| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22492 | καλοστεκούμενος | , η, ο κα-λο-στε-κού-με-νος επίθ. 1. που βρίσκεται σε καλή σωματική κατάσταση παρά την προχωρημένη του ηλικία: ~ος: εβδομηντάρης/ηλικιωμένος (: με γερή κράση, γερό σκαρί. ΑΝΤ. σιτεμένος). Ώριμη, αλλά ~η. Πβ. καλοδιατηρημένος, κοτσονάτος. 2. που έχει καλή οικονομική κατάσταση, ευκατάστατος: ~η: οικογένεια (πβ. εύπορη, καλοβαλμένη).|| (αποδοτικός, επικερδής, ευπρόσωπος:) ~η: εταιρεία. | |
| 22493 | καλοστημένος | , η, ο κα-λο-στη-μέ-νος επίθ.: που έχει στηθεί σωστά, με επιμέλεια: ~ο: σκηνικό. ~α: μηχανήματα.|| ~η: ταινία. ~ες: σκηνές. Πβ. καλο-γυρισμένος, -σκηνοθετημένος.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~η: απάτη/κομπίνα/παγίδα/προπαγάνδα/φάρσα. ~ο: κόλπο/παιχνίδι/σχέδιο/ψέμα. Πβ. καλο-μελετημένος, -σχεδιασμένος. ΑΝΤ. κακοστημένος | |
| 22494 | καλοστρωμένος | , η, ο κα-λο-στρω-μέ-νος επίθ.: που έχει στρωθεί καλά: ~ο: κρεβάτι (βλ. ά-, ξέ-στρωτος)/τραπέζι.|| ~ες: πλάκες.|| ~ος: δρόμος (με άσφαλτο). ~ες: πίστες (με χιόνι).|| (μτφ.) ~ος: κινητήρας (βλ. ροντάρω). | |
| 22495 | καλοσυνάτος | , η, ο [καλοσυνᾶτος] κα-λο-συ-νά-τος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από καλοσύνη: πάντα φιλικός, ευγενικός και ~. Πβ. καλό-καρδος, -ψυχος, καλοκάγαθος.|| ~η: έκφραση/συμπεριφορά/ψυχή. ~ο: βλέμμα/πρόσωπο/χαμόγελο (= πρόσχαρο). ~α: μάτια. Βλ. -άτος. ● επίρρ.: καλοσυνάτα [< μεσν. καλοσυνάτος] | |
| 22496 | καλοσυνεύει | κα-λο-συ-νεύ-ει ρ. (αμτβ.) {καλοσύνε-ψε, καλοσυνέ-ψει} (λαϊκό-λογοτ.): βελτιώνεται, καλυτερεύει: Ο καιρός σιγά-σιγά ~ (= ξανοίγει, ξαστερώνει). Η θάλασσα ~ψε (= γαλήνεψε).|| ~ψε το πρόσωπό του (= γλύκανε, ημέρεψε, μαλάκωσε). [< μεσν. καλοσυνεύω] | |
| 22497 | καλοσύνη | κα-λο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του καλού: άνθρωπος γεμάτος ~. Μάτια που λάμπουν/πλημμυρισμένα από ~. Της έδειξαν μεγάλη ~. Τους φέρθηκε με ~. Πβ. αγαθοσύνη. Βλ. ανθρωπισμός, ευγένεια, καλοψυχία, -οσύνη. ΑΝΤ. κακία (1) 2. (λαϊκό-παρωχ.) καλός καιρός, μπουνάτσα. ● καλοσύνες (οι) (προφ.) 1. (συνήθ. ειρων.) καλοσυνάτα λόγια, γλυκιά συμπεριφορά: Όλο ~ και καλοπιάσματα! Την έπιασαν πάλι οι ~ της, μάλλον κάτι θέλει. Τι ξαφνικές ~ είν' αυτές! (με αγανάκτηση) Τέρμα οι ~! 2. αγαθοεργίες, ευεργεσίες: Έκανε πολλές ~ (= πολλά καλά) στη ζωή του. 3. αρετές, προτερήματα, χάρες. ● ΦΡ.: έχετε/θα είχατε την καλοσύνη να ... ;/αν έχετε την καλοσύνη, ...: ευγενική παράκληση: Έχετε/θα είχατε ~ (= μπορείτε/θα μπορούσατε να) κλείσετε το παράθυρο;|| Ενημερώστε με, αν έχετε (την ευγενή) ~!, καλοσύνη σου/σας (επίσ.): ως έκφραση ευχαριστίας: -Θα σας εξυπηρετήσω αμέσως μόλις μπορέσω! -~ σας!|| (ειρων.) -Θα σε ειδοποιήσω! -~ σου! [< μεσν. καλοσύνη] | |
| 22498 | καλοσυνηθίζω | κα-λο-συ-νη-θί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καλοσυνήθι-σα, -σει} (προφ.) 1. καλομαθαίνω. 2. (σπανιότ., σε αρνητ. πρόταση) προλαβαίνω να συνηθίσω: Πριν από έναν μήνα μετακόμισε στο καινούργιο σπίτι, αλλά δεν το έχει ~σει. | |
| 22499 | καλοσυντηρημένος | , η, ο κα-λο-συ-ντη-ρη-μέ-νος επίθ.: που συντηρείται καλά: ~α: κτίρια/μνημεία.|| ~ος: κινητήρας. ΣΥΝ. καλοδιατηρημένος ΑΝΤ. κακοσυντηρημένος | |
