| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22576 | καλωσόρισμα | κα-λω-σό-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καλωσορίζω: εγκάρδιο/επίσημο/ζεστό/θερμό/τυπικό/φιλικό ~. ~ των πρωτοετών από τον Πρόεδρο του Τμήματος. Επιστολή/μήνυμα/ποτό ~ατος. Γιορτή για το ~ της νέας χρονιάς. Eυχές/συστάσεις και ~ατα. ΣΥΝ. προϋπάντηση, υποδοχή (1) | |
| 22596 | κάμα σούτρα | κά-μα σού-τρα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κάμα-σούτρα (κ. με κεφαλ. Κ, Σ): αρχαίο ινδικό εγχειρίδιο της ερωτικής τέχνης του βραχμάνου Vatsyayana (4ος αι. μ.Χ.)· κυρ. οι τεχνικές του έρωτα. [< γαλλ.-αγγλ. kamasutra < σανσκριτικά kāmasūtram < kāmaḥ ‘ερωτας’ + sūtram ‘κλωστή, κανόνας, εγχειρίδιο’] | |
| 22577 | κάμα1 | κά-μα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): είδος δίκοπου μαχαιριού. Βλ. στιλέτο. [< τουρκ. kama] | |
| 22578 | κάμα2 | βλ. καύμα | |
| 22579 | καμάκι | κα-μά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-προφ.) έντονο και συνήθ. αδιάκριτο φλερτ, κυρ. από άνδρα· συνεκδ. άνδρας που του αρέσει να φλερτάρει με τέτοιο τρόπο: άγριο/επίμονο/χυδαίο ~. ~ στον δρόμο με σφυρίγματα και πειράγματα. Του αρέσει να κάνει ~ (= καμακώνει). ΣΥΝ. καμάκωμα. Πβ. ερωτοτροπία, κόλλημα, κόρτε, πέσιμο.|| Eίναι μεγάλο ~! 2. αλιευτικό εργαλείο που αποτελείται από ξύλινο ή σιδερένιο κοντάρι με μία ή περισσότερες αιχμηρές απολήξεις: ψάρεμα με ~ (χεριού). Πβ. τρίαινα. Βλ. ψαροντούφεκο. [< μτγν. καμάκιον ‘μικρό μπαστούνι’ < μεσν. καμάκι 1: γαλλ. drague, 1961] | |
| 22580 | καμάκωμα | κα-μά-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) καμάκι. Πβ. κόρτε, πέσιμο. 2. ψάρεμα με καμάκι. | |
| 22581 | καμακώνω | κα-μα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {καμάκω-σα, -μένος, καμακών-οντας} (προφ.) 1. (μτφ., συνήθ. για άνδρα) κάνω καμάκι: Την ~σε. Πβ. ερωτοτροπώ, κορτάρω, φλερτάρω. ΣΥΝ. τα ρίχνω, την πέφτω (2) 2. ψαρεύω με καμάκι· κατ' επέκτ. καρφώνω με αιχμηρό αντικείμενο: ~μένo: χταπόδι.|| ~νε (= τσιμπούσε) τις πατάτες με λαιμαργία. | |
| 22582 | καμαμπέρ | κα-μα-μπέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαλλικό κρεμώδες τυρί από αγελαδινό γάλα με χαρακτηριστικό λευκό περίβλημα (επιφανειακή ωρίμανση) και έντονη μυρωδιά. Βλ. μπρι. [< γαλλ. camembert] | |
| 22583 | κάμαρα | κά-μα-ρα ουσ. (θηλ.) (παρωχ.) & (λαϊκό) κάμαρη: δωμάτιο, κυρ. υπνοδωμάτιο. Βλ. οντάς. ● Υποκ.: καμαρούλα (η): Βλ. καμαράκι. [< μεσν. κάμαρα] | |
| 22584 | καμάρα | κα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. κατασκευή ημικυκλικού σχήματος: εγκάρσια/πέτρινη ~. Γεφύρια/σοκάκια/στοά με ~ες. Πβ. αψίδα, θόλος, τόξο. 2. ΑΝΑΤ. η κοιλότητα του πέλματος: ποδική ~. Βλ. πλατυποδία. [< αρχ. καμάρα] | |
| 22585 | καμαραϊκός | , ή, ό κα-μα-ρα-ϊ-κός επίθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.: κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: καμαραϊκά αγγεία: αγγεία της μεσομινωικής περιόδου (περ. 2100-1600 π.Χ.) με πολύ λεπτά τοιχώματα και πολύχρωμα αφηρημένα ή σπανιότ. φυτικά και ζωικά μοτίβα σε σκούρο φόντο., καμαραϊκός ρυθμός: τεχνοτροπία της μεσομινωικής κεραμικής, χαρακτηριστικό δείγμα της οποίας αποτελούν τα σχετικά αγγεία. | |
