Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23240-23260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22487καλοριφέρκα-λο-ρι-φέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. σύστημα κεντρικής θέρμανσης· συνεκδ. κάθε θερμαντικό σώμα που αποτελεί μέρος του ή είναι αυτόνομο και φορητό: ~ (φυσικού) αερίου/πετρελαίου. Η απόδοση/ο καυστήρας του ~. Το ~ δουλεύει απ' το πρωί/καίει στο φουλ.|| ~ με εννέα φέτες (: κάθετα μέρη). Το ~ θέλει/χρειάζεται εξαέρωση. Ανάβω/κλείνω το ~.|| ~ λαδιού. Βλ. αερόθερμο, θερμο-πομπός, -συσσωρευτής, κλιματιστικό, κονβέκτορας, σόμπα. 2. (σε όχημα) σύστημα θέρμανσης: Άνοιξε το ~, έχουν θαμπώσει τα τζάμια! Βλ. εξαερισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: ατομικό καλοριφέρ: αυτόνομη θέρμανση: οροφοδιαμέρισμα με ~ ~. [< γαλλ. calorifère]
22488καλός, ή, ό κα-λός επίθ. {συγκρ. καλύτερος, υπερθ. άριστος (λόγ.) κάλλιστος} ΑΝΤ. κακός 1. που χαρακτηρίζεται από θετικά συναισθήματα και φιλική διάθεση απέναντι στους άλλους, αγάπη, ανιδιοτέλεια, συμπόνια και πραότητα: Είναι ~ άνθρωπος/χαρακτήρας (πβ. αγαθός, άδολος, άκακος, ήρεμος). Είστε τόσο ~ (βλ. εξυπηρετικός)! Είναι ο ~ μου άγγελος (πβ. φύλακας άγγελος)! Είναι ~ή με όλους (βλ. ευγενικός, ευπροσήγορος, καλοσυνάτος, καταδεκτικός, μειλίχιος, προσηνής, προσιτός). || Έχει ~ή καρδιά/ψυχή (= είναι καλό-καρδη, -ψυχη). Δείχνει τον ~ό του εαυτό/την ~ή του πλευρά.|| ~ές πράξεις/~ά έργα (βλ. φιλανθρωπία). Έχει ~ό σκοπό/~ές προθέσεις (βλ. αγνός).|| Παριστάνει τον ~ό. Μου έκανε την ~ή μέχρι να την εξυπηρετήσω. 2. ηθικός, ήσυχος, υπάκουος· ευπρεπής, κόσμιος: ~ κι ενάρετος. Πβ. έντιμος.|| (οικ.) ~ό: σκυλάκι. Τα ~ά παιδιά δεν κάνουν αταξίες! Θα πας αμέσως στο κρεβάτι σου σαν ~ό κοριτσάκι που είσαι! Τι κάνει σήμερα το ~ό μας το αγόρι;|| ~ή: μεταχείριση. Κανόνες ~ής συμπεριφοράς (πβ. σαβουάρ βιβρ). Αποφυλακίστηκε λόγω ~ής διαγωγής. Έχει πάρει ~ή αγωγή/ανατροφή. Έχει ~ούς τρόπους. 3. που διαθέτει κύρος και κοινωνική αναγνώριση, λόγω πλούτου, επαγγέλματος ή/και ήθους: νέος ~ής οικογενείας. Είναι από ~ή γενιά/~ό σόι. Πβ. αριστοκρατικός. Βλ. ανφάν γκατέ, ελίτ, τζετ σετ.|| Απέκτησε ~ό όνομα/~ή φήμη (βλ. αναγνωρισμένος, αξιόπιστος).|| Πήγε σε ~ό σχολείο. Μπήκε σε ~ή σχολή. Έκανε ~ό γάμο. Διατίθεται σε όλα τα ~ά καταστήματα (βλ. επιλεγμένος). 