Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23300-23320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22547καλτσόνεκαλ-τσό-νε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) σκαλτσόνε: ΜΑΓΕΙΡ. σκεπαστή πίτσα (δηλ. τυλιγμένη στα δύο σε σχήμα μισοφέγγαρου). Βλ. πεϊνιρλί. [< ιταλ. calzone, 1944]
22548καλτσούνικαλ-τσού-νι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΖΑΧΑΡ. & καλιτσούνι: σκαλτσούνι: ~ια με κανέλα/μέλι. 2. ΖΑΧΑΡ. κρητικό γλύκισμα με μυζήθρα. Πβ. λυχναράκια. 3. ΛΑΟΓΡ. πλεκτή κάλτσα. Πβ. τερλίκι, τσουράπι. Βλ. -ούνι. [< μεσν. καλτσόνι, σκαρτσούνι ‘είδος παντελονιού’, ιταλ. calzone]
22549καλύβακα-λύ-βα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) καλύβη 1. μικρή στεγασμένη κατασκευή, συνήθ. κατοικία, από ευτελή υλικά· (μειωτ.) φτωχόσπιτο: καλαμένια/ξύλινη/πλινθόκτιστη ~. ~ες από κλαδιά. Πβ. τσαρδί. Βλ. σκηνή, χορτο~. ΣΥΝ. καλύβι 2. ΕΚΚΛΗΣ. καθεμία από τις μικρές κατοικίες μοναχών που αποτελούν τη σκήτη. ● Υποκ.: καλυβούλα (η) [< αρχ. καλύβη]
22550καλύβικα-λύ-βι ουσ. (ουδ.): καλύβα, συνήθ. μικρή. ● Υποκ.: καλυβάκι (το) [< μεσν. καλύβι(ν)]
22551κάλυκαςκά-λυ-κας ουσ. (αρσ.) {καλύκ-ων} 1. κυλινδρική θήκη που περιέχει τη βολίδα και τη γόμωση πυροβόλου όπλου: άδειος/πλαστικός ~. ~ φυσιγγίου. ~ (διαμετρήματος) ... χιλιοστών. Βρέθηκε ο ~ (της σφαίρας) κοντά στο σημείο της δολοφονίας. Βλ. καψούλι, σκάγι.|| ~ αντιαεροπορικού βλήματος/οβίδας. 2. περίβλημα, συνήθ. μεταλλικό: ατσάλινος/βιδωτός ~. Ο ~ της ηλεκτρικής λάμπας/του λαμπτήρα. 3. ΒΟΤ. το μέρος του άνθους που αποτελείται από τα σέπαλα: κωδωνοειδής/σωληνοειδής/χοανοειδής ~. 4. ΑΡΧΑΙΟΛ. αγγείο πόσης με οριζόντιες λαβές και κωνικό πόδι. Βλ. κάνθαρος, κύλικα. ● ΣΥΜΠΛ.: γευστικοί κάλυκες: ΑΝΑΤ. μικρές σφαιρικές συναθροίσεις κυττάρων-χημειοϋποδοχέων και στηρικτικών κυττάρων (στη γλώσσα, υπερώα, επιγλωττίδα και σε τμήματα του λάρυγγα και του φάρυγγα) που είναι υπεύθυνες για την αίσθηση της γεύσης., νεφρικοί κάλυκες: ΑΝΑΤ. απεκκριτικές κοιλότητες της νεφρικής πυέλου. [< 1: αγγλ. shell 2: αγγλ. bulb 3,4: αρχ. κάλυξ, γαλλ. calice, αγγλ. calyx]
