| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22558 | καλύπτρα | κα-λύ-πτρα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. βέλο, πέπλο. Βλ. φερετζές. 2. (γενικότ.) κάλυμμα: ~ες τζακιού.|| (ΒΟΤ.) ~ της ρίζας. [< αρχ. καλύπτρα] | |
| 22559 | καλύπτω | κα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) {κάλυ-ψα, καλύ-φθηκε κ. -φτηκε, -μμένος (λόγ. κεκαλυμμένος), καλύπτ-οντας, -όμενος} 1. τοποθετώ κάτι πάνω ή μπροστά από κάτι άλλο: Το πάτωμα ~φθηκε με μάρμαρο/μοκέτα/πλακάκια (= επενδύθηκε, επικαλύφθηκε, στρώθηκε). Τα πάντα έχουν ~φτεί από/με σκόνη/σύννεφα καπνού/χιόνι. ΣΥΝ. σκεπάζω.|| ~ψαν (= γέμισαν) τον λάκκο με χώμα.|| ~ψε το πρόσωπο με τα χέρια της. Κάλυπτε (= έκρυβε) την είσοδο με το σώμα του.|| Τον ~ψε με μια κουβέρτα.|| Τοίχος ~μμένος με ταπετσαρία (βλ. περι~). Τούρτα ~μμένη με σαντιγί. Η διόρθωση των γραπτών γίνεται με ~μμένα τα ονόματα (των εξεταζομένων). ~μμένος με κουκούλα.|| (μτφ.) Πέπλο μυστηρίου ~ει την υπόθεση. Η δυνατή μουσική ~ψε τις φωνές. 2. (μτφ.) προστατεύω, προφυλάσσω: (σε ένοπλη συμπλοκή) ~ψέ με (να περάσω απέναντι)! Αν γίνει σεισμός, ~φθείτε κάτω από κάποιο έπιπλο!|| Δεν μπορούν να του κάνουν τίποτα, τον ~ει ο νόμος. Σε περίπτωση ατυχήματος/βλάβης, σας ~ει η ασφάλεια/η εγγύηση. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν ~ψε τον υπουργό (: τον άφησε εκτεθειμένο, τον άδειασε). Θέλω να είμαι ~μμένος (= διασφαλισμένος) ό,τι και να γίνει.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~μμένα: ομόλογα (: πλήρους εξασφάλισης). Βλ. ακάλυπτη επιταγή. 3. (μτφ.) εκπληρώνω, ικανοποιώ: Δεν νιώθει συναισθηματικά ~μμένη από τη σχέση της. Προσπαθούν να ~ψουν τις ανάγκες/τις απαιτήσεις/τα γούστα του κοινού. Πβ. ανταποκρίν-, αντεπεξέρχ-ομαι. Βλ. υπερ~.|| Η υποτροφία τού ~ει τα δίδακτρα. Η δαπάνη ~φθηκε από δωρεές/έρανο. Διακοπές με όλα τα έξοδα ~μμένα (= πληρωμένα).|| Η προσφορά δεν ~ει τη ζήτηση (: είναι μικρότερή της).|| (προφ.) Δεν έχω να προσθέσω τίποτα, με έχεις ~ψει (: είπες όσα ήθελα να πω). 4. (μτφ.) διανύω, διατρέχω: ~ψαν μια απόσταση/διαδρομή ... χιλιομέτρων. 5. (μτφ.) εξετάζω, πραγματεύομαι· (ειδικότ., στη δημοσιογραφία) ερευνώ ή/και παρουσιάζω ένα θέμα ή γεγονός: Η μελέτη ~ει την περίοδο από τον ... μέχρι τον ... αιώνα π.Χ.|| ~ μια συνέντευξη ραδιοφωνικά/τηλεοπτικά. Ποιος ~ψε το ρεπορτάζ; Η εκδήλωση ~εται (= μεταδίδεται) από τα κανάλια.|| Η ορχήστρα ~ψε (= ανέλαβε) το μουσικό μέρος της εκδήλωσης. 6. (μτφ.) αναπληρώνω, συμπληρώνω: Οι κενές θέσεις θα ~φθούν από τους επιλαχόντες.|| Στο τελευταίο πεντάλεπτο, ~ψαν τη διαφορά στο σκορ. Τρέχει για να ~ψει τον χαμένο χρόνο. 7. (μτφ.) ολοκληρώνω, τελειώνω: ~ψαν την ύλη του μαθήματος. 8. (μτφ.) αποκρύπτω, συγκαλύπτω: Θέλουν να ~ψουν το σκάνδαλο. Βλ. ανα~. ΣΥΝ. αποσιωπώ, θάβω (4), καπακώνω (3), κουκουλώνω (2) ΑΝΤ. αποκαλύπτω (1), ξεσκεπάζω (2) ● καλύπτει: καταλαμβάνει: Οι εγκαταστάσεις ~ουν (= πιάνουν) (μια) έκταση ... στρεμμάτων.|| Η ανθολογία/έκθεση ~ μια περίοδο ... ετών. Πβ. διαρκεί. ● ΦΡ.: καλύπτω το κενό/τα κενά: αντιμετωπίζω τις ελλείψεις που έχουν δημιουργηθεί: Προσπαθούν να ~ψουν το κενό που δημιουργήθηκε με την αποχώρησή του.|| Πρέπει να ~ψεις τα κενά σου στα Μαθηματικά!, καλυφθείτε!: ΣΤΡΑΤ. παράγγελμα σε στρατιώτες να φορέσουν τα πηλήκια ή τους μπερέδες τους. ΑΝΤ. αποκαλυφθείτε!, καλύπτω/ανακτώ/(ξανα)κερδίζω το χαμένο έδαφος βλ. έδαφος, φυλάω/καλύπτω τα νώτα μου βλ. νώτα ● βλ. κεκαλυμμένος [< αρχ. καλύπτω, γαλλ. couvrir, αγγλ. cover] | |
| 22560 | καλύτερα | κα-λύ-τε-ρα επίρρ.: πιο καλά: ~ δεν γίνεται/έτσι! Μπορείς ακόμη/και ~. Ας γνωριστούμε λίγο ~! ~ να μην πεις τίποτα (= είναι προτιμότερο). Νιώθω ~ σήμερα. Τα πήγα ~ από πέρσι. Πού είναι ~; ~ που δεν ήρθες, η ταινία ήταν χάλια. Βλ. καλώς.|| (δηλωτικό αγανάκτησης ή θυμού:) Άσ' το ~! ~ ας μη/να μη μιλήσω ~! Βλ. κάλλιο. ΑΝΤ. χειρότερα ● ΦΡ.: κάθε μέρα και καλύτερα βλ. μέρα, κάθε πέρ(υ)σι και καλύτερα, (κάθε φέτος και χειρότερα) βλ. πέρυσι, καλύτερα να μασάς, παρά να μιλάς! βλ. μασώ, καλύτερα να σε ζηλεύουν(ε) παρά να σε λυπούνται βλ. ζηλεύω, καλύτερα να τον ντύνεις, παρά να τον ταΐζεις βλ. ντύνω, καλύτερα/κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα βλ. μάτι | |
