| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22406 | καλντερίμι | καλ-ντε-ρί-μι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) καλντιρίμι (προφ.): λιθόστρωτο σοκάκι: γραφικά/πέτρινα ~ια. Βόλτα στα ~ια του νησιού/χωριού. Πβ. πλακόστρωτο. [< τουρκ. kaldιrιm] | |
| 22407 | καλό | κα-λό ουσ. (ουδ.) ΑΝΤ. κακό 1. οτιδήποτε ωφέλιμο, συμφέρον, ευχάριστο, αξιόλογο: Η Πολιτεία μεριμνά για το γενικό/κοινό ~/το ~ όλων. Ελπίζω από όλη αυτή την ιστορία να βγει κάτι ~. Έκανε πολλά ~ά για τον τόπο (= αγαθοεργίες, ευεργεσίες).|| Τι ~ (= νόστιμο) θα φάμε σήμερα; 2. {συνήθ. στον πληθ.} πλεονέκτημα: τα ~ά (= οφέλη) της γυμναστικής. Το μωρό έχει το ~ ότι δεν κλαίει. Πήρε όλα τα ~ά (= προτερήματα) των γονιών του. Έχει και ο χειμώνας τα ~ά του.|| (ευφημ. για κάτι δυσάρεστο:) Μην αρχίζεις τα ~ά (= τις κακές συνήθειες) της μητέρας σου! 3. ΦΙΛΟΣ. το αγαθό, η αρετή, η ηθικότητα· (στην αρχ. ελλην. φιλοσ.) το ωραίο: οι δυνάμεις του ~ού (: προσωποποιημένου). Ταγμένος στην υπηρεσία του ~ού. Πβ. αρετή, ηθικότητα. ● καλά (τα) 1. αγαθά, συνήθ. υλικά: Στο σπίτι τους έχουν όλα τα ~. Τι ~ μας φέρατε; 2. (+ γεν. προσ. αντων.) ρούχα κατάλληλα για επίσημες εκδηλώσεις, περιστάσεις: Βάζω/φοράω τα ~ μου. Πβ. γιορτινά. ΑΝΤ. καθημερινά (τα) ● ΦΡ.: (έτσι) για το καλό: για καλή τύχη: Βάψαμε λίγα αβγά ~ ~.|| Βασιλόπιτα/ευχές/ποδαρικό ~ ~ του χρόνου. Την πρωτοχρονιά ήπιαμε λίγη σαμπάνια ~ ~ του χρόνου., (μπα) σε καλό μου/σου/του (προφ.): για έκφρ. απορίας, έκπληξης, αγανάκτησης: ~ μου τι έπαθα/τι μ' έπιασε; Σε ~ σου, τι κάνεις εκεί; Μπα ~ σας, τι θέλετε πρωί πρωί; ~ μας, πολύ γελάσαμε (πβ. σε καλό να μας βγει)!, για καλό και για κακό (προφ.): για κάθε ενδεχόμενο, σε κάθε περίπτωση: Πάρε και μια ζακέτα ~ ~· μπορεί να κάνει κρύο. ΣΥΝ. καλού κακού, για καλό/για κακό: με καλή/κακή πρόθεση: Μην παρεξηγείσαι! Για καλό το είπα ... Δεν το είπα για κακό., για το καλό μου/σου/του: για το συμφέρον κάποιου: ~ ~ της χώρας. Εγώ το λέω ~ ~ σου, αν θες μ' ακούς!, δεν είμαι στα καλά μου (προφ.): δεν έχω καλή διάθεση, ψυχολογία: Δεν έρχομαι· ~ ~ σήμερα!, δεν χρωστάω καλό (προφ.): δεν οφείλω χάρη, ευγνωμοσύνη: ~ ~ σε κανένα!, είσαι με τα/στα καλά/σωστά σου; (προφ.): ως έκφραση έκπληξης, δυσαρέσκειας ή για επίπληξη κάποιου που δεν σκέφτεται, δεν ενεργεί λογικά: Μα, ~ ~ (= είσαι/πας καλά); Είστε ~ ~ σας ή σας χτύπησε η ζέστη; Γι' αυτό με ξύπνησες νυχτιάτικα; Δεν είσαι ~ ~, μου φαίνεται! Βλ. συγκαλά., κάνει καλό: ωφελεί: Το γέλιο ~ ~! Πιες το, θα σου ~ ~! Τα πολλά γλυκά δεν κάνουν ~ στην υγεία (= τη βλάπτουν)!, λέω καλό για κάποιον (συνήθ. με άρνηση, ειρων.): λέω καλά λόγια, τον επαινώ: Εσύ μην πεις ~ για κανέναν, θα πάθεις τίποτα!, με το καλό (προφ.): ως ευχή: Πότε ~ ~ γεννάει/παντρεύεστε; Άντε, ~ ~ να τους δεχτείς! -Πότε έρχεται ο γιος σου; -Αύριο, ~ ~!, με το καλό/μαλακό (προφ.): με ήρεμο, ήπιο τρόπο: ~ ~ ή με το άγριο, θα πάρω τα χρήματά μου πίσω. Σιγά και με το μαλακό, μην τον τρομάξεις! Τον πήρε/έπιασε ~ ~, για να τον πείσει. ΑΝΤ. με το κακό/με το άγριο, μου βγήκε σε καλό (προφ.): για κάτι που είχε θετικές συνέπειες· με ωφέλησε: Επέμεινε και, τελικά, του ~ ~. Εύχομαι να σου βγει ~. ΑΝΤ. μου βγήκε σε κακό, ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο & το τέλειο/καλύτερο είναι ο εχθρός του καλού: είναι απαραίτητη η συνεχής βελτίωση., σε καλό να μας βγει & σε καλό μας! (προφ.): ως αποτροπή του κακού που θεωρείται ότι ακολουθεί μετά από μεγάλη ευθυμία και χαρά: ~ ~ τόσο γέλιο! Πβ. (μπα) σε καλό μου/σου/του., στο καλό (προφ.) 1. ως ευχή σε κάποιον που φεύγει: Καλό ταξίδι! ~ ~ (να πας)!|| (συχνά ειρων.) ~ ~ και με τη νίκη! ~ ~ και να μας γράφεις (: αδιαφορία για την αποχώρηση κάποιου)! 2. (ευφημ.) ως έκφραση δυσαρέσκειας, αγανάκτησης: Άντε/άι/α ~ ~ και συ (βλ. άι/α/άντε στο διά(β)ολο/διάλο, άι στο διάτανο)!|| (απειλητ.) Πήγαινε/σύρε/τράβα ~ ~ (= φύγε), γιατί θα 'χουμε κακά ξεμπερδέματα!|| Άστον να πάει ~ ~ (= να φύγει), αρκετά μας ταλαιπώρησε! ~ ~, μου χάλασες τη διάθεση! Άι ~ ~, πάλι χάλασε! 3. (σε ερωτήσεις) για δήλωση απορίας, έκπληξης, αγανάκτησης: Πού ~ ~ ήσουν; Τι ~ ~ θέλεις; Μα τι ~ ~ συμβαίνει; Πώς ~ ~ θα πάμε χωρίς αμάξι; Πβ. στο διάτανο., το καλό είναι ότι ...: για να επισημανθεί η θετική και ευχάριστη πτυχή μιας γενικά δυσάρεστης ή ατυχούς εξέλιξης: ~ (στην ιστορία) είναι ότι τουλάχιστον προλάβαμε. Πβ. τυχερός (μέσα) στην ατυχία του. ΑΝΤ. το κακό είναι ..., το καλό να λέγεται (προφ.): οφείλω να παραδεχτώ ότι (κάτι) είναι καλό: Δεν μου αρέσουν τα φαγητά της, αλλά το συγκεκριμένο είναι υπέροχο! Α, ~ ~!, το καλό που σου θέλω (προφ.): ως απειλή, προειδοποίηση ή συμβουλή: ~ ~, φύγε από μπροστά μου!|| ~ ~, μην πιστεύεις αυτά που λέει!|| ~ ~, κόψε το τσιγάρο!, θέλω το καλό/το κακό κάποιου βλ. θέλω, κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι βλ. παιδί, κάνε το καλό και ρίξ' το στο γιαλό βλ. γιαλός, ο καλός καλό δεν έχει βλ. καλός, ουδέν κακόν αμιγές καλού βλ. αμιγής, τα καλά και συμφέροντα βλ. συμφέρον, το έχω σε καλό/σε κακό να ... βλ. έχω ● βλ. καλός [< μεσν. καλό(ν)] | |