22552κάλυμμακά-λυμ-μα ουσ. (ουδ.) {καλύμμ-ατος | -ατα} & (καταχρ.) κάλυμα: οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να καλύψει κάτι: αδιάβροχο/ανοξείδωτο/διακοσμητικό/ελαστικό/μεταλλικό/μονωτικό/πλαστικό/υφασμάτινο ~. Προστατευτικό ~ δαπέδου. ~ αυτοκινήτου (= κουκούλα)/καλωδίου/κρεβατιού (= κουβερλί)/μαξιλαριού (= μαξιλαροθήκη)/μπαταρίας/πρίζας/τετραδίου (= ντύμα)/(φωτογραφικού) φακού (= καπάκι). ~ατα υποδημάτων (βλ. ποδονάρια)/φρεατίων. Αφαιρώ/τοποθετώ το ~. Πβ. επι~, κάλυψη, σκέπασμα. Βλ. περι~.|| (μτφ.) Aυθαιρεσίες υπό το ~ (= πρόσχημα) της ασυλίας. Πβ. προ~.καλύμματα (τα): υφάσματα που τοποθετούνται πάνω στα καθίσματα, για να τα προφυλάσσουν από τη φθορά: ~ για τους καναπέδες (= ριχτάρια)/τις καρέκλες. ● ΣΥΜΠΛ.: τεκτονικό κάλυμμα: ΓΕΩΛ. γεωλογικός σχηματισμός που μετακινείται από την αρχική του θέση και σταθεροποιείται πάνω σε άλλον. Bλ. επώθηση. [< αγγλ. tectonic nappe] , κάλυμμα (της) κεφαλής βλ. κεφαλή [< αρχ. κάλυμμα]
22553καλυμμαύκιβλ. καλιμαύχι
22554καλύμπραβλ. καλίμπρα
22555καλυπτήριος, α, ο κα-λυ-πτή-ρι-ος επίθ. (επιστ.): που καλύπτει κάτι: (ΑΝΑΤ.) ~ος: υμένας. ~α: μεμβράνη (βλ. επιθήλιο). Το ~ο σύστημα του σώματος (= δέρμα).|| (ΟΡΝΙΘ.) ~α: φτερά.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~α: πλάκα (τάφου). Βλ. -τήριος. [< μτγν. καλυπτήριον]
22556καλυπτικός, ή, ό κα-λυ-πτι-κός επίθ.: που παρέχει κάλυψη: ~ό: μακιγιάζ/μέικ απ/στικ. ~ή: κρέμα. Πβ. επι~.|| Χρώματα με εξαιρετική ~ή ικανότητα (= καλυπτικότητα).|| (ΙΑΤΡ.) ~ό: επιθήλιο. Πβ. καλυπτήριος.|| (μτφ.) ~ή: (οικοδομική) άδεια/επιστολή. ● Ουσ.: καλυπτικό (το): ενν. καλλυντικό προϊόν, κυρ. κονσίλερ: ~ για τους μαύρους κύκλους/τα σπυράκια. ● ΣΥΜΠΛ.: παράγοντες συγκάλυψης βλ. παράγοντας [< αγγλ. covering, γαλλ. couvrant]
22557καλυπτικότητακα-λυ-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (συνήθ. για χρώματα ή καλλυντικά) ικανότητα κάλυψης με υψηλή αδιαφάνεια: εξαιρετική/μεγάλη/χαμηλή ~. Bλ. επι~, διαπερατότητα, -ότητα.
