| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22567 | καλώ | [καλῶ] κα-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καλ-είς ... | κάλ-εσε, καλ-ούμαι, κλή-θηκε (λόγ. σπανιότ. εκλή-θη, μτχ. κλη-θείς, -θείσα, -θέν), (προφ.) καλέστηκα, κλη-θώ, καλ-ών (-ούντος | -ούντες), -ούμενος, -εσμένος, -ώντας} 1. ζητώ από κάποιον να έρθει, να παρευρεθεί κάπου ή να κάνει κάτι: Σας ~ για δείπνο/καφέ/φαγητό. Με ~εσε στον γάμο/στην εκπομπή/στο σπίτι του. Μας έχουν ~έσει σε γεύμα/στα εγκαίνια/στο πάρτι (= είμαστε ~εσμένοι).|| Τον ~εσαν στην παρέα τους.|| Τον ~εσε στο βήμα, για να απευθύνει χαιρετισμό. Βλ. εκ~, ξανα~, παρα~. ΣΥΝ. προσκαλώ 2. ειδοποιώ συνήθ. μέσω τηλεφώνου: ~έσαμε (= φωνάξαμε) ασθενοφόρο/βοήθεια/γιατρό στο σπίτι/ραδιοταξί. Φύγε, μην ~έσω την Αστυνομία! ~εσε (= πάρε τηλέφωνο) το Εκατό (100)/την Πυροσβεστική! (σε ξενοδοχείο:) Αν χρειαστείτε κάτι, ~έστε την υπηρεσία δωματίου! Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, ~έστε το ... (= σχηματίστε τον αριθμό)! 3. τηλεφωνώ: ~ από σταθερό/μέσω κινητού. Εσύ με ~εσες (στο τηλέφωνο); ~έσατε λάθος. ΣΥΝ. παίρνω.|| Η χρέωση των κλήσεων μοιράζεται μεταξύ ~ούντος και ~ουμένου. Πληκτρολόγηση του ~ούμενου αριθμού.|| (ειδικότ.) Το τηλέφωνο ~εί κανονικά (: δίνει σήμα· δεν είναι κατειλημμένο ή δεν δείχνει να έχει βλάβη). 4. ζητώ επισήμως ή/και αρμοδίως από κάποιον να παρουσιαστεί κάπου ή να πράξει κάτι: ~είται: να απολογηθεί. Ο αθλητικός δικαστής τον ~εσε σε απολογία. ~θηκε στον ανακριτή/στο Αστυνομικό Τμήμα για κατάθεση/στην Ασφάλεια. ~θηκε (= κλητεύτηκε) ως μάρτυρας στη δίκη. Βλ. προσεπι~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Τον ~εσαν να καταταγεί/να παρουσιαστεί στο Ναυτικό. Οι ~ούμενοι στρατεύσιμοι.|| Οι ενδιαφερόμενοι/υποψήφιοι ~ούνται να υποβάλουν αίτηση. ~θηκαν σε ακρόαση/διαβουλεύσεις/διάλογο/συνέντευξη/σύσκεψη. Ο παραβάτης θα ~θεί να καταβάλει πρόστιμο. ~θείς να απαντήσει/σχολιάσει, δήλωσε ότι ... Βλ. ανα~, εγ~, μετα~, συγ~. 5. παρακινώ, προτρέπω· προστάζω: Τα συνδικάτα ~ούν (τους εργαζομένους) σε απεργία/αποχή/διαμαρτυρία/κινητοποίηση/πορεία/συγκέντρωση/συμπαράσταση/συσπείρωση. Οι οικολογικές οργανώσεις μας ~ούν σε δράση/εγρήγορση/επαγρύπνηση. Μας ~εί το καθήκον. Βλ. προ~.|| (ειρων.) Φεύγω, με ~εί το κρεβάτι (: νυστάζω)! Ας πιούμε· το ~ούν (= απαιτούν, επιβάλλουν) οι περιστάσεις!|| ~είστε να δώσετε μια εξήγηση! ● Παθ.: καλείται (επίσ.): λέγεται, ονομάζεται: Το φως αποτελείται από σωματίδια που ~ούνται φωτόνια. Οι χώρες του ~ούμενου Τρίτου Κόσμου (= αποκαλούμενου, λεγόμενου). (ΝΟΜ., σε σύμβαση ή συμβόλαιο) Η ..., εφεξής ~ούμενη (χάριν συντομίας) "Εταιρεία", ... ● ΦΡ.: καλώ σε βοήθεια: φωνάζω, ζητώντας βοήθεια: ~ούσε απεγνωσμένα ~., καλώ το ασανσέρ: πατώ το κουμπί για να έρθει ο θάλαμος του ανελκυστήρα στον όροφο όπου βρίσκομαι., καλώ (κάποιον) στα όπλα βλ. όπλο [< 1, 4: αρχ. καλῶ, αγγλ. call] | |