| 22561 | καλυτέρευση | κα-λυ-τέ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) καλυτέρεψη: αλλαγή προς το καλύτερο: θεαματική/μικρή/σημαντική/σταδιακή/συνεχής ~. ~ του βιοτικού επιπέδου (= άνοδος)/του καιρού/των συγκοινωνιών/των συνθηκών. Δείγματα/ελπίδες/σημάδια ~ης (βλ. ανάπτυξη, εξέλιξη, πρόοδος). Δύσκολη κατάσταση χωρίς δυνατότητα/περιθώρια ~ης (πβ. ανάκαμψη). (Δεν) βλέπει/έχει ~ (στην υγεία του). Μπορούμε να συμβάλουμε όλοι στην ~ της ποιότητας ζωής. Βλ. διόρθωση. ΣΥΝ. βελτίωση ΑΝΤ. επιδείνωση, χειροτέρευση | |
| 56742 | Καλυτερευση | χει-ρο-τέ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (σπάν.-προφ.) χειροτέρεψη & χειροτέρεμα: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χειροτερεύω: ~ της θέσης του κατηγορούμενου (πβ. επιβάρυνση)/του καιρού/των συμπτωμάτων (μιας νόσου). Αναμένεται δραματική/ραγδαία ~ του βιοτικού επιπέδου/της οικονομίας/των όρων και συνθηκών εργασίας/της ποιότητας ζωής. Παρατηρείται απότομη ~ της κατάστασης της υγείας του. ΣΥΝ. επιδείνωση ΑΝΤ. βελτίωση, καλυτέρευση [< γαλλ. détérioration, γερμ. Verschlechterung] | |
| 22562 | καλυτερεύω | κα-λυ-τε-ρεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καλυτέρε-ψε κ. καλυτέρευ-σε, καλυτερεύ-οντας} ΑΝΤ. χειροτερεύω 1. γίνομαι καλύτερος: Όλο και/όσο πάει και ~ει η υγεία του (= βελτιώνεται, πάει προς το καλύτερο· ΑΝΤ. επιδεινώνεται). Όλα θα ~ψουν (= θα φτιάξουν)! Η διάθεσή/εμφάνισή της έχει ~ψει πολύ/σημαντικά. Η κατάσταση δεν φαίνεται να ~ει. 2. βελτιώνω: Προσπάθησε να ~ψεις τον εαυτό σου! [< μεσν. καλυτερεύω] | |
| 22563 | καλύτερος | , η, ο κα-λύ-τε-ρος επίθ. 1. (συγκρ.) πιο καλός: ελπίδα για έναν ~ο κόσμο. Έρχονται ~ες μέρες.|| Ήταν ~ και δίκαια νίκησε. Είσαι πολύ ~ός (= ανώτερός) του. ΑΝΤ. χειρότερος (1) 2. (υπερθ., συνήθ. με άρθρο) ο πιο καλός: βραβείο ~ης ταινίας. Ψηφίστηκε ως ο ~ ηθοποιός.|| H ~η (δυνατή) επιλογή/λύση (= η πιο ενδεδειγμένη· πβ. κάλλιστος). Προϊόντα στις ~ες τιμές (= στις πιο συμφέρουσες)!|| Ο ~ός μου φίλος (= o πιο αγαπημένος). Είσαι ο ~ άνθρωπος του κόσμου! Τα φετινά ήταν τα ~α γενέθλια της ζωής μου (= τα ομορφότερα, τα πιο ευτυχισμένα).|| (ως ουσ.) Ας κερδίσει ο ~! Θα προσπαθήσουμε για το ~ο! Βγήκε πρώτος ανάμεσα στους ~ους. Εύχομαι τα ~α (= τα βέλτιστα). ● ΦΡ.: ό,τι καλύτερο: το πιο καλό: Θέλουν ~ ~ για τα παιδιά τους. Έκανα ~ ~ μπορούσα! Είσαι ~ ~ έχω γνωρίσει/μου έχει συμβεί! Το να μείνεις χωρίς δουλειά σίγουρα δεν είναι κ(α)ι ~ ~.|| (ως ευχή:) Εύχομαι ~ ~ (= όλα τα καλά) σε σένα και την οικογένειά σου! ΑΝΤ. ό,τι χειρότερο, προς το καλύτερο: για να δηλωθεί σταδιακή βελτίωση: Η κατάσταση της υγείας του πάει ~ ~ (= βελτιώνεται, καλυτερεύει). Τα πράγματα αλλάζουν/εξελίσσονται ~ ~., τα καλύτερα έρχονται! & τα καλύτερα είναι μπροστά: (ως ενθάρρυνση) η κατάσταση θα βελτιωθεί: Μην ανησυχείς, ~ ~! Yπομονή, γιατί ~ ~!, (από/καλύτερα) μακριά και αγαπημένοι βλ. μακριά, δεν λες καλά/καλύτερα (που) ... βλ. λέω, δίνω/δείχνω τον καλύτερό μου εαυτό βλ. εαυτός, η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση βλ. άμυνα, κλάσεις ανώτερος βλ. κλάση2, ο καλύτερος του χωριού βλ. χωριό, πρώτος και καλύτερος βλ. πρώτος, τόσο το καλύτερο/το χειρότερο βλ. τόσο [< μεσν. καλύτερος] | |
| 22564 | καλυτερότερος | , η, ο κα-λυ-τε-ρό-τε-ρος επίθ. (νεαν. αργκό-επιτατ.): ο καλύτερος από όλους, που δεν συγκρίνεται με κανέναν: Σε παραδέχομαι! Είσαι ο ~! Για μένα είναι ο ~ όλων! | |