4. σύμφωνος με κοινώς αποδεκτές αξίες ή απαιτήσεις, σωστός: ~ός: εργοδότης (πβ. δίκαιος)/πολίτης (πβ. υπεύθυνος)/υπάλληλος (πβ. ευσυνείδητος, συνεπής)/φίλαθλος/χριστιανός (πβ. ευσεβής, πιστός). Υπήρξε ~ πατέρας και σύζυγος.|| Θα μου δανείσεις το βιβλίο σου, σαν ~ φίλος που είσαι; 5. ικανός: ~ός: αθλητής/γιατρός/δάσκαλος/επιστήμονας/ηθοποιός/μαθητής/μουσικός/οδηγός/πολιτικός/συγγραφέας. Είναι ~ (= κάνει) για δικηγόρος. ~ στο να λύνει προβλήματα. Πβ. άξιος, επιδέξιος.|| Ήταν ~ σε όλα τα μαθήματα (πβ. γερός, δυνατός).|| ~ός: ακροατής (πβ. προσεκτικός). 6. που τηρεί κάποιες προδιαγραφές· επαρκής, ικανοποιητικός: ~ός: έλεγχος (πβ. διεξοδικός). ~ή: γνώση (της Αγγλικής)/διατροφή/μόρφωση. Συμβουλές για ~ή υγεία. Χρειάζεσαι έναν ~ό ύπνο! Παρέα μ' ένα ~ό βιβλίο. -Τι λες για το σχέδιό μου; -~ό μου ακούγεται! Έχει ~ούς βαθμούς.|| Πολύ ~ές συνθήκες (= εξαιρετικές). Χαρτί ~ής ποιότητας. Μεταχειρισμένο αμάξι σε πολύ ~ή κατάσταση.|| ~ή: δόση/μερίδα.|| (ΑΘΛ.) (για δρομέα:) Έκανε ~ό χρόνο. Έκαναν αρκετά ~ή εμφάνιση/προσπάθεια. Στον ημιτελικό δεν ήταν καθόλου ~οί.|| ~ός: φωτισμός. ~ή: ορατότητα. Δεν έχει καλή όραση/φωνή (: είναι παράφωνος).|| Βρήκε ~ή δουλειά.|| Λάτρης του ~ού φαγητού (πβ. καλοφαγάς).|| ~ός: μισθός. ~ό: μεροκάματο. ~ά: λεφτά.|| ~ό: ανακάτεμα/καθάρισμα/ξέβγαλμα/πλύσιμο (πβ. σχολαστικός). Το κρέας θέλει ~ό ψήσιμο (πβ. καλοψημένος).|| Δέκα ~οί λόγοι για να ... 7. επιτυχημένος, εύστοχος: ~ός: συγχρονισμός/υπολογισμός/χειρισμός. ~ή: βολή/παρατήρηση/πρόταση/σκέψη/συμβουλή/τακτική. ~ό: άλλοθι/επιχείρημα/ερώτημα. Καμιά ~ή ιδέα; Δεν έγινε ~ή συνεννόηση. (προφ.) Καλόοο! Ελπίζω να έχεις μια ~ή δικαιολογία που άργησες. 8. χρήσιμος· συμφέρων, επικερδής: Θες μια ~ή συμβουλή; Πήρα ~ές πληροφορίες. Δεν θα σου χρειαστεί άμεσα, αλλά ~ό είναι να το ξέρεις.|| ~ή: ευκαιρία/περίπτωση/συμφωνία. ~ές: αγορές/τιμές. Δεν κάνει ~ή (= συνετή) χρήση των χρημάτων. Η χρονιά ήταν ~ή (ενν. οικονομικά) για την περιοχή. (ευχετ.) ~ές δουλειές! Πβ. αποδοτικός, κερδο-, προσοδο-φόρος.|| Φάρμακο ~ό για τον λαιμό. Πβ. ωφέλιμος.|| Άμα δεν ξέρεις, ~ό θα ήταν να μην μιλάς! 9. ευνοϊκός, θετικός· ευχάριστος: ~ή: διάθεση/τύχη (πβ. καλοτυχία). ~ό: προαίσθημα. ~ές: προοπτικές. (ευχετ.) ~ά αποτελέσματα!|| ~ός: καιρός (πβ. καλοκαιρία).|| ~ή εποχή για διακοπές. Τον πέτυχα σε ~ή στιγμή. Ήρθες σε ~ή ώρα.|| Διαπραγματεύσεις μέσα σε ~ό κλίμα (ΑΝΤ. δυσμενής).|| Χρειάζομαι μια ~ή ζαριά. Έχει ~ό χαρτί.