Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23200-23220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22447καλοήθης, ης, ες κα-λο-ή-θης επίθ. ουδ. καλόηθες {καλοήθ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. (για νόσο) που δεν αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για την υγεία ή (για όγκο) που δεν αναπτύσσεται γρήγορα, δεν κάνει μεταστάσεις και συνήθ. θεραπεύεται: ~εις: βλάβες του δέρματος (βλ. κύστη, σπίλος)/παθήσεις του μαστού. Βλ. ψευδάνθρακας.|| ~ης: όζος του θυρεοειδούς. ~ής: υπερπλασία του προστάτη. ~ες: νεόπλασμα. Βλ. εξόστωση, καρκίνος, πολύποδας, -ωμα2. ΑΝΤ. κακοήθης (1) [< πβ. μτγν. καλοήθης 'ενάρετος', γαλλ. bénin]
22448καλοθελητήςκα-λο-θε-λη-τής ουσ. (αρσ.) {κ. πληθ. (λαϊκό) καλοθελητ-άδες} (ειρων.): πρόσωπο που σπεύδει να μεταφέρει σε κάποιον δυσάρεστα νέα που τον αφορούν, δήθεν από ενδιαφέρον, αλλά, στην πραγματικότητα, από χαιρεκακία: Όλο και κάποιος ~ θα βρεθεί να του πει ότι ... Πβ. κακοθελητής. Βλ. ανακατώστρας, κουτσομπόλης, πληροφοριοδότης. [< πβ. μεσν. καλοθελητής ‘που θέλει το καλό κάποιου’]
22449καλοθρεμμένος, η, ο κα-λο-θρεμ-μέ-νος επίθ.: που έχει τραφεί πολύ ή/και σωστά· παχύς: ~ο: ζώο (πβ. θρεφτάρι)/μοσχάρι (πβ. σιτευτός). Πβ. καλοταϊσμένος.
22450καλοθυμάμαικα-λο-θυ-μά-μαι ρ. (μτβ.) {κυρ. στο ενεστ. θ.} (προφ.) & (σπάν.-λαϊκό) καλοθυμούμαι: (συνήθ. σε αρνητ. πρόταση) θυμάμαι καλά: Δεν ~ τι έγινε. Ήμουν παιδί τότε, δεν τους ~. Αν ~, ... [< μεσν. καλοθυμούμαι]
22451καλοκαγαθίακα-λο-κα-γα-θί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του καλοκάγαθου. Πβ. αγαθ-, χρηστ-ότητα, ανεξικακία, καλοσύνη. Βλ. κακ-, φαυλ-ότητα, κακοήθεια. 2. (κυρ. στην κλασική αρχαιότητα) αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη σώματος και πνεύματος: το ιδανικό/ιδεώδες της ~ας. [< αρχ. καλοκἀγαθία]
22452καλοκάγαθος, η, ο κα-λο-κά-γα-θος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από αγαθότητα και καλοσύνη: ~ος: ανθρωπάκος (πβ. μειλίχιος). Βλ. αγαθιάρης.|| ~ο: βλέμμα/πρόσωπο/ύφος/χαμόγελο. ~α: μάτια. Πβ. καλό-καρδος, -ψυχος, καλοσυνάτος. ● επίρρ.: καλοκάγαθα [< μτγν. καλοκἄγαθος]
22453καλοκάθομαικα-λο-κά-θο-μαι ρ. (αμτβ.) {καλοκάθι-σε κ. καλόκατσε, καλοκαθί-σει κ. καλοκάτσει, καλοκαθισμένος} (προφ.) 1. (ειρων.) βολεύομαι αναπαυτικά, χωρίς να εκδηλώνω διάθεση να φύγω: Ήρθαν και ~σαν και δεν λένε να ξεκολλήσουν. Πβ. θρονιάζ-, στρογγυλοκάθ-, στρών-ομαι, κατασκηνώνω. 2. (συνήθ. σε αρνητ. πρόταση) κάθομαι: Δεν πρόλαβα να ~σω (= να καθίσω καλά καλά) και χτύπησε το τηλέφωνο. ● ΦΡ.: κάτι δεν μου καλοκάθεται (μτφ.): υπάρχει κάτι ύποπτο: ~ ~ (= κάτι δεν μου αρέσει/δεν μου κολλάει/μου βρομάει/μου μυρίζει) σ' αυτήν την υπόθεση.
