| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1320 | αιθυλένιο | [αἰθυλένιο] αι-θυ-λέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου} & αιθένιο: ΧΗΜ. άχρωμο εύφλεκτο αέριο με ελαφριά οσμή, ακόρεστος υδρογονάνθρακας με δύο άτομα άνθρακα, ενωμένα με διπλό δεσμό (C2H4): οξείδωση ~ίου για την παρασκευή αντιψυκτικών. Βλ. αλκένιο, πολυ~, τριχλωρο~. [< γαλλ. éthylène, αγγλ. ethylene] | |
| 1321 | αιθυλικός | , ή, ό [αἰθυλικός] αι-θυ-λι-κός επίθ. 1. ΧΗΜ. που περιέχει τη ρίζα αιθύλιο: ~ός: αιθέρας/εστέρας. 2. ΙΑΤΡ. που προκαλείται από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ: ~ό: κώμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αιθυλική αλκοόλη: οινόπνευμα: ~ ~ (μη) γεωργικής προέλευσης. ~ ~ για την παρασκευή αλκοολούχων ποτών. ΣΥΝ. αιθανόλη (1) [< γαλλ. éthylique, αγγλ. ethylic] | |
| 1322 | αιθύλιο | [αἰθύλιο] αι-θύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {αιθυλίου}: ΧΗΜ. μονοσθενής οργανική ρίζα που ανήκει στα αλκύλια: οξικό ~. Το χλωριούχο ~ χρησιμοποιείται ως αναισθητικό. [< γαλλ. éthyle, αγγλ. ethyl] | |
| 1326 | αϊκίντο | [ἀϊκίντο] α-ϊ-κί-ντο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ιαπωνική πολεμική τέχνη αυτοάμυνας που βασίζεται σε κυκλικές κινήσεις, οι οποίες εναρμονίζονται με την ενέργεια του αντιπάλου, με σκοπό την εξουδετέρωση των επιθέσεών του χωρίς αντίσταση από τον αμυνόμενο. Βλ. καράτε. [< αγγλ. aikido, 1954, γαλλ. ~, 1961] | |
| 1328 | αϊλάινερ | [ἀϊλάινερ] α-ϊ-λά-ι-νερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & αϊ-λάινερ: λεπτό πινελάκι ή μαρκαδόρος για το μακιγιάζ των ματιών, που δημιουργεί έντονο και ακριβές περίγραμμα. Βλ. μάσκαρα, μολύβι ματιών. [< αγγλ. eye-liner, 1960] | |
| 1329 | αιλουροειδής | , ής, ές [αἰλουροειδής] αι-λου-ρο-ει-δής επίθ.: που έχει τα χαρακτηριστικά αιλουροειδούς: ~είς: ελιγμοί. ~είς: κινήσεις. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: αιλουροειδή (τα): ΖΩΟΛ. κάθε σαρκοφάγο θηλαστικό με κοφτερά δόντια, οξύτατη ακοή και όραση και ευέλικτες κινήσεις, που περπατά στα δάχτυλα και η αντίστοιχη οικογένεια ζώων (επιστ. ονομασ. Felidae, αλλιώς αιλουρίδες). Βλ. γάτα, λεοπάρδαλη, λιοντάρι, πούμα, τίγρη. [< γαλλ. félidés] [< μεσν. αιλουροειδής] | |
| 1330 | αίλουρος | [αἴλουρος] αί-λου-ρος ουσ. (αρσ.) {αίλουρ-ου | -οι, -ων} 1. ΖΩΟΛ. αγριόγατος (επιστ. ονομασ. Felis catus) και (σπάν. στον πληθ.) η οικογένεια των αιλουροειδών: αφρικανικός ~. 2. (μτφ.) για πρόσωπο συνήθ. ιδιαίτερα ταχύ, ευκίνητο και ευέλικτο: Ελίσσεται/κινείται/όρμησε/σκαρφάλωσε/τινάζεται σαν ~.|| (ως επίθ., στο ποδόσφαιρο) ~ τερματοφύλακας (= πολύ ικανός· πβ. κέρβερος). [< 1: αρχ. αἴλουρος ‘γάτα’, γαλλ. félin] | |
| 1331 | αιμ- | βλ. αιμο- | |
