Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2320-2340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1344αιματοκρίτης[αἱματοκρίτης] αι-μα-το-κρί-της ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. το ποσοστό του όγκου του αίματος που καταλαμβάνουν τα ερυθρά αιμοσφαίρια: υψηλός/χαμηλός ~. Ανέβηκε/έπεσε ο ~. Γενική εξέταση αίματος για τον έλεγχο του ~η (: εργαστηριακός δείκτης εκτίμησης του αριθμού των ερυθροκυττάρων). [< γαλλ. hématocrite, 1900, αγγλ. hematocrit]
1345αιματοκύλισμα[αἱματοκύλισμα] αι-μα-το-κύ-λι-σμα ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό-λογοτ.) ματοκύλισμα: αιματοχυσία: νέος κύκλος ~ίσματος. Διώξεις και ~ίσματα.
1346αιματοκυλώ & αιματοκυλίζω[αἱματοκυλῶ] αι-μα-το-κυ-λώ ρ. (μτβ.) {αιματοκύλ-ησε κ. αιματοκύλι-σε, αιματοκυλί-στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος} & (λαϊκό-λογοτ.) ματοκυλώ: προξενώ αιματοχυσία: Ο πόλεμος ~σε τη χώρα. Το έθνος ~στηκε από τον εμφύλιο σπαραγμό. ~σμένη: περιοχή (ΣΥΝ. αιματοβαμμένη). [< μεσν. αιματοκυλώ]
1347αιματολογία[αἱματολογία] αι-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη φυσιολογία και τις ασθένειες του αίματος και των αιμοποιητικών οργάνων του σώματος: εργαστηριακή/κλινική/παιδιατρική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. hématologie, αγγλ. hæmatology]
1348αιματολογικός, ή, ό [αἱματολογικός] αι-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην αιματολογία ή στον αιματολόγο: ~ός: αναλυτής/έλεγχος. ~ό: εργαστήριο. ~ές: εξετάσεις/κακοήθειες. ~ά: νοσήματα. ● Ουσ.: αιματολογικά (τα) (προφ.): τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων. [< γαλλ. hématologique, αγγλ. hæmatologic(al), 1946]
1349αιματολόγος[αἱματολόγος] αι-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην αιματολογία: παθολόγος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. hématologue, αγγλ. hæmatologist, 1904]
1350αιματουρία[αἱματουρία] αι-μα-του-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική παρουσία αίματος στα ούρα. Βλ. -ουρία. [< γαλλ. hématurie, αγγλ. hæmaturia]
1351αιματοχυσία[αἱματοχυσία] αι-μα-το-χυ-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σοβαρός τραυματισμός ή βίαιος θάνατος πολλών ανθρώπων κατά τη διάρκεια αιματηρής σύγκρουσης ή ένοπλης επίθεσης: Συνεχίζεται η ~ στο ... (πβ. λουτρό αίματος). Έκκληση για τερματισμό της ~ας απηύθυνε ο ... Πβ. Αρμαγεδδώνας. ΣΥΝ. αιματοκύλισμα [< μτγν. αἱματοχυσία]
1352αιματώδης, ης, ες [αἱματώδης] αι-μα-τώ-δης επίθ. {αιματώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} 1. ΙΑΤΡ. που περιέχει μεγάλη ποσότητα αίματος: ~ης: διάρροια. Πβ. αιμάτινος. 2. (μτφ.-λόγ.) που είναι κόκκινος σαν το αίμα: ~ης: απόχρωση. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. αιματοβαμμένος (2) 3. (μτφ.-λόγ.) ζωηρός, ευερέθιστος: ~ης: ιδιοσυγκρασία. [< 1,2: γαλλ. sanguin 2,3: αρχ. αἱματώδης]
1353αιμάτωμα[αἱμάτωμα] αι-μά-τω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. οίδημα που προκαλείται από τη συσσώρευση αίματος σε ιστούς ή όργανο του σώματος λόγω ρήξης των αιμοφόρων αγγείων: (ενδο)εγκεφαλικό/εκτεταμένο/επισκληρίδιο/εσωτερικό/υποδόριο/υποσκληρίδιο ~. Έφερε/υπέστη ~ στο πόδι/χέρι. Απορρόφηση/χειρουργική αφαίρεση ~ώματος. Πβ. αιμαγγείωμα, εκχύμωση. Βλ. κεφαλ~, μελανιά, -ωμα2. [< γαλλ. hématome, αγγλ. hæmatoma]
1354αιματώνω[αἱματώνω] αι-μα-τώ-νω ρ. {συνηθέστ. στο γ' πρόσ.}: ΦΥΣΙΟΛ. εφοδιάζω με αίμα: Το κυκλοφορικό και αναπνευστικό σύστημα ~ουν και οξυγονώνουν τον εγκέφαλο. Η καρδιά δεν ~εται επαρκώς λόγω στένωσης των αρτηριών. [< πβ. αρχ. αἱματῶ ‘ματώνω, φονεύω’]
1355αιμάτωση[αἱμάτωση] αι-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ώσεως}: ΦΥΣΙΟΛ. τροφοδότηση των οργάνων ή των ιστών του οργανισμού με αίμα μέσω των αιμοφόρων αγγείων: ανεπαρκής/φυσιολογική ~. ~ του δέρματος/του εγκεφάλου/της καρδιάς. Βλ. επαν~, οξυγόνωση. [< μτγν. αἱμάτωσις ‘μεταβολή στο αίμα’, γαλλ. hématose]
1357αιμο- & αιμό- & αιμ-: α' συνθετικό για το σχηματισμό λέξεων που αναφέρονται στο αίμα: αιμο-δοσία/~δότης/~ρραγώ. Αιμό-πτυση. Αιμ-αγγείωμα. Πβ. αιματο-.