| 22565 | κάλυψη | κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. σκέπασμα επιφάνειας με ένα υλικό· συνεκδ. κάλυμμα: ~ των δαπέδων με ξύλο/της στέγης με κεραμίδια (= επένδυση, στρώσιμο). ~ του χειμάρρου (βλ. αντιπλημμυρικά έργα). Βλ. εδαφο~, επι~, νεφο~, παγο~, φυτο~, χιονο~.|| ~ του κεφαλιού (βλ. κάλυμμα της κεφαλής)/του σώματος. ~ του τραύματος με γάζα. Βλ. περι~.|| Γυάλινη/μεταλλική/προστατευτική ~. 2. (μτφ.) προστασία, εξασφάλιση, στήριξη: (ασφαλιστικές ~ύψεις:) ~ απώλειας/ασθένειας/ατυχήματος/ζημίας/θανάτου/κλοπής/πυρός/σεισμού (βλ. αποζημίωση). Παρέχεται/προσφέρεται (πλήρης/ολοκληρωμένη) ιατροφαρμακευτική/νομική/οδική (βλ. οδική βοήθεια) ~.|| Υγειονομική ~ επαγγελματικών χώρων (: απεντόμωση, απολύμανση, μυοκτονία)/των κατοίκων (του νησιού). Στρατιωτική ~ (βλ. προ~). Πβ. προφύλαξη.|| Ανάγκη του παιδιού για συναισθηματική ~.|| Πράξεις βίας υπό την ~ του καθεστώτος. Είχε την πλήρη ~ του Διευθυντή (ΑΝΤ. άδειασμα). Βλ. αλληλο~.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ επιταγών (βλ. ακάλυπτη επιταγή). 3. (μτφ.) εκπλήρωση, ικανοποίηση: ~ των αιτημάτων/της ζήτησης/των όρων/των προϋποθέσεων/των τεκμηρίων/της υποχρέωσης. Επιτεύχθηκε η ~ του στόχου. Βλ. υπερ~.|| Οικονομική ~ έργου (: χρηματοδότηση)/σπουδών (: υποτροφία). Μερική/ολική ~ των δαπανών. Δάνειο για την ~ διαφόρων αναγκών. 4. (μτφ.) διάνυση: ~ της απόστασης σε ... ώρες. 5. (μτφ.) εξέταση, πραγμάτευση· (ειδικότ., στα ΜΜΕ) παρουσίαση, μετάδοση: βιβλιογραφική/εκτενής/επαρκής/ευρεία/λεπτομερής/σφαιρική/σωστή ~ του θέματος (πβ. μελέτη).|| Δημοσιογραφική/ειδησεογραφική/ραδιοφωνική/τηλεοπτική ~ της δίκης. Απευθείας/ζωντανή ~ του αγώνα. Αντικειμενική ~ της προεκλογικής εκστρατείας/του ρεπορτάζ. Η ~ της υπόθεσης από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.|| Κανάλι με διεθνή/πανελλήνια/τοπική ~ (= εμβέλεια).|| Μουσικές και ηχητικές ~ύψεις εκδηλώσεων. 6. (μτφ.) αναπλήρωση, συμπλήρωση: ~ του ελλείμματος/των ελλείψεων/του κενού (σε έναν τομέα).|| ~ του ωραρίου (: από τους εργαζόμενους). 7. (μτφ.) αποσιώπηση, συγκάλυψη: ~ των ατασθαλιών/του εγκλήματος. Βλ. ανα~. ΣΥΝ. απόκρυψη (1), θάψιμο (3), κουκούλωμα (1) ΑΝΤ. αποκάλυψη (1) 8. ολοκλήρωση: ~ της διδακτέας ύλης. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορική κάλυψη: ΣΤΡΑΤ. προστασία από αέρος με μαχητικά αεροσκάφη. [< αγγλ. air cover] , κάλυψη του οικοπέδου: η επιφάνεια που περιβάλλεται από τις προβολές των περιγραμμάτων όλων των κτιρίων του οικοπέδου πάνω σε οριζόντιο επίπεδο. Βλ. συντελεστής δόμησης. ● ΦΡ.: κάλυψη και απόκρυψη: ΣΤΡΑΤ. τακτική για την αποφυγή εντοπισμού από τον αντίπαλο: Η ιδανική βολή είναι υπό ~ ~ προς την πλευρά του εχθρού.|| (μτφ.) Χρησιμοποιεί άριστα την τεχνική της ~ης και ~ης., υπό κάλυψη: ΓΕΩΠ. για προϊόντα που καλλιεργούνται σε θερμοκήπια: κηπευτικά ~ ~. ~ ~ και υπαίθρια καλλιέργεια. [< γαλλ. sous-abri] [< 1: μτγν. κάλυψις, αγγλ. coverage] | |
| 22566 | κάλφας | κάλ-φας ουσ. (αρσ.) {καλφ-άδες} (παλαιότ.-λαϊκό): μαθητευόμενος τεχνίτης. ΣΥΝ. παραγιός, τσιράκι (2) [< μεσν. κάλφας < τουρκ. kalfa] | |
| 22567 | καλώ | [καλῶ] κα-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καλ-είς ... | κάλ-εσε, καλ-ούμαι, κλή-θηκε (λόγ. σπανιότ. εκλή-θη, μτχ. κλη-θείς, -θείσα, -θέν), (προφ.) καλέστηκα, κλη-θώ, καλ-ών (-ούντος | -ούντες), -ούμενος, -εσμένος, -ώντας} 1. ζητώ από κάποιον να έρθει, να παρευρεθεί κάπου ή να κάνει κάτι: Σας ~ για δείπνο/καφέ/φαγητό. Με ~εσε στον γάμο/στην εκπομπή/στο σπίτι του. Μας έχουν ~έσει σε γεύμα/στα εγκαίνια/στο πάρτι (= είμαστε ~εσμένοι).|| Τον ~εσαν στην παρέα τους.|| Τον ~εσε στο βήμα, για να απευθύνει χαιρετισμό. Βλ. εκ~, ξανα~, παρα~. ΣΥΝ. προσκαλώ 2. ειδοποιώ συνήθ. μέσω τηλεφώνου: ~έσαμε (= φωνάξαμε) ασθενοφόρο/βοήθεια/γιατρό στο σπίτι/ραδιοταξί. Φύγε, μην ~έσω την Αστυνομία! ~εσε (= πάρε τηλέφωνο) το Εκατό (100)/την Πυροσβεστική! (σε ξενοδοχείο:) Αν χρειαστείτε κάτι, ~έστε την υπηρεσία δωματίου! Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, ~έστε το ... (= σχηματίστε τον αριθμό)! 3. τηλεφωνώ: ~ από σταθερό/μέσω κινητού. Εσύ με ~εσες (στο τηλέφωνο); ~έσατε λάθος. ΣΥΝ. παίρνω.|| Η χρέωση των κλήσεων μοιράζεται μεταξύ ~ούντος και ~ουμένου. Πληκτρολόγηση του ~ούμενου αριθμού.|| (ειδικότ.) Το τηλέφωνο ~εί κανονικά (: δίνει σήμα· δεν είναι κατειλημμένο ή δεν δείχνει να έχει βλάβη). 4. ζητώ επισήμως ή/και αρμοδίως από κάποιον να παρουσιαστεί κάπου ή να πράξει κάτι: ~είται: να απολογηθεί. Ο αθλητικός δικαστής τον ~εσε σε απολογία. ~θηκε στον ανακριτή/στο Αστυνομικό Τμήμα για κατάθεση/στην Ασφάλεια. ~θηκε (= κλητεύτηκε) ως μάρτυρας στη δίκη. Βλ. προσεπι~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Τον ~εσαν να καταταγεί/να παρουσιαστεί στο Ναυτικό. Οι ~ούμενοι στρατεύσιμοι.