| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22526 | καλοφαίνεται | κα-λο-φαί-νε-ται ρ. (αμτβ.) {καλοφάν-ηκε, -εί} (+ γεν. προσ. αντων., συνήθ. σε αρνητ. πρόταση): μου αρέσει, με ευχαριστεί: Δεν του ~ηκε η άρνησή σου (: τον δυσαρέστησε, δεν του καλάρεσε). ΑΝΤ. κακοφαίνεται [< μεσν. καλοφαίνεται] | |
| 22527 | καλοφόρετος | , η, ο κα-λο-φό-ρε-τος επίθ. (προφ.): (ως ευχή για ρούχα ή παπούτσια που μόλις αγοράστηκαν) να φορεθεί με υγεία και καλή διάθεση: ~ο το καινούργιο σου σακάκι! | |
| 22528 | καλοφτιαγμένος | , η, ο κα-λο-φτιαγ-μέ-νος επίθ. ΑΝΤ. κακοφτιαγμένος 1. που έχει φτιαχτεί με επιδεξιότητα ή καλαισθησία: ~ος: χώρος (πβ. προσεγμένος). ~α: ρούχα. Πβ. καλο-δουλεμένος, -καμωμένος. 2. (μτφ.-προφ.) που έχει ωραία (σωματική) διάπλαση: όμορφη και ~η.|| ~η: μύτη (= καλοσχηματισμένη). | |
| 22529 | καλοχτενισμένος | , η, ο κα-λο-χτε-νι-σμέ-νος επίθ.: επιμελώς χτενισμένος: καλοντυμένη και ~η. Βλ. περιποιημένος.|| ~α: μαλλιά (ΑΝΤ. αχτένιστα). | |
| 22530 | καλοχώνευτος | , η, ο κα-λο-χώ-νευ-τος επίθ. (προφ.): ευκολοχώνευτος: (ευχετ.) καλοφάγωτο και ~ο! Πβ. εύπεπτος.|| (μτφ.-ειρων., για δυσάρεστη κατάσταση που αναγκάζεται κάποιος να υποστεί:) ~α τα δυο γκολάκια! Πβ. με τις υγείες σου/σας! | |
| 22531 | καλοψημένος | , η, ο κα-λο-ψη-μέ-νος επίθ.: που έχει ψηθεί καλά, όσο χρειάζεται: -Πώς θέλετε το φιλέτο σας; -~ο. Βλ. μισοψημένος, ωμός.|| ~ο: φαγητό (= καλομαγειρεμένο). ΑΝΤ. κακοψημένος | |
| 22532 | καλοψυχία | κα-λο-ψυ-χί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του καλόψυχου. [< μεσν. καλοψυχία] | |
| 22533 | καλόψυχος | , η, ο κα-λό-ψυ-χος επίθ.: που έχει καλή ψυχή, φιλεύσπλαχνος. Βλ. -ψυχος. ΣΥΝ. καλόκαρδος ΑΝΤ. κακόψυχος [< μεσν. καλόψυχος] | |
| 22534 | καλπάζει | καλ-πά-ζει ρ. (αμτβ.) {κάλπα-σε, καλπά-σει, καλπάζ-οντας, (λόγ.) μτχ. -ων, -ουσα, -ον} 1. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) αναπτύσσεται ή εξελίσσεται ανεξέλεγκτα, με ταχείς ρυθμούς: Η ακρίβεια/η διαφθορά/ο ιός ~ (= σαρώνει).|| H φαντασία του ~ (= οργιάζει).|| Η επιστήμη ~ (= κάνει άλματα). Ο χρόνος ~. Τα γεγονότα ~ουν. 2. (για άλογο) τρέχει με καλπασμό. ● καλπάζω: (για αναβάτη) ιππεύω άλογο που τρέχει: Έφυγε ~οντας προς ...|| (μτφ.) ~ουν προς τη νίκη (= προχωρούν ακάθεκτοι). [< 2: αρχ. καλπάζω, γαλλ. galoper] | |