| 22568 | καλωδιακός | , ή, ό κα-λω-δι-α-κός επίθ. 1. ΤΗΛΕΠ. που μεταδίδει το τηλεοπτικό, ραδιοφωνικό ή τηλεφωνικό σήμα μέσω οπτικών ινών ή παλαιότ. ομοαξονικών καλωδίων: ~ό: δίκτυο (πβ. δομημένη καλωδίωση).|| (ειδικότ., που αναφέρεται στην ~ή τηλεόραση) ~ός: δέκτης. ~ό: μόντεμ. ~ές: υπηρεσίες. ~ά: κανάλια (βλ. δορυφορικός). ΣΥΝ. ενσύρματος 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σπανιότ.) που κατασκευάζεται, λειτουργεί με καλώδια ή σχετίζεται με αυτά: ~ός: (εκρηκτικός) μηχανισμός. ~ή: γέφυρα (= καλωδιωτή).|| ~ή: βλάβη/σύνδεση. ● επίρρ.: καλωδιακά ● ΣΥΜΠΛ.: καλωδιακό πλοίο: που φέρει κατάλληλο τεχνικό εξοπλισμό για την πόντιση, ανέλκυση ή συντήρηση υποβρυχίων καλωδίων. [< αγγλ. cable ship] , καλωδιακή τηλεόραση βλ. τηλεόραση [< αγγλ. cable] | |
| 22569 | καλώδιο | κα-λώ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {καλωδί-ου | -ων}: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. δέσμη συρμάτων που περιβάλλεται από μονωτικό υλικό και χρησιμεύει ως αγωγός ηλεκτρικής ενέργειας· (ΤΗΛΕΠ.) το αντίστοιχο μέσο διάδοσης κυρ. τηλεοπτικών ή τηλεφωνικών σημάτων: αναλογικά ή ψηφιακά/εναέρια, υπόγεια ή υποβρύχια/εύκαμπτα/ηλεκτρικά/θερμαντικά ή θερμικά (: σε ενδοδαπέδια θέρμανση)/ομοαξονικά/σειριακά/τηλεγραφικά/χάλκινα ~α. Το (σπιράλ) ~ του ακουστικού. ~ μεταφοράς δεδομένων/μουσικής (για κινητό)/προέκτασης/σύνδεσης/τροφοδοσίας (βλ. τροφοδοτικό)/φόρτισης. Ο ακροδέκτης/το βύσμα του ~ου. Αντικατάσταση φθαρμένου ~ου. Τα ~α του Η/Υ. Τα ~α της ΔΕΗ (: ~α υψηλής τάσης· βλ. πυλώνας)/του ΟΤΕ. ~α ηχείων/μικροφώνου (= μικροφωνικά ~α). ~α-αντάπτορες/μετατροπείς. Αξεσουάρ/απογυμνωτής/κόπτης ~ων. Έλεγχος των ~ων (βλ. καλωδίωση). Κίνδυνος ηλεκτροπληξίας από γυμνά ~α. Βάζω το ~ (της συσκευής) στην πρίζα (πβ. καλωδιώνω). Βλ. μπουζο~.|| ~α οπτικών ινών. ● Υποκ.: καλωδιάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γδάρτης καλωδίων βλ. γδάρτης, τριπολικό καλώδιο βλ. τριπολικός [< αρχ. καλῴδιον ΄μικρό παλαμάρι', γαλλ. câble, αγγλ. cable] | |
| 22570 | καλωδιωμένος | , η, ο κα-λω-δι-ω-μέ-νος επίθ.: συνδεδεμένος με καλώδια: (για ασθενή) ~ σε μηχάνημα υποστήριξης.|| (κατ' επέκτ., για τηλεπαρουσιαστή) ~ συνέχεια με ακουστικά/μικρόφωνα. (ειρων.) ~οι με τα κινητά και τα εμ-πι-θρι. Ζει ~ στο ίντερνετ/σ' έναν υπολογιστή. [< αγγλ. wired(-in), 1962] | |
| 22571 | καλωδιώνω | κα-λω-δι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {καλωδίω-σε, καλωδιώ-σει, -θηκε, -μένος, καλωδιών-οντας} (προφ.): συνδέω με καλώδια: ~σε τη συσκευή.|| (για ασθενή) Τον ~σαν (πβ. διασωληνώνω). ~θηκα (= συνδέθηκα) στο ίντερνετ (βλ. δικτυώνω). (για παρουσιαστή) ~θηκε με ακουστικά και μικρόφωνα. [< αγγλ. wire(-in)] | |
| 22572 | καλωδίωση | κα-λω-δί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. -ΤΗΛΕΠ. σύνδεση με καλώδια· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) η αντίστοιχη εγκατάσταση, τα καλώδια: απλή/εσωτερική/κατακόρυφη/κεντρική/οριζόντια ~. Οικιακή ηλεκτρική ~. ~ δικτύου υπολογιστών (= δικτύωση)/εξοπλισμού.|| ~ οπτικών ινών. Έλεγχος ~ης. Εξωτερικές/υπόγειες ~ώσεις. ~ώσεις τροφοδοσίας/υψηλής τάσης (= πυλώνες). Αντικατάσταση/εργασίες/τοποθέτηση ~ώσεων. Οι ~ώσεις διέρχονται από μεταλλικές σωληνώσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: δομημένη καλωδίωση : ΤΗΛΕΠ. εγκατάσταση συστήματος καλωδιώσεων ασθενών ρευμάτων για τη μεταφορά δεδομένων, ήχου, εικόνας σε ένα δίκτυο, η οποία στηρίζεται σε διεθνώς καθιερωμένα πρότυπα. [< αγγλ. structured cabling] [< αγγλ. cabling] | |
