| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22438 | καλοδιατηρημένος | , η, ο κα-λο-δι-α-τη-ρη-μέ-νος επίθ.: που διατηρείται σε καλή κατάσταση: ~ες: τοιχογραφίες. ~α: μνημεία/νεοκλασικά.|| (σπανιότ.) ~η: μηχανή. Πβ. καλοσυντηρημένος.|| (μτφ.) ~ο: σώμα (πβ. γυμνασμένο, νεανικό).|| (μτφ., για πρόσ.) ~η: πενηντάρα. Πβ. καλο-βαλμένος, -στεκούμενος. ΑΝΤ. κακοδιατηρημένος | |
| 22439 | καλοδουλεμένος | , η, ο κα-λο-δου-λε-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει δουλευτεί εντατικά και με επιμέλεια ή καλαισθησία: ~η: μετάφραση/παράσταση (= καλοστημένη). ~ο: σενάριο (= καλογραμμένο). ~ες: σκηνές (= καλογυρισμένες). ~α: γραφικά (= καλοσχεδιασμένα). Πβ. προσεγ-, φροντισ-μένος.|| ~α: γλυπτά/κοσμήματα (= λεπτοδουλεμένα, περίτεχνα). Πβ. καλοφτιαγμένος.|| ~οι: μύες (= καλογυμνασμένοι). | |
| 22440 | καλοδούλευτος | , η, ο κα-λο-δού-λευ-τος επίθ. (προφ.): ως ευχή για καλή λειτουργία καινούργιου μηχανήματος, εργαλείου ή συσκευής: (για πι-σι:) Καλορίζικο και ~ο! | |
| 22441 | καλοεξετάζω | κα-λο-ε-ξε-τά-ζω ρ. (μτβ.) (προφ.): εξετάζω κάτι πολύ προσεκτικά ή καλύτερα από πριν: Aν το ~σεις, υπάρχουν αντιφάσεις. Πβ. καλοσκέφτομαι. | |
| 22442 | καλοζυγισμένος | , η, ο κα-λο-ζυ-γι-σμέ-νος επίθ. (μτφ.-προφ.): που έχει υπολογιστεί με ακρίβεια ή γίνεται με σύνεση και αίσθηση του μέτρου: ~η: απάντηση (βλ. πληρωμένη)/απόφαση/επιλογή (= σταθμισμένη)/κίνηση. ~α: λόγια (= μετρημένα). Πβ. καλομελετημένος. Βλ. βεβιασμένος.|| (ΑΘΛ.) ~ο: σουτ (: που έχει υπολογιστεί και εκτελεστεί σωστά). | |
| 22443 | καλοζωία | κα-λο-ζω-ί-α ουσ. (θηλ.): καλή και άνετη ζωή: ~ και μακροζωία. ΣΥΝ. ευζωία. Βλ. ευημερία, ευμάρεια, ευπορία.|| (ειρων.) Καθισιό, χλιδή και ~. Πβ. καλοπέραση. | |
| 22444 | καλοζωισμένος | , η, ο κα-λο-ζω-ι-σμέ-νος επίθ. (συνήθ. ειρων.): που έχει ζήσει ή ζει άνετα, χωρίς στερήσεις και δυσκολίες: ~ και καλομαθημένος. | |
| 22445 | καλοζωιστής | κα-λο-ζω-ι-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): μπον-βιβέρ. Πβ. γλεντζές, καλοπερασάκιας. | |
| 22446 | καλοήθεια | κα-λο-ή-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η ιδιότητα του καλοήθους όγκου· καλοήθης νόσος: ~ πολύποδα. Η βιοψία έδειξε ~. Βλ. εξαλλαγή, -ωμα2. ΑΝΤ. κακοήθεια (2) [< μεσν. καλοήθεια 'αγαθότητα', γαλλ. bénignité] | |