|| Έκανε ~ή εντύπωση. Το έργο πήρε ~ές κριτικές. Έχει ~ές συστάσεις. Πες της και κανά ~ό λόγο για μένα! Μόνο ~ά λόγια άκουσα για σένα! ΑΝΤ. αρνητικός.|| Αν έχεις ~ή παρέα, δεν θες τίποτε άλλο. Φέρνω ~ά νέα. Επιτέλους και μια ~ή είδηση! (προφ.) Τώρα αυτό είναι ~ό; ΑΝΤ. δυσάρεστος. 10. ωραίος, συμπαθητικός: ~ή: εμφάνιση. ~ό: παρουσιαστικό/σώμα. ~ά: χαρακτηριστικά.|| Δεν κάνει ~ά γράμματα. Έχει ~ό γούστο.|| (συγκαταβατικά) -Πώς σου φαίνεται; -~. ΑΝΤ. άσχημος (1) 11. επίσημος: Θα στρώσω το ~ό τραπεζομάντιλο. Πέρασα τις σημειώσεις στο ~ό τετράδιο. (μτφ., σε φωτογράφιση:) Θέλω να μου χαρίσετε το ~ό σας χαμόγελο! Έβαλα/φόρεσα τα ~ά μου παπούτσια/ρούχα. Βλ. καθημερινός, πρόχειρος. 12. που βολεύει κάποιον περισσότερο: Γράφω με το ~ό χέρι (βλ. αριστερό-, δεξιό-χειρας). Κλότσα τη μπάλα με το ~ό σου πόδι! 13. στενός, εγκάρδιος: Είναι ~οί φίλοι. Έχει πολύ ~ές σχέσεις με τους γονείς της. 14. χωρίς προβλήματα, ομαλός: Ήταν ~ή η μέρα σου σήμερα; Είχε ~ά γεράματα.|| (κυρ. ευχετ.) ~ό δρόμο/μήνα! ~όν ύπνο! ~ή: ανάρρωση/αντάμωση (: για αποχαιρετισμό)/αρχή/επιτυχία/ξεκούραση/όρεξη/πρόοδο/τύχη/χρονιά/χώνεψη! ~ή Ανάσταση και ~ό Πάσχα! ~ή σου μέρα (= καλημέρα)! ~ό: καλοκαίρι/κουράγιο/ταξίδι/τριήμερο! ~ές: διακοπές! 15. (ειρων.) (για ώρα ή χρονικό σημείο) περασμένος: Μέχρι να γυρίσει, ~ό Σεπτέμβρη/~ά μεσάνυχτα! ● Ουσ.: ο καλός: ενν. άνθρωπος, ήρωας (έργου): Στη ζωή δεν νικάνε πάντα οι ~οί.|| Έπαιζε τον ρόλο του ~ού. ΑΝΤ. ο κακός ● Υποκ.: καλούτσικος , η, ο: σχετικά καλός. Πβ. μέτριος. [< μεσν. καλούτσικος] ● ΣΥΜΠΛ.: Καλές Τέχνες βλ. τέχνη, καλές υπηρεσίες βλ. υπηρεσία, καλή ζωή βλ. ζωή, καλή θέληση βλ. θέληση, καλή λευτεριά! βλ. λευτεριά, καλή πίστη βλ. πίστη, καλή χοληστερόλη/χοληστερίνη βλ. χοληστερόλη, καλός/κακός αγωγός βλ. αγωγός, ο καλός Θεός/θεούλης βλ. θεός, ο καλός κόσμος βλ. κόσμος, υψηλή/καλή κοινωνία βλ. κοινωνία ● ΦΡ.: βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου (προφ.): για να δηλωθεί η μάταιη προσπάθεια να (μετα)πειστεί κάποιος: ~ ~, τίποτα αυτός, τον χαβά του! Πβ. βρε αμάν, βρε ζαμάν., καλά όλ' αυτά, αλλά ... (προφ.): ως έκφρ. επιφύλαξης σε άποψη ή κατάσταση που γίνεται μόνο συγκαταβατικά αποδεκτή: Θα μου πεις ~ ~ πώς μπορεί κάποιος να τα εφαρμόσει; Πβ. ναι μεν, αλλά., καλέ μου άνθρωπε! (προσφών.