| 1332 | αίμα | [αἷμα] αί-μα ουσ. (ουδ.) {αίμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΙΑΤΡ. το κόκκινο υγρό που κυκλοφορεί στην καρδιά, τις αρτηρίες, τις φλέβες και τα τριχοειδή αγγεία του ανθρώπου και των άλλων σπονδυλωτών ζώων και κατ' επέκτ. των ασπόνδυλων, μεταφέροντας οξυγόνο και τις αναγκαίες για τον οργανισμό ουσίες και απομακρύνοντας τις άχρηστες: αναλυτής/απώλεια/δείγμα/θρόμβος/ίχνη/καλλιέργεια/κηλίδες/ορός/προσφορά/ροή/χορήγηση/φιάλη ~ατος. Οι λειτουργίες/τα λιπίδια/οξυγόνωση/πηκτικότητα/παράγωγα/το πλάσμα/σάκχαρο/συστατικά του ~ατος. Ασθένειες του ~ατος (βλ. αν-, λευχ-, σηψ-, υπερ-αιμία). Λεκές από ~. Ανιχνεύτηκαν υψηλά επίπεδα χοληστερόλης στο ~. Έκθεση σε μολυσμένο ~. Έδωσε/πρόσφερε ~ (: έγινε αιμοδότης). Χρειάζεται επειγόντως ~. Βγήκε/έτρεξε ~ από τη μύτη του/την πληγή. Του πήραν ~ (για εξέταση). Εμφάνισε ~ στα ούρα. Έχει πολύ ~ (: κατά την έμμηνο ρύση). Τα χέρια του γέμισαν ~/~ατα. (εμφατ.) Το κουνούπι τού ήπιε/ρούφηξε το ~. Βλ. αιμο-πετάλιο, -σφαίρια.|| (στον πληθ., για δήλωση μεγάλης ποσότητας) Τον είδε μες στα ~ατα.|| (μτφ.) Το καρπούζι είναι/στάζει ~ (: είναι πολύ κόκκινο, ζουμερό). 2. (μτφ.) ζωτική δύναμη, το ίδιο το άτομο, η ζωή του: Αυτό το σπίτι είναι το ~ του (: ο ιδρώτας, ο κόπος, ο μόχθος του). Σου έδωσα το ~ μου (: την ψυχή)/το ~ της καρδιάς μου! 3. (μτφ.) καταγωγή, συγγένεια και συνεκδ. ο συγγενής: Έχει/κυλάει αριστοκρατικό/βασιλικό/ελληνικό/τσιγγάνικο ~ στις φλέβες του. Είμαστε ένα/το ίδιο ~ (πβ. όμαιμος). (επίσ.) Εξ ~ατος διαδοχή/καταγωγή.|| (συνεκδ.) Ό, τι κι αν κάνει, είναι ~ μου και δεν μπορώ να του κρατήσω κακία. Τον πρόδωσε το ίδιο του το ~. 4. (μτφ.) φόνος: ταινίες με πολύ ~. Ζητά εκδίκηση για το ~ αθώων. Διψά για ~. (προτρεπτικά) ~ στο ~ (: ο φόνος πρέπει να πληρωθεί με φόνο, βλ. βεντέτα). Θυσίες/ποτάμι ~ατος (: για αιματοχυσία).|| Το πρώτο ~ (: οι πρώτοι νεκροί του αγώνα/πολέμου). Το ~ των ηρώων/μαρτύρων (= η θυσία). ● ΣΥΜΠΛ.: ακάθαρτο αίμα: το αίμα που περιέχει ουσίες τις οποίες αποβάλλει ο οργανισμός: Από την καρδιά το ~ ~ οδηγείται στους πνεύμονες., γαλάζιο αίμα: αριστοκρατική καταγωγή: Έχει ~ ~ (: είναι γαλαζοαίματος). Στις φλέβες του κυλά/ρέει ~ ~., δεσμός αίματος {συνηθέστ. στον πληθ.}: σχέση συγγένειας και κατ' επέκτ. δυνατής φιλίας: ~ ~ μεταξύ γονέα και παιδιού. Τους ενώνουν/συνδέουν (άρρηκτοι/ακατάλυτοι) ~οί ~.|| (μτφ.) Μεταξύ των εταιρειών υπάρχει ~ ~. [< γερμ. die Bande des Blutes] , εξέταση/ανάλυση/τεστ αίματος: ΙΑΤΡ. εξέταση δείγματος αίματος με σκοπό τον καθορισμό της ομάδας αίματος, την ύπαρξη παθολογικού ή κληρονομικού παράγοντα: γενική/διαγνωστική/ειδική/μικροβιολογική ~ ~. Ανοσολογικές/βιοχημικές/εξειδικευμένες αναλύσεις ~. ~ ~ και ούρων. ~ ~ για την ανίχνευση ιού/μεσογειακή αναιμία. Διάγνωση της νόσου με μία απλή ~ ~. Έκανε γενική (ενν. εξέταση) αίματος. [< αγγλ. blood