| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22585 | καμαραϊκός | , ή, ό κα-μα-ρα-ϊ-κός επίθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.: κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: καμαραϊκά αγγεία: αγγεία της μεσομινωικής περιόδου (περ. 2100-1600 π.Χ.) με πολύ λεπτά τοιχώματα και πολύχρωμα αφηρημένα ή σπανιότ. φυτικά και ζωικά μοτίβα σε σκούρο φόντο., καμαραϊκός ρυθμός: τεχνοτροπία της μεσομινωικής κεραμικής, χαρακτηριστικό δείγμα της οποίας αποτελούν τα σχετικά αγγεία. | |
| 22586 | καμαράκι | κα-μα-ρά-κι ουσ. (ουδ.): μικρό δωμάτιο: φτωχικό ~. Νοικιάζει ένα ~ (= δώμα) στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας. Bλ. καμαρούλα.|| Το ~ των διαιτητών/του σπορτκάστερ (βλ. θεωρείο)/του φύλακα (= σπιτάκι). | |
| 22587 | καμάρι | κα-μά-ρι ουσ. (ουδ.): περηφάνια· συνεκδ. ό,τι προκαλεί το αντίστοιχο συναίσθημα: Δεν κρύβεται το ~ της για σένα! Το έχει ~ (= καμαρώνει) που ... Λάμπει/φουσκώνει από ~. Τον κοιτούσε με ~.|| Περπατούσε με/όλο ~ (= καμαρωτά).|| Η εκκλησία είναι το ~ του χωριού. Πβ. αγλάισμα, καύχημα, κόσμημα, στολίδι.|| (για πρόσ.) Είναι το ~ της οικογένειας. Πβ. τιμή. ΑΝΤ. μαύρο πρόβατο, ντροπή.|| (οικ.) Καλώς το ~ μου (: το παιδί μου)! Μπράβο σου, ~ μου (: αστέρι/χαρά μου)!|| (ειρων.) Πάλι τα έκαναν θάλασσα τα ~ια μας! ● ΦΡ.: τιμή μου και καμάρι μου (επιτατ.): δεν ντρέπομαι καθόλου για μια ιδιότητά μου: ~ ~ που δουλεύω ως .../κατάγομαι από ..., ο κόσμος το 'χει τούμπανο/βούκινο κι εμείς κρυφό καμάρι βλ. κόσμος [< μεσν. καμάρι(ν)] | |
| 22588 | καμαριέρα | κα-μα-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.) , καμαριέρης (ο) 1. υπάλληλος ξενοδοχείου που καθαρίζει και τακτοποιεί τα δωμάτια (και τους υπόλοιπους χώρους): καρότσι/στολή ~ας. Πβ. θαλαμηπόλος, οροφοκόμος. 2. {μόνο στο θηλ.} (κυρ. παλαιότ.) υπηρέτρια. [< μεσν. καμαριέρα < βεν. camariera] | |
| 22589 | καμαρίλα | κα-μα-ρί-λα ουσ. (θηλ.) (μειωτ.-κυρ. στην ΠΟΛΙΤ.): κύκλος ατόμων που πλαισιώνει ισχυρό πρόσωπο και επηρεάζει παρασκηνιακά τη λήψη αποφάσεων: κομματική ~ (= αυλοκόλακες, μυστικοσύμβουλοι). Βλ. κλίκα, φατρία. ΣΥΝ. αυλή (2) [< γαλλ.-ιταλ. camarilla < ισπ. ~] | |
| 22590 | καμαρίνι | κα-μα-ρί-νι ουσ. (ουδ.): δωμάτιο, συνήθ. μικρό, στα παρασκήνια θεάτρου, μουσικής σκηνής ή τηλεοπτικού πλατό, που χρησιμοποιείται από έναν ή περισσότερους καλλιτέχνες για να αλλάξουν ρούχα, να (ξε)βαφτούν, να χτενιστούν ή/και να ξεκουραστούν: Υποδέχτηκε τους θαυμαστές στο ~ της. Είχαν στριμωχτεί/περίμεναν έξω από το ~ του για ένα αυτόγραφο. Πολλοί θεατές έσπευσαν/πήγαν στα ~ια για να συγχαρούν τους ηθοποιούς. Βλ. κουίντα.|| (μτφ.) To κλίμα στα ~ια (= μεταξύ των συντελεστών) δεν είναι καλό. [< βεν. camarin] | |