| 22535 | καλπάζων | , ουσα, ον καλ-πά-ζων επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που εντείνεται ταχύτατα ή εξελίσσεται ραγδαία: ~ουσα: εγκληματικότητα. Η τιμή του πετρελαίου αυξάνεται με ~οντες ρυθμούς.|| ~ουσα: φαντασία (= αχαλίνωτη).|| (ΙΑΤΡ.) ~ουσα: φυματίωση. ~ουσα μορφή καρκίνου. Πβ. κακοήθης, κεραυνοβόλος.|| ~ουσα: τεχνολογία (βλ. ακμάζων). 2. που καλπάζει: ~οντα: άλογα. ● ΣΥΜΠΛ.: καλπάζων πληθωρισμός βλ. πληθωρισμός [< αρχ. καλπάζων, γαλλ. galopant] | |
| 22536 | καλπάκι | καλ-πά-κι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): είδος καπέλου χωρίς γείσο: γούνινο ~. ~ από αστρακάν. [< μεσν. καλπάκι] | |
| 22538 | κάλπη | κάλ-πη ουσ. (θηλ.) {καλπ-ών} 1. εκλογική διαδικασία ή εκλογικό αποτέλεσμα: η μάχη/το μήνυμα της ~ης. Άμεση/πρόωρη προσφυγή στις ~ες. Αποχή από τις ~ες. Στις ~ες φοιτητές και σπουδαστές. Έρχεται/έφτασε η ώρα της ~ης. Πβ. εκλογές.|| Σημασία έχει τι θα δείξει η ~ και όχι οι δημοσκοπήσεις.|| Μόνο το ...% προσήλθε στις ~ες (= στα εκλογικά κέντρα). Βλ. ευρω~. 2. σφραγισμένο κιβώτιο με άνοιγμα στο πάνω μέρος του, για να ρίχνονται τα ψηφοδέλτια: μεταφορά των ~ών. Πβ. ψηφοδόχος.|| Μέχρι στιγμής, έχει καταμετρηθεί το 30% των ~ών (= των ψήφων). 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. είδος αγγείου που το χρησιμοποιούσαν κυρ. ως τεφροδόχο. Βλ. πίθος. ● ΦΡ.: ανοίγουν/κλείνουν οι κάλπες (μτφ.): αρχίζει/τελειώνει η ψηφοφορία., στήνονται κάλπες & στήνουν (τις) κάλπες: (μτφ.) ετοιμάζονται ή διενεργούνται εκλογές: ~ ~ για την ανάδειξη νέου προέδρου., η κάλπη είναι γκαστρωμένη βλ. γκαστρώνω [< 1,2 : μτγν. κάλπη 3: αρχ. ~] | |
| 22539 | κάλπικος | , η, ο κάλ-πι-κος επίθ. (προφ.) 1. (μτφ.) ψεύτικος: ~οι: ισχυρισμοί (= αβάσιμοι, αναληθείς). ~ες: αξίες/υποσχέσεις (= απατηλές). ~α: διλήμματα (= ψευτοδιλήμματα)/επιχειρήματα (= διάτρητα, σαθρά). Πβ. νόθος, πλασματ-, φαινομεν-ικός, τεχνητός.|| (για πρόσ.) Αποδείχτηκε ~ (= σκάρτος, υποκριτής). 2. (κυρ. για νόμισμα) πλαστός. Βλ. μαϊμού. ΣΥΝ. κίβδηλος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κάλπικος παράς (μτφ.-λαϊκό): αναξιόπιστος άνθρωπος. ● ΦΡ.: ξέρω/γνωρίζω (κάποιον) σαν κάλπικη δεκάρα: τον γνωρίζω πάρα πολύ καλά: Δεν με ξεγελάς, σε ~ ~. | |
| 22540 | καλπονοθεία | καλ-πο-νο-θεί-α ουσ. (θηλ.): νόθευση του εκλογικού αποτελέσματος, συνήθ. με παραβίαση της κάλπης· κατ' επέκτ. παραποίηση της αλήθειας: καταγγελίες για ~. Βλ. λαθροχειρία. | |
