Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23220-23240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22467καλομαγειρεμένος, η, ο κα-λο-μα-γει-ρε-μέ-νος επίθ.: (για φαγητό) που μαγειρεύτηκε ωραία και κατ' επέκτ. νόστιμο. Βλ. καλο-βρασμένος, -ψημένος. ΑΝΤ. κακομαγειρεμένος
22468καλομαθαίνωκα-λο-μα-θαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καλόμαθα (σπανιότ.) καλοέμαθα, καλομαθαίν-οντας, καλομαθη-μένος) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): συνηθίζω ο ίδιος ή μαθαίνω κάποιον στις ανέσεις, την πολυτέλεια και την καλοπέραση: Καλόμαθε και τους κάνει ό,τι θέλει. Έχουν καλομάθει στα λεφτά. Βλ. ζορίζομαι.|| Τέτοια κάνεις και την/τον ~εις. Πβ. κακομαθαίνω, κανακεύω, παραχαϊδεύω. ΣΥΝ. καλοσυνηθίζω (1) ● ΦΡ.: καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) βλ. γριά [< μεσν. καλομαθαίνω]
22469καλομαθημένος, η, ο κα-λο-μα-θη-μέ-νος επίθ. (προφ.) 1. (αρνητ. συνυποδ.-ειρων.) που τον έχουν καλομάθει: Ως μοναχοπαίδι, το έχουν ~ο (= (παρα)χαϊδεμένο· βλ. κανακάρης). Πβ. κακομαθημένος. Βλ. βουτυρόπαιδο, μαμάκιας, μαμόθρεφτο.|| ~οι στις επιτυχίες. 2. (σπάν.) καλοαναθρεμμένος.
22470καλομελετημένος, η, ο κα-λο-με-λε-τη-μέ-νος επίθ.: μελετημένος προσεκτικά και λεπτομερώς: ~η: επιχείρηση (= καλοστημένη)/στρατηγική (= καλοσχεδιασμένη). ~ο: βιβλίο (= καλογραμμένο)/πρόγραμμα/σχέδιο (= καλοδουλεμένο). ~ες: κινήσεις. Πβ. καλοζυγισμένος.
22471καλομελετώ[καλομελετῶ] κα-λο-με-λε-τώ ρ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: καλομελέτα κι έρχεται! (προφ.): η θετική σκέψη δημιουργεί ευνοϊκές προοπτικές για την πραγματοποίηση μίας επιθυμίας ή ενός στόχου. ΑΝΤ. μην (το) κακομελετάς
22472καλοντυμένος, η, ο κα-λο-ντυ-μέ-νος επίθ.: που ντύνεται με όμορφα και συνήθ. ακριβά ρούχα (και αξεσουάρ): Είναι πάντα ~η στη δουλειά. (ως ουσ.) Οι ~οι της βραδιάς. Πβ. καλοβαλ-, περιποιη-, προσεγ-μένος, κομψός, σικ-, φινετσ-άτος. ΑΝΤ. κακοντυμένος
22473καλόπαιδοκα-λό-παι-δο ουσ. (ουδ.): οικεία προσφώνηση προς νεαρό άνδρα: Για πού το 'βαλες ρε ~;|| (ειρων.) Όλο απαιτήσεις κι εκβιασμούς το ~! Βλ. -παιδο.
22474καλοπαντρεύωκα-λο-πα-ντρεύ-ω ρ. (μτβ.) {καλοπάντρ-εψα, -εύτηκε, -εμένος}: παντρεύω το παιδί μου με άξιο ή άξια σύζυγο. [< μεσν. καλοπαντρεύω]
22475καλοπερασάκιαςκα-λο-πε-ρα-σά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): αυτός που του αρέσει η καλοπέραση. Πβ. μπον-βιβέρ. Βλ. -άκιας.
22476καλοπέρασηκα-λο-πέ-ρα-ση ουσ. (θηλ.): όμορφη και ξένοιαστη ζωή, με διασκεδάσεις και ανέσεις, χωρίς προβλήματα και κόπους: λάτρης της ~ης. Έχει μάθει στην ~. Eνδιαφέρεται μόνο για την ~ή του. Πβ. καλοζωία, μεγάλη ζωή, ντόλτσε βίτα. Κοιτάζει την ~ή (= βολή) της και τίποτ' άλλο. ΑΝΤ. κακοπέραση ● ΦΡ.: η φτώχεια θέλει καλοπέραση (παροιμ.): ο άνθρωπος που ζει με στερήσεις χρειάζεται ευχάριστα διαλείμματα, για να μπορεί να αντεπεξέρχεται στις δυσκολίες.
22477καλοπερνώ[καλοπερνῶ] κα-λο-περ-νώ ρ. (αμτβ.) {καλοπέρα-σε} & καλοπερνάω (προφ.): περνώ τη ζωή μου άνετα, ευχάριστα και ξένοιαστα, χωρίς οικονομικές ή άλλου είδους δυσκολίες: Δεν τον ενδιαφέρει τίποτα άλλο, φτάνει να ~άει.|| (ειρων.) ~άς βλέπω! Εσείς ~άτε (= διασκεδάζετε, γλεντάτε) κι εγώ κουράζομαι. Θα ~σει στη φυλακή!|| (αρνητ. συνυποδ.) Δεν τον αγάπησε, τον είχε μόνο για να ~άει.|| (απειλητ.) Αν σε πιάσω στα χέρια μου, θα ~σεις! ΑΝΤ. κακοπερνώ
22478καλοπιάνωκα-λο-πιά-νω ρ. (μτβ.) {καλόπια-σα}: φέρομαι σε κάποιον με υπερβολική ευγένεια, τον κολακεύω, για να κατευνάσω τον θυμό του ή να αποσπάσω την εύνοιά του: Πήγε/προσπάθησε να τον ~σει, αλλά αυτός ανυποχώρητος. Βλ. πλησιάζω, προσεγγίζω.|| ~ει τον διευθυντή (= γλείφει, λιβανίζει). ΑΝΤ. αποπαίρνω [< μεσν. καλοπιάνω]
22479καλόπιασμακα-λό-πια-σμα ουσ. (ουδ.) {καλοπιάσμ-ατα}: η ενέργεια του καλοπιάνω: δωράκια για ~.|| ~ του κοινού (= γλείψιμο, λιβάνισμα, κολακεία). Άσε τα ~ατα και πες μου τι θες (= γαλιφιές, μαλαγανιές).
