| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22538 | κάλπη | κάλ-πη ουσ. (θηλ.) {καλπ-ών} 1. εκλογική διαδικασία ή εκλογικό αποτέλεσμα: η μάχη/το μήνυμα της ~ης. Άμεση/πρόωρη προσφυγή στις ~ες. Αποχή από τις ~ες. Στις ~ες φοιτητές και σπουδαστές. Έρχεται/έφτασε η ώρα της ~ης. Πβ. εκλογές.|| Σημασία έχει τι θα δείξει η ~ και όχι οι δημοσκοπήσεις.|| Μόνο το ...% προσήλθε στις ~ες (= στα εκλογικά κέντρα). Βλ. ευρω~. 2. σφραγισμένο κιβώτιο με άνοιγμα στο πάνω μέρος του, για να ρίχνονται τα ψηφοδέλτια: μεταφορά των ~ών. Πβ. ψηφοδόχος.|| Μέχρι στιγμής, έχει καταμετρηθεί το 30% των ~ών (= των ψήφων). 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. είδος αγγείου που το χρησιμοποιούσαν κυρ. ως τεφροδόχο. Βλ. πίθος. ● ΦΡ.: ανοίγουν/κλείνουν οι κάλπες (μτφ.): αρχίζει/τελειώνει η ψηφοφορία., στήνονται κάλπες & στήνουν (τις) κάλπες: (μτφ.) ετοιμάζονται ή διενεργούνται εκλογές: ~ ~ για την ανάδειξη νέου προέδρου., η κάλπη είναι γκαστρωμένη βλ. γκαστρώνω [< 1,2 : μτγν. κάλπη 3: αρχ. ~] | |
| 22539 | κάλπικος | , η, ο κάλ-πι-κος επίθ. (προφ.) 1. (μτφ.) ψεύτικος: ~οι: ισχυρισμοί (= αβάσιμοι, αναληθείς). ~ες: αξίες/υποσχέσεις (= απατηλές). ~α: διλήμματα (= ψευτοδιλήμματα)/επιχειρήματα (= διάτρητα, σαθρά). Πβ. νόθος, πλασματ-, φαινομεν-ικός, τεχνητός.|| (για πρόσ.) Αποδείχτηκε ~ (= σκάρτος, υποκριτής). 2. (κυρ. για νόμισμα) πλαστός. Βλ. μαϊμού. ΣΥΝ. κίβδηλος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κάλπικος παράς (μτφ.-λαϊκό): αναξιόπιστος άνθρωπος. ● ΦΡ.: ξέρω/γνωρίζω (κάποιον) σαν κάλπικη δεκάρα: τον γνωρίζω πάρα πολύ καλά: Δεν με ξεγελάς, σε ~ ~. | |
| 22540 | καλπονοθεία | καλ-πο-νο-θεί-α ουσ. (θηλ.): νόθευση του εκλογικού αποτελέσματος, συνήθ. με παραβίαση της κάλπης· κατ' επέκτ. παραποίηση της αλήθειας: καταγγελίες για ~. Βλ. λαθροχειρία. | |
| 22541 | καλπονοθευτικός | , ή, ό καλ-πο-νο-θευ-τι-κός επίθ.: που συντελεί ή αποβλέπει στην αλλοίωση του εκλογικού αποτελέσματος: ~ό: σύστημα. | |
| 22542 | καλσόν | καλ-σόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καλτσόν: είδος γυναικείων καλτσών που καλύπτουν καθένα από τα πόδια χωριστά και ενώνονται στην κορυφή, περιβάλλοντας τη λεκάνη: (μαύρο) διχτυωτό/ελαστικό/ενισχυμένο/λεπτό/μάλλινο/νάιλον/οπάκ/ορθοπαιδικό/συνθετικό/χοντρό ~. ~ αδυνατίσματος (= μασαζο~)/εγκυμοσύνης. ~ για φλεβίτιδα και κιρσούς. Ο καβάλος του ~. ~ και ζαρτιέρες. ~ στο χρώμα του δέρματος. Μου 'φυγε ένας πόντος από το ~.|| Oλόσωμο ~.|| To ~ του χορευτή. Βλ. κολάν, ντενιέ. [< γαλλ. caleçon] | |
| 22543 | καλτ | επίθ. {άκλ.}: καλλιτεχνικό συνήθ. δημιούργημα ή καλλιτέχνης που, ενώ στην αρχή δεν είχε απήχηση, απέκτησε με τον καιρό φανατικό, αλλά εξειδικευμένο κοινό: ~ παράσταση/σκηνή. ~-αντεργκράουντ ταινία. Εμπορικός και ~ κινηματογράφος (βλ. σινεφίλ).|| ~ προσωπικότητα/συγγραφέας.|| (ως ουσ.) Από το κιτς στο ~. Bλ. ρετρό. [< αγγλ. cult, 1961] | |