| 22447 | καλοήθης | , ης, ες κα-λο-ή-θης επίθ. ουδ. καλόηθες {καλοήθ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. (για νόσο) που δεν αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για την υγεία ή (για όγκο) που δεν αναπτύσσεται γρήγορα, δεν κάνει μεταστάσεις και συνήθ. θεραπεύεται: ~εις: βλάβες του δέρματος (βλ. κύστη, σπίλος)/παθήσεις του μαστού. Βλ. ψευδάνθρακας.|| ~ης: όζος του θυρεοειδούς. ~ής: υπερπλασία του προστάτη. ~ες: νεόπλασμα. Βλ. εξόστωση, καρκίνος, πολύποδας, -ωμα2. ΑΝΤ. κακοήθης (1) [< πβ. μτγν. καλοήθης 'ενάρετος', γαλλ. bénin] | |
| 22448 | καλοθελητής | κα-λο-θε-λη-τής ουσ. (αρσ.) {κ. πληθ. (λαϊκό) καλοθελητ-άδες} (ειρων.): πρόσωπο που σπεύδει να μεταφέρει σε κάποιον δυσάρεστα νέα που τον αφορούν, δήθεν από ενδιαφέρον, αλλά, στην πραγματικότητα, από χαιρεκακία: Όλο και κάποιος ~ θα βρεθεί να του πει ότι ... Πβ. κακοθελητής. Βλ. ανακατώστρας, κουτσομπόλης, πληροφοριοδότης. [< πβ. μεσν. καλοθελητής ‘που θέλει το καλό κάποιου’] | |
| 22449 | καλοθρεμμένος | , η, ο κα-λο-θρεμ-μέ-νος επίθ.: που έχει τραφεί πολύ ή/και σωστά· παχύς: ~ο: ζώο (πβ. θρεφτάρι)/μοσχάρι (πβ. σιτευτός). Πβ. καλοταϊσμένος. | |
| 22450 | καλοθυμάμαι | κα-λο-θυ-μά-μαι ρ. (μτβ.) {κυρ. στο ενεστ. θ.} (προφ.) & (σπάν.-λαϊκό) καλοθυμούμαι: (συνήθ. σε αρνητ. πρόταση) θυμάμαι καλά: Δεν ~ τι έγινε. Ήμουν παιδί τότε, δεν τους ~. Αν ~, ... [< μεσν. καλοθυμούμαι] | |
| 22451 | καλοκαγαθία | κα-λο-κα-γα-θί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του καλοκάγαθου. Πβ. αγαθ-, χρηστ-ότητα, ανεξικακία, καλοσύνη. Βλ. κακ-, φαυλ-ότητα, κακοήθεια. 2. (κυρ. στην κλασική αρχαιότητα) αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη σώματος και πνεύματος: το ιδανικό/ιδεώδες της ~ας. [< αρχ. καλοκἀγαθία] | |
| 22452 | καλοκάγαθος | , η, ο κα-λο-κά-γα-θος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από αγαθότητα και καλοσύνη: ~ος: ανθρωπάκος (πβ. μειλίχιος). Βλ. αγαθιάρης.|| ~ο: βλέμμα/πρόσωπο/ύφος/χαμόγελο. ~α: μάτια. Πβ. καλό-καρδος, -ψυχος, καλοσυνάτος. ● επίρρ.: καλοκάγαθα [< μτγν. καλοκἄγαθος] | |
| 22453 | καλοκάθομαι | κα-λο-κά-θο-μαι ρ. (αμτβ.) {καλοκάθι-σε κ. καλόκατσε, καλοκαθί-σει κ. καλοκάτσει, καλοκαθισμένος} (προφ.) 1. (ειρων.) βολεύομαι αναπαυτικά, χωρίς να εκδηλώνω διάθεση να φύγω: Ήρθαν και ~σαν και δεν λένε να ξεκολλήσουν. Πβ. θρονιάζ-, στρογγυλοκάθ-, στρών-ομαι, κατασκηνώνω. 2. (συνήθ. σε αρνητ. πρόταση) κάθομαι: Δεν πρόλαβα να ~σω (= να καθίσω καλά καλά) και χτύπησε το τηλέφωνο. ● ΦΡ.: κάτι δεν μου καλοκάθεται (μτφ.): υπάρχει κάτι ύποπτο: ~ ~ (= κάτι δεν μου αρέσει/δεν μου κολλάει/μου βρομάει/μου μυρίζει) σ' αυτήν την υπόθεση. | |