1358αιμοβόρος, α, ο [αἱμοβόρος] αι-μο-βό-ρος επίθ. & αιμοβόρικος & (λαϊκό) μοβόρος 1. (μτφ.-συνήθ. για πρόσ.) σκληρός, βίαιος, απάνθρωπος: ~ος: τύραννος. ~ο: κτήνος. ~α: ένστικτα. ΣΥΝ. αιμοδιψής, αιμοσταγής, αιμοχαρής 2. (για ζώο) που τρέφεται με ωμό κρέας ή και με το αίμα της λείας του: ~α: ζώα (: λιοντάρι, τίγρη, ύαινα). ΣΥΝ. σαρκοβόρος (1), σαρκοφάγος [< μτγν. αἱμοβόρος]
1359αιμογλοβίνηβλ. αιμοσφαιρίνη
1360αιμοδιψής, ής, ές [αἱμοδιψής] αι-μο-δι-ψής επίθ. {αιμοδιψ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): σκληρός, απάνθρωπος: ~ής: δολοφόνος/τύραννος. ΣΥΝ. αιμοβόρος (1), αιμοσταγής, αιμοχαρής [< πβ. μτγν. αἱμόδιψος, αγγλ. bloodthirsty]
1361αιμοδοσία[αἱμοδοσία] αι-μο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): δωρεά αίματος από υγιή δότη για μετάγγιση: εθελοντική/ομαδική/τακτική ~. Κέντρο/μονάδα ~ας. Έκκληση για ~. Βλ. -δοσία. [< γαλλ. don du sang]
1362αιμοδότης, αιμοδότρια[αἱμοδότης] αι-μο-δό-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που δίνει αίμα για μετάγγιση: τακτικός ~. (Αναζητούνται) ~ες σπάνιων ομάδων αίματος. Βλ. -δότης. 2. (μτφ.) που τροφοδοτεί, ενισχύει κάτι: Οι επιχειρήσεις ως ~ες της οικονομίας. ● ΣΥΜΠΛ.: εθελοντής αιμοδότης: που προσφέρει οικειοθελώς αίμα σε τακτά χρονικά διαστήματα για ιατρικούς, ανθρωπιστικούς λόγους: κάρτα ~ή ~η. Πανελλήνιος Σύλλογος ~ών ~ών. [< μεσν. αιμοδότης, γαλλ. donneur de sang]
1363αιμοδότηση[αἱμοδότηση] αι-μο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) οικονομική κυρ. ενίσχυση: κρατική ~. ~ της αγοράς (βλ. τόνωση)/της οικονομίας/των ταμείων. ~ επιχείρησης με σημαντικά κεφάλαια. Πβ. χορηγία. Βλ. αιμορραγία.|| (κατ' επέκτ.) ~ του κινήματος με νέα πρόσωπα (: στελέχωση). 2. (σπανιότ.) αιμοδοσία: άτομα (α)κατάλληλα για ~. Βλ. -δότηση. [< γαλλ. don de sang]
1364αιμοδοτικός, ή, ό [αἱμοδοτικός] αι-μο-δο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αιμοδοσία ή τον αιμοδότη: ~ό: κέντρο. ● Ουσ.: αιμοδοτική (η) (συχνά στον στρατό): άδεια αιμοδοσίας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.