-ευφημ.): Λυπήσου με, ~ ~! Γιατί, ~ ~, φωνάζεις έτσι;, καλό κι αυτό/καλό και τούτο! (προφ.): για να δηλωθεί έκπληξη: ~ ~! Τι άλλο θ' ακούσουμε; (ειρων.) Αυτόν επέλεξαν; ~ ~!, καλός είναι κι αυτός/και τούτος/του λόγου του! (προφ.-ειρων.): επικριτικά για κάποιον που η συμπεριφορά του εκπλήσσει ή ενοχλεί. Πβ. άλλος (κι) αυτός!, καλός/καλή/καλό μου (οικ.): για αγαπημένο πρόσωπο: (προσφών.) Ήρθες, ~έ μου; Έλα εδώ, ~ό μου, γιατί κλαις;|| (ως ουσ., ερωτικός σύντροφος:) Περιμένει τον ~ό της/την ~ή του (βλ. αγαπημένος, φίλος/φιλενάδα)., με την καλή έννοια (του όρου) (προφ.): ως διευκρίνιση για χαρακτηρισμό ή δήλωση που μπορεί να παρεξηγηθεί: Σε ζηλεύω, ~ ~!|| (ειρων.-χιουμορ.) Είναι τρελή, ~ ~ (πάντα)!, ο καλός καλό δεν έχει (παροιμ.): ο καλόκαρδος άνθρωπος δεν βρίσκει ευτυχία και ανταπόδοση της καλοσύνης του., ο καλός/η καλή σου (ειρων.): για να δηλωθεί ενόχληση ή το ευτράπελο μιας συμπεριφοράς, χωρίς να κατονομαστεί ο δράστης: Στρίβω δεξιά, από πίσω κι ο ~ ~! Κινώ, λοιπόν, ο ~ ~, να πάω στο ... Έφυγε η ~ ~ και μ' άφησε να βγάλω εγώ το φίδι απ' την τρύπα! Πάει να σηκωθεί, πάρτην κάτω την ~ή ~!, όλοι οι καλοί χωράνε: (προτρεπτικά) για να δηλωθεί ότι όλοι οι καλόβολοι άνθρωποι είναι ευπρόσδεκτοι: Μπείτε κι εσείς, ~ ~. Πβ. χίλιοι καλοί χωρούν(ε)/χωράνε., πολύ καλός για ...: πολύ ανώτερος από κάποιον άλλον ή από τον μέσο όρο: ~ ~ό για να είναι αληθινό! Είναι πολύ ~ή για σένα (= σου πέφτει πολλή)!, τέλος καλό, όλα καλά: όταν κάτι έχει αίσιο τέλος, ξεχνά κανείς τις δυσκολίες και τα προβλήματα που συνάντησε: Πέρασε κάποιες περιπέτειες με την υγεία του αλλά ~ ~. [< αγγλ. all's well that ends well] , το δέκα/το δύο το καλό (στην τράπουλα): το δέκα καρό ή το δύο σπαθί: (μτφ., για καλή τύχη:) Έχει πιάσει το δέκα ~ ~., (αγωνίστηκε/έδωσε) τον αγώνα τον καλό βλ. αγώνας, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, για καλή/για κακή μου τύχη βλ. τύχη, δεν θα έχω καλά ξεμπερδέματα/θα έχω κακά/άσχημα ξεμπερδέματα βλ. ξεμπέρδεμα, δεν λες καλά/καλύτερα (που) ... βλ. λέω, δίνω το (καλό/κακό) παράδειγμα βλ. παράδειγμα, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται βλ. μέρα, η ώρα η καλή! βλ. ώρα, κάθε εμπόδιο για καλό βλ. εμπόδιο, καλά ξεμπερδέματα βλ. ξεμπέρδεμα, καλά ξυπνητούρια! βλ. ξυπνητούρια, καλά στέφανα! βλ. στέφανα, καλά/καλό θα 'τανε βλ. καλά, καλές γιορτές! βλ. γιορτή, καλή καρδιά! βλ. καρδιά, καλή του ώρα βλ. ώρα, καλή ώρα βλ. ώρα, καλής γειτονίας βλ. γειτονία, καλό