| 22544 | κάλτσα | κάλ-τσα ουσ. (θηλ.) {καλτσ-ών, συνήθ. στον πληθ.}: εφαρμοστό κάλυμμα του κατώτερου τμήματος του ποδιού που φτάνει μέχρι τον αστράγαλο, την κνήμη ή το γόνατο και συνήθ. φοριέται μέσα από το παπούτσι: αθλητικές/ανδρικές/άπλυτες/βαμβακερές/γυναικείες/διχτυωτές/κοντές (βλ. σοσόνια)/μακριές/μάλλινες/νάιλον/παιδικές/πλεκτές (βλ. τσουράπι)/ποδηλατικές/ριγέ/τρύπιες/χοντρές ~ες. Ένα ζευγάρι ~ες. ~ες ποδοσφαίρου/σιλικόνης. Μπότα-~. Αλλάζω κάθε μέρα/μαντάρω/μπαλώνω/φοράω ~ες. Βάζω/βγάζω τις ~ες μου. Περπατάω με τις ~ες (: χωρίς παπούτσια). Βλ. καλσόν, κολάν.|| Aντιθρομβωτικές/ιατρικές/ισοθερμικές ~ες. Ελαστικές ~ες φλεβίτιδας.|| Χριστουγεννιάτικες ~ες κρεμασμένες στο τζάκι. ● Υποκ.: καλτσάκι (το) 1. κάλτσα μικρού μεγέθους. 2. πλεκτή κάλτσα που φορούν στα μωρά αντί για παπούτσι., καλτσούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δια(β)όλου κάλτσα (μτφ.-προφ.): για άνθρωπο ιδιαίτερα έξυπνο ή πονηρό: Δεν πιάνεται, είναι ~ ~! Πβ. δαιμόνιος, σε πουλά(ει) και σ’ αγοράζει. Βλ. τετραπέρατος. [< μεσν. κάλτσα < ιταλ. calza] | |
| 22545 | καλτσοδέτα | καλ-τσο-δέ-τα ουσ. (θηλ.): κυκλική ελαστική λωρίδα στο πάνω μέρος γυναικείας κάλτσας, η οποία χρησιμεύει για να τη συγκρατεί στο πόδι: δαντελένια ~. Πβ. ζαρτιέρες. Βλ. κορσές, -έτα. | |
| 22546 | καλτσόν | βλ. καλσόν | |
| 22547 | καλτσόνε | καλ-τσό-νε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) σκαλτσόνε: ΜΑΓΕΙΡ. σκεπαστή πίτσα (δηλ. τυλιγμένη στα δύο σε σχήμα μισοφέγγαρου). Βλ. πεϊνιρλί. [< ιταλ. calzone, 1944] | |
| 22548 | καλτσούνι | καλ-τσού-νι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΖΑΧΑΡ. & καλιτσούνι: σκαλτσούνι: ~ια με κανέλα/μέλι. 2. ΖΑΧΑΡ. κρητικό γλύκισμα με μυζήθρα. Πβ. λυχναράκια. 3. ΛΑΟΓΡ. πλεκτή κάλτσα. Πβ. τερλίκι, τσουράπι. Βλ. -ούνι. [< μεσν. καλτσόνι, σκαρτσούνι ‘είδος παντελονιού’, ιταλ. calzone] | |
| 22549 | καλύβα | κα-λύ-βα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) καλύβη 1. μικρή στεγασμένη κατασκευή, συνήθ. κατοικία, από ευτελή υλικά· (μειωτ.) φτωχόσπιτο: καλαμένια/ξύλινη/πλινθόκτιστη ~. ~ες από κλαδιά. Πβ. τσαρδί. Βλ. σκηνή, χορτο~. ΣΥΝ. καλύβι 2. ΕΚΚΛΗΣ. καθεμία από τις μικρές κατοικίες μοναχών που αποτελούν τη σκήτη. ● Υποκ.: καλυβούλα (η) [< αρχ. καλύβη] | |
| 22550 | καλύβι | κα-λύ-βι ουσ. (ουδ.): καλύβα, συνήθ. μικρή. ● Υποκ.: καλυβάκι (το) [< μεσν. καλύβι(ν)] | |
