| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22506 | καλοτρώω | κα-λο-τρώ-ω ρ. (αμτβ.) {καλότρωγα κ. καλοέτρωγα, καλόφαγα κ. καλοέφαγα, καλοφάω, καλοφαγωμένος} (προφ.): τρώω πολύ ή εκλεκτό φαγητό. Βλ. καλοφαγάς.|| (μτφ.) Mεγαλοστελέχη που ~νε (: παίρνουν πολλά χρήματα). | |
| 22507 | καλοτυπωμένος | , η, ο κα-λο-τυ-πω-μέ-νος επίθ.: που έχει τυπωθεί καλά, χωρίς ατέλειες: ~ο: βιβλίο. ~ες: σελίδες. ΑΝΤ. κακοτυπωμένος | |
| 22508 | καλοτυχία | κα-λο-τυ-χί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) καλοτυχιά: καλή τύχη: προμήνυμα (βλ. οιωνός)/σημάδι/σύμβολο (βλ. γούρι) ~ας. Σας εύχομαι υγεία και ~! Πβ. ευτύχημα. ΑΝΤ. ατυχία (1), κακοτυχία | |
| 22509 | καλοτυχίζω | κα-λο-τυ-χί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καλοτύχι-σε} 1. θεωρώ κάποιον τυχερό: Σε ~. Ώρες ώρες ~ τον εαυτό μου που ... ΣΥΝ. μακαρίζω 2. έχω καλή τύχη, επιτυγχάνω, προοδεύω: ~σε στη ζωή του (= πρόκοψε). Πβ. ευτυχώ. Βλ. ευημερώ. [< μεσν. καλοτυχίζω] | |
| 22510 | καλότυχος | , η, ο κα-λό-τυ-χος επίθ. (συνήθ. ευχετ.): τυχερός: (για νεογέννητο) Να είναι γερό και ~o! (σε νιόπαντρους) ~οι στην κοινή σας ζωή!|| ~ο το νέο έτος! Πβ. καλορίζικος. Βλ. ευτυχισμένος. ΑΝΤ. άτυχος (1), κακότυχος [< μεσν. καλότυχος] | |
| 22511 | καλού κακού | κα-λού κα-κού επίρρ.: για καλό και για κακό: ~ ~, πάρε μαζί σου μια ομπρέλα! Δεν ρωτάς και κάποιον άλλο, ~ ~; | |
| 22512 | καλούα | κα-λού-α ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μεξικάνικο λικέρ σκούρου χρώματος, αρωματισμένο με καφέ. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. Kahlua, 1945] | |
| 22513 | καλούδια | κα-λού-δια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. καλούδι} (λαϊκό): πολλά ωραία πράγματα: Tι ~ (= καλά) μας έφερες πάλι;|| Γευστικά/παραδοσιακά ~ (= λιχουδιές, νοστιμιές).|| Κινητό με πολλά έξτρα/τεχνολογικά/ψηφιακά ~. Πβ. αξεσουάρ. | |
| 22514 | καλούλης | , α, -ικο/-ι κα-λού-λης επίθ. (οικ.): γλυκός, συμπαθητικός, χαριτωμένος: Είναι πολύ ~, συνέχεια γελάει! Τι ~ικο μωράκι! Μην την βλέπεις έτσι ~α, όταν θυμώσει, γίνεται θηρίο!|| Η αμοιβή ήταν ~α (: σχεδόν ικανοποιητική).|| (ομορφούλης:) Δεν μπορώ να πω, ~ είναι! ΑΝΤ. ασχημούλης. | |
| 22515 | καλούμενος | βλ. καλώ | |
| 22516 | καλούμπα | κα-λού-μπα ουσ. (θηλ.) & καλούμα 1. ο σπάγγος του χαρταετού: Δένω/τυλίγω την ~. 2. ΝΑΥΤ. (παρωχ.) σκοινί. ● ΦΡ.: αμόλα καλούμπα! 1. ξετύλιξε, χαλάρωσε την καλούμπα (για να πετάξει ο χαρταετός πιο ψηλά). 2. (μτφ.) παρότρυνση σε κάποιον να συνεχίσει αυτό που ξεκίνησε· εμπρός, προχώρα! [< ιταλ. ή βεν. caloma, caluma < μτγν. χάλασμα ‘χαλάρωση’] | |
| 22517 | καλούνα | κα-λού-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μικρός αειθαλής θάμνος (οικογ. Ericaceae, γένος Erica, ιδ. Calluna vulgaris), γνωστός ως καλλωπιστικό φυτό. Βλ. ρείκι. [< αγγλ. calluna < νεολατ. ~ < αρχ. καλλύνω «καλλωπίζω, ομορφαίνω, στολίζω’] | |