|| Οι ενδιαφερόμενοι/υποψήφιοι ~ούνται να υποβάλουν αίτηση. ~θηκαν σε ακρόαση/διαβουλεύσεις/διάλογο/συνέντευξη/σύσκεψη. Ο παραβάτης θα ~θεί να καταβάλει πρόστιμο. ~θείς να απαντήσει/σχολιάσει, δήλωσε ότι ... Βλ. ανα~, εγ~, μετα~, συγ~. 5. παρακινώ, προτρέπω· προστάζω: Τα συνδικάτα ~ούν (τους εργαζομένους) σε απεργία/αποχή/διαμαρτυρία/κινητοποίηση/πορεία/συγκέντρωση/συμπαράσταση/συσπείρωση. Οι οικολογικές οργανώσεις μας ~ούν σε δράση/εγρήγορση/επαγρύπνηση. Μας ~εί το καθήκον. Βλ. προ~.|| (ειρων.) Φεύγω, με ~εί το κρεβάτι (: νυστάζω)! Ας πιούμε· το ~ούν (= απαιτούν, επιβάλλουν) οι περιστάσεις!|| ~είστε να δώσετε μια εξήγηση! ● Παθ.: καλείται (επίσ.): λέγεται, ονομάζεται: Το φως αποτελείται από σωματίδια που ~ούνται φωτόνια. Οι χώρες του ~ούμενου Τρίτου Κόσμου (= αποκαλούμενου, λεγόμενου). (ΝΟΜ., σε σύμβαση ή συμβόλαιο) Η ..., εφεξής ~ούμενη (χάριν συντομίας) "Εταιρεία", ... ● ΦΡ.: καλώ σε βοήθεια: φωνάζω, ζητώντας βοήθεια: ~ούσε απεγνωσμένα ~., καλώ το ασανσέρ: πατώ το κουμπί για να έρθει ο θάλαμος του ανελκυστήρα στον όροφο όπου βρίσκομαι., καλώ (κάποιον) στα όπλα βλ. όπλο [< 1, 4: αρχ. καλῶ, αγγλ. call] | |
| 22568 | καλωδιακός | , ή, ό κα-λω-δι-α-κός επίθ. 1. ΤΗΛΕΠ. που μεταδίδει το τηλεοπτικό, ραδιοφωνικό ή τηλεφωνικό σήμα μέσω οπτικών ινών ή παλαιότ. ομοαξονικών καλωδίων: ~ό: δίκτυο (πβ. δομημένη καλωδίωση).|| (ειδικότ., που αναφέρεται στην ~ή τηλεόραση) ~ός: δέκτης. ~ό: μόντεμ. ~ές: υπηρεσίες. ~ά: κανάλια (βλ. δορυφορικός). ΣΥΝ. ενσύρματος 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σπανιότ.) που κατασκευάζεται, λειτουργεί με καλώδια ή σχετίζεται με αυτά: ~ός: (εκρηκτικός) μηχανισμός. ~ή: γέφυρα (= καλωδιωτή).|| ~ή: βλάβη/σύνδεση. ● επίρρ.: καλωδιακά ● ΣΥΜΠΛ.: καλωδιακό πλοίο: που φέρει κατάλληλο τεχνικό εξοπλισμό για την πόντιση, ανέλκυση ή συντήρηση υποβρυχίων καλωδίων. [< αγγλ. cable ship] , καλωδιακή τηλεόραση βλ. τηλεόραση [< αγγλ. cable] | |
| 22569 | καλώδιο | κα-λώ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {καλωδί-ου | -ων}: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. δέσμη συρμάτων που περιβάλλεται από μονωτικό υλικό και χρησιμεύει ως αγωγός ηλεκτρικής ενέργειας· (ΤΗΛΕΠ.) το αντίστοιχο μέσο διάδοσης κυρ. τηλεοπτικών ή τηλεφωνικών σημάτων: αναλογικά ή ψηφιακά/εναέρια, υπόγεια ή υποβρύχια/εύκαμπτα/ηλεκτρικά/θερμαντικά ή θερμικά (: σε ενδοδαπέδια θέρμανση)/ομοαξονικά/σειριακά/τηλεγραφικά/χάλκινα ~α. Το (σπιράλ) ~ του ακουστικού. ~ μεταφοράς δεδομένων/μουσικής (για κινητό)/προέκτασης/σύνδεσης/τροφοδοσίας (βλ. τροφοδοτικό)/φόρτισης. Ο ακροδέκτης/το βύσμα του ~ου. Αντικατάσταση φθαρμένου ~ου. Τα ~α του Η/Υ. Τα ~α της ΔΕΗ (: ~α υψηλής τάσης· βλ. πυλώνας)/του ΟΤΕ. ~α ηχείων/μικροφώνου (= μικροφωνικά ~α). ~α-αντάπτορες/μετατροπείς. Αξεσουάρ/απογυμνωτής/κόπτης ~ων. Έλεγχος των ~ων (βλ. καλωδίωση). Κίνδυνος ηλεκτροπληξίας από γυμνά ~α. Βάζω το ~ (της συσκευής) στην πρίζα (πβ. καλωδιώνω). Βλ. μπουζο~.|| ~α οπτικών ινών. ● Υποκ.: καλωδιάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γδάρτης καλωδίων βλ. γδάρτης, τριπολικό καλώδιο βλ. τριπολικός [< αρχ. καλῴδιον ΄μικρό παλαμάρι', γαλλ. câble, αγγλ. cable] | |
| 22570 | καλωδιωμένος | , η, ο κα-λω-δι-ω-μέ-νος επίθ.: συνδεδεμένος με καλώδια: (για ασθενή) ~ σε μηχάνημα υποστήριξης.|| (κατ' επέκτ., για τηλεπαρουσιαστή) ~ συνέχεια με ακουστικά/μικρόφωνα. (ειρων.) ~οι με τα κινητά και τα εμ-πι-θρι. Ζει ~ στο ίντερνετ/σ' έναν υπολογιστή. [< αγγλ. wired(-in), 1962] | |
| 22571 | καλωδιώνω | κα-λω-δι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {καλωδίω-σε, καλωδιώ-σει, -θηκε, -μένος, καλωδιών-οντας} (προφ.): συνδέω με καλώδια: ~σε τη συσκευή.|| (για ασθενή) Τον ~σαν (πβ. διασωληνώνω). ~θηκα (= συνδέθηκα) στο ίντερνετ (βλ. δικτυώνω). (για παρουσιαστή) ~θηκε με ακουστικά και μικρόφωνα. [< αγγλ. wire(-in)] | |