| 22573 | καλωδιωτός | , ή, ό κα-λω-δι-ω-τός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καλωδιωτή γέφυρα βλ. γέφυρα | |
| 22574 | καλώς | [καλῶς] κα-λώς επίρρ. {καλύτερα, άριστα (λογιότ.) κάλλιστα} (λόγ.) 1. σωστά, ικανοποιητικά: Αν ενθυμούμαι ~, ...|| ~ έπραξες! Έτσι αποφάσισαν και ~ (έκαναν). Πβ. ορθώς.|| Βαθμός πτυχίου "~".|| Αν είναι έτσι, ~ (= σύμφωνοι). ΑΝΤ. κακώς 2. για την εισαγωγή ευχετ. φράσεων: ~ να γυρίσεις/να πας!|| (σε εκφρ. υποδοχής:) ~ τον/τους! ~ τα παιδιά! (συχνά ειρων.) ~ τα μάτια μου/μας τα δυο! (ως απάντηση:) ~ σε/σας βρήκα!|| ~ τα/τους δέχτηκες/να τους δεχτείς (= να τους υποδεχτείς)! ● ΦΡ.: έχει καλώς: για δήλωση συμφωνίας, συγκατάβασης· καλά, εντάξει: ~ ~, θα το φροντίσω. Αν τα καταφέρω, ~ ~· αλλιώς, θα ξαναπροσπαθήσω. Πβ. πάει καλά., καλώς εχόντων των πραγμάτων: αν εξελιχθούν όλα ομαλά: ~ ~, θα έχω τελειώσει μέχρι αύριο. Πβ. εκτός απροόπτου., καλώς ή κακώς: ανεξαρτήτως του αν κάτι είναι θετικό ή αρνητικό, αν συμφωνούμε ή όχι: ~ ~, αύριο θα έχει λήξει το θέμα., βαίνει καλώς βλ. βαίνω, έλα/καλώς ήρθες στο κλαμπ βλ. κλαμπ, καλώς ήρθες/ήρθατε βλ. έρχομαι, καλώς όρισες/ορίσατε βλ. ορίζω, καλώς τον(α) κι ας άργησε! βλ. αργώ, λίαν καλώς βλ. λίαν, ο καλώς/κακώς εννοούμενος βλ. εννοούμενος ● βλ. καλά, καλός [< αρχ. καλῶς] | |
| 9378 | Καλωσορίζομαι | βλέ-πω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {είδα (δω, προστ. δες, δείτε (λαϊκό) δέστε κ. ιδέστε, δει (λαϊκό) ιδεί, ειδωθήκαμε κ. ιδωθήκαμε, ιδωθεί, βλέποντας, ιδωμένος} 1. αντιλαμβάνομαι οπτικές παραστάσεις μέσω της όρασης, στρέφω το βλέμμα μου προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: Δεν ~ει καθόλου (= είναι τυφλός)/καλά χωρίς γυαλιά (βλ. μυωπία, πρεσβυωπία). ~ει από το ένα μάτι. Βλ. αγγίζω, ακούω, γεύομαι, μυρίζω.|| (μτφ.) ~ει με τα μάτια της ψυχής.|| (Για) δες (= κοίτα) πάνω/πώς περπατάει/τι κάνει! Την είδε από μακριά/στο βάθος. Με το που τον ~ει, ... Τους είδαν να φεύγουν. Μη σε δει κανείς (= μη σε πάρει είδηση)! Δεν ~εις (= προσέχεις) πού πατάς; Δεν μπορούσαμε να δούμε (= διακρίνουμε) τίποτα από τον καπνό. Χαίρεσαι να τους ~εις μαζί (: ταιριάζουν). Θέλω να σε ~ (: να είσαι) χαρούμενη. (σε ευχή) Να τη δεις νυφούλα (πβ. καμαρώνω)!|| Το είδα στην εφημερίδα (= διάβασα). Βλ. δια~, ξανα~, παρα~, πρωτο~. 2. (μτφ.) διαμορφώνω άποψη, θεωρώ, κρίνω, αντιμετωπίζω με συγκεκριμένο τρόπο: Πώς ~εις (: αξιολογείς, βρίσκεις) την κατάσταση; Δες το σαν μια καλή ευκαιρία να ... Δεν το ~ σωστό να ... Αν συνεχίσεις έτσι, σε ~ (= προβλέπω) να μένεις στην ίδια τάξη! Δεν (μας) ~ να τα καταφέρνουμε (πβ. πιστεύω)!|| ~ει (= μαντεύει, προλέγει, προφητεύει) το μέλλον.|| Πώς ~εις (= φαντάζεσαι) τον εαυτό σου μετά από δέκα χρόνια;|| Σε ~ μόνο σαν φίλο (: όχι ερωτικά). ~ει τους πάντες και τα πάντα με καχυποψία (πβ. υπο~).