Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [23180-23200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22419καλογερικήκα-λο-γε-ρι-κή ουσ. (θηλ.): μοναστική ζωή. ● ΦΡ.: (είναι) βαριά η καλογερική: για κάτι που απαιτεί πολλούς κόπους και θυσίες. [< μεσν. καλογερική]
22420καλογερικός, ή, ό κα-λο-γε-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους καλόγερους: ~ός: σκούφος. ~ή: ζωή/μαγειρική. Πβ. μοναστ-, μοναχ-ικός. Βλ. ασκητικός. [< μεσν. καλογερικός]
22421καλογερίστικος, η, ο κα-λο-γε-ρί-στι-κος επίθ. (λαϊκό-συχνά μειωτ.): που σχετίζεται με καλόγερο ή ταιριάζει σε αυτόν. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: καλογερίστικα: Ντύνεται ~ (= συντηρητικά).
22422καλογεροπαίδικα-λο-γε-ρο-παί-δι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) καλογερόπαιδο (λαϊκό): καλογεράκι. Βλ. παπαδοπαίδι.
22423καλογερόπαπαςκα-λο-γε-ρό-πα-πας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ιερομόναχος. [< μεσν. καλογερόπαπας]
22424καλόγεροςκα-λό-γε-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έρου} 1. & (λόγ.) καλόγηρος: άνδρας που απαρνήθηκε τα εγκόσμια και ασπάστηκε τον μοναστικό βίο· μοναχός: γέροντας ~. ~ στο Άγιο Όρος. Κληρικοί και ~οι. Πβ. αναχωρητής, ασκητής, ερημίτης. Βλ. καλογεράκι, καλόγρια. ΑΝΤ. κοσμικός.|| (μτφ.) Ζει σαν ~ (: απομονωμένα, λιτά και μοναχικά). Βλ. κοσμο~. 2. όρθια μακρόστενη φορητή κρεμάστρα κυρ. για πανωφόρια: μεταλλικός/ξύλινος ~. ~ με ομπρελοθήκη. Πβ. πορτμαντό. 3. ΙΑΤΡ. (προφ.) δοθιήνας. Βλ. σπυρί. 4. ΟΡΝΙΘ. είδος παπαδίτσας (επιστ. ονομασ. Parus major). ● ΦΡ.: λεπτός-λεπτός/μακρύς-μακρύς/ψηλός-ψηλός καλόγερος και κόκαλα δεν έχει (αίνιγμα): ο καπνός., χίλιοι μύριοι καλογέροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι (αίνιγμα): οι σπόροι του ροδιού., το μοναστήρι να είναι καλά/να 'ν' καλά (κι από καλογέρους βρίσκεις) βλ. μοναστήρι [< μεσν. καλόγερος]
22425καλογιάννος & καλόγιαννοςκα-λο-γιάν-νος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. κοκκινολαίμης.
22426καλόγνωμηκα-λό-γνω-μη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία του δίθυρου φαγώσιμου μαλάκιου Arca noae, που φέρει στο στενόμακρο όστρακό του λεπτές ραβδώσεις με κόκκινες βούλες. Βλ. αχιβάδα, γυαλιστερές, κυδώνι, μύδι, οστρακοειδή, πεταλίδα, πίνα, φρούτα της θάλασσας, χάβαρο, χτένι2.
22427καλόγνωμος

, η, ο κα-λό-γνω-μος επίθ.: που έχει καλές προθέσεις: καλοσυνάτος και ~.|| ~η: σάτιρα. Πβ. καλοπροαίρετος. ΣΥΝ. καλόβουλος [< μεσν. καλόγνωμος, μτγν. καλογνώμων]

