| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22595 | καμαρωτός | , ή, ό κα-μα-ρω-τός επίθ. 1. που κινείται ή στέκεται με περηφάνια, γεμάτος αυτοπεποίθηση: Περπατούσε στητός και ~. (ειρων.) Έφτασε πρώτος και ~ (: πρώτος και καλύτερος). Πβ. αγέρωχος, κορδωτός.|| ~ό: βήμα (πβ. λεβέντικος). 2. που σχηματίζει καμάρα: ~ή: στέγη. ~ό: γεφύρι. Πβ. αψιδ-, θολ-, τοξ-ωτός. ● επίρρ.: καμαρωτά: στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: λεβεντιά καμαρωτή βλ. λεβεντιά [< 2: μτγν. καμαρωτός] | |
| 22597 | κάματος | κά-μα-τος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άτου} (επίσ.): κούραση: μυϊκός ~. Πβ. εξάντληση, κόπος, μόχθος. Βλ. νυχτοκάματο. ΣΥΝ. κόπωση (1) [< αρχ. κάματος] | |
| 22598 | καμβάς | καμ-βάς ουσ. (αρσ.) {καμβ-άδες} 1. χοντρό ύφασμα από βαμβάκι ή λινάρι που χρησιμοποιείται κυρ. για ζωγραφική ή κέντημα· συνεκδ. ζωγραφικό έργο: λευκός ~. Ακρυλικά/λάδι (: ελαιογραφία) σε ~ά. Εκτύπωση φωτογραφιών σε ~ά. Αποτύπωσε/μετέφερε στον ~ά την ομορφιά του τοπίου. Πβ. καναβάτσο. Βλ. καβαλέτο, καραβόπανο, λινάτσα, μουσαμάς.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ σχεδίασης.|| ~άδες με χρωματικές αντιθέσεις (= πίνακες). 2. (μτφ.) άξονας, πλαίσιο: ο ~ της ιστορίας/του μυθιστορήματος. Πβ. σκελετός, σχεδιάγραμμα. [< γαλλ. canevas] | |
| 22599 | κάμβιο | κάμ-βι-ο ουσ. (ουδ.) {καμβί-ου} : ΒΟΤ. φυτικός ιστός ανάμεσα στον φλοιό και το ξύλωμα του βλαστού. Πβ. μερίστωμα. [< γαλλ. cambium] | |
| 22600 | κάμβριο | κάμ-βρι-ο ουσ. (ουδ.) {καμβρί-ου} (κ. με κεφαλ. Κ) & κάμβρια περίοδος : ΓΕΩΛ. η πρώτη περίοδος του παλαιοζωικού αιώνα (πριν από περ. 570-500 εκατομμύρια χρόνια): απολιθώματα ανώτερου/κατώτερου ~ου (βλ. τριλοβίτης). Η βιολογική έκρηξη του ~ου (: ξαφνική εμφάνιση πολλών νέων ειδών). Βλ. προ~. [< αγγλ. Cambrian] | |
| 22601 | καμέα | κα-μέ-α ουσ. (θηλ.) & καμέο (το): ημιπολύτιμος λίθος (κυρ. αχάτης, όνυχας, ορεία κρύσταλλος) με σκαλιστή παράσταση. [< ιταλ. cameo, γαλλ. camée] | |
| 22602 | κάμελ | κά-μελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ανοιχτό καφέ χρώμα. Βλ. καμηλό. [< αγγλ. camel] | |
| 22603 | καμέλια | κα-μέ-λι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. θαμνώδες καλλωπιστικό φυτό (γένος Camellia) με σκούρα πράσινα φύλλα και μεγάλα λευκά, ρόδινα ή κόκκινα άνθη σε σχήμα τριαντάφυλλου· συνεκδ. το ίδιο το λουλούδι: ~ η ιαπωνική. Βλ. αζαλέα, γαρδένια. [< νεολατ. camellia , αγγλ. ~, γαλλ. camélia, αυστριακό ανθρ. J. Kamel (Camellus)] | |
| 22604 | καμένος | βλ. καίω | |
| 22605 | κάμερα | κά-με-ρα ουσ. (θηλ.) {καμερών}: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή εικονοληψίας (και μαγνητοσκόπησης): αδιάβροχη/ασπρόμαυρη/ασύρματη/δικτυακή/έγχρωμη/υπέρυθρη/φορητή/ψηφιακή ~. Κινηματογραφική ~. Κινητό με (ενσωματωμένη) ~. Τα πλάνα που τράβηξε η/με την ~. Βλ. βιντεο~, θερμο~, ιστο~, μικρο~, παρα~, τηλε~. ● κάμερες (οι): συνήθ. οι τηλεοπτικές: οι άνθρωποι πίσω από τις ~ (: σκηνοθέτες, τεχνικοί). Δηλώσεις μπροστά στις ~ (= στον φακό, δημοσίως). Όσα συμβαίνουν πίσω από τις ~ (= στο παρασκήνιο). Την επιχείρηση διάσωσης κατέγραψαν οι ~.