test, 1912] , κρύο αίμα: ψυχραιμία., κύκλος (του) αίματος: διαδοχικοί φόνοι, αιματοχυσία., λήψη αίματος: ΙΑΤΡ. διαδικασία κατά την οποία λαμβάνεται αίμα με σύριγγα (για εργαστηριακές εξετάσεις). ΣΥΝ. αιμοληψία, λουτρό αίματος (μτφ.): αιματοχυσία: Σύγκρουση που εξελίχθηκε/κατέληξε σε (απίστευτο/φρικιαστικό) ~ ~ αμάχων. [< γαλλ. bain de sang] , μαύρο/σκοτωμένο αίμα (εμφατ.): το σκούρο κόκκινο αίμα ή αυτό που προέρχεται από χτύπημα ή προκαλείται από ασθένεια: Άνοιξε η πληγή και βγήκε/έτρεξε ~ ~., μετάγγιση αίματος: ΙΑΤΡ. μετάγγιση. [< γαλλ. transfusion sanguine] , νέο αίμα (μτφ.): νέοι άνθρωποι με ανανεωτικές, προοδευτικές και πρωτοπόρες ιδέες σε κάποιον χώρο, τομέα: Χρειαζόμαστε ~ ~ στον αθλητισμό/στη Βουλή. Το ~ ~ (: προσωπικό) που θα στελεχώσει την εταιρεία. [< αγγλ. new blood] , ντόπινγκ αίματος: ΑΘΛ. μετάγγιση ερυθρών αιμοσφαιρίων σε αθλητή, συνήθ. πριν από αγώνα, που του είχαν αφαιρεθεί παλιότερα, για να αυξηθεί η ικανότητα οξυγόνωσης του οργανισμού του: Έλεγχος ~ ~. [< αγγλ. blood doping, 1973] , ομάδα αίματος & (σπάν.) τύπος αίματος: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κατηγοριοποίηση του αίματος με βάση την παρουσία ή απουσία ειδικών αντιγόνων στα ερυθρά αιμοσφαίρια: ~ ~ A, B, AB, 0. Βλ. ρέζους. [< αγγλ. blood group/type, 1916] , όρκος αίματος: όρκος που επισφραγίζεται με χύσιμο αίματος: δεμένοι με ~ο ~. Έδωσαν ~ο ~ (: για αιώνια πίστη και αφοσίωση)., πήξη του αίματος: ΙΑΤΡ. διαδικασία κατά την οποία το αίμα μετατρέπεται σε αδιάλυτο σύνολο (πήγμα): Τα αιμοπετάλια βοηθούν στην ~ ~. Βλ. αιμορροφιλία, αντιπηκτικό, προθρομβίνη., πίεση (του) αίματος: ΙΑΤΡ. πίεση που ασκεί το αίμα στα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων: αυξημένη/διαστολική/συστολική/υψηλή/φυσιολογική/χαμηλή (αρτηριακή) ~ ~. [< αγγλ. blood pressure] , το αίμα του Ιησού/Κυρίου/Χριστού: ΕΚΚΛΗΣ. ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας: Κοινωνώ/μεταλαμβάνω (το) σώμα και (το) ~ ~., τράπεζα αίματος: χώρος συλλογής, επεξεργασίας και αποθήκευσης αίματος με σκοπό τη διάθεσή του για μεταγγίσεις και κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος οργανισμός: Δίνω αίμα στην ~ ~. [< γερμ. Blutbank] , φόρος αίματος (μτφ.): μεγάλος αριθμός βίαιων θανάτων συνήθ. σε πολεμική επιχείρηση, αιματοχυσία, ατύχημα: ~ ~ στην άσφαλτο. Βαρύ ~ο ~ πλήρωσαν οι στρατιώτες στο πεδίο της μάχης., κυκλοφορία του αίματος βλ. κυκλοφορία ● ΦΡ.: (συγγενείς/συγγένεια) εξ αίματος: με κοινή οκογενειακή καταγωγή: Έχουν/συνδέονται με συγγένεια ~ ~ δεύτερου/πρώτου βαθμού. Είναι συγγενείς ~ ~ σε ευθεία/πλάγια γραμμή. ΑΝΤ. (συγγενείς/συγγένεια) εξ αγχιστείας/από αγχιστεία, αίμα και άμμος!: (για χαρακτηρισμό έκρυθμων καταστάσεων) μεγάλη φασαρία, πολλά επεισόδια εξαιτίας οξυμμένων