| 22572 | καλωδίωση | κα-λω-δί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. -ΤΗΛΕΠ. σύνδεση με καλώδια· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) η αντίστοιχη εγκατάσταση, τα καλώδια: απλή/εσωτερική/κατακόρυφη/κεντρική/οριζόντια ~. Οικιακή ηλεκτρική ~. ~ δικτύου υπολογιστών (= δικτύωση)/εξοπλισμού.|| ~ οπτικών ινών. Έλεγχος ~ης. Εξωτερικές/υπόγειες ~ώσεις. ~ώσεις τροφοδοσίας/υψηλής τάσης (= πυλώνες). Αντικατάσταση/εργασίες/τοποθέτηση ~ώσεων. Οι ~ώσεις διέρχονται από μεταλλικές σωληνώσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: δομημένη καλωδίωση : ΤΗΛΕΠ. εγκατάσταση συστήματος καλωδιώσεων ασθενών ρευμάτων για τη μεταφορά δεδομένων, ήχου, εικόνας σε ένα δίκτυο, η οποία στηρίζεται σε διεθνώς καθιερωμένα πρότυπα. [< αγγλ. structured cabling] [< αγγλ. cabling] | |
| 22573 | καλωδιωτός | , ή, ό κα-λω-δι-ω-τός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καλωδιωτή γέφυρα βλ. γέφυρα | |
| 22574 | καλώς | [καλῶς] κα-λώς επίρρ. {καλύτερα, άριστα (λογιότ.) κάλλιστα} (λόγ.) 1. σωστά, ικανοποιητικά: Αν ενθυμούμαι ~, ...|| ~ έπραξες! Έτσι αποφάσισαν και ~ (έκαναν). Πβ. ορθώς.|| Βαθμός πτυχίου "~".|| Αν είναι έτσι, ~ (= σύμφωνοι). ΑΝΤ. κακώς 2. για την εισαγωγή ευχετ. φράσεων: ~ να γυρίσεις/να πας!|| (σε εκφρ. υποδοχής:) ~ τον/τους! ~ τα παιδιά! (συχνά ειρων.) ~ τα μάτια μου/μας τα δυο! (ως απάντηση:) ~ σε/σας βρήκα!|| ~ τα/τους δέχτηκες/να τους δεχτείς (= να τους υποδεχτείς)! ● ΦΡ.: έχει καλώς: για δήλωση συμφωνίας, συγκατάβασης· καλά, εντάξει: ~ ~, θα το φροντίσω. Αν τα καταφέρω, ~ ~· αλλιώς, θα ξαναπροσπαθήσω. Πβ. πάει καλά., καλώς εχόντων των πραγμάτων: αν εξελιχθούν όλα ομαλά: ~ ~, θα έχω τελειώσει μέχρι αύριο. Πβ. εκτός απροόπτου., καλώς ή κακώς: ανεξαρτήτως του αν κάτι είναι θετικό ή αρνητικό, αν συμφωνούμε ή όχι: ~ ~, αύριο θα έχει λήξει το θέμα., βαίνει καλώς βλ. βαίνω, έλα/καλώς ήρθες στο κλαμπ βλ. κλαμπ, καλώς ήρθες/ήρθατε βλ. έρχομαι, καλώς όρισες/ορίσατε βλ. ορίζω, καλώς τον(α) κι ας άργησε! βλ. αργώ, λίαν καλώς βλ. λίαν, ο καλώς/κακώς εννοούμενος βλ. εννοούμενος ● βλ. καλά, καλός [< αρχ. καλῶς] | |
| 9378 | Καλωσορίζομαι | βλέ-πω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {είδα (δω, προστ. δες, δείτε (λαϊκό) δέστε κ. ιδέστε, δει (λαϊκό) ιδεί, ειδωθήκαμε κ. ιδωθήκαμε, ιδωθεί, βλέποντας, ιδωμένος} 1. αντιλαμβάνομαι οπτικές παραστάσεις μέσω της όρασης, στρέφω το βλέμμα μου προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: Δεν ~ει καθόλου (= είναι τυφλός)/καλά χωρίς γυαλιά (βλ. μυωπία, πρεσβυωπία). ~ει από το ένα μάτι. Βλ. αγγίζω, ακούω, γεύομαι, μυρίζω.|| (μτφ.) ~ει με τα μάτια της ψυχής.|| (Για) δες (= κοίτα) πάνω/πώς περπατάει/τι κάνει! Την είδε από μακριά/στο βάθος. Με το που τον ~ει, ... Τους είδαν να φεύγουν. Μη σε δει κανείς (= μη σε πάρει είδηση)! Δεν ~εις (= προσέχεις) πού πατάς; Δεν μπορούσαμε να δούμε (= διακρίνουμε) τίποτα από τον καπνό. Χαίρεσαι να τους ~εις μαζί (: ταιριάζουν). Θέλω να σε ~ (: να είσαι) χαρούμενη. (σε ευχή) Να τη δεις νυφούλα (πβ. καμαρώνω)!|| Το είδα στην εφημερίδα (= διάβασα). Βλ. δια~, ξανα~, παρα~, πρωτο~. 2. (μτφ.) διαμορφώνω άποψη, θεωρώ, κρίνω, αντιμετωπίζω με συγκεκριμένο τρόπο: Πώς ~εις (: αξιολογείς, βρίσκεις) την κατάσταση; Δες το σαν μια καλή ευκαιρία να ... Δεν το ~ σωστό να ... Αν συνεχίσεις έτσι, σε ~ (= προβλέπω) να μένεις στην ίδια τάξη! Δεν (μας) ~ να τα καταφέρνουμε (πβ. πιστεύω)!|| ~ει (= μαντεύει, προλέγει, προφητεύει) το μέλλον.|| Πώς ~εις (= φαντάζεσαι) τον εαυτό σου μετά από δέκα χρόνια;|| Σε ~ μόνο σαν φίλο (: όχι ερωτικά). ~ει τους πάντες και τα πάντα με καχυποψία (πβ. υπο~).|| Κοιμήσου τώρα και αύριο ~ουμε (= αποφασίζουμε) τι θα κάνουμε. 3. (μτφ.) διαπιστώνω, καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ: Τώρα ~ ότι έκανα λάθος. ~εις πόσο κουράζομαι; Όπως θα είδατε κι οι ίδιοι, οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Είδες που στα 'λεγα; Περιμένω να δω πού θα καταλήξει η συζήτηση. Δεν ~ τι νόημα έχουν όλα αυτά. Πβ. κατανοώ.|| (κατ' επέκτ.) Θα δεις (= θα μάθεις) πολλά εδώ που ήρθες. Δεν είδες τι έγινε (: δεν έμαθες); ΣΥΝ. αντιλαμβάνομαι (1) 4. (μτφ.) ελέγχω, προσέχω, ερευνώ: Δες (= τσέκαρε) αν υπάρχουν λάθη στο κείμενο.