| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22458 | καλοκαιριάτικος | , η, ο κα-λο-και-ριά-τι-κος επίθ. (προφ.): καλοκαιρινός. Βλ. ανοιξ-, φθινοπωρ-, χειμων-ιάτικος. ● επίρρ.: καλοκαιριάτικα (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): μες στο καλοκαίρι: Δεν μπορώ άλλη βροχή ~! | |
| 22459 | καλοκαιρινός | , ή, ό κα-λο-και-ρι-νός επίθ.: που σχετίζεται με το καλοκαίρι: ~ός: ήλιος/καύσωνας. ~ή: αύρα/διασκέδαση/κατασκήνωση/μπόρα/ραστώνη. ~ό: σχολείο/φεστιβάλ/ωράριο. ~οί: έρωτες/μήνες (: Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος). ~ές: αποδράσεις/διακοπές/εκπτώσεις/συναυλίες. ~ά: μπάνια/προγράμματα (εθελοντικής εργασίας)/σπορ (βλ. θαλάσσιο σκι)/ταξίδια/φρούτα (: βερίκοκο, καρπούζι, κεράσι, πεπόνι, ροδάκινο, σταφύλι). Τιμές δωματίων για την ~ή περίοδο/σεζόν.|| ~ό: άρωμα/λουκ/μακιγιάζ. ~ή: κολεξιόν. ~ά: χρώματα (: ανοιχτά, φωτεινά).|| ~ός: καιρός (: ηλιόλουστος, ζεστός). ~ές: θερμοκρασίες (: υψηλές).|| ~ή: διάθεση (: ευχάριστη, ζωηρή, παιχνιδιάρικη). Βλ. ανοιξιάτικος, φθινοπωρινός, χειμωνιάτικος. ΣΥΝ. θερινός, καλοκαιριάτικος ● Ουσ.: καλοκαιρινά (τα): ελαφριά ρούχα, κατάλληλα για το καλοκαίρι: Βγάζω/κατεβάζω/μαζεύω τα ~. ● ΦΡ.: κάνω (κάτι) καλοκαιρινό & (σπάν.) θερινό (προφ.): προκαλώ μεγάλες υλικές ζημιές, καταστρέφω με μανία: Του το 'καναν ~ το μαγαζί (= τα έκαναν γυαλιά καρφιά).|| (απειλητ.) Πρόσεξε, γιατί θα έρθω και θα στο ~ ~ το σπίτι! [< μεσν. καλοκαιρινός] | |
| 22460 | καλοκαμωμένος | , η, ο κα-λο-κα-μω-μέ-νος επίθ. (προφ.) 1. που έχει ωραίες αναλογίες, όμορφος: ψηλός και ~.|| ~o: πρόσωπο. 2. καλοφτιαγμένος: ~α: σπίτια. | |
| 22461 | καλοκαρδίζω | κα-λο-καρ-δί-ζω ρ. (μτβ.) {(σπάν.) καλοκάρδι-σε, -σμένος} (προφ.): κάνω κάποιον χαρούμενο. Πβ. χαροποιώ. ΑΝΤ. κακοκαρδίζω [< μεσν. καλοκαρδίζω] | |
| 22462 | καλόκαρδος | , η, ο κα-λό-καρ-δος επίθ.: καλόψυχος, καλοσυνάτος: ~ και πονετικός. Πβ. ανοιχτόκαρδος, ψυχούλα.|| ~ο: γέλιο. ΑΝΤ. άκαρδος, κακόκαρδος ● επίρρ.: καλόκαρδα [< μεσν. καλόκαρδος] | |
| 22463 | καλοκοιτάζω | κα-λο-κοι-τά-ζω ρ. (μτβ.) {καλοκοίτα-ξα} (προφ.) ΣΥΝ. καλοβλέπω 1. παρατηρώ ή εξετάζω προσεκτικότερα: Τώρα που τον ~, τα 'χει τα χρονάκια του.|| Αν (το) ~ξετε το ζήτημα, θα δείτε ότι ... Πβ. καλοσκέφτομαι. Βλ. ξανακοιτάζω. 2. είμαι ευνοϊκός απέναντι σε ένα ενδεχόμενο: H εταιρεία ~ει την εξαγορά (= βλέπει με καλό μάτι, προσδοκά). 3. βλέπω με ερωτική διάθεση: Την ~ει εδώ και καιρό. Βλ. λοξο-, στραβο-κοιτάζω. ΣΥΝ. γλυκοκοιτάζω(1) [< μεσν. καλοκοιτάζω] | |
| 22464 | καλοκουρδισμένος | , η, ο κα-λο-κουρ-δι-σμέ-νος επίθ.: που έχει κουρδιστεί καλά: ~ο: ρολόι. ~α: μουσικά όργανα.|| (μτφ.) Σαν ~η ορχήστρα. Η ομάδα έμοιαζε με ~η μηχανή. Δουλεύουν ασταμάτητα σαν ~α ρομποτάκια. | |
| 22465 | καλολογία | κα-λο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. περίτεχνη γλωσσική έκφραση. Βλ. καλλιέπεια, ωραιολογία. 2. αισθητική του λόγου. Βλ. -λογία. [< μτγν. καλολογία] | |
| 22466 | καλολογικός | , ή, ό κα-λο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την καλολογία. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καλολογικά στοιχεία (παλαιότ.): ΦΙΛΟΛ. εκφραστικά στοιχεία (κοσμητικά επίθετα, μεταφορές, παρομοιώσεις) που συνθέτουν το ιδιαίτερο ύφος ενός κειμένου: χρήση ~ών ~ων. Αφήγηση πλούσια σε ~ ~. Πβ. σχήμα (λόγου). | |