βόλι βλ. βόλι, καλό βράδυ! βλ. βράδυ, καλό κατευόδιο! βλ. κατευόδιο, καλό ξημέρωμα! βλ. ξημέρωμα, καλό/κακό προηγούμενο βλ. προηγούμενο, Καλός πολίτης! βλ. πολίτης, καλός, χρυσός και άγιος, αλλά ... βλ. άγιος, καλούς απογόνους! βλ. απόγονος, μέσα/μες στην καλή/τρελή χαρά βλ. χαρά, μια/μία ωραία πρωία βλ. πρωία, ο καλός ποιμήν βλ. ποιμένας, ο καλός Σαμαρείτης βλ. Σαμαρείτης, ο παλιός καλός ... βλ. παλιός, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους βλ. λογαριασμός, όλα καλά/όλα ωραία, όλα ανθηρά βλ. ανθηρός, όλοι (οι καλοί) μαζί/όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια βλ. ψωριάρης, παίρνω τον καλό δρόμο βλ. δρόμος, σε καλά χέρια βλ. χέρι, σε καλή μεριά! βλ. μεριά, σε καλό δρόμο/σε καλή πορεία βλ. δρόμος, στα καλά καθούμενα/του καθουμένου βλ. καθούμενος, το καλό πρά(γ)μα αργεί να γίνει βλ. αργώ, το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι βλ. παλικάρι, του καλού καιρού βλ. καιρός, χίλιοι καλοί χωρούν(ε)/χωράνε (, ένας κακός δεν χωρεί) βλ. χίλιοι ● βλ. καλά, καλό, καλώς [< αρχ. καλός]
22489κάλοςκά-λος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. τοπική πάχυνση της κεράτινης στιβάδας του δέρματος των δαχτύλων, λόγω έκθεσης σε μηχανικές πιέσεις και τριβές: χειρουργική αφαίρεση των ~ων. ~οι στα πόδια. Έβγαλα ~ους στα χέρια. Πβ. ρόζος. Βλ. σκλήρυνση. ΣΥΝ. τύλος (1) ● ΦΡ.: έχει κάλο στον εγκέφαλο & στο μυαλό (μτφ.-προφ.): είναι ανόητος ή ξεροκέφαλος., πατώ τον κάλο κάποιου/πατώ κάποιον στον κάλο (μτφ.): θίγω το πιο ευαίσθητο σημείο του: Καλός κι ευγενικός, αλλά, αν του ~ήσεις τον κάλο, γίνεται θηρίο!, κάνω κάποιον αλοιφή (για κάλους) βλ. αλοιφή [< ιταλ. callo]
22490καλοσκέφτομαικα-λο-σκέ-φτο-μαι ρ. (μτβ.) {καλοσκέφ-τηκα, -τώ} (προφ.): σκέφτομαι κάτι πιο προσεκτικά, πιο σοβαρά, με περισσότερη σύνεση: Τώρα που το ~, φταίω κι εγώ λίγο. Αν το ~τείς, θα δεις ότι έχω δίκιο. Αφού το ~τηκε, συμφώνησε. Δέχτηκα χωρίς να το ~τώ (= πολυσκεφτώ). Μην αποφασίσεις, αν δεν το ~τείς (βλ. ξανασκέφτομαι). Πβ. καλοεξετάζω.|| (αντιμετωπίζω ευνοϊκά:) Έχει αρχίσει να ~εται (= καλοβλέπει) το ενδεχόμενο να ...
22491καλοσκηνοθετημένος, η, ο κα-λο-σκη-νο-θε-τη-μέ-νος επίθ.: που έχει σκηνοθετηθεί προσεκτικά, με επιτυχία: ~η: παράσταση/ταινία. Έργο καλογραμμένο και ~ο. Πβ. καλογυρισμένος. Βλ. καλοδουλεμένος.|| (μτφ.) ~η: απάτη (= καλο-στημένη, -σχεδιασμένη).