|| Κοιμήσου τώρα και αύριο ~ουμε (= αποφασίζουμε) τι θα κάνουμε. 3. (μτφ.) διαπιστώνω, καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ: Τώρα ~ ότι έκανα λάθος. ~εις πόσο κουράζομαι; Όπως θα είδατε κι οι ίδιοι, οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Είδες που στα 'λεγα; Περιμένω να δω πού θα καταλήξει η συζήτηση. Δεν ~ τι νόημα έχουν όλα αυτά. Πβ. κατανοώ.|| (κατ' επέκτ.) Θα δεις (= θα μάθεις) πολλά εδώ που ήρθες. Δεν είδες τι έγινε (: δεν έμαθες); ΣΥΝ. αντιλαμβάνομαι (1) 4. (μτφ.) ελέγχω, προσέχω, ερευνώ: Δες (= τσέκαρε) αν υπάρχουν λάθη στο κείμενο.|| Πρέπει να σε δει (= εξετάσει) γιατρός. Ας δούμε το ζήτημα αναλυτικά.|| ~ το μωρό/το φαγητό/τη φωτιά (πβ. επιτηρώ).|| ~ουν (= ενδιαφέρονται, κοιτάζουν) μόνο το κέρδος/το συμφέρον τους. Πβ. απο~, προσ~. 5. επικοινωνώ με κάποιον, τον συναντώ ή τον επισκέπτομαι: Τον είδα χθες. Έλα να με δεις, όποτε θες. Ο διευθυντής θα σας δει (= δεχτεί) σε λίγο. Δεν θέλω να δω κανένα (: θέλω να μείνω μόνος). Είμαι σίγουρη, κάπου σ' έχω δει (πβ. γνωρίζω, ξέρω). 6. (για θεάματα) παρακολουθώ: Τι ~εις στην τηλεόραση; Πήγαν να δουν τον αγώνα (στο γήπεδο). ● βλέπε (συντομ. βλ.): ως παραπομπή: ~ σελ. ... Πβ. ιδέ., βλέπει (μτφ.): έχει θέα προς ορισμένο σημείο: Βεράντα που ~ προς τη θάλασσα. Το μπαλκόνι ~ ανατολικά. ΣΥΝ. αντικρίζει, βλεπόμαστε: συναντιόμαστε: Δεν ~ πια (: έχουμε χαθεί, δεν επικοινωνούμε). Ειδωθήκαμε πρόσφατα. Πόσο καιρό έχουμε να ιδωθούμε; ~ονται στα κρυφά (: για ερωτικές συναντήσεις)., έχω δει: έχω αρνητικά ή θετικά βιώματα: Μόνο λύπες έχει ~ στη ζωή της. Πβ. ζω. ● ΦΡ.: (βλέπω κάποιον/κάτι) με άλλο/διαφορετικό μάτι: αλλάζω στάση απέναντι σε κάποιον ή κάτι, αντιμετωπίζω πιο θετικά τους ανθρώπους ή/και τις καταστάσεις: Δείτε τον εαυτό σας ~ ~. Η ζωή ~ ~., (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί θαυμασμός, έκπληξη, αγανάκτηση, εκνευρισμός ή αποδοκιμασία: ~ ~ μεγαλεία/σύμπτωση! ~ ~ να με κατηγορεί κι από πάνω. Για δες/κοίτα που τα κατάφερε! Πβ. άκουσον, άκουσον! άκου πράγματα!, (για) να δεις/δει την υγειά σου/του: (για) να επανακτήσει(ς) τη σωματική και ψυχική σου/του υγεία: Κόψε το πολύ φαΐ, ~ ~ σου., (όπως) βλέπεις/βλέπετε (προφ.-παρενθετικά): συνήθ. για αιτιολόγηση των λεγομένων, έκφρ. απολογητικής ή ειρωνικής διάθεσης: Δεν θέλω, ~ ~, να γίνομαι βάρος. Παραιτήθηκε· δεν μπορεί, ~ ~, να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. ~ ~, έχω δίκιο., ... να δουν τα μάτια σου! (προφ.-εμφατ.): για να τονιστεί μεγάλη ποσότητα, πλήθος: Λεφτά/νερά ~ ~!, άκου(σε)/κοίτα(ξε) (να δεις) & ακούστε (να δείτε)/κοιτάξτε (να δείτε) (στην αρχή του λόγου, προφ.) 1. άκουσέ με, πρόσεξε, για να καταλάβεις: ~ ~ πώς έχει η κατάσταση/τι θα κάνουμε. ~ ~, τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως περιμέναμε. (απειλητ.) ~ ~! Δεν θα τα πάμε καθόλου καλά! Βλ. παραγεμίσματα. ΣΥΝ. άκου (/κοίτα) να σου πω/ακούστε (κοιτάξτε) να σας πω! 2. για να δηλωθεί έκπληξη ή απαξίωση: ~ ~ πρά(γ)ματα! Πβ. (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί., βλέπει μακριά: (για πρόσωπο) είναι διορατικός, αντιλαμβάνεται