αντιπαραθέσεων ή έντονου φανατισμού: Έγινε ~ ~ στη διαδήλωση. Θα γίνει ~ ~ στο αυριανό ντέρμπι. Πβ. τα έκαναν γυαλιά καρφιά., ανάβουν τα αίματα: προκαλείται αντιπαράθεση, μεγάλη ένταση, θυμός: Άναψαν ~ στον αγωνιστικό χώρο/στη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου., βάζω (κάποιον)/μπαίνω στα αίματα: κινητοποιώ κάποιον να αναμειχθεί με κάτι ή παρασύρομαι να εμπλακώ σε αυτό: Τον έβαλε/μπήκε ~ να ασχοληθεί με την πολιτική., βουτηγμένος στο αίμα 1. για πρόσωπο που αιμορραγεί. 2. για εγκληματία: Είναι ~ ~ από τα αλλεπάλληλα φονικά.|| (σπανιότ.) Βούτηξε τα χέρια του ~ αθώων (: τους σκότωσε)., βράζει/κοχλάζει το αίμα (μτφ.): για μεγάλη ζωντάνια, ενεργητικότητα και έντονες ορμές: Νέοι είναι, ~ ~ τους., δεν έχει αίμα μέσα/στις φλέβες του/σταγόνα αίμα μέσα του/δεν τρέχει/κυλάει αίμα στις φλέβες του (μτφ.): δεν έχει αισθήματα, μένει ασυγκίνητος μπροστά στον ανθρώπινο πόνο: Εσύ δεν έχεις αίμα (μέσα/πάνω) σου/δεν κυλάει αίμα στις φλέβες σου! Είσαι εντελώς αναίσθητος!, δίνω/χύνω το αίμα μου (για κάποιον/κάτι): δίνω τη ζωή μου, θυσιάζομαι για κάτι: Έδωσαν ~ τους για τη λευτεριά/την πατρίδα/την πίστη., είναι/το έχω στο αίμα μου: έχω την τάση να κάνω κάτι, είναι αναπόσπαστο στοιχείο του χαρακτήρα μου, το έχω εκ γενετής: Το ψέμα είναι ~ της (: στη φύση, στο είναι της, μέσα της). [< γαλλ. dans le sang] , κάποιος/κάτι μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι/την πίεση (μτφ.-εμφατ.): με εξοργίζει, με κάνει έξω φρενών: Η απραξία/ο δόλος του μου ανέβασε ~. Με τα καμώματά της ~ ~., κατουρώ/ξερνώ αίμα: αποβάλλω αίμα από τα αντίστοιχα σημεία του σώματος: (κ. μτφ. ως απειλή) Θα σε κάνω να κατουρήσεις/ξεράσεις ~., κολυμπώ/πλέω/λούζομαι στο αίμα (μτφ.): είμαι γεμάτος αίμα, συνήθ. ως αποτέλεσμα μεγάλης αιμορραγίας ή πολλαπλών τραυμάτων., λερώνω τα χέρια μου με αίμα (μτφ.): διαπράττω φόνο: Λέρωσε τα χέρια του ~ αδερφικό., με αίμα (μτφ.) 1. με φόνο: Η προσβολή/ο φόνος/το αίμα θα ξεπλυθεί ~ ~. 2. με αιματοχυσία, με προσφορά, στέρηση της ζωής κάποιου (για την επίτευξη ανώτερου σκοπού): γη βαμμένη/ποτισμένη ~ ~. 3. με κόπους, με βάσανα και στερήσεις: Ό,τι απέκτησε, το απέκτησε ~ ~ (και δάκρυα/θυσίες/ιδρώτα/πόνο)., με πήραν τα αίματα (προφ.): άρχισα να χάνω αίμα, αιμορραγώ (εξαιτίας τραυματισμού)., μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματος & (λόγ.) μέχρι τελευταίας ρανίδος: για αγώνα ή προσπάθεια που γίνεται μέχρι(ς) εσχάτων: Υπερασπίστηκαν την ελευθερία ~ του αίματός τους. Θα παλέψουμε μέχρι τελευταίας ρανίδος., μου (έ)κοψε το αίμα/τη χολή & (σπάν.) μου έσπασε τη χολή (μτφ.): με τρόμαξε πολύ: Μου ~ψες ~! Ακούστηκε ένας δυνατός κρότος που του ~ ~.