|| Πρέπει να σε δει (= εξετάσει) γιατρός. Ας δούμε το ζήτημα αναλυτικά.|| ~ το μωρό/το φαγητό/τη φωτιά (πβ. επιτηρώ).|| ~ουν (= ενδιαφέρονται, κοιτάζουν) μόνο το κέρδος/το συμφέρον τους. Πβ. απο~, προσ~. 5. επικοινωνώ με κάποιον, τον συναντώ ή τον επισκέπτομαι: Τον είδα χθες. Έλα να με δεις, όποτε θες. Ο διευθυντής θα σας δει (= δεχτεί) σε λίγο. Δεν θέλω να δω κανένα (: θέλω να μείνω μόνος). Είμαι σίγουρη, κάπου σ' έχω δει (πβ. γνωρίζω, ξέρω). 6. (για θεάματα) παρακολουθώ: Τι ~εις στην τηλεόραση; Πήγαν να δουν τον αγώνα (στο γήπεδο). ● βλέπε (συντομ. βλ.): ως παραπομπή: ~ σελ. ... Πβ. ιδέ., βλέπει (μτφ.): έχει θέα προς ορισμένο σημείο: Βεράντα που ~ προς τη θάλασσα. Το μπαλκόνι ~ ανατολικά. ΣΥΝ. αντικρίζει, βλεπόμαστε: συναντιόμαστε: Δεν ~ πια (: έχουμε χαθεί, δεν επικοινωνούμε). Ειδωθήκαμε πρόσφατα. Πόσο καιρό έχουμε να ιδωθούμε; ~ονται στα κρυφά (: για ερωτικές συναντήσεις)., έχω δει: έχω αρνητικά ή θετικά βιώματα: Μόνο λύπες έχει ~ στη ζωή της. Πβ. ζω. ● ΦΡ.: (βλέπω κάποιον/κάτι) με άλλο/διαφορετικό μάτι: αλλάζω στάση απέναντι σε κάποιον ή κάτι, αντιμετωπίζω πιο θετικά τους ανθρώπους ή/και τις καταστάσεις: Δείτε τον εαυτό σας ~ ~. Η ζωή ~ ~., (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί θαυμασμός, έκπληξη, αγανάκτηση, εκνευρισμός ή αποδοκιμασία: ~ ~ μεγαλεία/σύμπτωση! ~ ~ να με κατηγορεί κι από πάνω. Για δες/κοίτα που τα κατάφερε! Πβ. άκουσον, άκουσον! άκου πράγματα!, (για) να δεις/δει την υγειά σου/του: (για) να επανακτήσει(ς) τη σωματική και ψυχική σου/του υγεία: Κόψε το πολύ φαΐ, ~ ~ σου., (όπως) βλέπεις/βλέπετε (προφ.-παρενθετικά): συνήθ. για αιτιολόγηση των λεγομένων, έκφρ. απολογητικής ή ειρωνικής διάθεσης: Δεν θέλω, ~ ~, να γίνομαι βάρος. Παραιτήθηκε· δεν μπορεί, ~ ~, να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. ~ ~, έχω δίκιο., ... να δουν τα μάτια σου! (προφ.-εμφατ.): για να τονιστεί μεγάλη ποσότητα, πλήθος: Λεφτά/νερά ~ ~!, άκου(σε)/κοίτα(ξε) (να δεις) & ακούστε (να δείτε)/κοιτάξτε (να δείτε) (στην αρχή του λόγου, προφ.) 1. άκουσέ με, πρόσεξε, για να καταλάβεις: ~ ~ πώς έχει η κατάσταση/τι θα κάνουμε. ~ ~, τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως περιμέναμε. (απειλητ.) ~ ~! Δεν θα τα πάμε καθόλου καλά! Βλ. παραγεμίσματα. ΣΥΝ. άκου (/κοίτα) να σου πω/ακούστε (κοιτάξτε) να σας πω! 2. για να δηλωθεί έκπληξη ή απαξίωση: ~ ~ πρά(γ)ματα! Πβ. (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί., βλέπει μακριά: (για πρόσωπο) είναι διορατικός, αντιλαμβάνεται τη μελλοντική εξέλιξη των πραγμάτων., βλέπεις/είδες που ...; (προφ.): για να τονίσει ο ομιλητής ότι τελικά είχε δίκιο για κάτι ή/και ότι η άποψη του συνομιλητή του δεν ισχύει: ~ ~ άδικα ανησύχησες/στα 'λεγα;, βλέποντας και κάνοντας (προφ.): ανάλογα με τις συνθήκες, την περίσταση: Η λογική/η πολιτική του ~ ~ (: κυρ. όταν δεν υπάρχει μακροπρόθεσμος σχεδιασμός)., βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια & τα μάτια μου βλέπουν/κάνουν αστ(ε)ράκια/πουλάκια (προφ.): ζαλίζομαι μετά από δυνατό χτύπημα (συνήθ. στο κεφάλι), πτώση ή κούραση: Του έριξε ένα χαστούκι και ακόμα ~ει ~. Βλέπω ~ από το διάβασμα., βλέπω κάποιον/κάτι στο όνειρό μου/στον ύπνο μου & βλέπω όνειρο 1. ονειρεύομαι: Χθες το βράδυ σε είδα στο όνειρό μου. Είδα στον ύπνο μου ότι ... Τι όνειρο είδες; 2. (μτφ.) φαντάζομαι ανυπόστατα πράγματα: Στο όνειρό σου/στον ύπνο σου το είδες; ~ει όνειρα και στον ξύπνιο του!, για να δούμε ... (προφ.): ως έκφραση επιφύλαξης ή συγκρατημένης αισιοδοξίας: -Θα έρθει σίγουρα! -~ ~ ... Πβ. θα δείξει, θα δούμε.|| ~ ~ τι θα δούμε/τι θα γίνει!, δεν βλέπεται: είναι πολύ άσχημος ή στερείται αισθητικής, ποιότητας., δεν βλέπω (τον λόγο) γιατί: δεν καταλαβαίνω την αιτία: ~ ~ να μην τα καταφέρουμε. ~ ~ τον κατηγορούν., δεν βλέπω την ώρα να ...: ανυπομονώ, λαχταρώ: ~ ~ γυρίσω/φύγω. Πβ. αδημονώ, πώς και πώς/τι. ΣΥΝ. μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες, δεν βλέπω φως (μτφ.): δεν διαβλέπω θετική εξέλιξη: ~ ~ στην άκρη/στο βάθος του τούνελ., δεν με/σε/τον βλέπω καλά (προφ.): κρίνω ότι τα πράγματα δεν θα έχουν ευνοϊκή εξέλιξη: Πάω να κοιμηθώ, γιατί δεν με ~ ~ (: είμαι πολύ κουρασμένος). (ως προειδοποίηση ή απειλητ.) Πρόσεχε τι λες, γιατί δεν σε ~ ~., εγώ να δεις! (προφ.