τη μελλοντική εξέλιξη των πραγμάτων., βλέπεις/είδες που ...; (προφ.): για να τονίσει ο ομιλητής ότι τελικά είχε δίκιο για κάτι ή/και ότι η άποψη του συνομιλητή του δεν ισχύει: ~ ~ άδικα ανησύχησες/στα 'λεγα;, βλέποντας και κάνοντας (προφ.): ανάλογα με τις συνθήκες, την περίσταση: Η λογική/η πολιτική του ~ ~ (: κυρ. όταν δεν υπάρχει μακροπρόθεσμος σχεδιασμός)., βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια & τα μάτια μου βλέπουν/κάνουν αστ(ε)ράκια/πουλάκια (προφ.): ζαλίζομαι μετά από δυνατό χτύπημα (συνήθ. στο κεφάλι), πτώση ή κούραση: Του έριξε ένα χαστούκι και ακόμα ~ει ~. Βλέπω ~ από το διάβασμα., βλέπω κάποιον/κάτι στο όνειρό μου/στον ύπνο μου & βλέπω όνειρο 1. ονειρεύομαι: Χθες το βράδυ σε είδα στο όνειρό μου. Είδα στον ύπνο μου ότι ... Τι όνειρο είδες; 2. (μτφ.) φαντάζομαι ανυπόστατα πράγματα: Στο όνειρό σου/στον ύπνο σου το είδες; ~ει όνειρα και στον ξύπνιο του!, για να δούμε ... (προφ.): ως έκφραση επιφύλαξης ή συγκρατημένης αισιοδοξίας: -Θα έρθει σίγουρα! -~ ~ ... Πβ. θα δείξει, θα δούμε.|| ~ ~ τι θα δούμε/τι θα γίνει!, δεν βλέπεται: είναι πολύ άσχημος ή στερείται αισθητικής, ποιότητας., δεν βλέπω (τον λόγο) γιατί: δεν καταλαβαίνω την αιτία: ~ ~ να μην τα καταφέρουμε. ~ ~ τον κατηγορούν., δεν βλέπω την ώρα να ...: ανυπομονώ, λαχταρώ: ~ ~ γυρίσω/φύγω. Πβ. αδημονώ, πώς και πώς/τι. ΣΥΝ. μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες, δεν βλέπω φως (μτφ.): δεν διαβλέπω θετική εξέλιξη: ~ ~ στην άκρη/στο βάθος του τούνελ., δεν με/σε/τον βλέπω καλά (προφ.): κρίνω ότι τα πράγματα δεν θα έχουν ευνοϊκή εξέλιξη: Πάω να κοιμηθώ, γιατί δεν με ~ ~ (: είμαι πολύ κουρασμένος). (ως προειδοποίηση ή απειλητ.) Πρόσεχε τι λες, γιατί δεν σε ~ ~., εγώ να δεις! (προφ.-εμφατ.): για να ενισχυθούν τα λεγόμενα του συνομιλητή: -Έχω περάσει τα πάνδεινα. -~ ~ τι έχω τραβήξει! (ειρων.) -Είμαι πολύ χαρούμενος που θα τον ξαναδώ. -~ ~!, είδα (κάποιον/κάτι) με τα ίδια μου τα μάτια/με τα μάτια μου: ήμουν αυτόπτης μάρτυρας (συμβάντος). || (ως έκφρ. επιφύλαξης) Αν δεν το δω ~ ~, δεν το πιστεύω! ΣΥΝ. ιδίοις όμμασι(ν), είδα κι έπαθα να ... (προφ.-εμφατ.): ταλαιπωρήθηκα πάρα πολύ: ~ ~ ξεμπλέξω/συνεννοηθώ. ~ ~ του το εξηγήσω/τον ξεφορτωθώ., εκεί/πού να δεις (προφ.-εμφατ.): για ενίσχυση των λεγομένων: Εκεί να δεις γέλια/τι έγινε! Πού να δείτε το σπίτι τους!, εμένα που με βλέπεις (προφ.-εμφατ.): εγώ: ~ ~, δεν έσκυψα κεφάλι!, έχω δει πολλά & έχουν δει πολλά τα μάτια μου: έχω αποκτήσει πολλές εμπειρίες, έχω ζήσει πολλά: Έχω γυρίσει όλο τον κόσμο κι ~ ~., θα δεις (τι θα πάθεις/κι εγώ)!: απειλητ. ή χιουμορ. Πβ. θα σου δείξω (εγώ)., θα δούμε/(αυτό) θα το δούμε (προφ.): ως έκφρ. αβεβαιότητας, επιφύλαξης ή αμφισβήτησης: -Θα πάμε εκδρομή; -~ ~ (= θα δείξει). Πβ. για να δούμε.|| -Θες δεν θες, θα πάω! -Αυτό θα το δούμε!, και τι να δω! (σε αφήγηση, εμφατ.