| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22606 | κάμεραμαν & καμεραμάν | κά-με-ρα-μαν ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. κάμεραμεν & καμεραμέν | σπάν. θηλ. καμεραγούμαν} & κάμερα-μαν: εικονολήπτης. ΣΥΝ. οπερατέρ [< αγγλ. cameraman, γαλλ. caméraman, 1919] | |
| 22607 | καμεράτα | κα-με-ρά-τα ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΜΟΥΣ. ορχήστρα δωματίου. [< ιταλ. camerata] | |
| 22608 | καμήλα | κα-μή-λα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) γκαμήλα 1. ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο φυτοφάγο μηρυκαστικό της ερήμου και των άνυδρων στεπών (οικογ. Camelidae, γένος Camelus), με ψηλά πόδια, μακρύ και καμπυλωτό λαιμό, κρεμαστά χείλη, πυκνό κιτρινο-κόκκινο, καφέ ή σχεδόν μαύρο τρίχωμα και ένα ή δύο λιπώδη εξογκώματα (ύβους) στη ράχη: γάλα ~ας. Η καμπούρα της ~ας. Ύφασμα από τρίχα ~ας (πβ. καμηλό). Βόλτα/σαφάρι με ~ες. Καραβάνι από ~ες. Βλ. βακτριανή, δρομάδα.|| Έχει μνήμη ~ας (= ελέφαντα). ΣΥΝ. κάμηλος 2. (μτφ.-μειωτ.) ψηλή και άχαρη γυναίκα. ● ΦΡ.: ο δρόμος της καμήλας (μτφ.): μέση οδός, συμβιβαστική λύση. [< μεσν. καμήλα < αρχ. κάμηλος, αγγλ. camel, γερμ. kamel, γαλλ. chameau] | |
| 22609 | καμηλαύχι & καμηλαύκι | βλ. καλιμαύχι | |
| 22610 | καμηλιέρης | κα-μη-λιέ-ρης ουσ. (αρσ.): οδηγός καμήλας: ~ της ερήμου. Βλ. -ιέρης. [< μεσν. καμηλιέρης] | |
| 22611 | καμηλό | κα-μη-λό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καμιλό: χοντρό, μαλακό και ακριβό ύφασμα κίτρινου-καφέ χρώματος, κυρ. από μαλλί, μετάξι, τρίχωμα ή βαμβάκι· συνεκδ. το αντίστοιχο πανωφόρι ή το συγκεκριμένο χρώμα. Βλ. αγκορά, κασμίρ, μοχέρ.|| (ως επίθ.) ~ παλτό. Βλ. κάμελ. [< γαλλ. camelot] | |
| 22612 | καμηλοπάρδαλη | κα-μη-λο-πάρ-δα-λη ουσ. (θηλ.) {καμηλοπαρδ-άλεις}: ΖΩΟΛ. μηρυκαστικό της αφρικανικής ηπείρου (επιστ. ονομασ. Giraffa camelopardalis), με πολύ μακρύ λαιμό και μακριά πόδια, κοντά κέρατα και παχύ κιτρινωπό δέρμα με καφετιές κηλίδες. Βλ. αρτιοδάκτυλα, λεοπάρδαλη, οκάπι, σαβάνα. [< μτγν. καμηλοπάρδαλις] | |
| 22613 | κάμηλος | κά-μη-λος ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΖΩΟΛ. καμήλα. ● ΦΡ.: διυλίζει τον κώνωπα (και καταπίνει την κάμηλον) βλ. διυλίζω [< αρχ. κάμηλος] | |
| 22614 | καμία & καμιά | βλ. κανείς | |
| 22615 | καμιζόλα | κα-μι-ζό-λα ουσ. (θηλ.): γυναικείο ριχτό ένδυμα σαν φόρεμα, από ελαφρύ ύφασμα και με φαρδιά συνήθ. μανίκια: διάφανη/κεντητή/λεπτή/μεταξωτή ~. Πάνω από το μαγιό φορούσε ~. Πβ. καφτάνι, τουνίκ.|| (παλαιότ., μακρύ νυχτικό:) Λευκή ~ από δαντέλα. ΣΥΝ. πουκαμίσα. Βλ. κομπινεζόν. [< γαλλ. camisole] | |
| 22616 | καμικάζι | κα-μι-κά-ζι ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. άτομο που προσφέρεται να πραγματοποιήσει βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας: αεροπειρατής/τρομοκράτης-~. ~ ζωσμένος με εκρηκτικά.|| (ως επίθ.) ~ βομβιστής.|| (ΙΣΤ. στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, Ιάπωνας πιλότος αεροπλάνου φορτωμένου με εκρηκτικά, που είχε ως αποστολή τη ρίψη του σκάφους του σε ναυτικούς κυρ. στόχους, βρίσκοντας και ο ίδιος τον θάνατο:) Η αυτοθυσία των ~. 2. (μτφ.) απερίσκεπτος, ριψοκίνδυνος οδηγός μοτοσικλέτας. Βλ. γκαζοφονιάς. [< αγγλ. kamikaze, 1945, γαλλ. ~, περ. 1950] | |