22454καλοκαιράκικα-λο-και-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (υποκ.-οικ.): καλοκαίρι: Μπήκε το ~. ● ΦΡ.: μικρό καλοκαιράκι & καλοκαιράκι του Αγίου Δημητρίου: γαϊδουροκαλόκαιρο.
22455καλοκαίρικα-λο-καί-ρι ουσ. (ουδ.) {καλοκαιρ-ιού}: η πιο ζεστή εποχή του χρόνου, που αρχίζει με το θερινό ηλιοστάσιο και τελειώνει με την φθινοπωρινή ισημερία στο Β. Ημισφαίριο και περιλαμβάνει τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο: θερμό/καυτό/ξηρό/πρώιμο/υγρό ~. ~ με καύσωνα. Τα μπάνια του ~ιού. Εκδηλώσεις/φεστιβάλ του ~ιού (: πολιτιστικό ~). Στην καρδιά/κάψα του ~ιού (πβ. κατα-, μεσο-καλόκαιρο). Ενόψει του/εν μέσω ~ιού. Διακοπές το ~. Πέρσι το ~. (ευχετ.) Καλό/ξεκούραστο ~! Άρχισε/μπήκε νωρίς το ~ (= καλοκαίριασε). Το ~ τελείωσε και άρχισε η επιστροφή των αδειούχων. Θα έχουμε μακρύ ~ (: οι ζέστες θα κρατήσουν πολύ)! Πβ. θέρος.|| (γενικότ., για ζεστές μέρες με ηλιοφάνεια:) Έξω είναι ~! Βλ. γαϊδουροκαλόκαιρο. ● ΦΡ.: χωρίς/χώρια τα καλοκαίρια (ειρων.): για κάποιον που κρύβει την πραγματική του ηλικία: Σαράντα ~ ~!, από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα βλ. Μάρτης, θρέψε λύκο τον χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι βλ. λύκος, ντάλα καλοκαίρι βλ. ντάλα, ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει βλ. Φλεβάρης, χειμώνα/καλοκαίρι καιρό βλ. καιρός, χειμώνα-καλοκαίρι βλ. χειμώνας [< μεσν. καλοκαίρι(ν)]
22456καλοκαιρίακα-λο-και-ρί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) καλοκαιριά: καλός, ηλιόλουστος καιρός: ανοιξιάτικη/ασυνήθιστη/παρατεταμένη/χειμωνιάτικη ~. ~ και ανομβρία. ~ με ηλιοφάνεια. Επικρατεί/έχει ~. Πβ. αιθρία. Βλ. χειμωνιά. ΑΝΤ. κακοκαιρία ● ΦΡ.: καλοκαιριά της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας (παροιμ.): για την καλοκαιρία την ημέρα της Υπαπαντής (2 Φεβρουαρίου) που σύμφωνα με λαϊκή δοξασία προαναγγέλλει βαρύ χειμώνα τον Μάρτιο. [< μτγν. καλοκαιρία > μεσν. καλοκαιριά]
22457καλοκαιριάζεικα-λο-και-ριά-ζει ρ. (αμτβ.) {καλοκαίρια-σε, καλοκαιριά-σει} (προφ.): μπαίνει το καλοκαίρι: ~σε για τα καλά! Βλ. φθινοπωρ-, χειμων-ιάζει. [< μεσν. καλοκαιρίζει]
22458καλοκαιριάτικος, η, ο κα-λο-και-ριά-τι-κος επίθ. (προφ.): καλοκαιρινός. Βλ. ανοιξ-, φθινοπωρ-, χειμων-ιάτικος. ● επίρρ.: καλοκαιριάτικα (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): μες στο καλοκαίρι: Δεν μπορώ άλλη βροχή ~!