-προφ.): για να κινητοποιηθεί το ενδιαφέρον του ακροατή: Κοιτάζω ~ ~! Τα πάντα άνω-κάτω!, κάνει πως δεν βλέπει: προσποιείται ότι δεν αντιλαμβάνεται κάτι. Πβ. εθελοτυφλώ. ΣΥΝ. κάνει την πάπια/το κορόιδο, κάνω τα στραβά μάτια, κάνω/παριστάνω τον ψόφιο κοριό, με βλέπεις καλά/με βλέπεις που σε βλέπω; (απειλητ.): για να δείξουμε σε κάποιον ότι δεν πρέπει να μας υποτιμά ή να μας περιφρονεί: ~ ~; Δεν θα μας κάνεις εσύ ό,τι θέλεις!, μην (τον) είδατε τον Πανα(γ)ή (λαϊκό-προφ.): όταν κάποιος εξαφανίζεται, χωρίς να εκπληρώσει τις υποσχέσεις ή τις υποχρεώσεις του: Μας έταζε λαγούς και πετραχήλια και μετά ~ ~! ΣΥΝ. μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε, να δεις που (στο τέλος) θα ... (προφ.) 1. για να δηλωθεί διαίσθηση, βεβαιότητα ότι θα συμβεί κάτι, συνήθ. ανεπιθύμητο: ~ ~ βρεθούμε μπλεγμένοι! 2. ως έκφρ. ενθάρρυνσης, διαβεβαίωσης: ~ ~ κανείς δεν θα καταλάβει το λάθος σου!, να σε δω (προφ.) 1. να σε καμαρώσω: ~ ~, να σε χαρώ! 2. να σε προσέξω καλύτερα, να δω πώς φαίνεσαι: Γύρνα, ~ ~. 3. ως έκφρ. αμφιβολίας ή πρόκλησης: Τώρα ~ ~ στα δύσκολα!, όποιος έχει μάτια, βλέπει (προφ.): είναι ολοφάνερο, οπότε δεν χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις: ~ ~ τη διαφορά. Πβ. ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω, ο νοών νοείτω., όπως σε βλέπω και με βλέπεις! (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί απόλυτη βεβαιότητα: -Είσαι σίγουρος; -Ναι, σου λέω, ~ ~! Πβ. αλήθεια, ειλικρινά, πράγματι., ποιος είδε τον Θεό και δεν (τον) φοβήθηκε (προφ.): για τον φόβο που προκαλείται από το ξέσπασμα έντονου θυμού: Δύσκολα θυμώνει, όταν όμως γίνει αυτό, ~ ~!, πού (το) βλέπεις/είδες (κάτι); (προφ.): αγενής αμφισβήτηση της άποψης του συνομιλητή: ~ (τη) ~ την καθυστέρηση; ~ (το) ~ το πρόβλημα;, πού σε είδα, πού σε ξέρω & δεν σε είδα, δεν σε ξέρω (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος συμπεριφέρεται με αδιαφορία ή/και αγνωμοσύνη: Κάνει τον καλό, μέχρι να πετύχει αυτό που θέλει και μετά ~ ~!, πρέπει να σε δει/να σε κοιτάξει γιατρός! & δεν πας να/μήπως να σε δει (/κοιτάξει) κανένας γιατρός (καλύτερα); (προφ.-ειρων.): λέγεται για κάποιον που μιλά ή συμπεριφέρεται παράλογα, περίεργα: Δεν πας καλά, μου φαίνεται! ~ ~!, πώς την έχεις δει (τη δουλειά); & πώς το βλέπεις το πράγμα; (αργκό, ως έκφρ. δυσαρέσκειας): τι θέλεις, πού το πας;: Όλοι εδώ σου μιλάμε ευγενικά. Εσύ ~ ~;, τα βλέπει (όλα) ρόδινα: έχει θετική στάση, είναι αισιόδοξος. [< γαλλ. voir tout en rose] , τα βλέπω διπλά (προφ.): δεν διακρίνω κάποιον ή κάτι καθαρά, κυρ. λόγω μέθης., τα βλέπω σκούρα/(όλα) μαύρα/ζόρικα (μτφ.-προφ.): είμαι απαισιόδοξος, διαβλέπω εμπόδια και δυσκολίες. [< γαλλ. voir tout en noir] , τα είδα όλα! (προφ.) 1. εντυπωσιάστηκα, έμεινα έκπληκτος (ευχάριστα ή δυσάρεστα). 2. τρόμαξα πολύ. ΣΥΝ. είδα τον Χριστό φαντάρο!, τα χρειάστηκα, τα έχω δει όλα (αργκό): έχω περάσει πολλά, έχουν δει πολλά τα μάτια μου: ~ ~ σ' αυτή τη δουλειά., την έχει δει (κάπως) (αργκό): θεωρεί τον εαυτό του κάτι σπουδαίο: Την έχει δει αρχηγός/ντίβα., τι (είν' αυτό που) βλέπω/βλέπουν τα ματάκια μου! (προφ.): δηλωτικό ευχάριστης ή δυσάρεστης έκπληξης., τι έχουν να δουν/τι άλλο θα δουν τα μάτια/τα ματάκια μας & τι έχουμε να/τι άλλο θα δούμε (ακόμα) (προφ.): πόσα πολλά, συνήθ. αρνητικά, έχουμε ακόμη