| 22500 | καλοσχεδιασμένος | , η, ο κα-λο-σχε-δι-α-σμέ-νος επίθ.: σχεδιασμένος προσεκτικά, με επιτυχία: ~o: εξώφυλλο (πβ. προσεγμένος)/σάιτ. ~α: γραφικά (= καλοδουλεμένα)/ρούχα.|| ~η: επίθεση/κίνηση/ληστεία/φάρσα (πβ. καλοσκηνοθετημένος). ~ο: έγκλημα/κόλπο. Πβ. καλο-μελετημένος, -στημένος. | |
| 22501 | καλοσχηματισμένος | , η, ο κα-λο-σχη-μα-τι-σμέ-νος επίθ.: σχηματισμένος σωστά, καλοφτιαγμένος: ~η: μύτη. ~ο: πρόσωπο/σώμα (= καλλίγραμμο). ~οι: κοιλιακοί (= καλογυμνασμένοι). ~α: φρύδια (βλ. γαϊτανοφρύδης)/χείλη. ΑΝΤ. κακοφτιαγμένος (2) | |
| 22502 | καλότα | κα-λό-τα ουσ. (θηλ.): μικρός εφαρμοστός σκούφος που φορούν οι καθολικοί κληρικοί στην κορυφή του κεφαλιού τους: κόκκινη/λευκή (= παπική)/μαύρη ~. [< ιταλ. calotta, γαλλ. calotte] | |
| 22503 | καλοταϊσμένος | , η, ο κα-λο-τα-ϊ-σμέ-νος επίθ. (προφ.): που τον έχουν ταΐσει καλά ή έχει φάει πολύ· κατ' επέκτ. που ζει με ανέσεις και χωρίς στερήσεις, βολεμένος: ~ος: γάτος. Πβ. καλοθρεμμένος.|| Τα βλαστάρια της τα 'χει ~α (= καλομαθημένα).|| (κ. ως ουσ., μειωτ.) Οι ~οι του κόσμου. | |
| 58787 | καλοτάξιδος | ||
| 22504 | καλοτάξιδος | , η, ο κα-λο-τά-ξι-δος επίθ. 1. (ως ευχή συνήθ. για νέο μεταφορικό μέσο) να κάνει ασφαλή ταξίδια: ~η η μηχανή σου! Καλορίζικο/με γεια και ~ο το καινούργιο σου αυτοκίνητο.|| (για κάποιον που ετοιμάζεται να ταξιδέψει:) ~ και καλώς να μας γυρίσεις!|| ~ο το νέο σου βιβλίο. 2. που παρέχει ασφαλές, άνετο και ευχάριστο ταξίδι: (συνήθ. για πλεούμενα) ~ο: σκάφος.|| ~ες θα είναι οι θάλασσες το σαββατοκύριακο (: γαλήνιες, ήρεμες). | |
| 22505 | καλότροπος | , η, ο κα-λό-τρο-πος επίθ.: που τον διακρίνει ευγένεια, καλοσύνη, πραότητα: ~ και διαλλακτικός/φιλικός.|| ~ος: χαρακτήρας. ~η: συμπεριφορά. ΑΝΤ. κακότροπος ● επίρρ.: καλότροπα [< μεσν. καλότροπος] | |
| 22506 | καλοτρώω | κα-λο-τρώ-ω ρ. (αμτβ.) {καλότρωγα κ. καλοέτρωγα, καλόφαγα κ. καλοέφαγα, καλοφάω, καλοφαγωμένος} (προφ.): τρώω πολύ ή εκλεκτό φαγητό. Βλ. καλοφαγάς.|| (μτφ.) Mεγαλοστελέχη που ~νε (: παίρνουν πολλά χρήματα). | |
| 22507 | καλοτυπωμένος | , η, ο κα-λο-τυ-πω-μέ-νος επίθ.: που έχει τυπωθεί καλά, χωρίς ατέλειες: ~ο: βιβλίο. ~ες: σελίδες. ΑΝΤ. κακοτυπωμένος | |
| 22508 | καλοτυχία | κα-λο-τυ-χί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) καλοτυχιά: καλή τύχη: προμήνυμα (βλ. οιωνός)/σημάδι/σύμβολο (βλ. γούρι) ~ας. Σας εύχομαι υγεία και ~! Πβ. ευτύχημα. ΑΝΤ. ατυχία (1), κακοτυχία | |
| 22509 | καλοτυχίζω | κα-λο-τυ-χί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καλοτύχι-σε} 1. θεωρώ κάποιον τυχερό: Σε ~. Ώρες ώρες ~ τον εαυτό μου που ... ΣΥΝ. μακαρίζω 2. έχω καλή τύχη, επιτυγχάνω, προοδεύω: ~σε στη ζωή του (= πρόκοψε). Πβ. ευτυχώ. Βλ. ευημερώ. [< μεσν. καλοτυχίζω] | |
| 22510 | καλότυχος | , η, ο κα-λό-τυ-χος επίθ. (συνήθ. ευχετ.): τυχερός: (για νεογέννητο) Να είναι γερό και ~o! (σε νιόπαντρους) ~οι στην κοινή σας ζωή!|| ~ο το νέο έτος! Πβ. καλορίζικος. Βλ. ευτυχισμένος. ΑΝΤ. άτυχος (1), κακότυχος [< μεσν. καλότυχος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