22428καλόγουστος, η, ο κα-λό-γου-στος επίθ.: καλαίσθητος: ~η: διακόσμηση/επίπλωση (ΑΝΤ. κιτς). ~ο: αστείο (ΑΝΤ. χοντροκομμένο). Μοντέρνο και ~ο σπίτι. Πβ. γουστόζικος.|| (για πρόσ.) ~η και πάντα εντυπωσιακή. ΑΝΤ. κακόγουστος ● επίρρ.: καλόγουστα [< γαλλ. de bon goût]
22429καλογραμμένος, η, ο κα-λο-γραμ-μέ-νος επίθ.: ωραία διατυπωμένος· ευανάγνωστος: ~η: επιστολή. ~ο: βιβλίο/σενάριο (: με δομή, συνοχή· πβ. καλοδεμένος).|| ~ες: σημειώσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ο: σιντί. ΑΝΤ. κακογραμμένος [< μεσν. καλογραμμένος]
22430καλόγριακα-λό-γρι-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) καλογριά & (λόγ.) καλογραία 1. μοναχή: οι ~ες της Μονής. ΣΥΝ. αδελφή.|| (προφ.) Πηγαίνει στις ~ες (: Σχολή Καλογραιών που διευθύνεται από καθολικές ~ες). 2. (μτφ.-ειρων.) για μοναχική, ανύπαντρη ή συντηρητική γυναίκα: ~ θα μείνεις;|| Nτύνεται σαν ~. Βλ. πουριτανός. 3. ΙΧΘΥΟΛ. καλογρίτσα. [< μεσν. καλογρία]
22431καλογρίτσακα-λο-γρί-τσα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. μικρό ψάρι καστανού-μαύρου χρώματος (επιστ. ονομασ. Chromis chromis) με σκούρες καφετιές ταινίες κατά μήκος του σώματός του, που ζει κοντά σε βράχια. Βλ. γύλος, γωβιός. ΣΥΝ. καλόγρια (3)
22432καλογυμνασμένος, η, ο κα-λο-γυ-μνα-σμέ-νος επίθ.: σωστά και εντατικά γυμνασμένος· σπανιότ. καλά προπονημένος: ~οι: κοιλιακοί (πβ. καλο-δουλεμένος, -σχηματισμένος). Σώμα σφιχτό και ~o (= καλοδεμένο· πβ. μυώδης).|| ~ος: αθλητής. ~η: ομάδα. [< μεσν. καλογυμνασμένος]
22433καλογυρισμένος, η, ο κα-λο-γυ-ρι-σμέ-νος επίθ.: που έχει κινηματογραφηθεί με επιμέλεια και επιτυχία: ~η: ταινία. ~ο: ντοκιμαντέρ/σίριαλ. ~ες: σκηνές. Πβ. καλο-σκηνοθετημένος, -στημένος. ΑΝΤ. κακογυρισμένος
22434καλοδεμένος, η, ο κα-λο-δε-μέ-νος 1. γερά, σωστά δεμένος: ~ος: κόμπος (πβ. σφιχτοδεμένος).|| ~η: γραβάτα. 2. (μτφ.) για σύνολο που τα μέρη του είναι ταιριαστά μεταξύ τους: ~η: ορχήστρα. ~o: πρόγραμμα.|| ~η: ιστορία (= καλογραμμένη). 3. (μτφ.) γεροδεμένος, καλογυμνασμένος: ~o: σώμα. 4. (σπάν.-μτφ.) που έχει πήξει αρκετά: ~η: σάλτσα. ~o: σιρόπι.
22413καλοδέχομαι

κα-λο-βλέ-πω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καλόβλεπα κ. καλοέβλεπα, καλόειδα κ. καλοείδα, (σπάν.) καλοδώ} (προφ.) 1. αντιμετωπίζω ευνοϊκά ένα ενδεχόμενο: ~ει μια πιθανή συνεργασία (= βλέπει με καλό μάτι, προσδοκά)/τη θέση του προέδρου (= διεκδικεί, εποφθαλμιά). Δεν θα καλοδεί μια τέτοια εξέλιξη (πβ. καλοδέχομαι). ΣΥΝ. καλοκοιτάζω (2) 2. βλέπω κάποιον ερωτικά: Τον ~ει. ΣΥΝ. γλυκοκοιτάζω & γλυκοκοιτώ (1), καλοκοιτάζω (3) 3. παρατηρώ, εξετάζω προσεκτικότερα: Τώρα που το ~, μου φαίνεται ωραίο! Πβ. καλοσκέφτομαι, ξαναβλέπω. ΣΥΝ. καλοκοιτάζω (1) 4. (συνήθ. σε αρνητ. πρόταση) έχω καλή όραση: Δεν ~ τώρα τελευταία. [< μεσν. καλοβλέπω]

22435καλοδέχομαικα-λο-δέ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {καλοδέχ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -ούμενος} 1. υποδέχομαι θερμά κάποιον: Mας ~χτηκαν απ' την πρώτη στιγμή/μ' ένα τεράστιο χαμόγελο.|| (ευχετ.) Να τους ~τείτε (= καλώς να τους δεχτείτε)! 2. επιδοκιμάζω, επικροτώ κάτι που μου έγινε γνωστό και συνήθ. με αφορά άμεσα: ~τηκε την απόφαση/είδηση (= πληροφορήθηκε με ευχαρίστηση). Δεν φαίνεται να ~ονται (= βλέπουν με καλό μάτι, καλοβλέπουν) την ιδέα να ... ΣΥΝ. καλωσορίζω (2), χαιρετίζω (1)
22436καλοδεχούμενος, η, ο κα-λο-δε-χού-με-νος επίθ. & (προφ.) καλόδεχτος: ευπρόσδεκτος: Δεν νιώθω ~ εδώ (βλ. ανεπιθύμητος, παρείσακτος). Όποιος θέλει να έρθει, ~! Είσαι πάντα ~η στο σπίτι μας!|| Κάθε βοήθεια/ιδέα ~η.
22437καλοδιάθετος, η, ο κα-λο-διά-θε-τος επίθ.: ευδιάθετος. ΑΝΤ. κακοδιάθετος ● επίρρ.: καλοδιάθετα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.