-εμφατ.): για να ενισχυθούν τα λεγόμενα του συνομιλητή: -Έχω περάσει τα πάνδεινα. -~ ~ τι έχω τραβήξει! (ειρων.) -Είμαι πολύ χαρούμενος που θα τον ξαναδώ. -~ ~!, είδα (κάποιον/κάτι) με τα ίδια μου τα μάτια/με τα μάτια μου: ήμουν αυτόπτης μάρτυρας (συμβάντος). || (ως έκφρ. επιφύλαξης) Αν δεν το δω ~ ~, δεν το πιστεύω! ΣΥΝ. ιδίοις όμμασι(ν), είδα κι έπαθα να ... (προφ.-εμφατ.): ταλαιπωρήθηκα πάρα πολύ: ~ ~ ξεμπλέξω/συνεννοηθώ. ~ ~ του το εξηγήσω/τον ξεφορτωθώ., εκεί/πού να δεις (προφ.-εμφατ.): για ενίσχυση των λεγομένων: Εκεί να δεις γέλια/τι έγινε! Πού να δείτε το σπίτι τους!, εμένα που με βλέπεις (προφ.-εμφατ.): εγώ: ~ ~, δεν έσκυψα κεφάλι!, έχω δει πολλά & έχουν δει πολλά τα μάτια μου: έχω αποκτήσει πολλές εμπειρίες, έχω ζήσει πολλά: Έχω γυρίσει όλο τον κόσμο κι ~ ~., θα δεις (τι θα πάθεις/κι εγώ)!: απειλητ. ή χιουμορ. Πβ. θα σου δείξω (εγώ)., θα δούμε/(αυτό) θα το δούμε (προφ.): ως έκφρ. αβεβαιότητας, επιφύλαξης ή αμφισβήτησης: -Θα πάμε εκδρομή; -~ ~ (= θα δείξει). Πβ. για να δούμε.|| -Θες δεν θες, θα πάω! -Αυτό θα το δούμε!, και τι να δω! (σε αφήγηση, εμφατ.-προφ.): για να κινητοποιηθεί το ενδιαφέρον του ακροατή: Κοιτάζω ~ ~! Τα πάντα άνω-κάτω!, κάνει πως δεν βλέπει: προσποιείται ότι δεν αντιλαμβάνεται κάτι. Πβ. εθελοτυφλώ. ΣΥΝ. κάνει την πάπια/το κορόιδο, κάνω τα στραβά μάτια, κάνω/παριστάνω τον ψόφιο κοριό, με βλέπεις καλά/με βλέπεις που σε βλέπω; (απειλητ.): για να δείξουμε σε κάποιον ότι δεν πρέπει να μας υποτιμά ή να μας περιφρονεί: ~ ~; Δεν θα μας κάνεις εσύ ό,τι θέλεις!, μην (τον) είδατε τον Πανα(γ)ή (λαϊκό-προφ.): όταν κάποιος εξαφανίζεται, χωρίς να εκπληρώσει τις υποσχέσεις ή τις υποχρεώσεις του: Μας έταζε λαγούς και πετραχήλια και μετά ~ ~! ΣΥΝ. μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε, να δεις που (στο τέλος) θα ... (προφ.) 1. για να δηλωθεί διαίσθηση, βεβαιότητα ότι θα συμβεί κάτι, συνήθ. ανεπιθύμητο: ~ ~ βρεθούμε μπλεγμένοι! 2. ως έκφρ. ενθάρρυνσης, διαβεβαίωσης: ~ ~ κανείς δεν θα καταλάβει το λάθος σου!, να σε δω (προφ.) 1. να σε καμαρώσω: ~ ~, να σε χαρώ! 2. να σε προσέξω καλύτερα, να δω πώς φαίνεσαι: Γύρνα, ~ ~. 3. ως έκφρ. αμφιβολίας ή πρόκλησης: Τώρα ~ ~ στα δύσκολα!, όποιος έχει μάτια, βλέπει (προφ.): είναι ολοφάνερο, οπότε δεν χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις: ~ ~ τη διαφορά. Πβ. ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω, ο νοών νοείτω., όπως σε βλέπω και με βλέπεις! (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί απόλυτη βεβαιότητα: -Είσαι σίγουρος; -Ναι, σου λέω, ~ ~! Πβ. αλήθεια, ειλικρινά, πράγματι., ποιος είδε τον Θεό και δεν (τον) φοβήθηκε (προφ.): για τον φόβο που προκαλείται από το ξέσπασμα έντονου θυμού: Δύσκολα θυμώνει, όταν όμως γίνει αυτό, ~ ~!, πού (το) βλέπεις/είδες (κάτι); (προφ.): αγενής αμφισβήτηση της άποψης του συνομιλητή: ~ (τη) ~ την καθυστέρηση; ~ (το) ~ το πρόβλημα;, πού σε είδα, πού σε ξέρω & δεν σε είδα, δεν σε ξέρω (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος συμπεριφέρεται με αδιαφορία ή/και αγνωμοσύνη: Κάνει τον καλό, μέχρι να πετύχει αυτό που θέλει και μετά ~ ~!, πρέπει να σε δει/να σε κοιτάξει γιατρός! & δεν πας να/μήπως να σε δει (/κοιτάξει) κανένας γιατρός (καλύτερα); (προφ.-ειρων.): λέγεται για κάποιον που μιλά ή συμπεριφέρεται παράλογα, περίεργα: Δεν πας καλά, μου φαίνεται! ~ ~!, πώς την έχεις δει (τη δουλειά); & πώς το βλέπεις το πράγμα; (αργκό, ως έκφρ. δυσαρέσκειας): τι θέλεις, πού το πας;: Όλοι εδώ σου μιλάμε ευγενικά. Εσύ ~ ~;, τα βλέπει (όλα) ρόδινα: έχει θετική στάση, είναι αισιόδοξος. [< γαλλ. voir tout en rose] , τα βλέπω διπλά (προφ.): δεν διακρίνω κάποιον ή κάτι καθαρά, κυρ. λόγω μέθης., τα βλέπω σκούρα/(όλα) μαύρα/ζόρικα (μτφ.-προφ.): είμαι απαισιόδοξος, διαβλέπω εμπόδια και δυσκολίες. [< γαλλ. voir tout en noir] , τα είδα όλα! (προφ.) 1. εντυπωσιάστηκα, έμεινα έκπληκτος (ευχάριστα ή δυσάρεστα). 