22480καλοπιστίακα-λο-πι-στί-α ουσ. (θηλ.): εμπιστοσύνη, καλή πρόθεση, απουσία δόλου· σπάν. ευπιστία: Αντιμετωπίζω κάποιον με/δείχνω ~. Η πρόταση θα εξεταστεί με ~ και πέρα από κάθε σκοπιμότητα. Βλ. αξιοπιστία. ΣΥΝ. καλή πίστη ΑΝΤ. κακοπιστία (1)
22481καλόπιστος, η, ο κα-λό-πι-στος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από καλοπιστία· σπάν. εύπιστος: ~ος: αναγνώστης.|| ~ος: αγοραστής/οφειλέτης.|| ~ και αφελής. Πβ. ευκολόπιστος.|| ~ος: διάλογος (: ειλικρινής· βλ. εποικοδομητικός). ~η: κριτική (= απροκατάληπτη, καλόβουλη)/προσπάθεια (= ανυστερόβουλη)/συζήτηση/συνεργασία. ~α: σχόλια (ΑΝΤ. εχθρικά).|| (ως ουσ.) Η απάντησή του δεν έπεισε ούτε τους πλέον ~ους. Πβ. καλοπροαίρετος. Βλ. δύσπιστος. ΑΝΤ. κακόπιστος (1) ● επίρρ.: καλόπιστα [< μεσν. καλόπιστος]
22482καλοπληρώνωκα-λο-πλη-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καλοπλήρω-σε, καλοπληρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (προφ.): αμείβω κάποιον ικανοποιητικά, του δίνω περισσότερα χρήματα από ό,τι συνηθίζεται ή από όσο αξίζει: ~ει τους υπαλλήλους του.|| Tο αφεντικό ~ει, δεν έχω παράπονο.|| Επάγγελμα που ~εται. ΑΝΤ. κακοπληρώνω ● Μτχ.: καλοπληρωμένος , η, ο: ~ος: δημοσιογράφος/δικηγόρος. ~οι: εργαζόμενοι. ~α: στελέχη. Συγκαταλέγεται στους πιο ~ους (= ακριβοπληρωμένους) αθλητές/ηθοποιούς του κόσμου.|| ~η: δουλειά/θέση. ~ο: συμβόλαιο (= χρυσό). ΑΝΤ. κακοπληρωμένος
22483καλοπληρωτήςκα-λο-πλη-ρω-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. καλοπληρώτρια} (προφ.): αυτός που είναι συνεπής στην τακτοποίηση των οφειλών του, που δεν παραβιάζει τις προθεσμίες πληρωμών· σπανιότ. που δίνει ικανοποιητικές ή υψηλές αμοιβές: δάνεια με μικρό επιτόκιο σε ~ές.|| (ως επίθ.) ~ής: πελάτης. ~τρια: εταιρεία. ΑΝΤ. κακοπληρωτής
22484καλοπροαίρετος, η, ο κα-λο-προ-αί-ρε-τος επίθ.: που έχει καλές προθέσεις, που γίνεται χωρίς δόλο και προκαταλήψεις: ~ος: αναγνώστης (πβ. απροκατάληπτος. ΑΝΤ. προκατειλημμένος). Πάντα ~, καλοδιάθετος και καλοσυνάτος. Βλ. καλότροπος.|| ~ος: διάλογος (βλ. αδογμάτιστος, γόνιμος, δημιουργ-, εποικοδομητ-ικός). ~η: διάθεση/ερώτηση/κριτική/πλάκα (= αθώα)/σάτιρα/συμβουλή (= φιλική). ~ο: σχόλιο/ύφος/χιούμορ. ~ες: παρατηρήσεις/υποδείξεις.|| (ως ουσ.) Σέβομαι το ~ο των προθέσεών του. Πβ. καλό-βουλος, -γνωμος, -πιστος. ΑΝΤ. κακοπροαίρετος ● επίρρ.: καλοπροαίρετα [< μεσν. καλοπροαίρετος]
22485καλορίκα-λο-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. θερμίδα (σύμβ. cal). [< γαλλ. calorie
22486καλορίζικος, η, ο κα-λο-ρί-ζι-κος επίθ. (ευχετ.): καλότυχος: ~ο το νέο σου αυτοκίνητο (= καλοτάξιδο)/μηχάνημα (= καλοδούλευτο)/σπίτι!|| (σε πρόσ.) ~ και σιδεροκέφαλος! (σε νιόπαντρους:) Να είστε ~οι! Πβ. τυχερός. Βλ. κακορίζικος. ● Ουσ.: καλορίζικα (τα): ευχές για καινούργιο απόκτημα ή για σημαντικό και ιδιαίτερα ευχάριστο γεγονός: Ήπιαμε ένα ποτηράκι για τα ~! Βλ. συχαρίκια. [< μεσν. καλορίζικος, 17ος αι.]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.