| 22617 | καμιλαύκι | βλ. καλιμαύχι | |
| 22618 | καμιλό | : βλ. καμηλό | |
| 22619 | καμινάδα | κα-μι-νά-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΔ. κατακόρυφος αγωγός που διοχετεύει τον καπνό από τον χώρο καύσης στην ατμόσφαιρα: κτιστή/μεταλλική ~. Η ~ του σπιτιού/τζακιού. Ο εξαεριστήρας/το καπέλο της ~ας. Καθαρισμός της ~ας (: από την καπνιά). Μπήκε/τρύπωσε απ' την ~. Πβ. καπναγωγός, μπουρί. Βλ. απορροφητήρας.|| Οι ~ες των εργοστασίων (= τσιμινιέρες, φουγάρα). ΣΥΝ. καπνοδόχος 2. ΑΡΧΙΤ. αντίστοιχο σύστημα για την απομάκρυνση της θερμότητας ενός κτιρίου κατά τους ζεστούς μήνες, ως τεχνική φυσικού δροσισμού: ~ ή πύργος αερισμού (: αίθριο, ειδικά διαμορφωμένο κλιμακοστάσιο ή φωταγωγός). Ηλιακές ~ες (: με υαλοπίνακα και περσίδες). 3. ΑΘΛ. (αργκό του ποδοσφαίρου) μακρινό και ψηλοκρεμαστό σουτ. ● ΣΥΜΠΛ.: φαινόμενο της καμινάδας: ΦΥΣ. η ιδιότητα του ζεστού αέρα και των θερμών αερίων (καπναερίων) να ακολουθούν ανοδική κίνηση, λόγω της χαμηλής πίεσής του(ς). Βλ. ελκυσμός. [< αγγλ. chimney/stack effect] [< 1: μεσν. καμινάδα < βεν. caminada 2: γαλλ. cheminée] | |
| 22620 | καμινέτο | κα-μι-νέ-το ουσ. (ουδ.): μικρή φορητή εστία με ρυθμιζόμενη φλόγα, που χρησιμοποιείται για την παρασκευή κυρ. ροφημάτων: ηλεκτρικό ~. ~ γκαζιού/οινοπνεύματος/υγραερίου. ~ με αυτόματη ανάφλεξη. Καφές στη χόβολη ή στο ~. Πβ. γκαζάκι.|| ~ συγκόλλησης (μετάλλων). Πβ. λυχνία, φλόγιστρο. ● Υποκ.: καμινετάκι (το) [< ιταλ. caminetto] | |
| 22621 | καμίνι | κα-μί-νι ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. κλειστή εγκατάσταση στο εσωτερικό της οποίας αναπτύσσονται πολύ υψηλές θερμοκρασίες, για τήξη μετάλλων ή απανθράκωση ξύλων: αναμμένο/πυρακτωμένο ~. Ηλεκτρικά ~ια. ~ια με καύσιμα. ~ια από πέτρες/πυρότουβλα. Πβ. κλίβανος, φούρνος, χωνευτήριο. ΣΥΝ. κάμινος 2. (μτφ.) τόπος με ασφυκτική ζέστη: ~ η χώρα! Η πόλη καίει σαν ~. 3. (μτφ.) χώρος στον οποίο επικρατεί αναβρασμός, αναταραχή: ~ που βράζει η αγορά!|| To ~ της ζωής (βλ. στίβος)/του πολέμου. [< μεσν. καμίνι(ν), μτγν. καμίνιον] | |
| 22622 | κάμινος | κά-μι-νος ουσ. (θηλ.) {καμίν-ου}: ΤΕΧΝΟΛ. καμίνι: επαγωγική/ηλεκτρική/ηλιακή/περιστροφική ~. ~οι βολταϊκών τόξων. Βλ. υψι~. ● ΦΡ.: παίδες εν καμίνω [παῖδες ἐν καμίνῳ] (ΠΔ): (μτφ.) για πρόσωπα που βρίσκονται σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. [< αρχ. κάμινος] | |
| 22623 | καμιόνι | κα-μιό-νι ουσ. (ουδ.): μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο, μεταφοράς κυρ. προσώπων: στρατιωτικά ~ια (πβ. ρέο). [< γαλλ. camion] | |
| 22624 | κάμνω | βλ. κάνω | |
| 22625 | καμουτσίκι | κα-μου-τσί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) & (λαϊκότ.) καμουτσί & καμτσίκι & (σπάν.) καμιτσίκι 1. μαστίγιο με το οποίο χτυπούν τα υποζύγια στην πλάτη, για να προχωρήσουν ή να τρέξουν πιο γρήγορα: δερμάτινο ~. Βλ. βίτσα. 2. (σπανιότ.-μτφ.) κάθε μέσο εξαναγκασμού ή επιβολής πειθαρχίας. Πβ. βούρδουλας, φραγγέλιο. [< τουρκ. kamçι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