργεσίες).|| Τι ~ (= νόστιμο) θα φάμε σήμερα; 2. {συνήθ. στον πληθ.} πλεονέκτημα: τα ~ά (= οφέλη) της γυμναστικής. Το μωρό έχει το ~ ότι δεν κλαίει. Πήρε όλα τα ~ά (= προτερήματα) των γονιών του. Έχει και ο χειμώνας τα ~ά του.|| (ευφημ. για κάτι δυσάρεστο:) Μην αρχίζεις τα ~ά (= τις κακές συνήθειες) της μητέρας σου! 3. ΦΙΛΟΣ. το αγαθό, η αρετή, η ηθικότητα· (στην αρχ. ελλην. φιλοσ.) το ωραίο: οι δυνάμεις του ~ού (: προσωποποιημένου). Ταγμένος στην υπηρεσία του ~ού. Πβ. αρετή, ηθικότητα.καλά (τα) 1. αγαθά, συνήθ. υλικά: Στο σπίτι τους έχουν όλα τα ~. Τι ~ μας φέρατε; 2. (+ γεν. προσ. αντων.) ρούχα κατάλληλα για επίσημες εκδηλώσεις, περιστάσεις: Βάζω/φοράω τα ~ μου. Πβ. γιορτινά. ΑΝΤ. καθημερινά (τα) ● ΦΡ.: (έτσι) για το καλό: για καλή τύχη: Βάψαμε λίγα αβγά ~ ~.|| Βασιλόπιτα/ευχές/ποδαρικό ~ ~ του χρόνου. Την πρωτοχρονιά ήπιαμε λίγη σαμπάνια ~ ~ του χρόνου., (μπα) σε καλό μου/σου/του (προφ.): για έκφρ. απορίας, έκπληξης, αγανάκτησης: ~ μου τι έπαθα/τι μ' έπιασε; Σε ~ σου, τι κάνεις εκεί; Μπα ~ σας, τι θέλετε πρωί πρωί; ~ μας, πολύ γελάσαμε (πβ. σε καλό να μας βγει)!, για καλό και για κακό (προφ.): για κάθε ενδεχόμενο, σε κάθε περίπτωση: Πάρε και μια ζακέτα ~ ~· μπορεί να κάνει κρύο. ΣΥΝ. καλού κακού, για καλό/για κακό: με καλή/κακή πρόθεση: Μην παρεξηγείσαι! Για καλό το είπα ... Δεν το είπα για κακό., για το καλό μου/σου/του: για το συμφέρον κάποιου: ~ ~ της χώρας. Εγώ το λέω ~ ~ σου, αν θες μ' ακούς!, δεν είμαι στα καλά μου (προφ.): δεν έχω καλή διάθεση, ψυχολογία: Δεν έρχομαι· ~ ~ σήμερα!, δεν χρωστάω καλό (προφ.): δεν οφείλω χάρη, ευγνωμοσύνη: ~ ~ σε κανένα!, είσαι με τα/στα καλά/σωστά σου; (προφ.): ως έκφραση έκπληξης, δυσαρέσκειας ή για επίπληξη κάποιου που δεν σκέφτεται, δεν ενεργεί λογικά: Μα, ~ ~ (= είσαι/πας καλά); Είστε ~ ~ σας ή σας χτύπησε η ζέστη; Γι' αυτό με ξύπνησες νυχτιάτικα; Δεν είσαι ~ ~, μου φαίνεται! Βλ. συγκαλά., κάνει καλό: ωφελεί: Το γέλιο ~ ~! Πιες το, θα σου ~ ~! Τα πολλά γλυκά δεν κάνουν ~ στην υγεία (= τη βλάπτουν)!, λέω καλό για κάποιον (συνήθ. με άρνηση, ειρων.): λέω καλά λόγια, τον επαινώ: Εσύ μην πεις ~ για κανέναν, θα πάθεις τίποτα!, με το καλό (προφ.): ως ευχή: Πότε ~ ~ γεννάει/παντρεύεστε; Άντε, ~ ~ να τους δεχτείς! -Πότε έρχεται ο γιος σου; -Αύριο, ~ ~!, με το καλό/μαλακό (προφ.): με ήρεμο, ήπιο τρόπο: ~ ~ ή με το άγριο, θα πάρω τα χρήματά μου πίσω. Σιγά και με το