22492καλοστεκούμενος, η, ο κα-λο-στε-κού-με-νος επίθ. 1. που βρίσκεται σε καλή σωματική κατάσταση παρά την προχωρημένη του ηλικία: ~ος: εβδομηντάρης/ηλικιωμένος (: με γερή κράση, γερό σκαρί. ΑΝΤ. σιτεμένος). Ώριμη, αλλά ~η. Πβ. καλοδιατηρημένος, κοτσονάτος. 2. που έχει καλή οικονομική κατάσταση, ευκατάστατος: ~η: οικογένεια (πβ. εύπορη, καλοβαλμένη).|| (αποδοτικός, επικερδής, ευπρόσωπος:) ~η: εταιρεία.
22493καλοστημένος, η, ο κα-λο-στη-μέ-νος επίθ.: που έχει στηθεί σωστά, με επιμέλεια: ~ο: σκηνικό. ~α: μηχανήματα.|| ~η: ταινία. ~ες: σκηνές. Πβ. καλο-γυρισμένος, -σκηνοθετημένος.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~η: απάτη/κομπίνα/παγίδα/προπαγάνδα/φάρσα. ~ο: κόλπο/παιχνίδι/σχέδιο/ψέμα. Πβ. καλο-μελετημένος, -σχεδιασμένος. ΑΝΤ. κακοστημένος
22494καλοστρωμένος, η, ο κα-λο-στρω-μέ-νος επίθ.: που έχει στρωθεί καλά: ~ο: κρεβάτι (βλ. ά-, ξέ-στρωτος)/τραπέζι.|| ~ες: πλάκες.|| ~ος: δρόμος (με άσφαλτο). ~ες: πίστες (με χιόνι).|| (μτφ.) ~ος: κινητήρας (βλ. ροντάρω).
22495καλοσυνάτος, η, ο [καλοσυνᾶτος] κα-λο-συ-νά-τος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από καλοσύνη: πάντα φιλικός, ευγενικός και ~. Πβ. καλό-καρδος, -ψυχος, καλοκάγαθος.|| ~η: έκφραση/συμπεριφορά/ψυχή. ~ο: βλέμμα/πρόσωπο/χαμόγελο (= πρόσχαρο). ~α: μάτια. Βλ. -άτος. ● επίρρ.: καλοσυνάτα [< μεσν. καλοσυνάτος]
22496καλοσυνεύεικα-λο-συ-νεύ-ει ρ. (αμτβ.) {καλοσύνε-ψε, καλοσυνέ-ψει} (λαϊκό-λογοτ.): βελτιώνεται, καλυτερεύει: Ο καιρός σιγά-σιγά ~ (= ξανοίγει, ξαστερώνει). Η θάλασσα ~ψε (= γαλήνεψε).|| ~ψε το πρόσωπό του (= γλύκανε, ημέρεψε, μαλάκωσε). [< μεσν. καλοσυνεύω]
22497καλοσύνηκα-λο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του καλού: άνθρωπος γεμάτος ~. Μάτια που λάμπουν/πλημμυρισμένα από ~. Της έδειξαν μεγάλη ~. Τους φέρθηκε με ~. Πβ. αγαθοσύνη. Βλ. ανθρωπισμός, ευγένεια, καλοψυχία, -οσύνη. ΑΝΤ. κακία (1) 2. (λαϊκό-παρωχ.) καλός καιρός, μπουνάτσα. ● καλοσύνες (οι) (προφ.) 1. (συνήθ. ειρων.) καλοσυνάτα λόγια, γλυκιά συμπεριφορά: Όλο ~ και καλοπιάσματα! Την έπιασαν πάλι οι ~ της, μάλλον κάτι θέλει. Τι ξαφνικές ~ είν' αυτές! (με αγανάκτηση) Τέρμα οι ~! 2. αγαθοεργίες, ευεργεσίες: Έκανε πολλές ~ (= πολλά καλά) στη ζωή του. 3. αρετές, προτερήματα, χάρες. ● ΦΡ.: έχετε/θα είχατε την καλοσύνη να ... ;/αν έχετε την καλοσύνη, ...: ευγενική παράκληση: Έχετε/θα είχατε ~ (= μπορείτε/θα μπορούσατε να) κλείσετε το παράθυρο;|| Ενημερώστε με, αν έχετε (την ευγενή) ~!, καλοσύνη σου/σας (επίσ.): ως έκφραση ευχαριστίας: -Θα σας εξυπηρετήσω αμέσως μόλις μπορέσω! -~ σας!|| (ειρων.) -Θα σε ειδοποιήσω! -~ σου! [< μεσν. καλοσύνη]
22498καλοσυνηθίζωκα-λο-συ-νη-θί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καλοσυνήθι-σα, -σει} (προφ.) 1. καλομαθαίνω. 2. (σπανιότ., σε αρνητ. πρόταση) προλαβαίνω να συνηθίσω: Πριν από έναν μήνα μετακόμισε στο καινούργιο σπίτι, αλλά δεν το έχει ~σει.