| 22591 | καμαρότος | κα-μα-ρό-τος ουσ. (αρσ.): θαλαμηπόλος πλοίου. ● Υποκ.: καμαροτάκι (το) [< βεν. camaroto] | |
| 22592 | καμαροφρύδης | κα-μα-ρο-φρύ-δης επίθ. {κυρ. θηλ. καμαροφρύδα} (λαϊκό-λογοτ.): γαϊτανοφρύδης. [< μεσν. καμαροφρύδης] | |
| 22593 | καμάρωμα | κα-μά-ρω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του καμαρώνω. | |
| 22594 | καμαρώνω | κα-μα-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καμάρω-σα, καμαρών-οντας}: κοιτάζω με καμάρι, νιώθω περηφάνια και θαυμασμό: Να 'ξερες πόσο σας ~! (ευχετ.) Να τα ~εις (= χαίρεσαι) πάντα (ενν. τα παιδιά σου)! Κρίμα που δεν ζουν οι γονείς του να τον ~σουν γαμπρό.|| Η πόλη ~ει για το δημοτικό της θέατρο. Πβ. καυχιέμαι.|| (ειρων.) ~ώστε τους ανίκανους/τα χάλια σας (= θαυμάστε)!|| (αρνητ. συνυποδ.) Κοίτα πώς ~ει. ~ει τον εαυτό της μπροστά στον καθρέφτη. Πβ. αλαζονεύ-, κοκορεύ-, κορδών-, τεντών-ομαι, κομπάζω. ● ΦΡ.: (καμαρώνει σαν) γύφτικο σκεπάρνι βλ. σκεπάρνι, φουσκώνει/καμαρώνει/κορδώνεται σαν (το) παγόνι βλ. παγόνι [< μεσν. καμαρώνω] | |
| 22595 | καμαρωτός | , ή, ό κα-μα-ρω-τός επίθ. 1. που κινείται ή στέκεται με περηφάνια, γεμάτος αυτοπεποίθηση: Περπατούσε στητός και ~. (ειρων.) Έφτασε πρώτος και ~ (: πρώτος και καλύτερος). Πβ. αγέρωχος, κορδωτός.|| ~ό: βήμα (πβ. λεβέντικος). 2. που σχηματίζει καμάρα: ~ή: στέγη. ~ό: γεφύρι. Πβ. αψιδ-, θολ-, τοξ-ωτός. ● επίρρ.: καμαρωτά: στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: λεβεντιά καμαρωτή βλ. λεβεντιά [< 2: μτγν. καμαρωτός] | |
| 22597 | κάματος | κά-μα-τος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άτου} (επίσ.): κούραση: μυϊκός ~. Πβ. εξάντληση, κόπος, μόχθος. Βλ. νυχτοκάματο. ΣΥΝ. κόπωση (1) [< αρχ. κάματος] | |
| 22598 | καμβάς | καμ-βάς ουσ. (αρσ.) {καμβ-άδες} 1. χοντρό ύφασμα από βαμβάκι ή λινάρι που χρησιμοποιείται κυρ. για ζωγραφική ή κέντημα· συνεκδ. ζωγραφικό έργο: λευκός ~. Ακρυλικά/λάδι (: ελαιογραφία) σε ~ά. Εκτύπωση φωτογραφιών σε ~ά. Αποτύπωσε/μετέφερε στον ~ά την ομορφιά του τοπίου. Πβ. καναβάτσο. Βλ. καβαλέτο, καραβόπανο, λινάτσα, μουσαμάς.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ σχεδίασης.|| ~άδες με χρωματικές αντιθέσεις (= πίνακες). 2. (μτφ.) άξονας, πλαίσιο: ο ~ της ιστορίας/του μυθιστορήματος. Πβ. σκελετός, σχεδιάγραμμα. [< γαλλ. canevas] | |
| 22599 | κάμβιο | κάμ-βι-ο ουσ. (ουδ.) {καμβί-ου} : ΒΟΤ. φυτικός ιστός ανάμεσα στον φλοιό και το ξύλωμα του βλαστού. Πβ. μερίστωμα. [< γαλλ. cambium] | |
| 22600 | κάμβριο | κάμ-βρι-ο ουσ. (ουδ.) {καμβρί-ου} (κ. με κεφαλ. Κ) & κάμβρια περίοδος : ΓΕΩΛ. η πρώτη περίοδος του παλαιοζωικού αιώνα (πριν από περ. 570-500 εκατομμύρια χρόνια): απολιθώματα ανώτερου/κατώτερου ~ου (βλ. τριλοβίτης). Η βιολογική έκρηξη του ~ου (: ξαφνική εμφάνιση πολλών νέων ειδών). Βλ. προ~. [< αγγλ. Cambrian] | |
