| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22428 | καλόγουστος | , η, ο κα-λό-γου-στος επίθ.: καλαίσθητος: ~η: διακόσμηση/επίπλωση (ΑΝΤ. κιτς). ~ο: αστείο (ΑΝΤ. χοντροκομμένο). Μοντέρνο και ~ο σπίτι. Πβ. γουστόζικος.|| (για πρόσ.) ~η και πάντα εντυπωσιακή. ΑΝΤ. κακόγουστος ● επίρρ.: καλόγουστα [< γαλλ. de bon goût] | |
| 22429 | καλογραμμένος | , η, ο κα-λο-γραμ-μέ-νος επίθ.: ωραία διατυπωμένος· ευανάγνωστος: ~η: επιστολή. ~ο: βιβλίο/σενάριο (: με δομή, συνοχή· πβ. καλοδεμένος).|| ~ες: σημειώσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ο: σιντί. ΑΝΤ. κακογραμμένος [< μεσν. καλογραμμένος] | |
| 22430 | καλόγρια | κα-λό-γρι-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) καλογριά & (λόγ.) καλογραία 1. μοναχή: οι ~ες της Μονής. ΣΥΝ. αδελφή.|| (προφ.) Πηγαίνει στις ~ες (: Σχολή Καλογραιών που διευθύνεται από καθολικές ~ες). 2. (μτφ.-ειρων.) για μοναχική, ανύπαντρη ή συντηρητική γυναίκα: ~ θα μείνεις;|| Nτύνεται σαν ~. Βλ. πουριτανός. 3. ΙΧΘΥΟΛ. καλογρίτσα. [< μεσν. καλογρία] | |
| 22431 | καλογρίτσα | κα-λο-γρί-τσα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. μικρό ψάρι καστανού-μαύρου χρώματος (επιστ. ονομασ. Chromis chromis) με σκούρες καφετιές ταινίες κατά μήκος του σώματός του, που ζει κοντά σε βράχια. Βλ. γύλος, γωβιός. ΣΥΝ. καλόγρια (3) | |
| 22432 | καλογυμνασμένος | , η, ο κα-λο-γυ-μνα-σμέ-νος επίθ.: σωστά και εντατικά γυμνασμένος· σπανιότ. καλά προπονημένος: ~οι: κοιλιακοί (πβ. καλο-δουλεμένος, -σχηματισμένος). Σώμα σφιχτό και ~o (= καλοδεμένο· πβ. μυώδης).|| ~ος: αθλητής. ~η: ομάδα. [< μεσν. καλογυμνασμένος] | |
| 22433 | καλογυρισμένος | , η, ο κα-λο-γυ-ρι-σμέ-νος επίθ.: που έχει κινηματογραφηθεί με επιμέλεια και επιτυχία: ~η: ταινία. ~ο: ντοκιμαντέρ/σίριαλ. ~ες: σκηνές. Πβ. καλο-σκηνοθετημένος, -στημένος. ΑΝΤ. κακογυρισμένος | |
| 22434 | καλοδεμένος | , η, ο κα-λο-δε-μέ-νος 1. γερά, σωστά δεμένος: ~ος: κόμπος (πβ. σφιχτοδεμένος).|| ~η: γραβάτα. 2. (μτφ.) για σύνολο που τα μέρη του είναι ταιριαστά μεταξύ τους: ~η: ορχήστρα. ~o: πρόγραμμα.|| ~η: ιστορία (= καλογραμμένη). 3. (μτφ.) γεροδεμένος, καλογυμνασμένος: ~o: σώμα. 4. (σπάν.-μτφ.) που έχει πήξει αρκετά: ~η: σάλτσα. ~o: σιρόπι. | |
| 22413 | καλοδέχομαι | κα-λο-βλέ-πω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καλόβλεπα κ. καλοέβλεπα, καλόειδα κ. καλοείδα, (σπάν.) καλοδώ} (προφ.) 1. αντιμετωπίζω ευνοϊκά ένα ενδεχόμενο: ~ει μια πιθανή συνεργασία (= βλέπει με καλό μάτι, προσδοκά)/τη θέση του προέδρου (= διεκδικεί, εποφθαλμιά). Δεν θα καλοδεί μια τέτοια εξέλιξη (πβ. καλοδέχομαι). ΣΥΝ. καλοκοιτάζω (2) 2. βλέπω κάποιον ερωτικά: Τον ~ει. ΣΥΝ. γλυκοκοιτάζω & γλυκοκοιτώ (1), καλοκοιτάζω (3) 3. παρατηρώ, εξετάζω προσεκτικότερα: Τώρα που το ~, μου φαίνεται ωραίο! Πβ. καλοσκέφτομαι, ξαναβλέπω. ΣΥΝ. καλοκοιτάζω (1) 4. (συνήθ. σε αρνητ. πρόταση) έχω καλή όραση: Δεν ~ τώρα τελευταία. [< μεσν. καλοβλέπω] | |