μαλακό, μην τον τρομάξεις! Τον πήρε/έπιασε ~ ~, για να τον πείσει. ΑΝΤ. με το κακό/με το άγριο, μου βγήκε σε καλό (προφ.): για κάτι που είχε θετικές συνέπειες· με ωφέλησε: Επέμεινε και, τελικά, του ~ ~. Εύχομαι να σου βγει ~. ΑΝΤ. μου βγήκε σε κακό, ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο & το τέλειο/καλύτερο είναι ο εχθρός του καλού: είναι απαραίτητη η συνεχής βελτίωση., σε καλό να μας βγει & σε καλό μας! (προφ.): ως αποτροπή του κακού που θεωρείται ότι ακολουθεί μετά από μεγάλη ευθυμία και χαρά: ~ ~ τόσο γέλιο! Πβ. (μπα) σε καλό μου/σου/του., στο καλό (προφ.) 1. ως ευχή σε κάποιον που φεύγει: Καλό ταξίδι! ~ ~ (να πας)!|| (συχνά ειρων.) ~ ~ και με τη νίκη! ~ ~ και να μας γράφεις (: αδιαφορία για την αποχώρηση κάποιου)! 2. (ευφημ.) ως έκφραση δυσαρέσκειας, αγανάκτησης: Άντε/άι/α ~ ~ και συ (βλ. άι/α/άντε στο διά(β)ολο/διάλο, άι στο διάτανο)!|| (απειλητ.) Πήγαινε/σύρε/τράβα ~ ~ (= φύγε), γιατί θα 'χουμε κακά ξεμπερδέματα!|| Άστον να πάει ~ ~ (= να φύγει), αρκετά μας ταλαιπώρησε! ~ ~, μου χάλασες τη διάθεση! Άι ~ ~, πάλι χάλασε! 3. (σε ερωτήσεις) για δήλωση απορίας, έκπληξης, αγανάκτησης: Πού ~ ~ ήσουν; Τι ~ ~ θέλεις; Μα τι ~ ~ συμβαίνει; Πώς ~ ~ θα πάμε χωρίς αμάξι; Πβ. στο διάτανο., το καλό είναι ότι ...: για να επισημανθεί η θετική και ευχάριστη πτυχή μιας γενικά δυσάρεστης ή ατυχούς εξέλιξης: ~ (στην ιστορία) είναι ότι τουλάχιστον προλάβαμε. Πβ. τυχερός (μέσα) στην ατυχία του. ΑΝΤ. το κακό είναι ..., το καλό να λέγεται (προφ.): οφείλω να παραδεχτώ ότι (κάτι) είναι καλό: Δεν μου αρέσουν τα φαγητά της, αλλά το συγκεκριμένο είναι υπέροχο! Α, ~ ~!, το καλό που σου θέλω (προφ.): ως απειλή, προειδοποίηση ή συμβουλή: ~ ~, φύγε από μπροστά μου!|| ~ ~, μην πιστεύεις αυτά που λέει!|| ~ ~, κόψε το τσιγάρο!, θέλω το καλό/το κακό κάποιου βλ. θέλω, κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι βλ. παιδί, κάνε το καλό και ρίξ' το στο γιαλό βλ. γιαλός, ο καλός καλό δεν έχει βλ. καλός, ουδέν κακόν αμιγές καλού βλ. αμιγής, τα καλά και συμφέροντα βλ. συμφέρον, το έχω σε καλό/σε κακό να ... βλ. έχω ● βλ. καλός [< μεσν. καλό(ν)]
22408καλο- & καλό- & καλ-: α’ συνθετικό λέξεων με τη σημασία του καλού, σωστού, επαρκούς ή εύκολου: καλό-πιστος/~τυχος. Καλ-αίσθητος.|| Καλο-γραμμένος/~δουλεμένος/~μαγειρεμένος.|| Καλο-εξετάζω/~ξημέρωσε (= ξημέρωσε για τα καλά)/~πληρώνω. (Δεν) καλο-βλέπω. Καλο-θρεμμένος. Βλ. παρα-, πολυ-.|| Kαλό-βολος/~πιοτος (πβ. γλυκό-).|| (συνήθ. με αρνητ. συνυποδ.) Καλο-μαθημένος. ΑΝΤ. κακο-