|| Κάλεσε/φώναξε τις ~ (= τα τηλεοπτικά συνεργεία). ● ΣΥΜΠΛ.: διαδικτυακή κάμερα: που μεταδίδει ζωντανές εικόνες μέσω του διαδικτύου [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. webcam, 1995, γαλλ. ~, 1999] , κάμερα ασφαλείας: φανερή ή κρυφή κάμερα κλειστού κυκλώματος που χρησιμοποιείται για την εποπτεία δημόσιων και ιδιωτικών χώρων: οι ~ες ~ του αεροδρομίου/καταστήματος/μουσείου. Ο χώρος προστατεύεται με σύστημα συναγερμού και ~ες ~. Βλ. βιντεοεπιτήρηση., κάμερες διαχείρισης (της) κυκλοφορίας & κάμερες κυκλοφορίας: κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης που ελέγχεται από την Τροχαία και χρησιμοποιείται για την καλύτερη ρύθμιση της κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών. [< αγγλ. traffic cameras, 1977] , κάντιντ κάμερα: κρυφή κάμερα που βιντεοσκοπεί την αυθόρμητη και συνήθ. διασκεδαστική αντίδραση ανυποψίαστων προσώπων σε στημένες φάρσες· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη εκπομπή. [< αγγλ. candid camera, 1929] , κρυφή κάμερα: μικροκάμερα τοποθετημένη σε μη ορατό σημείο, με την οποία βιντεοσκοπούνται άτομα χωρίς να το γνωρίζουν· χρησιμοποιείται και ως κάμερα ασφαλείας. Βλ. κοριός., πανοραμική κάμερα βλ. πανοραμικός , ψηφιακή κάμερα βλ. φωτογραφικός [< αγγλ. camera, γαλλ. caméra] | |
| 22606 | κάμεραμαν & καμεραμάν | κά-με-ρα-μαν ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. κάμεραμεν & καμεραμέν | σπάν. θηλ. καμεραγούμαν} & κάμερα-μαν: εικονολήπτης. ΣΥΝ. οπερατέρ [< αγγλ. cameraman, γαλλ. caméraman, 1919] | |
| 22607 | καμεράτα | κα-με-ρά-τα ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΜΟΥΣ. ορχήστρα δωματίου. [< ιταλ. camerata] | |
| 22608 | καμήλα | κα-μή-λα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) γκαμήλα 1. ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο φυτοφάγο μηρυκαστικό της ερήμου και των άνυδρων στεπών (οικογ. Camelidae, γένος Camelus), με ψηλά πόδια, μακρύ και καμπυλωτό λαιμό, κρεμαστά χείλη, πυκνό κιτρινο-κόκκινο, καφέ ή σχεδόν μαύρο τρίχωμα και ένα ή δύο λιπώδη εξογκώματα (ύβους) στη ράχη: γάλα ~ας. Η καμπούρα της ~ας. Ύφασμα από τρίχα ~ας (πβ. καμηλό). Βόλτα/σαφάρι με ~ες. Καραβάνι από ~ες. Βλ. βακτριανή, δρομάδα.|| Έχει μνήμη ~ας (= ελέφαντα). ΣΥΝ. κάμηλος 2. (μτφ.-μειωτ.) ψηλή και άχαρη γυναίκα. ● ΦΡ.: ο δρόμος της καμήλας (μτφ.): μέση οδός, συμβιβαστική λύση. [< μεσν. καμήλα < αρχ. κάμηλος, αγγλ. camel, γερμ. kamel, γαλλ. chameau] | |
| 22609 | καμηλαύχι & καμηλαύκι | βλ. καλιμαύχι | |
| 22610 | καμηλιέρης | κα-μη-λιέ-ρης ουσ. (αρσ.): οδηγός καμήλας: ~ της ερήμου. Βλ. -ιέρης. [< μεσν. καμηλιέρης] | |
| 22611 | καμηλό | κα-μη-λό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καμιλό: χοντρό, μαλακό και ακριβό ύφασμα κίτρινου-καφέ χρώματος, κυρ. από μαλλί, μετάξι, τρίχωμα ή βαμβάκι· συνεκδ. το αντίστοιχο πανωφόρι ή το συγκεκριμένο χρώμα. Βλ. αγκορά, κασμίρ, μοχέρ.|| (ως επίθ.) ~ παλτό. Βλ. κάμελ. [< γαλλ. camelot] | |
| 22612 | καμηλοπάρδαλη | κα-μη-λο-πάρ-δα-λη ουσ. (θηλ.) {καμηλοπαρδ-άλεις}: ΖΩΟΛ. μηρυκαστικό της αφρικανικής ηπείρου (επιστ. ονομασ. Giraffa camelopardalis), με πολύ μακρύ λαιμό και μακριά πόδια, κοντά κέρατα και παχύ κιτρινωπό δέρμα με καφετιές κηλίδες. Βλ. αρτιοδάκτυλα, λεοπάρδαλη, οκάπι, σαβάνα. [< μτγν. καμηλοπάρδαλις] | |
| 22613 | κάμηλος | κά-μη-λος ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΖΩΟΛ. καμήλα. ● ΦΡ.: διυλίζει τον κώνωπα (και καταπίνει την κάμηλον) βλ. διυλίζω [< αρχ. κάμηλος] | |
| 22614 | καμία & καμιά | βλ. κανείς | |
| 22615 | καμιζόλα | κα-μι-ζό-λα ουσ. (θηλ.): γυναικείο ριχτό ένδυμα σαν φόρεμα, από ελαφρύ ύφασμα και με φαρδιά συνήθ. μανίκια: διάφανη/κεντητή/λεπτή/μεταξωτή ~. Πάνω από το μαγιό φορούσε ~. Πβ. καφτάνι, τουνίκ.|| (παλαιότ., μακρύ νυχτικό:) Λευκή ~ από δαντέλα. ΣΥΝ. πουκαμίσα. Βλ. κομπινεζόν. [< γαλλ. camisole] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