|| Μου κόπηκε ~ από τον φόβο (= κατατρόμαξα)., πάγωσε το αίμα (στις φλέβες) μου (μτφ.): τρόμαξα πολύ, παρέλυσα από τον φόβο: Η είδηση/ο σεισμός ~ ~ στις φλέβες μας., παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου & παίρνω το δίκιο μου πίσω (μτφ.): εκδικούμαι: Είναι αποφασισμένος να πάρει το αίμα του πίσω για την ταπείνωση που υπέστη., πνίγω στο αίμα (μτφ.): καταστέλλω κάτι με βίαιο τρόπο, προκαλώντας τον θάνατο πολλών ατόμων: Η διαδήλωση/εξέγερση/στάση ~ηκε ~.|| Ο τόπος ~ηκε ~ από τα εχθρικά στρατεύματα (= αιματοκυλίστηκε)., πότισε με το αίμα του: θυσιάστηκε για κάτι: ~σαν ~ τους το δέντρο της λευτεριάς. ~σε την πατρική γη με ~. Η σημαία ποτίστηκε με ~ των αγωνιστών. Γη ποτισμένη με αίμα ηρώων/μαρτύρων., σιγά τα αίματα! (προφ.-ειρων.): απαξιωτική απάντηση σε απειλή ή για κατάσταση που θεωρείται σοβαρή ή προκαλεί φόβο: (καλέ) ~ ~, μας τρόμαξες! ~ ~, ρε μεγάλε/παλικαράδες!, το αίμα νερό δεν γίνεται: οι συγγενικοί δεσμοί δεν καταλύονται: Αδέρφια είναι, όσο κι αν τσακώνονται, στο τέλος τα ξαναβρίσκουν. ~ ~!, τραβάει το αίμα μου (κάτι) (μτφ.): έχω την τάση, ρέπω προς κάτι συνήθ. αρνητικό: Την τραβάει ~ του την απατεωνιά. Το τραβάει ~ του να τσακώνεται με τους άλλους., φτύνω αίμα 1. (μτφ.) βασανίζομαι σκληρά, ταλαιπωρούμαι αφάνταστα, για να επιτύχω κάτι: Καθημερινά ~ει ~ για το μεροκάματο. Έφτυσε ~ για να βγάλει το Πανεπιστήμιο/να μεγαλώσει τα παιδιά του. (απειλητ.) Θα τον κάνω να ~σει ~! Πβ. δεινοπαθώ, μαρτυρώ, παιδεύομαι, χτικιάζω. 2. έχω αιμόπτυση., χύνεται (άφθονο/πολύ) αίμα (/χύνονται ποτάμια/ποταμοί αίματος)/τρέχει (ποτάμι το) αίμα: προκαλείται αιματοχυσία, θάνατος από σκοτωμό, ατύχημα ή προσωπική θυσία: Έχει χυθεί πολύ αίμα/έχουν χυθεί ποτάμια αίματος στην άσφαλτο (: για τα θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα).|| Θα χυθεί πολύ αίμα στον αυριανό αγώνα (ΣΥΝ. θα γίνει χαμός)!, βάφτηκε με/στο αίμα βλ. βάφω, έβαψε/έχει βάψει τα χέρια του με/στο αίμα βλ. βάφω, έγραψε (κάτι) με το αίμα του βλ. γράφω, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι/η πίεση βλ. ανεβαίνω, ρουφάει/πίνει το αίμα/το μεδούλι κάποιου βλ. ρουφώ, τα χέρια του στάζουν αίμα βλ. στάζω, υπογράφω με το αίμα μου βλ. υπογράφω, χύνω αίμα/ιδρώτα βλ. χύνω [< αρχ. αἷμα, γαλλ. sang] | |
| 1333 | αιμαγγείωμα | [αἱμαγγείωμα] αι-μαγ-γεί-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης όγκος από αιμοφόρα αγγεία που σχηματίζεται στον υποδόριο ιστό: ~ώματα στο πρόσωπο/σώμα. Βλ. αγγείωμα, -ωμα2. [< γαλλ. hémangiome, αγγλ. hæmangioma] | |
| 1334 | αιμάσσω | [αἱμάσσω] αι-μάσ-σω ρ. {κυρ. στο γ' πρόσ. κ. στη μτχ. αιμάσσ-ων, -ουσα, -ον} (αρχαιοπρ., συνήθ. μτφ.): αιμορραγώ: η ~ουσα: οικονομία/πληγή του εμφυλίου πολέμου. Βλ. αφ~. [< αρχ. αἱμάσσω] | |
| 1335 | αιματ- | βλ. αιματο- | |
| 1336 | αιματέμεση | [αἱματέμεση] αι-μα-τέ-με-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εμετός αίματος που προέρχεται από το πεπτικό σύστημα, κυρ. το στομάχι. Βλ. αιμόπτυση. [< γαλλ. hématemèse, αγγλ. hæmatemesis] | |