22558καλύπτρακα-λύ-πτρα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. βέλο, πέπλο. Βλ. φερετζές. 2. (γενικότ.) κάλυμμα: ~ες τζακιού.|| (ΒΟΤ.) ~ της ρίζας. [< αρχ. καλύπτρα]
22559καλύπτωκα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) {κάλυ-ψα, καλύ-φθηκε κ. -φτηκε, -μμένος (λόγ. κεκαλυμμένος), καλύπτ-οντας, -όμενος} 1. τοποθετώ κάτι πάνω ή μπροστά από κάτι άλλο: Το πάτωμα ~φθηκε με μάρμαρο/μοκέτα/πλακάκια (= επενδύθηκε, επικαλύφθηκε, στρώθηκε). Τα πάντα έχουν ~φτεί από/με σκόνη/σύννεφα καπνού/χιόνι. ΣΥΝ. σκεπάζω.|| ~ψαν (= γέμισαν) τον λάκκο με χώμα.|| ~ψε το πρόσωπο με τα χέρια της. Κάλυπτε (= έκρυβε) την είσοδο με το σώμα του.|| Τον ~ψε με μια κουβέρτα.|| Τοίχος ~μμένος με ταπετσαρία (βλ. περι~). Τούρτα ~μμένη με σαντιγί. Η διόρθωση των γραπτών γίνεται με ~μμένα τα ονόματα (των εξεταζομένων). ~μμένος με κουκούλα.|| (μτφ.) Πέπλο μυστηρίου ~ει την υπόθεση. Η δυνατή μουσική ~ψε τις φωνές. 2. (μτφ.) προστατεύω, προφυλάσσω: (σε ένοπλη συμπλοκή) ~ψέ με (να περάσω απέναντι)! Αν γίνει σεισμός, ~φθείτε κάτω από κάποιο έπιπλο!|| Δεν μπορούν να του κάνουν τίποτα, τον ~ει ο νόμος. Σε περίπτωση ατυχήματος/βλάβης, σας ~ει η ασφάλεια/η εγγύηση. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν ~ψε τον υπουργό (: τον άφησε εκτεθειμένο, τον άδειασε). Θέλω να είμαι ~μμένος (= διασφαλισμένος) ό,τι και να γίνει.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~μμένα: ομόλογα (: πλήρους εξασφάλισης). Βλ. ακάλυπτη επιταγή. 3. (μτφ.) εκπληρώνω, ικανοποιώ: Δεν νιώθει συναισθηματικά ~μμένη από τη σχέση της. Προσπαθούν να ~ψουν τις ανάγκες/τις απαιτήσεις/τα γούστα του κοινού. Πβ. ανταποκρίν-, αντεπεξέρχ-ομαι. Βλ. υπερ~.|| Η υποτροφία τού ~ει τα δίδακτρα. Η δαπάνη ~φθηκε από δωρεές/έρανο. Διακοπές με όλα τα έξοδα ~μμένα (= πληρωμένα).|| Η προσφορά δεν ~ει τη ζήτηση (: είναι μικρότερή της).|| (προφ.) Δεν έχω να προσθέσω τίποτα, με έχεις ~ψει (: είπες όσα ήθελα να πω). 4. (μτφ.) διανύω, διατρέχω: ~ψαν μια απόσταση/διαδρομή ... χιλιομέτρων. 5. (μτφ.) εξετάζω, πραγματεύομαι· (ειδικότ., στη δημοσιογραφία) ερευνώ ή/και παρουσιάζω ένα θέμα ή γεγονός: Η μελέτη ~ει την περίοδο από τον ... μέχρι τον ... αιώνα π.Χ.|| ~ μια συνέντευξη ραδιοφωνικά/τηλεοπτικά. Ποιος ~ψε το ρεπορτάζ; Η εκδήλωση ~εται (= μεταδίδεται) από τα κανάλια.