| 22467 | καλομαγειρεμένος | , η, ο κα-λο-μα-γει-ρε-μέ-νος επίθ.: (για φαγητό) που μαγειρεύτηκε ωραία και κατ' επέκτ. νόστιμο. Βλ. καλο-βρασμένος, -ψημένος. ΑΝΤ. κακομαγειρεμένος | |
| 22468 | καλομαθαίνω | κα-λο-μα-θαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καλόμαθα (σπανιότ.) καλοέμαθα, καλομαθαίν-οντας, καλομαθη-μένος) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): συνηθίζω ο ίδιος ή μαθαίνω κάποιον στις ανέσεις, την πολυτέλεια και την καλοπέραση: Καλόμαθε και τους κάνει ό,τι θέλει. Έχουν καλομάθει στα λεφτά. Βλ. ζορίζομαι.|| Τέτοια κάνεις και την/τον ~εις. Πβ. κακομαθαίνω, κανακεύω, παραχαϊδεύω. ΣΥΝ. καλοσυνηθίζω (1) ● ΦΡ.: καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) βλ. γριά [< μεσν. καλομαθαίνω] | |
| 22469 | καλομαθημένος | , η, ο κα-λο-μα-θη-μέ-νος επίθ. (προφ.) 1. (αρνητ. συνυποδ.-ειρων.) που τον έχουν καλομάθει: Ως μοναχοπαίδι, το έχουν ~ο (= (παρα)χαϊδεμένο· βλ. κανακάρης). Πβ. κακομαθημένος. Βλ. βουτυρόπαιδο, μαμάκιας, μαμόθρεφτο.|| ~οι στις επιτυχίες. 2. (σπάν.) καλοαναθρεμμένος. | |
| 22470 | καλομελετημένος | , η, ο κα-λο-με-λε-τη-μέ-νος επίθ.: μελετημένος προσεκτικά και λεπτομερώς: ~η: επιχείρηση (= καλοστημένη)/στρατηγική (= καλοσχεδιασμένη). ~ο: βιβλίο (= καλογραμμένο)/πρόγραμμα/σχέδιο (= καλοδουλεμένο). ~ες: κινήσεις. Πβ. καλοζυγισμένος. | |
| 22471 | καλομελετώ | [καλομελετῶ] κα-λο-με-λε-τώ ρ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: καλομελέτα κι έρχεται! (προφ.): η θετική σκέψη δημιουργεί ευνοϊκές προοπτικές για την πραγματοποίηση μίας επιθυμίας ή ενός στόχου. ΑΝΤ. μην (το) κακομελετάς | |
| 22472 | καλοντυμένος | , η, ο κα-λο-ντυ-μέ-νος επίθ.: που ντύνεται με όμορφα και συνήθ. ακριβά ρούχα (και αξεσουάρ): Είναι πάντα ~η στη δουλειά. (ως ουσ.) Οι ~οι της βραδιάς. Πβ. καλοβαλ-, περιποιη-, προσεγ-μένος, κομψός, σικ-, φινετσ-άτος. ΑΝΤ. κακοντυμένος | |
| 22473 | καλόπαιδο | κα-λό-παι-δο ουσ. (ουδ.): οικεία προσφώνηση προς νεαρό άνδρα: Για πού το 'βαλες ρε ~;|| (ειρων.) Όλο απαιτήσεις κι εκβιασμούς το ~! Βλ. -παιδο. | |
| 22474 | καλοπαντρεύω | κα-λο-πα-ντρεύ-ω ρ. (μτβ.) {καλοπάντρ-εψα, -εύτηκε, -εμένος}: παντρεύω το παιδί μου με άξιο ή άξια σύζυγο. [< μεσν. καλοπαντρεύω] | |
| 22475 | καλοπερασάκιας | κα-λο-πε-ρα-σά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): αυτός που του αρέσει η καλοπέραση. Πβ. μπον-βιβέρ. Βλ. -άκιας. | |
| 22476 | καλοπέραση | κα-λο-πέ-ρα-ση ουσ. (θηλ.): όμορφη και ξένοιαστη ζωή, με διασκεδάσεις και ανέσεις, χωρίς προβλήματα και κόπους: λάτρης της ~ης. Έχει μάθει στην ~. Eνδιαφέρεται μόνο για την ~ή του. Πβ. καλοζωία, μεγάλη ζωή, ντόλτσε βίτα. Κοιτάζει την ~ή (= βολή) της και τίποτ' άλλο. ΑΝΤ. κακοπέραση ● ΦΡ.: η φτώχεια θέλει καλοπέραση (παροιμ.): ο άνθρωπος που ζει με στερήσεις χρειάζεται ευχάριστα διαλείμματα, για να μπορεί να αντεπεξέρχεται στις δυσκολίες. | |
| 22477 | καλοπερνώ | [καλοπερνῶ] κα-λο-περ-νώ ρ. (αμτβ.) {καλοπέρα-σε} & καλοπερνάω (προφ.): περνώ τη ζωή μου άνετα, ευχάριστα και ξένοιαστα, χωρίς οικονομικές ή άλλου είδους δυσκολίες: Δεν τον ενδιαφέρει τίποτα άλλο, φτάνει να ~άει.|| (ειρων.) ~άς βλέπω! Εσείς ~άτε (= διασκεδάζετε, γλεντάτε) κι εγώ κουράζομαι. Θα ~σει στη φυλακή!|| (αρνητ. συνυποδ.) Δεν τον αγάπησε, τον είχε μόνο για να ~άει.|| (απειλητ.) Αν σε πιάσω στα χέρια μου, θα ~σεις! ΑΝΤ. κακοπερνώ |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