| 22408 | καλο- & καλό- & καλ- | : α’ συνθετικό λέξεων με τη σημασία του καλού, σωστού, επαρκούς ή εύκολου: καλό-πιστος/~τυχος. Καλ-αίσθητος.|| Καλο-γραμμένος/~δουλεμένος/~μαγειρεμένος.|| Καλο-εξετάζω/~ξημέρωσε (= ξημέρωσε για τα καλά)/~πληρώνω. (Δεν) καλο-βλέπω. Καλο-θρεμμένος. Βλ. παρα-, πολυ-.|| Kαλό-βολος/~πιοτος (πβ. γλυκό-).|| (συνήθ. με αρνητ. συνυποδ.) Καλο-μαθημένος. ΑΝΤ. κακο- | |
| 22409 | καλοαναθρεμμένος | , η, ο κα-λο-α-να-θρεμ-μέ-νος επίθ.: που έχει λάβει σωστή ανατροφή: ~o: παιδί. ANT. κακοαναθρεμμένος.|| (ειρων.) ~α πλουσιόπαιδα (= καλομαθημένα· πβ. βουτυρόπαιδο, μαμόθρεφτος). [< μεσν. καλαναθρεμμένος, γαλλ. bien élevé] | |
| 22410 | καλοαρέσει | βλ. καλαρέσει | |
| 22411 | καλοβαλμένος | , η, ο κα-λο-βαλ-μέ-νος επίθ. 1. καλοντυμένος, περιποιημένος ή σε καλή φυσική κατάσταση, παρά την ηλικία του: Eίναι πάντα ~η.|| ~ο: ντύσιμο (= κομψό· ΑΝΤ. ατημέλητο). Πβ. καλαίσθητος.|| ~ος: εξηντάρης. ΣΥΝ. καλο-διατηρημένος, -στεκούμενος. ΑΝΤ. κακοβαλμένος (2) 2. ευκατάστατος, εύπορος: ~η: οικογένεια. ΣΥΝ. καλοστεκούμενος (2) 3. τοποθετημένος με τάξη, με γούστο: ~α: έπιπλα. ΑΝΤ. κακοβαλμένος (1) | |
| 22412 | καλοβατικά | κα-λο-βα-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. καλοβατικό} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) & καλοβάμονα: ΟΡΝΙΘ. τάξη άγριων υδρόβιων πτηνών με μακριά λεπτά πόδια, ψηλό ευκίνητο λαιμό και μακρύ μυτερό ράμφος. Βλ. γερανός, ερωδιός, καλαμοκανάς, μπεκάτσα, πελαργός, φλαμίνγκο. | |
| 22415 | καλόβουλος | , η, ο κα-λό-βου-λος επίθ.: που γίνεται με καλές προθέσεις ή χαρακτηρίζεται από αυτές: ~η: ερώτηση/κριτική (: αντικειμενική)/παρατήρηση. ~α: σχόλια. Πβ. καλοπροαίρετος.|| Ήταν απόλυτα ειλικρινής και ~. Βλ. ευγενικός, καλότροπος.|| (ως ουσ.) Μην ακούς αυτά που λένε οι δήθεν ~οι. ΣΥΝ. καλόγνωμος ΑΝΤ. κακόβουλος (1) ● επίρρ.: καλόβουλα [< μεσν. καλόβουλος] | |
| 22416 | καλοβρασμένος | , η, ο κα-λο-βρα-σμέ-νος επίθ.: που έχει βράσει καλά: ~α: ζυμαρικά (ΑΝΤ. αλ ντέντε)/χόρτα. Βλ. καλο-μαγειρεμένος, -ψημένος. | |
| 22417 | καλογεράκι | κα-λο-γε-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. δόκιμος νεαρός μοναχός. Βλ. παπαδάκι. ΣΥΝ. καλογεροπαίδι 2. ΒΟΤ. κοινή ονομασία του άγριου μανιταριού Boletus edulis. Βλ. νεραντζάκι. [< μεσν. καλογεράκι] | |
| 22418 | καλογερεύω | κα-λο-γε-ρεύ-ω ρ. (ατμβ.) {καλογέρεψε} ΣΥΝ. μονάζω 1. γίνομαι καλόγερος. 2. (μτφ.) ζω απομονωμένος· μένω ανύπαντρος. ● ΦΡ.: ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου (παροιμ.): ως προτροπή σε κάποιον να παντρευτεί νέος ή γενικότ. να πάρει κρίσιμες για τη ζωή του αποφάσεις, πριν να είναι πολύ αργά., όταν γεράσει ο διά(β)ολος, καλογερεύει βλ. διάβολος [< μεσν. καλογερεύω] | |