22409καλοαναθρεμμένος, η, ο κα-λο-α-να-θρεμ-μέ-νος επίθ.: που έχει λάβει σωστή ανατροφή: ~o: παιδί. ANT. κακοαναθρεμμένος.|| (ειρων.) ~α πλουσιόπαιδα (= καλομαθημένα· πβ. βουτυρόπαιδο, μαμόθρεφτος). [< μεσν. καλαναθρεμμένος, γαλλ. bien élevé]
22410καλοαρέσειβλ. καλαρέσει
22411καλοβαλμένος, η, ο κα-λο-βαλ-μέ-νος επίθ. 1. καλοντυμένος, περιποιημένος ή σε καλή φυσική κατάσταση, παρά την ηλικία του: Eίναι πάντα ~η.|| ~ο: ντύσιμο (= κομψό· ΑΝΤ. ατημέλητο). Πβ. καλαίσθητος.|| ~ος: εξηντάρης. ΣΥΝ. καλο-διατηρημένος, -στεκούμενος. ΑΝΤ. κακοβαλμένος (2) 2. ευκατάστατος, εύπορος: ~η: οικογένεια. ΣΥΝ. καλοστεκούμενος (2) 3. τοποθετημένος με τάξη, με γούστο: ~α: έπιπλα. ΑΝΤ. κακοβαλμένος (1)
22412καλοβατικάκα-λο-βα-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. καλοβατικό} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) & καλοβάμονα: ΟΡΝΙΘ. τάξη άγριων υδρόβιων πτηνών με μακριά λεπτά πόδια, ψηλό ευκίνητο λαιμό και μακρύ μυτερό ράμφος. Βλ. γερανός, ερωδιός, καλαμοκανάς, μπεκάτσα, πελαργός, φλαμίνγκο.
22415καλόβουλος

, η, ο κα-λό-βου-λος επίθ.: που γίνεται με καλές προθέσεις ή χαρακτηρίζεται από αυτές: ~η: ερώτηση/κριτική (: αντικειμενική)/παρατήρηση. ~α: σχόλια. Πβ. καλοπροαίρετος.|| Ήταν απόλυτα ειλικρινής και ~. Βλ. ευγενικός, καλότροπος.|| (ως ουσ.) Μην ακούς αυτά που λένε οι δήθεν ~οι. ΣΥΝ. καλόγνωμος ΑΝΤ. κακόβουλος (1) ● επίρρ.: καλόβουλα [< μεσν. καλόβουλος]

22416καλοβρασμένος, η, ο κα-λο-βρα-σμέ-νος επίθ.: που έχει βράσει καλά: ~α: ζυμαρικά (ΑΝΤ. αλ ντέντε)/χόρτα. Βλ. καλο-μαγειρεμένος, -ψημένος.
22417καλογεράκικα-λο-γε-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. δόκιμος νεαρός μοναχός. Βλ. παπαδάκι. ΣΥΝ. καλογεροπαίδι 2. ΒΟΤ. κοινή ονομασία του άγριου μανιταριού Boletus edulis. Βλ. νεραντζάκι. [< μεσν. καλογεράκι]
22418καλογερεύωκα-λο-γε-ρεύ-ω ρ. (ατμβ.) {καλογέρεψε} ΣΥΝ. μονάζω 1. γίνομαι καλόγερος. 2. (μτφ.) ζω απομονωμένος· μένω ανύπαντρος. ● ΦΡ.: ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου (παροιμ.): ως προτροπή σε κάποιον να παντρευτεί νέος ή γενικότ. να πάρει κρίσιμες για τη ζωή του αποφάσεις, πριν να είναι πολύ αργά., όταν γεράσει ο διά(β)ολος, καλογερεύει βλ. διάβολος [< μεσν. καλογερεύω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.