|| Η ορχήστρα ~ψε (= ανέλαβε) το μουσικό μέρος της εκδήλωσης. 6. (μτφ.) αναπληρώνω, συμπληρώνω: Οι κενές θέσεις θα ~φθούν από τους επιλαχόντες.|| Στο τελευταίο πεντάλεπτο, ~ψαν τη διαφορά στο σκορ. Τρέχει για να ~ψει τον χαμένο χρόνο. 7. (μτφ.) ολοκληρώνω, τελειώνω: ~ψαν την ύλη του μαθήματος. 8. (μτφ.) αποκρύπτω, συγκαλύπτω: Θέλουν να ~ψουν το σκάνδαλο. Βλ. ανα~. ΣΥΝ. αποσιωπώ, θάβω (4), καπακώνω (3), κουκουλώνω (2) ΑΝΤ. αποκαλύπτω (1), ξεσκεπάζω (2) ● καλύπτει: καταλαμβάνει: Οι εγκαταστάσεις ~ουν (= πιάνουν) (μια) έκταση ... στρεμμάτων.|| Η ανθολογία/έκθεση ~ μια περίοδο ... ετών. Πβ. διαρκεί. ● ΦΡ.: καλύπτω το κενό/τα κενά: αντιμετωπίζω τις ελλείψεις που έχουν δημιουργηθεί: Προσπαθούν να ~ψουν το κενό που δημιουργήθηκε με την αποχώρησή του.|| Πρέπει να ~ψεις τα κενά σου στα Μαθηματικά!, καλυφθείτε!: ΣΤΡΑΤ. παράγγελμα σε στρατιώτες να φορέσουν τα πηλήκια ή τους μπερέδες τους. ΑΝΤ. αποκαλυφθείτε!, καλύπτω/ανακτώ/(ξανα)κερδίζω το χαμένο έδαφος βλ. έδαφος, φυλάω/καλύπτω τα νώτα μου βλ. νώτα ● βλ. κεκαλυμμένος [< αρχ. καλύπτω, γαλλ. couvrir, αγγλ. cover]
22560καλύτερακα-λύ-τε-ρα επίρρ.: πιο καλά: ~ δεν γίνεται/έτσι! Μπορείς ακόμη/και ~. Ας γνωριστούμε λίγο ~! ~ να μην πεις τίποτα (= είναι προτιμότερο). Νιώθω ~ σήμερα. Τα πήγα ~ από πέρσι. Πού είναι ~; ~ που δεν ήρθες, η ταινία ήταν χάλια. Βλ. καλώς.|| (δηλωτικό αγανάκτησης ή θυμού:) Άσ' το ~! ~ ας μη/να μη μιλήσω ~! Βλ. κάλλιο. ΑΝΤ. χειρότερα ● ΦΡ.: κάθε μέρα και καλύτερα βλ. μέρα, κάθε πέρ(υ)σι και καλύτερα, (κάθε φέτος και χειρότερα) βλ. πέρυσι, καλύτερα να μασάς, παρά να μιλάς! βλ. μασώ, καλύτερα να σε ζηλεύουν(ε) παρά να σε λυπούνται βλ. ζηλεύω, καλύτερα να τον ντύνεις, παρά να τον ταΐζεις βλ. ντύνω, καλύτερα/κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα βλ. μάτι
22561καλυτέρευσηκα-λυ-τέ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) καλυτέρεψη: αλλαγή προς το καλύτερο: θεαματική/μικρή/σημαντική/σταδιακή/συνεχής ~. ~ του βιοτικού επιπέδου (= άνοδος)/του καιρού/των συγκοινωνιών/των συνθηκών. Δείγματα/ελπίδες/σημάδια ~ης (βλ. ανάπτυξη, εξέλιξη, πρόοδος). Δύσκολη κατάσταση χωρίς δυνατότητα/περιθώρια ~ης (πβ. ανάκαμψη). (Δεν) βλέπει/έχει ~ (στην υγεία του). Μπορούμε να συμβάλουμε όλοι στην ~ της ποιότητας ζωής. Βλ. διόρθωση. ΣΥΝ. βελτίωση ΑΝΤ. επιδείνωση, χειροτέρευση