να ζήσουμε: Ένας Θεός ξέρει ~ ~!, τον βλέπει σαν μύγα/κουνούπι: του φέρεται υπεροπτικά, τον περιφρονεί. Πβ. αφ' υψηλού., (αυτό) πού το είδες (γραμμένο); βλ. γραμμένος, (αυτό) το έργο το έχω δει/ξαναδεί βλ. έργο, (βλέπε παραπάνω) βλ. παραπάνω, (βλέπω/κάνω) χαΐρι και προκοπή βλ. προκοπή, (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι βλ. μάτι, ακόμη δεν τον είδαμε (και) Γιάννη τον βαφτίσαμε/τον εβγάλαμε βλ. Γιάννης, άλλο να στο λέω, κι άλλο να τ' ακούς/να το βλέπεις βλ. λέω, βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος βλ. δέντρο, βλέπει το φως/έρχεται στο φως της δημοσιότητας βλ. δημοσιότητα, βλέπει/κοιτάζει τα ραδίκια/τα κυπαρίσσια ανάποδα βλ. ανάποδα, βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο βλ. πρόσωπο, βλέπω το ποτήρι μισοάδειο/το ποτήρι είναι μισοάδειο βλ. ποτήρι, βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο/το ποτήρι είναι μισογεμάτο βλ. μισογεμάτος, βλέπω φαντάσματα βλ. φάντασμα, βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι βλ. πράγμα, βλέπω/καταλαβαίνω τη γλύκα βλ. γλύκα, βλέπω/κοιτάζω την καμπούρα κάποιου βλ. καμπούρα, βλέπω/κοιτάζω/προχωρώ μπροστά βλ. μπροστά, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του βλ. μύτη, δεν βλέπω (ούτε) τη μύτη μου βλ. μύτη, δεν βλέπω μπροστά μου/δεν σε βλέπω από την πείνα βλ. πείνα, δεν έχω μάτια να δω βλ. μάτι, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, είδα (κι) απόειδα βλ. απόειδα, είδα τον ουρανό/μου ήρθε/μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι βλ. ουρανός, είδα τον χάρο με τα μάτια μου βλ. χάρος, είδα τον Χριστό φαντάρο! βλ. Χριστός, είδε το φως της (η)μέρας/του ήλιου βλ. φως, ήλθε, είδε και απήλθε βλ. απέρχομαι, κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι βλ. παιδί, κοίτα/δες/άκου ποιος μιλάει! βλ. κοιτάζω, μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται βλ. μάτι, μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε βλ. απαντώ, να το δω και να μην το πιστέψω βλ. πιστεύω, όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε βλ. προλαβαίνω, παίρνω (στα) ζεστά/βλέπω ζεστά κάτι βλ. ζεστός, παίρνω/βλέπω κάτι στραβά βλ. στραβός, στάσου/περίμενε/κάτσε και θα δεις! βλ. στέκομαι, στον ύπνο σου το είδες/έβλεπες/'βλεπες; βλ. ύπνος, τα είδα όλα κωλυόμενα βλ. κωλύω, τη βλέπω τη δουλειά βλ. δουλειά, την/το είδε αλλιώς βλ. αλλιώς, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα, το(ν) βλέπει/χτυπά(ει) ο ήλιος βλ. ήλιος ● βλ. ιδωμένος [< αρχ. βλέπω, μεσν. είδα, γαλλ. voir, αγγλ. see, γερμ. sehen] | |
| 22575 | καλωσορίζω | κα-λω-σο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {καλωσόρι-σα, καλωσορί-στηκε, καλωσορίζ-οντας} 1. υποδέχομαι κάποιον με χαρά, λέγοντας συνήθ. "καλωσόρισες": Με ~σε θερμά/μ' ένα χαμόγελο/με μια ζεστή αγκαλιά. Πήγαν στο αεροδρόμιο να τους ~σουν (= προϋπαντήσουν). Οι παίκτες ~στηκαν με χειροκροτήματα από τους φιλάθλους.|| Σας ~/θα ήθελα να σας ~σω στον καινούργιο μου χώρο.|| (μτφ.) ~σαν (= γιόρτασαν) το νέο έτος στους δρόμους. ΑΝΤ. αποχαιρετώ. 2. επιδοκιμάζω, επικροτώ: ~ουν (= βλέπουν με καλό μάτι, ενθαρρύνουν) τις καινούργιες ιδέες. Την πρωτοβουλία για ειρήνη ~σε (= χαιρέτισε) η διεθνής κοινότητα. ΣΥΝ. καλοδέχομαι (2) ● ΦΡ.: με το καλωσόρισες (συνήθ. για κάτι αρνητ.): από την αρχή, από την πρώτη στιγμή μιας συνάντησης: ~ ~ άρχισε τις υποδείξεις! Γκρίνια ~ ~! Πβ. με το καλημέρα., καλώς όρισες/ορίσατε βλ. ορίζω | |