| 22454 | καλοκαιράκι | κα-λο-και-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (υποκ.-οικ.): καλοκαίρι: Μπήκε το ~. ● ΦΡ.: μικρό καλοκαιράκι & καλοκαιράκι του Αγίου Δημητρίου: γαϊδουροκαλόκαιρο. | |
| 22455 | καλοκαίρι | κα-λο-καί-ρι ουσ. (ουδ.) {καλοκαιρ-ιού}: η πιο ζεστή εποχή του χρόνου, που αρχίζει με το θερινό ηλιοστάσιο και τελειώνει με την φθινοπωρινή ισημερία στο Β. Ημισφαίριο και περιλαμβάνει τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο: θερμό/καυτό/ξηρό/πρώιμο/υγρό ~. ~ με καύσωνα. Τα μπάνια του ~ιού. Εκδηλώσεις/φεστιβάλ του ~ιού (: πολιτιστικό ~). Στην καρδιά/κάψα του ~ιού (πβ. κατα-, μεσο-καλόκαιρο). Ενόψει του/εν μέσω ~ιού. Διακοπές το ~. Πέρσι το ~. (ευχετ.) Καλό/ξεκούραστο ~! Άρχισε/μπήκε νωρίς το ~ (= καλοκαίριασε). Το ~ τελείωσε και άρχισε η επιστροφή των αδειούχων. Θα έχουμε μακρύ ~ (: οι ζέστες θα κρατήσουν πολύ)! Πβ. θέρος.|| (γενικότ., για ζεστές μέρες με ηλιοφάνεια:) Έξω είναι ~! Βλ. γαϊδουροκαλόκαιρο. ● ΦΡ.: χωρίς/χώρια τα καλοκαίρια (ειρων.): για κάποιον που κρύβει την πραγματική του ηλικία: Σαράντα ~ ~!, από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα βλ. Μάρτης, θρέψε λύκο τον χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι βλ. λύκος, ντάλα καλοκαίρι βλ. ντάλα, ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει βλ. Φλεβάρης, χειμώνα/καλοκαίρι καιρό βλ. καιρός, χειμώνα-καλοκαίρι βλ. χειμώνας [< μεσν. καλοκαίρι(ν)] | |
| 22456 | καλοκαιρία | κα-λο-και-ρί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) καλοκαιριά: καλός, ηλιόλουστος καιρός: ανοιξιάτικη/ασυνήθιστη/παρατεταμένη/χειμωνιάτικη ~. ~ και ανομβρία. ~ με ηλιοφάνεια. Επικρατεί/έχει ~. Πβ. αιθρία. Βλ. χειμωνιά. ΑΝΤ. κακοκαιρία ● ΦΡ.: καλοκαιριά της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας (παροιμ.): για την καλοκαιρία την ημέρα της Υπαπαντής (2 Φεβρουαρίου) που σύμφωνα με λαϊκή δοξασία προαναγγέλλει βαρύ χειμώνα τον Μάρτιο. [< μτγν. καλοκαιρία > μεσν. καλοκαιριά] | |
| 22457 | καλοκαιριάζει | κα-λο-και-ριά-ζει ρ. (αμτβ.) {καλοκαίρια-σε, καλοκαιριά-σει} (προφ.): μπαίνει το καλοκαίρι: ~σε για τα καλά! Βλ. φθινοπωρ-, χειμων-ιάζει. [< μεσν. καλοκαιρίζει] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