| 22518 | καλουπατζής | κα-λου-πα-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): τεχνίτης ειδικός στο καλούπωμα: ~ήδες οικοδομών. Βλ. μπετα-, σοβα-τζής. | |
| 22519 | καλούπι | κα-λού-πι ουσ. (ουδ.) {καλουπ-ιού} 1. δοχείο μέσα στο οποίο χύνεται ρευστή ύλη (π.χ. λιωμένο μέταλλο), προκειμένου να αποκτήσει, όταν στερεοποιηθεί, τη συγκεκριμένη μορφή και το σχήμα που έχει δοθεί σε αυτό· γενικότ. πρότυπο, φόρμα για την κατασκευή όμοιων αντικειμένων: γύψινο/κέρινο/μεταλλικό/ξύλινο/πήλινο/πλαστικό ~. Χύτευση σε ~.|| ~ια σκυροδέματος. ΣΥΝ. εκμαγείο, μήτρα, τύπος.|| Η οικοδομή είναι ακόμη στα ~ια (= στα μπετά). 2. (μτφ.) κατασκευή, κυρ. σωματική: Είναι το ~ της τέτοιο και δεν παχαίνει (= σουλούπι, σωματότυπος, φτιαξιά). 3. (μτφ.) καθετί τυποποιημένο και περιοριστικό: Προσπαθεί να με βάλει σε ~. Η ελεύθερη σκέψη δεν μπαίνει/χωράει σε ~ια. ● ΦΡ.: από το ίδιο καλούπι (μτφ.): για απόλυτη ομοιότητα: Λες κι έχουν βγει ~ ~!, έσπασε το καλούπι (μτφ.-ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι δεν έχει όμοιό του: Όταν τον έφτιαξε ο Θεός, ~ ~! [< μεσν. καλούπιν < τουρκ. kalιp] | |
| 22520 | καλουπιάζω | βλ. καλουπώνω | |
| 22521 | καλούπωμα | κα-λού-πω-μα ουσ. (ουδ.) {καλουπώμ-ατος | -ατα} 1. κατασκευή ή τοποθέτηση σε καλούπι(α): (ΟΙΚΟΔ.) ~ πλάκας/υποστυλωμάτων. ~ και σκυροδέτηση. Εργασίες/σύστημα/τεχνικές ~ατος.|| ~ του γλυπτού. ~ και σφυρηλάτηση. Πβ. χύτευση. ΑΝΤ. ξεκαλούπωμα 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επιβολή συγκεκριμένου προτύπου σε ό,τι αφορά τον τρόπο ζωής, σκέψης ή συμπεριφοράς: ιδεολογικό ~ (βλ. κομφορμισμός). ~ της έκφρασης (: περιορισμός)/του πνεύματος. Βλ. εγκλωβισμός.|| (στο θέατρο:) ~ των χαρακτήρων. Βλ. τυποποίηση. | |
| 22522 | καλουπώνω | κα-λου-πώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καλούπω-σε, καλουπώ-θηκε, -μένος} (προφ.) & (λαϊκό) καλουπιάζω 1. (μτφ.) περιορίζω (σε συγκεκριμένα πρότυπα): Η σκέψη δεν ~εται (= δεν αιχμαλωτίζεται, δεν μπαίνει σε καλούπια). Έχει την τάση να ~ει και να βάζει ταμπέλες στους ανθρώπους. Πβ. τυποποιώ. 2. τοποθετώ σε καλούπι: Οι εργάτες ~σαν την πλάκα/τα μπετά. Πβ. φορμάρω. ΑΝΤ. ξεκαλουπώνω | |
| 22523 | καλοφαγάς | κα-λο-φα-γάς ουσ. (αρσ.) {θηλ. καλοφαγού} (προφ.): αυτός που του αρέσει το πολύ και καλό φαγητό: ~ και γλεντζές/λιχούδης. Πβ. γαστρίμαργος. | |
| 22524 | καλοφαγία | κα-λο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του καλοφαγά: καλοπέραση και ~. Πβ. γαστριμαργία. Βλ. -φαγία. [< μεσν. καλοφαγία] | |
| 22525 | καλοφάγωτος | , η, ο κα-λο-φά-γω-τος επίθ. (προφ.): (συνήθ. ως ευχή για φαγητό ή χρήματα) να καταναλωθεί ευχάριστα: Καλή Ανάσταση και ~ο το αρνάκι!|| ~ ο μισθός. ~η η σύνταξη. Σε καλή μεριά και ~α! |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