22499καλοσυντηρημένος, η, ο κα-λο-συ-ντη-ρη-μέ-νος επίθ.: που συντηρείται καλά: ~α: κτίρια/μνημεία.|| ~ος: κινητήρας. ΣΥΝ. καλοδιατηρημένος ΑΝΤ. κακοσυντηρημένος
22500καλοσχεδιασμένος, η, ο κα-λο-σχε-δι-α-σμέ-νος επίθ.: σχεδιασμένος προσεκτικά, με επιτυχία: ~o: εξώφυλλο (πβ. προσεγμένος)/σάιτ. ~α: γραφικά (= καλοδουλεμένα)/ρούχα.|| ~η: επίθεση/κίνηση/ληστεία/φάρσα (πβ. καλοσκηνοθετημένος). ~ο: έγκλημα/κόλπο. Πβ. καλο-μελετημένος, -στημένος.
22501καλοσχηματισμένος, η, ο κα-λο-σχη-μα-τι-σμέ-νος επίθ.: σχηματισμένος σωστά, καλοφτιαγμένος: ~η: μύτη. ~ο: πρόσωπο/σώμα (= καλλίγραμμο). ~οι: κοιλιακοί (= καλογυμνασμένοι). ~α: φρύδια (βλ. γαϊτανοφρύδης)/χείλη. ΑΝΤ. κακοφτιαγμένος (2)
22502καλότακα-λό-τα ουσ. (θηλ.): μικρός εφαρμοστός σκούφος που φορούν οι καθολικοί κληρικοί στην κορυφή του κεφαλιού τους: κόκκινη/λευκή (= παπική)/μαύρη ~. [< ιταλ. calotta, γαλλ. calotte]
22503καλοταϊσμένος, η, ο κα-λο-τα-ϊ-σμέ-νος επίθ. (προφ.): που τον έχουν ταΐσει καλά ή έχει φάει πολύ· κατ' επέκτ. που ζει με ανέσεις και χωρίς στερήσεις, βολεμένος: ~ος: γάτος. Πβ. καλοθρεμμένος.|| Τα βλαστάρια της τα 'χει ~α (= καλομαθημένα).|| (κ. ως ουσ., μειωτ.) Οι ~οι του κόσμου.
58787καλοτάξιδος
22504καλοτάξιδος, η, ο κα-λο-τά-ξι-δος επίθ. 1. (ως ευχή συνήθ. για νέο μεταφορικό μέσο) να κάνει ασφαλή ταξίδια: ~η η μηχανή σου! Καλορίζικο/με γεια και ~ο το καινούργιο σου αυτοκίνητο.|| (για κάποιον που ετοιμάζεται να ταξιδέψει:) ~ και καλώς να μας γυρίσεις!|| ~ο το νέο σου βιβλίο. 2. που παρέχει ασφαλές, άνετο και ευχάριστο ταξίδι: (συνήθ. για πλεούμενα) ~ο: σκάφος.|| ~ες θα είναι οι θάλασσες το σαββατοκύριακο (: γαλήνιες, ήρεμες).
22505καλότροπος, η, ο κα-λό-τρο-πος επίθ.: που τον διακρίνει ευγένεια, καλοσύνη, πραότητα: ~ και διαλλακτικός/φιλικός.|| ~ος: χαρακτήρας. ~η: συμπεριφορά. ΑΝΤ. κακότροπος ● επίρρ.: καλότροπα [< μεσν. καλότροπος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.