22459καλοκαιρινός, ή, ό κα-λο-και-ρι-νός επίθ.: που σχετίζεται με το καλοκαίρι: ~ός: ήλιος/καύσωνας. ~ή: αύρα/διασκέδαση/κατασκήνωση/μπόρα/ραστώνη. ~ό: σχολείο/φεστιβάλ/ωράριο. ~οί: έρωτες/μήνες (: Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος). ~ές: αποδράσεις/διακοπές/εκπτώσεις/συναυλίες. ~ά: μπάνια/προγράμματα (εθελοντικής εργασίας)/σπορ (βλ. θαλάσσιο σκι)/ταξίδια/φρούτα (: βερίκοκο, καρπούζι, κεράσι, πεπόνι, ροδάκινο, σταφύλι). Τιμές δωματίων για την ~ή περίοδο/σεζόν.|| ~ό: άρωμα/λουκ/μακιγιάζ. ~ή: κολεξιόν. ~ά: χρώματα (: ανοιχτά, φωτεινά).|| ~ός: καιρός (: ηλιόλουστος, ζεστός). ~ές: θερμοκρασίες (: υψηλές).|| ~ή: διάθεση (: ευχάριστη, ζωηρή, παιχνιδιάρικη). Βλ. ανοιξιάτικος, φθινοπωρινός, χειμωνιάτικος. ΣΥΝ. θερινός, καλοκαιριάτικος ● Ουσ.: καλοκαιρινά (τα): ελαφριά ρούχα, κατάλληλα για το καλοκαίρι: Βγάζω/κατεβάζω/μαζεύω τα ~. ● ΦΡ.: κάνω (κάτι) καλοκαιρινό & (σπάν.) θερινό (προφ.): προκαλώ μεγάλες υλικές ζημιές, καταστρέφω με μανία: Του το 'καναν ~ το μαγαζί (= τα έκαναν γυαλιά καρφιά).|| (απειλητ.) Πρόσεξε, γιατί θα έρθω και θα στο ~ ~ το σπίτι! [< μεσν. καλοκαιρινός]
22460καλοκαμωμένος, η, ο κα-λο-κα-μω-μέ-νος επίθ. (προφ.) 1. που έχει ωραίες αναλογίες, όμορφος: ψηλός και ~.|| ~o: πρόσωπο. 2. καλοφτιαγμένος: ~α: σπίτια.
22461καλοκαρδίζωκα-λο-καρ-δί-ζω ρ. (μτβ.) {(σπάν.) καλοκάρδι-σε, -σμένος} (προφ.): κάνω κάποιον χαρούμενο. Πβ. χαροποιώ. ΑΝΤ. κακοκαρδίζω [< μεσν. καλοκαρδίζω]
22462καλόκαρδος, η, ο κα-λό-καρ-δος επίθ.: καλόψυχος, καλοσυνάτος: ~ και πονετικός. Πβ. ανοιχτόκαρδος, ψυχούλα.|| ~ο: γέλιο. ΑΝΤ. άκαρδος, κακόκαρδος ● επίρρ.: καλόκαρδα [< μεσν. καλόκαρδος]
22463καλοκοιτάζωκα-λο-κοι-τά-ζω ρ. (μτβ.) {καλοκοίτα-ξα} (προφ.) ΣΥΝ. καλοβλέπω 1. παρατηρώ ή εξετάζω προσεκτικότερα: Τώρα που τον ~, τα 'χει τα χρονάκια του.|| Αν (το) ~ξετε το ζήτημα, θα δείτε ότι ... Πβ. καλοσκέφτομαι. Βλ. ξανακοιτάζω. 2. είμαι ευνοϊκός απέναντι σε ένα ενδεχόμενο: H εταιρεία ~ει την εξαγορά (= βλέπει με καλό μάτι, προσδοκά). 3. βλέπω με ερωτική διάθεση: Την ~ει εδώ και καιρό. Βλ. λοξο-, στραβο-κοιτάζω. ΣΥΝ. γλυκοκοιτάζω(1) [< μεσν. καλοκοιτάζω]
22464καλοκουρδισμένος, η, ο κα-λο-κουρ-δι-σμέ-νος επίθ.: που έχει κουρδιστεί καλά: ~ο: ρολόι. ~α: μουσικά όργανα.|| (μτφ.) Σαν ~η ορχήστρα. Η ομάδα έμοιαζε με ~η μηχανή. Δουλεύουν ασταμάτητα σαν ~α ρομποτάκια.
22465καλολογίακα-λο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. περίτεχνη γλωσσική έκφραση. Βλ. καλλιέπεια, ωραιολογία. 2. αισθητική του λόγου. Βλ. -λογία. [< μτγν. καλολογία]
22466καλολογικός, ή, ό κα-λο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την καλολογία. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καλολογικά στοιχεία (παλαιότ.): ΦΙΛΟΛ. εκφραστικά στοιχεία (κοσμητικά επίθετα, μεταφορές, παρομοιώσεις) που συνθέτουν το ιδιαίτερο ύφος ενός κειμένου: χρήση ~ών ~ων. Αφήγηση πλούσια σε ~ ~. Πβ. σχήμα (λόγου).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.