| 22601 | καμέα | κα-μέ-α ουσ. (θηλ.) & καμέο (το): ημιπολύτιμος λίθος (κυρ. αχάτης, όνυχας, ορεία κρύσταλλος) με σκαλιστή παράσταση. [< ιταλ. cameo, γαλλ. camée] | |
| 22602 | κάμελ | κά-μελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ανοιχτό καφέ χρώμα. Βλ. καμηλό. [< αγγλ. camel] | |
| 22603 | καμέλια | κα-μέ-λι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. θαμνώδες καλλωπιστικό φυτό (γένος Camellia) με σκούρα πράσινα φύλλα και μεγάλα λευκά, ρόδινα ή κόκκινα άνθη σε σχήμα τριαντάφυλλου· συνεκδ. το ίδιο το λουλούδι: ~ η ιαπωνική. Βλ. αζαλέα, γαρδένια. [< νεολατ. camellia , αγγλ. ~, γαλλ. camélia, αυστριακό ανθρ. J. Kamel (Camellus)] | |
| 22604 | καμένος | βλ. καίω | |
| 22605 | κάμερα | κά-με-ρα ουσ. (θηλ.) {καμερών}: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή εικονοληψίας (και μαγνητοσκόπησης): αδιάβροχη/ασπρόμαυρη/ασύρματη/δικτυακή/έγχρωμη/υπέρυθρη/φορητή/ψηφιακή ~. Κινηματογραφική ~. Κινητό με (ενσωματωμένη) ~. Τα πλάνα που τράβηξε η/με την ~. Βλ. βιντεο~, θερμο~, ιστο~, μικρο~, παρα~, τηλε~. ● κάμερες (οι): συνήθ. οι τηλεοπτικές: οι άνθρωποι πίσω από τις ~ (: σκηνοθέτες, τεχνικοί). Δηλώσεις μπροστά στις ~ (= στον φακό, δημοσίως). Όσα συμβαίνουν πίσω από τις ~ (= στο παρασκήνιο). Την επιχείρηση διάσωσης κατέγραψαν οι ~.|| Κάλεσε/φώναξε τις ~ (= τα τηλεοπτικά συνεργεία). ● ΣΥΜΠΛ.: διαδικτυακή κάμερα: που μεταδίδει ζωντανές εικόνες μέσω του διαδικτύου [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. webcam, 1995, γαλλ. ~, 1999] , κάμερα ασφαλείας: φανερή ή κρυφή κάμερα κλειστού κυκλώματος που χρησιμοποιείται για την εποπτεία δημόσιων και ιδιωτικών χώρων: οι ~ες ~ του αεροδρομίου/καταστήματος/μουσείου. Ο χώρος προστατεύεται με σύστημα συναγερμού και ~ες ~. Βλ. βιντεοεπιτήρηση., κάμερες διαχείρισης (της) κυκλοφορίας & κάμερες κυκλοφορίας: κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης που ελέγχεται από την Τροχαία και χρησιμοποιείται για την καλύτερη ρύθμιση της κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών. [< αγγλ. traffic cameras, 1977] , κάντιντ κάμερα: κρυφή κάμερα που βιντεοσκοπεί την αυθόρμητη και συνήθ. διασκεδαστική αντίδραση ανυποψίαστων προσώπων σε στημένες φάρσες· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη εκπομπή. [< αγγλ. candid camera, 1929] , κρυφή κάμερα: μικροκάμερα τοποθετημένη σε μη ορατό σημείο, με την οποία βιντεοσκοπούνται άτομα χωρίς να το γνωρίζουν· χρησιμοποιείται και ως κάμερα ασφαλείας. Βλ. κοριός., πανοραμική κάμερα βλ. πανοραμικός , ψηφιακή κάμερα βλ. φωτογραφικός [< αγγλ. camera, γαλλ. caméra] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