| 22419 | καλογερική | κα-λο-γε-ρι-κή ουσ. (θηλ.): μοναστική ζωή. ● ΦΡ.: (είναι) βαριά η καλογερική: για κάτι που απαιτεί πολλούς κόπους και θυσίες. [< μεσν. καλογερική] | |
| 22420 | καλογερικός | , ή, ό κα-λο-γε-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους καλόγερους: ~ός: σκούφος. ~ή: ζωή/μαγειρική. Πβ. μοναστ-, μοναχ-ικός. Βλ. ασκητικός. [< μεσν. καλογερικός] | |
| 22421 | καλογερίστικος | , η, ο κα-λο-γε-ρί-στι-κος επίθ. (λαϊκό-συχνά μειωτ.): που σχετίζεται με καλόγερο ή ταιριάζει σε αυτόν. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: καλογερίστικα: Ντύνεται ~ (= συντηρητικά). | |
| 22422 | καλογεροπαίδι | κα-λο-γε-ρο-παί-δι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) καλογερόπαιδο (λαϊκό): καλογεράκι. Βλ. παπαδοπαίδι. | |
| 22423 | καλογερόπαπας | κα-λο-γε-ρό-πα-πας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ιερομόναχος. [< μεσν. καλογερόπαπας] | |
| 22424 | καλόγερος | κα-λό-γε-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έρου} 1. & (λόγ.) καλόγηρος: άνδρας που απαρνήθηκε τα εγκόσμια και ασπάστηκε τον μοναστικό βίο· μοναχός: γέροντας ~. ~ στο Άγιο Όρος. Κληρικοί και ~οι. Πβ. αναχωρητής, ασκητής, ερημίτης. Βλ. καλογεράκι, καλόγρια. ΑΝΤ. κοσμικός.|| (μτφ.) Ζει σαν ~ (: απομονωμένα, λιτά και μοναχικά). Βλ. κοσμο~. 2. όρθια μακρόστενη φορητή κρεμάστρα κυρ. για πανωφόρια: μεταλλικός/ξύλινος ~. ~ με ομπρελοθήκη. Πβ. πορτμαντό. 3. ΙΑΤΡ. (προφ.) δοθιήνας. Βλ. σπυρί. 4. ΟΡΝΙΘ. είδος παπαδίτσας (επιστ. ονομασ. Parus major). ● ΦΡ.: λεπτός-λεπτός/μακρύς-μακρύς/ψηλός-ψηλός καλόγερος και κόκαλα δεν έχει (αίνιγμα): ο καπνός., χίλιοι μύριοι καλογέροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι (αίνιγμα): οι σπόροι του ροδιού., το μοναστήρι να είναι καλά/να 'ν' καλά (κι από καλογέρους βρίσκεις) βλ. μοναστήρι [< μεσν. καλόγερος] | |
| 22425 | καλογιάννος & καλόγιαννος | κα-λο-γιάν-νος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. κοκκινολαίμης. | |
| 22426 | καλόγνωμη | κα-λό-γνω-μη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία του δίθυρου φαγώσιμου μαλάκιου Arca noae, που φέρει στο στενόμακρο όστρακό του λεπτές ραβδώσεις με κόκκινες βούλες. Βλ. αχιβάδα, γυαλιστερές, κυδώνι, μύδι, οστρακοειδή, πεταλίδα, πίνα, φρούτα της θάλασσας, χάβαρο, χτένι2. | |
| 22427 | καλόγνωμος | , η, ο κα-λό-γνω-μος επίθ.: που έχει καλές προθέσεις: καλοσυνάτος και ~.|| ~η: σάτιρα. Πβ. καλοπροαίρετος. ΣΥΝ. καλόβουλος [< μεσν. καλόγνωμος, μτγν. καλογνώμων] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