| 22435 | καλοδέχομαι | κα-λο-δέ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {καλοδέχ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -ούμενος} 1. υποδέχομαι θερμά κάποιον: Mας ~χτηκαν απ' την πρώτη στιγμή/μ' ένα τεράστιο χαμόγελο.|| (ευχετ.) Να τους ~τείτε (= καλώς να τους δεχτείτε)! 2. επιδοκιμάζω, επικροτώ κάτι που μου έγινε γνωστό και συνήθ. με αφορά άμεσα: ~τηκε την απόφαση/είδηση (= πληροφορήθηκε με ευχαρίστηση). Δεν φαίνεται να ~ονται (= βλέπουν με καλό μάτι, καλοβλέπουν) την ιδέα να ... ΣΥΝ. καλωσορίζω (2), χαιρετίζω (1) | |
| 22436 | καλοδεχούμενος | , η, ο κα-λο-δε-χού-με-νος επίθ. & (προφ.) καλόδεχτος: ευπρόσδεκτος: Δεν νιώθω ~ εδώ (βλ. ανεπιθύμητος, παρείσακτος). Όποιος θέλει να έρθει, ~! Είσαι πάντα ~η στο σπίτι μας!|| Κάθε βοήθεια/ιδέα ~η. | |
| 22437 | καλοδιάθετος | , η, ο κα-λο-διά-θε-τος επίθ.: ευδιάθετος. ΑΝΤ. κακοδιάθετος ● επίρρ.: καλοδιάθετα | |
| 22438 | καλοδιατηρημένος | , η, ο κα-λο-δι-α-τη-ρη-μέ-νος επίθ.: που διατηρείται σε καλή κατάσταση: ~ες: τοιχογραφίες. ~α: μνημεία/νεοκλασικά.|| (σπανιότ.) ~η: μηχανή. Πβ. καλοσυντηρημένος.|| (μτφ.) ~ο: σώμα (πβ. γυμνασμένο, νεανικό).|| (μτφ., για πρόσ.) ~η: πενηντάρα. Πβ. καλο-βαλμένος, -στεκούμενος. ΑΝΤ. κακοδιατηρημένος | |
| 22439 | καλοδουλεμένος | , η, ο κα-λο-δου-λε-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει δουλευτεί εντατικά και με επιμέλεια ή καλαισθησία: ~η: μετάφραση/παράσταση (= καλοστημένη). ~ο: σενάριο (= καλογραμμένο). ~ες: σκηνές (= καλογυρισμένες). ~α: γραφικά (= καλοσχεδιασμένα). Πβ. προσεγ-, φροντισ-μένος.|| ~α: γλυπτά/κοσμήματα (= λεπτοδουλεμένα, περίτεχνα). Πβ. καλοφτιαγμένος.|| ~οι: μύες (= καλογυμνασμένοι). | |
| 22440 | καλοδούλευτος | , η, ο κα-λο-δού-λευ-τος επίθ. (προφ.): ως ευχή για καλή λειτουργία καινούργιου μηχανήματος, εργαλείου ή συσκευής: (για πι-σι:) Καλορίζικο και ~ο! | |
| 22441 | καλοεξετάζω | κα-λο-ε-ξε-τά-ζω ρ. (μτβ.) (προφ.): εξετάζω κάτι πολύ προσεκτικά ή καλύτερα από πριν: Aν το ~σεις, υπάρχουν αντιφάσεις. Πβ. καλοσκέφτομαι. | |
| 22442 | καλοζυγισμένος | , η, ο κα-λο-ζυ-γι-σμέ-νος επίθ. (μτφ.-προφ.): που έχει υπολογιστεί με ακρίβεια ή γίνεται με σύνεση και αίσθηση του μέτρου: ~η: απάντηση (βλ. πληρωμένη)/απόφαση/επιλογή (= σταθμισμένη)/κίνηση. ~α: λόγια (= μετρημένα). Πβ. καλομελετημένος. Βλ. βεβιασμένος.|| (ΑΘΛ.) ~ο: σουτ (: που έχει υπολογιστεί και εκτελεστεί σωστά). | |
| 22443 | καλοζωία | κα-λο-ζω-ί-α ουσ. (θηλ.): καλή και άνετη ζωή: ~ και μακροζωία. ΣΥΝ. ευζωία. Βλ. ευημερία, ευμάρεια, ευπορία.|| (ειρων.) Καθισιό, χλιδή και ~. Πβ. καλοπέραση. | |
| 22444 | καλοζωισμένος | , η, ο κα-λο-ζω-ι-σμέ-νος επίθ. (συνήθ. ειρων.): που έχει ζήσει ή ζει άνετα, χωρίς στερήσεις και δυσκολίες: ~ και καλομαθημένος. | |
| 22445 | καλοζωιστής | κα-λο-ζω-ι-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): μπον-βιβέρ. Πβ. γλεντζές, καλοπερασάκιας. | |
| 22446 | καλοήθεια | κα-λο-ή-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η ιδιότητα του καλοήθους όγκου· καλοήθης νόσος: ~ πολύποδα. Η βιοψία έδειξε ~. Βλ. εξαλλαγή, -ωμα2. ΑΝΤ. κακοήθεια (2) [< μεσν. καλοήθεια 'αγαθότητα', γαλλ. bénignité] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