22562καλυτερεύωκα-λυ-τε-ρεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καλυτέρε-ψε κ. καλυτέρευ-σε, καλυτερεύ-οντας} ΑΝΤ. χειροτερεύω 1. γίνομαι καλύτερος: Όλο και/όσο πάει και ~ει η υγεία του (= βελτιώνεται, πάει προς το καλύτερο· ΑΝΤ. επιδεινώνεται). Όλα θα ~ψουν (= θα φτιάξουν)! Η διάθεσή/εμφάνισή της έχει ~ψει πολύ/σημαντικά. Η κατάσταση δεν φαίνεται να ~ει. 2. βελτιώνω: Προσπάθησε να ~ψεις τον εαυτό σου! [< μεσν. καλυτερεύω]
22563καλύτερος, η, ο κα-λύ-τε-ρος επίθ. 1. (συγκρ.) πιο καλός: ελπίδα για έναν ~ο κόσμο. Έρχονται ~ες μέρες.|| Ήταν ~ και δίκαια νίκησε. Είσαι πολύ ~ός (= ανώτερός) του. ΑΝΤ. χειρότερος (1) 2. (υπερθ., συνήθ. με άρθρο) ο πιο καλός: βραβείο ~ης ταινίας. Ψηφίστηκε ως ο ~ ηθοποιός.|| H ~η (δυνατή) επιλογή/λύση (= η πιο ενδεδειγμένη· πβ. κάλλιστος). Προϊόντα στις ~ες τιμές (= στις πιο συμφέρουσες)!|| Ο ~ός μου φίλος (= o πιο αγαπημένος). Είσαι ο ~ άνθρωπος του κόσμου! Τα φετινά ήταν τα ~α γενέθλια της ζωής μου (= τα ομορφότερα, τα πιο ευτυχισμένα).|| (ως ουσ.) Ας κερδίσει ο ~! Θα προσπαθήσουμε για το ~ο! Βγήκε πρώτος ανάμεσα στους ~ους. Εύχομαι τα ~α (= τα βέλτιστα). ● ΦΡ.: ό,τι καλύτερο: το πιο καλό: Θέλουν ~ ~ για τα παιδιά τους. Έκανα ~ ~ μπορούσα! Είσαι ~ ~ έχω γνωρίσει/μου έχει συμβεί! Το να μείνεις χωρίς δουλειά σίγουρα δεν είναι κ(α)ι ~ ~.|| (ως ευχή:) Εύχομαι ~ ~ (= όλα τα καλά) σε σένα και την οικογένειά σου! ΑΝΤ. ό,τι χειρότερο, προς το καλύτερο: για να δηλωθεί σταδιακή βελτίωση: Η κατάσταση της υγείας του πάει ~ ~ (= βελτιώνεται, καλυτερεύει). Τα πράγματα αλλάζουν/εξελίσσονται ~ ~., τα καλύτερα έρχονται! & τα καλύτερα είναι μπροστά: (ως ενθάρρυνση) η κατάσταση θα βελτιωθεί: Μην ανησυχείς, ~ ~! Yπομονή, γιατί ~ ~!, (από/καλύτερα) μακριά και αγαπημένοι βλ. μακριά, δεν λες καλά/καλύτερα (που) ... βλ. λέω, δίνω/δείχνω τον καλύτερό μου εαυτό βλ. εαυτός, η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση βλ. άμυνα, κλάσεις ανώτερος βλ. κλάση2, ο καλύτερος του χωριού βλ. χωριό, πρώτος και καλύτερος βλ. πρώτος, τόσο το καλύτερο/το χειρότερο βλ. τόσο [< μεσν. καλύτερος]
22564καλυτερότερος, η, ο κα-λυ-τε-ρό-τε-ρος επίθ. (νεαν. αργκό-επιτατ.): ο καλύτερος από όλους, που δεν συγκρίνεται με κανέναν: Σε παραδέχομαι! Είσαι ο ~! Για μένα είναι ο ~ όλων!