2. τρόμαξα πολύ. ΣΥΝ. είδα τον Χριστό φαντάρο!, τα χρειάστηκα, τα έχω δει όλα (αργκό): έχω περάσει πολλά, έχουν δει πολλά τα μάτια μου: ~ ~ σ' αυτή τη δουλειά., την έχει δει (κάπως) (αργκό): θεωρεί τον εαυτό του κάτι σπουδαίο: Την έχει δει αρχηγός/ντίβα., τι (είν' αυτό που) βλέπω/βλέπουν τα ματάκια μου! (προφ.): δηλωτικό ευχάριστης ή δυσάρεστης έκπληξης., τι έχουν να δουν/τι άλλο θα δουν τα μάτια/τα ματάκια μας & τι έχουμε να/τι άλλο θα δούμε (ακόμα) (προφ.): πόσα πολλά, συνήθ. αρνητικά, έχουμε ακόμη να ζήσουμε: Ένας Θεός ξέρει ~ ~!, τον βλέπει σαν μύγα/κουνούπι: του φέρεται υπεροπτικά, τον περιφρονεί. Πβ. αφ' υψηλού., (αυτό) πού το είδες (γραμμένο); βλ. γραμμένος, (αυτό) το έργο το έχω δει/ξαναδεί βλ. έργο, (βλέπε παραπάνω) βλ. παραπάνω, (βλέπω/κάνω) χαΐρι και προκοπή βλ. προκοπή, (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι βλ. μάτι, ακόμη δεν τον είδαμε (και) Γιάννη τον βαφτίσαμε/τον εβγάλαμε βλ. Γιάννης, άλλο να στο λέω, κι άλλο να τ' ακούς/να το βλέπεις βλ. λέω, βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος βλ. δέντρο, βλέπει το φως/έρχεται στο φως της δημοσιότητας βλ. δημοσιότητα, βλέπει/κοιτάζει τα ραδίκια/τα κυπαρίσσια ανάποδα βλ. ανάποδα, βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο βλ. πρόσωπο, βλέπω το ποτήρι μισοάδειο/το ποτήρι είναι μισοάδειο βλ. ποτήρι, βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο/το ποτήρι είναι μισογεμάτο βλ. μισογεμάτος, βλέπω φαντάσματα βλ. φάντασμα, βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι βλ. πράγμα, βλέπω/καταλαβαίνω τη γλύκα βλ. γλύκα, βλέπω/κοιτάζω την καμπούρα κάποιου βλ. καμπούρα, βλέπω/κοιτάζω/προχωρώ μπροστά βλ. μπροστά, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του βλ. μύτη, δεν βλέπω (ούτε) τη μύτη μου βλ. μύτη, δεν βλέπω μπροστά μου/δεν σε βλέπω από την πείνα βλ. πείνα, δεν έχω μάτια να δω βλ. μάτι, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, είδα (κι) απόειδα βλ. απόειδα, είδα τον ουρανό/μου ήρθε/μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι βλ. ουρανός, είδα τον χάρο με τα μάτια μου βλ. χάρος, είδα τον Χριστό φαντάρο! βλ. Χριστός, είδε το φως της (η)μέρας/του ήλιου βλ. φως, ήλθε, είδε και απήλθε βλ. απέρχομαι, κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι βλ. παιδί, κοίτα/δες/άκου ποιος μιλάει! βλ. κοιτάζω, μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται βλ. μάτι, μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε βλ. απαντώ, να το δω και να μην το πιστέψω βλ. πιστεύω, όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε βλ. προλαβαίνω, παίρνω (στα) ζεστά/βλέπω ζεστά κάτι βλ. ζεστός, παίρνω/βλέπω κάτι στραβά βλ. στραβός, στάσου/περίμενε/κάτσε και θα δεις! βλ. στέκομαι, στον ύπνο σου το είδες/έβλεπες/'βλεπες; βλ. ύπνος, τα είδα όλα κωλυόμενα βλ. κωλύω, τη βλέπω τη δουλειά βλ. δουλειά, την/το είδε αλλιώς βλ. αλλιώς, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα, το(ν) βλέπει/χτυπά(ει) ο ήλιος βλ. ήλιος ● βλ. ιδωμένος [< αρχ. βλέπω, μεσν. είδα, γαλλ. voir, αγγλ. see, γερμ. sehen] | |
| 22575 | καλωσορίζω | κα-λω-σο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {καλωσόρι-σα, καλωσορί-στηκε, καλωσορίζ-οντας} 1. υποδέχομαι κάποιον με χαρά, λέγοντας συνήθ. "καλωσόρισες": Με ~σε θερμά/μ' ένα χαμόγελο/με μια ζεστή αγκαλιά. Πήγαν στο αεροδρόμιο να τους ~σουν (= προϋπαντήσουν). Οι παίκτες ~στηκαν με χειροκροτήματα από τους φιλάθλους.|| Σας ~/θα ήθελα να σας ~σω στον καινούργιο μου χώρο.|| (μτφ.) ~σαν (= γιόρτασαν) το νέο έτος στους δρόμους. ΑΝΤ. αποχαιρετώ. 2. επιδοκιμάζω, επικροτώ: ~ουν (= βλέπουν με καλό μάτι, ενθαρρύνουν) τις καινούργιες ιδέες. Την πρωτοβουλία για ειρήνη ~σε (= χαιρέτισε) η διεθνής κοινότητα. ΣΥΝ. καλοδέχομαι (2) ● ΦΡ.: με το καλωσόρισες (συνήθ. για κάτι αρνητ.): από την αρχή, από την πρώτη στιγμή μιας συνάντησης: ~ ~ άρχισε τις υποδείξεις! Γκρίνια ~ ~! Πβ. με το καλημέρα., καλώς όρισες/ορίσατε βλ. ορίζω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