| 1337 | αιματηρός | [αἱματηρός] αι-μα-τη-ρός επίθ. 1. που συνοδεύεται από ή προξενεί αιματοχυσία: ~ός: πόλεμος. ~ή: έκρηξη/επίθεση/ληστεία/συμπλοκή. ~ό: τροχαίο (βλ. θανατηφόρο). ~ά: επεισόδια. ~ές: συγκρούσεις. Βλ. -ηρός. ΣΥΝ. αιματοβαμμένος (1) ΑΝΤ. αναίμακτος 2. (μτφ.) σκληρός, εξαντλητικός: ~ές: θυσίες/οικονομίες (: δυσβάσταχτες/υπέρμετρες). 3. ΙΑΤΡ. που περιέχει αίμα: ~ό: έκκριμα. ~ές: κενώσεις. ~ά: κόπρανα/πτύελα. ● επίρρ.: αιματηρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1,2: αρχ. αἱματηρός 3: γαλλ. sanguinolent] | |
| 1338 | αιματικός | , ή, ό [αἱματικός] αι-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. σχετικός με το αίμα: ~ή: ροή. ~ό: σύστημα. ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοφορία του αίματος βλ. κυκλοφορία [< αρχ. αἱματικός] | |
| 1339 | αιμάτινος | , η, ο [αἱμάτινος] αι-μά-τι-νος επίθ. 1. που περιέχει αίμα: ~η: κηλίδα. ~ο: αποτύπωμα. Πβ. αιματώδης. 2. (μτφ.-λογοτ.) που έχει το χρώμα του αίματος: ~ος: ήλιος (= πορφυρός). ~ο: τριαντάφυλλο (= βαθυκόκκινο). [< αρχ. αἱμάτινος] | |
| 1340 | αιματίτης | [αἱματίτης] αι-μα-τί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό οξείδιο του σιδήρου κοκκινωπού ή καστανού χρώματος και συνεκδ. η αντίστοιχη μαύρη πέτρα: πλακώδης/φυλλώδης ~.|| Σφραγιδόλιθοι κατασκευασμένοι από ~η. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. αἱματίτης, γαλλ. hématite, αγγλ. hæmatite] | |
| 1341 | αιματο- & αιματό- & αιματ- | & (λαϊκό) ματο- & ματό-: α΄ συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στο αίμα: αιματο-βαμμένος/~κρίτης/~κύλισμα/~χυσία. Αιματ-έμεση.|| (εμφάνιση ή συγκέντρωση αίματος οφειλόμενη σε παθολογικά αίτια:) Αιματ-ουρία. Πβ. αιμο-. | |
| 1342 | αιματοβαμμένος | , η, ο [αἱματοβαμμένος] αι-μα-το-βαμ-μέ-νος επίθ. & (λαϊκό) ματοβαμμένος 1. που έχει λερωθεί με αίμα και γενικότ. σχετίζεται με αιματοχυσίες και αγώνες: ~η: σημαία. ~α: χέρια. Ο άτυχος οδηγός ξεψύχησε στην ~η άσφαλτο.|| ~ος: πόλεμος (ΑΝΤ. αναίμακτος). ~η: γη/ιστορία. Τα ~α χώματα της πατρίδας. Πβ. αιματηρός, ματωμένος.|| (για πρόσ.) ~ος: τύραννος (ΣΥΝ. αιμοσταγής). 2. (μτφ.-λογοτ.) που έχει το χρώμα του αίματος, κατακόκκινος: ~η: σελήνη. ΣΥΝ. αιμάτινος (2), αιματώδης (2) | |
| 1343 | αιματοεγκεφαλικός | , ή, ό [αἱματοεγκεφαλικός] αι-μα-το-ε-γκε-φα-λι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αιματοεγκεφαλικός φραγμός: ΦΥΣΙΟΛ. επιλεκτικός μηχανισμός που εμποδίζει την είσοδο ορισμένων -κυρ. μακρομοριακών- ουσιών από το αίμα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και τον εγκεφαλικό ιστό. [< αγγλ. blood-brain barrier, 1944] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