| 22541 | καλπονοθευτικός | , ή, ό καλ-πο-νο-θευ-τι-κός επίθ.: που συντελεί ή αποβλέπει στην αλλοίωση του εκλογικού αποτελέσματος: ~ό: σύστημα. | |
| 22542 | καλσόν | καλ-σόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καλτσόν: είδος γυναικείων καλτσών που καλύπτουν καθένα από τα πόδια χωριστά και ενώνονται στην κορυφή, περιβάλλοντας τη λεκάνη: (μαύρο) διχτυωτό/ελαστικό/ενισχυμένο/λεπτό/μάλλινο/νάιλον/οπάκ/ορθοπαιδικό/συνθετικό/χοντρό ~. ~ αδυνατίσματος (= μασαζο~)/εγκυμοσύνης. ~ για φλεβίτιδα και κιρσούς. Ο καβάλος του ~. ~ και ζαρτιέρες. ~ στο χρώμα του δέρματος. Μου 'φυγε ένας πόντος από το ~.|| Oλόσωμο ~.|| To ~ του χορευτή. Βλ. κολάν, ντενιέ. [< γαλλ. caleçon] | |
| 22543 | καλτ | επίθ. {άκλ.}: καλλιτεχνικό συνήθ. δημιούργημα ή καλλιτέχνης που, ενώ στην αρχή δεν είχε απήχηση, απέκτησε με τον καιρό φανατικό, αλλά εξειδικευμένο κοινό: ~ παράσταση/σκηνή. ~-αντεργκράουντ ταινία. Εμπορικός και ~ κινηματογράφος (βλ. σινεφίλ).|| ~ προσωπικότητα/συγγραφέας.|| (ως ουσ.) Από το κιτς στο ~. Bλ. ρετρό. [< αγγλ. cult, 1961] | |
| 22544 | κάλτσα | κάλ-τσα ουσ. (θηλ.) {καλτσ-ών, συνήθ. στον πληθ.}: εφαρμοστό κάλυμμα του κατώτερου τμήματος του ποδιού που φτάνει μέχρι τον αστράγαλο, την κνήμη ή το γόνατο και συνήθ. φοριέται μέσα από το παπούτσι: αθλητικές/ανδρικές/άπλυτες/βαμβακερές/γυναικείες/διχτυωτές/κοντές (βλ. σοσόνια)/μακριές/μάλλινες/νάιλον/παιδικές/πλεκτές (βλ. τσουράπι)/ποδηλατικές/ριγέ/τρύπιες/χοντρές ~ες. Ένα ζευγάρι ~ες. ~ες ποδοσφαίρου/σιλικόνης. Μπότα-~. Αλλάζω κάθε μέρα/μαντάρω/μπαλώνω/φοράω ~ες. Βάζω/βγάζω τις ~ες μου. Περπατάω με τις ~ες (: χωρίς παπούτσια). Βλ. καλσόν, κολάν.|| Aντιθρομβωτικές/ιατρικές/ισοθερμικές ~ες. Ελαστικές ~ες φλεβίτιδας.|| Χριστουγεννιάτικες ~ες κρεμασμένες στο τζάκι. ● Υποκ.: καλτσάκι (το) 1. κάλτσα μικρού μεγέθους. 2. πλεκτή κάλτσα που φορούν στα μωρά αντί για παπούτσι., καλτσούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δια(β)όλου κάλτσα (μτφ.-προφ.): για άνθρωπο ιδιαίτερα έξυπνο ή πονηρό: Δεν πιάνεται, είναι ~ ~! Πβ. δαιμόνιος, σε πουλά(ει) και σ’ αγοράζει. Βλ. τετραπέρατος. [< μεσν. κάλτσα < ιταλ. calza] | |
| 22545 | καλτσοδέτα | καλ-τσο-δέ-τα ουσ. (θηλ.): κυκλική ελαστική λωρίδα στο πάνω μέρος γυναικείας κάλτσας, η οποία χρησιμεύει για να τη συγκρατεί στο πόδι: δαντελένια ~. Πβ. ζαρτιέρες. Βλ. κορσές, -έτα. | |
| 22546 | καλτσόν | βλ. καλσόν |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