| 22576 | καλωσόρισμα | κα-λω-σό-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καλωσορίζω: εγκάρδιο/επίσημο/ζεστό/θερμό/τυπικό/φιλικό ~. ~ των πρωτοετών από τον Πρόεδρο του Τμήματος. Επιστολή/μήνυμα/ποτό ~ατος. Γιορτή για το ~ της νέας χρονιάς. Eυχές/συστάσεις και ~ατα. ΣΥΝ. προϋπάντηση, υποδοχή (1) | |
| 22596 | κάμα σούτρα | κά-μα σού-τρα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κάμα-σούτρα (κ. με κεφαλ. Κ, Σ): αρχαίο ινδικό εγχειρίδιο της ερωτικής τέχνης του βραχμάνου Vatsyayana (4ος αι. μ.Χ.)· κυρ. οι τεχνικές του έρωτα. [< γαλλ.-αγγλ. kamasutra < σανσκριτικά kāmasūtram < kāmaḥ ‘ερωτας’ + sūtram ‘κλωστή, κανόνας, εγχειρίδιο’] | |
| 22577 | κάμα1 | κά-μα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): είδος δίκοπου μαχαιριού. Βλ. στιλέτο. [< τουρκ. kama] | |
| 22578 | κάμα2 | βλ. καύμα | |
| 22579 | καμάκι | κα-μά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-προφ.) έντονο και συνήθ. αδιάκριτο φλερτ, κυρ. από άνδρα· συνεκδ. άνδρας που του αρέσει να φλερτάρει με τέτοιο τρόπο: άγριο/επίμονο/χυδαίο ~. ~ στον δρόμο με σφυρίγματα και πειράγματα. Του αρέσει να κάνει ~ (= καμακώνει). ΣΥΝ. καμάκωμα. Πβ. ερωτοτροπία, κόλλημα, κόρτε, πέσιμο.|| Eίναι μεγάλο ~! 2. αλιευτικό εργαλείο που αποτελείται από ξύλινο ή σιδερένιο κοντάρι με μία ή περισσότερες αιχμηρές απολήξεις: ψάρεμα με ~ (χεριού). Πβ. τρίαινα. Βλ. ψαροντούφεκο. [< μτγν. καμάκιον ‘μικρό μπαστούνι’ < μεσν. καμάκι 1: γαλλ. drague, 1961] | |
| 22580 | καμάκωμα | κα-μά-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) καμάκι. Πβ. κόρτε, πέσιμο. 2. ψάρεμα με καμάκι. | |
| 22581 | καμακώνω | κα-μα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {καμάκω-σα, -μένος, καμακών-οντας} (προφ.) 1. (μτφ., συνήθ. για άνδρα) κάνω καμάκι: Την ~σε. Πβ. ερωτοτροπώ, κορτάρω, φλερτάρω. ΣΥΝ. τα ρίχνω, την πέφτω (2) 2. ψαρεύω με καμάκι· κατ' επέκτ. καρφώνω με αιχμηρό αντικείμενο: ~μένo: χταπόδι.|| ~νε (= τσιμπούσε) τις πατάτες με λαιμαργία. | |
| 22582 | καμαμπέρ | κα-μα-μπέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαλλικό κρεμώδες τυρί από αγελαδινό γάλα με χαρακτηριστικό λευκό περίβλημα (επιφανειακή ωρίμανση) και έντονη μυρωδιά. Βλ. μπρι. [< γαλλ. camembert] | |
| 22583 | κάμαρα | κά-μα-ρα ουσ. (θηλ.) (παρωχ.) & (λαϊκό) κάμαρη: δωμάτιο, κυρ. υπνοδωμάτιο. Βλ. οντάς. ● Υποκ.: καμαρούλα (η): Βλ. καμαράκι. [< μεσν. κάμαρα] | |
| 22584 | καμάρα | κα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. κατασκευή ημικυκλικού σχήματος: εγκάρσια/πέτρινη ~. Γεφύρια/σοκάκια/στοά με ~ες. Πβ. αψίδα, θόλος, τόξο. 2. ΑΝΑΤ. η κοιλότητα του πέλματος: ποδική ~. Βλ. πλατυποδία. [< αρχ. καμάρα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