| 22551 | κάλυκας | κά-λυ-κας ουσ. (αρσ.) {καλύκ-ων} 1. κυλινδρική θήκη που περιέχει τη βολίδα και τη γόμωση πυροβόλου όπλου: άδειος/πλαστικός ~. ~ φυσιγγίου. ~ (διαμετρήματος) ... χιλιοστών. Βρέθηκε ο ~ (της σφαίρας) κοντά στο σημείο της δολοφονίας. Βλ. καψούλι, σκάγι.|| ~ αντιαεροπορικού βλήματος/οβίδας. 2. περίβλημα, συνήθ. μεταλλικό: ατσάλινος/βιδωτός ~. Ο ~ της ηλεκτρικής λάμπας/του λαμπτήρα. 3. ΒΟΤ. το μέρος του άνθους που αποτελείται από τα σέπαλα: κωδωνοειδής/σωληνοειδής/χοανοειδής ~. 4. ΑΡΧΑΙΟΛ. αγγείο πόσης με οριζόντιες λαβές και κωνικό πόδι. Βλ. κάνθαρος, κύλικα. ● ΣΥΜΠΛ.: γευστικοί κάλυκες: ΑΝΑΤ. μικρές σφαιρικές συναθροίσεις κυττάρων-χημειοϋποδοχέων και στηρικτικών κυττάρων (στη γλώσσα, υπερώα, επιγλωττίδα και σε τμήματα του λάρυγγα και του φάρυγγα) που είναι υπεύθυνες για την αίσθηση της γεύσης., νεφρικοί κάλυκες: ΑΝΑΤ. απεκκριτικές κοιλότητες της νεφρικής πυέλου. [< 1: αγγλ. shell 2: αγγλ. bulb 3,4: αρχ. κάλυξ, γαλλ. calice, αγγλ. calyx] | |
| 22552 | κάλυμμα | κά-λυμ-μα ουσ. (ουδ.) {καλύμμ-ατος | -ατα} & (καταχρ.) κάλυμα: οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να καλύψει κάτι: αδιάβροχο/ανοξείδωτο/διακοσμητικό/ελαστικό/μεταλλικό/μονωτικό/πλαστικό/υφασμάτινο ~. Προστατευτικό ~ δαπέδου. ~ αυτοκινήτου (= κουκούλα)/καλωδίου/κρεβατιού (= κουβερλί)/μαξιλαριού (= μαξιλαροθήκη)/μπαταρίας/πρίζας/τετραδίου (= ντύμα)/(φωτογραφικού) φακού (= καπάκι). ~ατα υποδημάτων (βλ. ποδονάρια)/φρεατίων. Αφαιρώ/τοποθετώ το ~. Πβ. επι~, κάλυψη, σκέπασμα. Βλ. περι~.|| (μτφ.) Aυθαιρεσίες υπό το ~ (= πρόσχημα) της ασυλίας. Πβ. προ~. ● καλύμματα (τα): υφάσματα που τοποθετούνται πάνω στα καθίσματα, για να τα προφυλάσσουν από τη φθορά: ~ για τους καναπέδες (= ριχτάρια)/τις καρέκλες. ● ΣΥΜΠΛ.: τεκτονικό κάλυμμα: ΓΕΩΛ. γεωλογικός σχηματισμός που μετακινείται από την αρχική του θέση και σταθεροποιείται πάνω σε άλλον. Bλ. επώθηση. [< αγγλ. tectonic nappe] , κάλυμμα (της) κεφαλής βλ. κεφαλή [< αρχ. κάλυμμα] | |
| 22553 | καλυμμαύκι | βλ. καλιμαύχι | |
| 22554 | καλύμπρα | βλ. καλίμπρα | |
| 22555 | καλυπτήριος | , α, ο κα-λυ-πτή-ρι-ος επίθ. (επιστ.): που καλύπτει κάτι: (ΑΝΑΤ.) ~ος: υμένας. ~α: μεμβράνη (βλ. επιθήλιο). Το ~ο σύστημα του σώματος (= δέρμα).|| (ΟΡΝΙΘ.) ~α: φτερά.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~α: πλάκα (τάφου). Βλ. -τήριος. [< μτγν. καλυπτήριον] | |
| 22556 | καλυπτικός | , ή, ό κα-λυ-πτι-κός επίθ.: που παρέχει κάλυψη: ~ό: μακιγιάζ/μέικ απ/στικ. ~ή: κρέμα. Πβ. επι~.|| Χρώματα με εξαιρετική ~ή ικανότητα (= καλυπτικότητα).|| (ΙΑΤΡ.) ~ό: επιθήλιο. Πβ. καλυπτήριος.|| (μτφ.) ~ή: (οικοδομική) άδεια/επιστολή. ● Ουσ.: καλυπτικό (το): ενν. καλλυντικό προϊόν, κυρ. κονσίλερ: ~ για τους μαύρους κύκλους/τα σπυράκια. ● ΣΥΜΠΛ.: παράγοντες συγκάλυψης βλ. παράγοντας [< αγγλ. covering, γαλλ. couvrant] | |
| 22557 | καλυπτικότητα | κα-λυ-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (συνήθ. για χρώματα ή καλλυντικά) ικανότητα κάλυψης με υψηλή αδιαφάνεια: εξαιρετική/μεγάλη/χαμηλή ~. Bλ. επι~, διαπερατότητα, -ότητα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