| 22586 | καμαράκι | κα-μα-ρά-κι ουσ. (ουδ.): μικρό δωμάτιο: φτωχικό ~. Νοικιάζει ένα ~ (= δώμα) στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας. Bλ. καμαρούλα.|| Το ~ των διαιτητών/του σπορτκάστερ (βλ. θεωρείο)/του φύλακα (= σπιτάκι). | |
| 22587 | καμάρι | κα-μά-ρι ουσ. (ουδ.): περηφάνια· συνεκδ. ό,τι προκαλεί το αντίστοιχο συναίσθημα: Δεν κρύβεται το ~ της για σένα! Το έχει ~ (= καμαρώνει) που ... Λάμπει/φουσκώνει από ~. Τον κοιτούσε με ~.|| Περπατούσε με/όλο ~ (= καμαρωτά).|| Η εκκλησία είναι το ~ του χωριού. Πβ. αγλάισμα, καύχημα, κόσμημα, στολίδι.|| (για πρόσ.) Είναι το ~ της οικογένειας. Πβ. τιμή. ΑΝΤ. μαύρο πρόβατο, ντροπή.|| (οικ.) Καλώς το ~ μου (: το παιδί μου)! Μπράβο σου, ~ μου (: αστέρι/χαρά μου)!|| (ειρων.) Πάλι τα έκαναν θάλασσα τα ~ια μας! ● ΦΡ.: τιμή μου και καμάρι μου (επιτατ.): δεν ντρέπομαι καθόλου για μια ιδιότητά μου: ~ ~ που δουλεύω ως .../κατάγομαι από ..., ο κόσμος το 'χει τούμπανο/βούκινο κι εμείς κρυφό καμάρι βλ. κόσμος [< μεσν. καμάρι(ν)] | |
| 22588 | καμαριέρα | κα-μα-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.) , καμαριέρης (ο) 1. υπάλληλος ξενοδοχείου που καθαρίζει και τακτοποιεί τα δωμάτια (και τους υπόλοιπους χώρους): καρότσι/στολή ~ας. Πβ. θαλαμηπόλος, οροφοκόμος. 2. {μόνο στο θηλ.} (κυρ. παλαιότ.) υπηρέτρια. [< μεσν. καμαριέρα < βεν. camariera] | |
| 22589 | καμαρίλα | κα-μα-ρί-λα ουσ. (θηλ.) (μειωτ.-κυρ. στην ΠΟΛΙΤ.): κύκλος ατόμων που πλαισιώνει ισχυρό πρόσωπο και επηρεάζει παρασκηνιακά τη λήψη αποφάσεων: κομματική ~ (= αυλοκόλακες, μυστικοσύμβουλοι). Βλ. κλίκα, φατρία. ΣΥΝ. αυλή (2) [< γαλλ.-ιταλ. camarilla < ισπ. ~] | |
| 22590 | καμαρίνι | κα-μα-ρί-νι ουσ. (ουδ.): δωμάτιο, συνήθ. μικρό, στα παρασκήνια θεάτρου, μουσικής σκηνής ή τηλεοπτικού πλατό, που χρησιμοποιείται από έναν ή περισσότερους καλλιτέχνες για να αλλάξουν ρούχα, να (ξε)βαφτούν, να χτενιστούν ή/και να ξεκουραστούν: Υποδέχτηκε τους θαυμαστές στο ~ της. Είχαν στριμωχτεί/περίμεναν έξω από το ~ του για ένα αυτόγραφο. Πολλοί θεατές έσπευσαν/πήγαν στα ~ια για να συγχαρούν τους ηθοποιούς. Βλ. κουίντα.|| (μτφ.) To κλίμα στα ~ια (= μεταξύ των συντελεστών) δεν είναι καλό. [< βεν. camarin] | |
| 22591 | καμαρότος | κα-μα-ρό-τος ουσ. (αρσ.): θαλαμηπόλος πλοίου. ● Υποκ.: καμαροτάκι (το) [< βεν. camaroto] | |
| 22592 | καμαροφρύδης | κα-μα-ρο-φρύ-δης επίθ. {κυρ. θηλ. καμαροφρύδα} (λαϊκό-λογοτ.): γαϊτανοφρύδης. [< μεσν. καμαροφρύδης] | |
| 22593 | καμάρωμα | κα-μά-ρω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του καμαρώνω. | |
| 22594 | καμαρώνω | κα-μα-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καμάρω-σα, καμαρών-οντας}: κοιτάζω με καμάρι, νιώθω περηφάνια και θαυμασμό: Να 'ξερες πόσο σας ~! (ευχετ.) Να τα ~εις (= χαίρεσαι) πάντα (ενν. τα παιδιά σου)! Κρίμα που δεν ζουν οι γονείς του να τον ~σουν γαμπρό.|| Η πόλη ~ει για το δημοτικό της θέατρο. Πβ. καυχιέμαι.|| (ειρων.) ~ώστε τους ανίκανους/τα χάλια σας (= θαυμάστε)!|| (αρνητ. συνυποδ.) Κοίτα πώς ~ει. ~ει τον εαυτό της μπροστά στον καθρέφτη. Πβ. αλαζονεύ-, κοκορεύ-, κορδών-, τεντών-ομαι, κομπάζω. ● ΦΡ.: (καμαρώνει σαν) γύφτικο σκεπάρνι βλ. σκεπάρνι, φουσκώνει/καμαρώνει/κορδώνεται σαν (το) παγόνι βλ. παγόνι [< μεσν. καμαρώνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