22565κάλυψηκά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. σκέπασμα επιφάνειας με ένα υλικό· συνεκδ. κάλυμμα: ~ των δαπέδων με ξύλο/της στέγης με κεραμίδια (= επένδυση, στρώσιμο). ~ του χειμάρρου (βλ. αντιπλημμυρικά έργα). Βλ. εδαφο~, επι~, νεφο~, παγο~, φυτο~, χιονο~.|| ~ του κεφαλιού (βλ. κάλυμμα της κεφαλής)/του σώματος. ~ του τραύματος με γάζα. Βλ. περι~.|| Γυάλινη/μεταλλική/προστατευτική ~. 2. (μτφ.) προστασία, εξασφάλιση, στήριξη: (ασφαλιστικές ~ύψεις:) ~ απώλειας/ασθένειας/ατυχήματος/ζημίας/θανάτου/κλοπής/πυρός/σεισμού (βλ. αποζημίωση). Παρέχεται/προσφέρεται (πλήρης/ολοκληρωμένη) ιατροφαρμακευτική/νομική/οδική (βλ. οδική βοήθεια) ~.|| Υγειονομική ~ επαγγελματικών χώρων (: απεντόμωση, απολύμανση, μυοκτονία)/των κατοίκων (του νησιού). Στρατιωτική ~ (βλ. προ~). Πβ. προφύλαξη.|| Ανάγκη του παιδιού για συναισθηματική ~.|| Πράξεις βίας υπό την ~ του καθεστώτος. Είχε την πλήρη ~ του Διευθυντή (ΑΝΤ. άδειασμα). Βλ. αλληλο~.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ επιταγών (βλ. ακάλυπτη επιταγή). 3. (μτφ.) εκπλήρωση, ικανοποίηση: ~ των αιτημάτων/της ζήτησης/των όρων/των προϋποθέσεων/των τεκμηρίων/της υποχρέωσης. Επιτεύχθηκε η ~ του στόχου. Βλ. υπερ~.|| Οικονομική ~ έργου (: χρηματοδότηση)/σπουδών (: υποτροφία). Μερική/ολική ~ των δαπανών. Δάνειο για την ~ διαφόρων αναγκών. 4. (μτφ.) διάνυση: ~ της απόστασης σε ... ώρες. 5. (μτφ.) εξέταση, πραγμάτευση· (ειδικότ., στα ΜΜΕ) παρουσίαση, μετάδοση: βιβλιογραφική/εκτενής/επαρκής/ευρεία/λεπτομερής/σφαιρική/σωστή ~ του θέματος (πβ. μελέτη).|| Δημοσιογραφική/ειδησεογραφική/ραδιοφωνική/τηλεοπτική ~ της δίκης. Απευθείας/ζωντανή ~ του αγώνα. Αντικειμενική ~ της προεκλογικής εκστρατείας/του ρεπορτάζ. Η ~ της υπόθεσης από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.|| Κανάλι με διεθνή/πανελλήνια/τοπική ~ (= εμβέλεια).|| Μουσικές και ηχητικές ~ύψεις εκδηλώσεων. 6. (μτφ.) αναπλήρωση, συμπλήρωση: ~ του ελλείμματος/των ελλείψεων/του κενού (σε έναν τομέα).|| ~ του ωραρίου (: από τους εργαζόμενους). 7. (μτφ.) αποσιώπηση, συγκάλυψη: ~ των ατασθαλιών/του εγκλήματος. Βλ. ανα~. ΣΥΝ. απόκρυψη (1), θάψιμο (3), κουκούλωμα (1) ΑΝΤ. αποκάλυψη (1) 8. ολοκλήρωση: ~ της διδακτέας ύλης. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορική κάλυψη: ΣΤΡΑΤ. προστασία από αέρος με μαχητικά αεροσκάφη. [< αγγλ. air cover] , κάλυψη του οικοπέδου: η επιφάνεια που περιβάλλεται από τις προβολές των περιγραμμάτων όλων των κτιρίων του οικοπέδου πάνω σε οριζόντιο επίπεδο. Βλ. συντελεστής δόμησης. ● ΦΡ.: κάλυψη και απόκρυψη: ΣΤΡΑΤ. τακτική για την αποφυγή εντοπισμού από τον αντίπαλο: Η ιδανική βολή είναι υπό ~ ~ προς την πλευρά του εχθρού.|| (μτφ.) Χρησιμοποιεί άριστα την τεχνική της ~ης και ~ης., υπό κάλυψη: ΓΕΩΠ. για προϊόντα που καλλιεργούνται σε θερμοκήπια: κηπευτικά ~ ~. ~ ~ και υπαίθρια καλλιέργεια. [< γαλλ. sous-abri] [< 1: μτγν. κάλυψις, αγγλ. coverage]
22566κάλφαςκάλ-φας ουσ. (αρσ.) {καλφ-άδες} (παλαιότ.-λαϊκό): μαθητευόμενος τεχνίτης. ΣΥΝ. παραγιός, τσιράκι (2) [< μεσν. κάλφας < τουρκ. kalfa]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.