| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22616 | καμικάζι | κα-μι-κά-ζι ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. άτομο που προσφέρεται να πραγματοποιήσει βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας: αεροπειρατής/τρομοκράτης-~. ~ ζωσμένος με εκρηκτικά.|| (ως επίθ.) ~ βομβιστής.|| (ΙΣΤ. στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, Ιάπωνας πιλότος αεροπλάνου φορτωμένου με εκρηκτικά, που είχε ως αποστολή τη ρίψη του σκάφους του σε ναυτικούς κυρ. στόχους, βρίσκοντας και ο ίδιος τον θάνατο:) Η αυτοθυσία των ~. 2. (μτφ.) απερίσκεπτος, ριψοκίνδυνος οδηγός μοτοσικλέτας. Βλ. γκαζοφονιάς. [< αγγλ. kamikaze, 1945, γαλλ. ~, περ. 1950] | |
| 22617 | καμιλαύκι | βλ. καλιμαύχι | |
| 22618 | καμιλό | : βλ. καμηλό | |
| 22619 | καμινάδα | κα-μι-νά-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΔ. κατακόρυφος αγωγός που διοχετεύει τον καπνό από τον χώρο καύσης στην ατμόσφαιρα: κτιστή/μεταλλική ~. Η ~ του σπιτιού/τζακιού. Ο εξαεριστήρας/το καπέλο της ~ας. Καθαρισμός της ~ας (: από την καπνιά). Μπήκε/τρύπωσε απ' την ~. Πβ. καπναγωγός, μπουρί. Βλ. απορροφητήρας.|| Οι ~ες των εργοστασίων (= τσιμινιέρες, φουγάρα). ΣΥΝ. καπνοδόχος 2. ΑΡΧΙΤ. αντίστοιχο σύστημα για την απομάκρυνση της θερμότητας ενός κτιρίου κατά τους ζεστούς μήνες, ως τεχνική φυσικού δροσισμού: ~ ή πύργος αερισμού (: αίθριο, ειδικά διαμορφωμένο κλιμακοστάσιο ή φωταγωγός). Ηλιακές ~ες (: με υαλοπίνακα και περσίδες). 3. ΑΘΛ. (αργκό του ποδοσφαίρου) μακρινό και ψηλοκρεμαστό σουτ. ● ΣΥΜΠΛ.: φαινόμενο της καμινάδας: ΦΥΣ. η ιδιότητα του ζεστού αέρα και των θερμών αερίων (καπναερίων) να ακολουθούν ανοδική κίνηση, λόγω της χαμηλής πίεσής του(ς). Βλ. ελκυσμός. [< αγγλ. chimney/stack effect] [< 1: μεσν. καμινάδα < βεν. caminada 2: γαλλ. cheminée] | |
| 22620 | καμινέτο | κα-μι-νέ-το ουσ. (ουδ.): μικρή φορητή εστία με ρυθμιζόμενη φλόγα, που χρησιμοποιείται για την παρασκευή κυρ. ροφημάτων: ηλεκτρικό ~. ~ γκαζιού/οινοπνεύματος/υγραερίου. ~ με αυτόματη ανάφλεξη. Καφές στη χόβολη ή στο ~. Πβ. γκαζάκι.|| ~ συγκόλλησης (μετάλλων). Πβ. λυχνία, φλόγιστρο. ● Υποκ.: καμινετάκι (το) [< ιταλ. caminetto] | |
| 22621 | καμίνι | κα-μί-νι ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. κλειστή εγκατάσταση στο εσωτερικό της οποίας αναπτύσσονται πολύ υψηλές θερμοκρασίες, για τήξη μετάλλων ή απανθράκωση ξύλων: αναμμένο/πυρακτωμένο ~. Ηλεκτρικά ~ια. ~ια με καύσιμα. ~ια από πέτρες/πυρότουβλα. Πβ. κλίβανος, φούρνος, χωνευτήριο. ΣΥΝ. κάμινος 2. (μτφ.) τόπος με ασφυκτική ζέστη: ~ η χώρα! Η πόλη καίει σαν ~. 3. (μτφ.) χώρος στον οποίο επικρατεί αναβρασμός, αναταραχή: ~ που βράζει η αγορά!|| To ~ της ζωής (βλ. στίβος)/του πολέμου. [< μεσν. καμίνι(ν), μτγν. καμίνιον] | |
| 22622 | κάμινος | κά-μι-νος ουσ. (θηλ.) {καμίν-ου}: ΤΕΧΝΟΛ. καμίνι: επαγωγική/ηλεκτρική/ηλιακή/περιστροφική ~. ~οι βολταϊκών τόξων. Βλ. υψι~. ● ΦΡ.: παίδες εν καμίνω [παῖδες ἐν καμίνῳ] (ΠΔ): (μτφ.) για πρόσωπα που βρίσκονται σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. [< αρχ. κάμινος] | |
| 22623 | καμιόνι | κα-μιό-νι ουσ. (ουδ.): μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο, μεταφοράς κυρ. προσώπων: στρατιωτικά ~ια (πβ. ρέο). [< γαλλ. camion] | |
| 22624 | κάμνω | βλ. κάνω | |
| 22625 | καμουτσίκι | κα-μου-τσί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) & (λαϊκότ.) καμουτσί & καμτσίκι & (σπάν.) καμιτσίκι 1. μαστίγιο με το οποίο χτυπούν τα υποζύγια στην πλάτη, για να προχωρήσουν ή να τρέξουν πιο γρήγορα: δερμάτινο ~. Βλ. βίτσα. 2. (σπανιότ.-μτφ.) κάθε μέσο εξαναγκασμού ή επιβολής πειθαρχίας. Πβ. βούρδουλας, φραγγέλιο. [< τουρκ. kamçι] | |
| 22626 | καμουφλάζ | κα-μου-φλάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΣΥΝ καμουφλάρισμα 1. αλλαγή της μορφής ανθρώπου ή αντικειμένου, κυρ. ως προς το χρώμα ή το σχήμα, ώστε να μην ξεχωρίζει από το περιβάλλον του· συνεκδ. κάθε μέσο ή υλικό, συνήθ. ρουχισμός, που χρησιμοποιείται για αυτόν τον σκοπό: (ΣΤΡΑΤ.) στολή ~ (= παραλλαγής). Έβαλε λάσπη στο πρόσωπο για ~.|| (τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ζώου, που του επιτρέπουν να μην εντοπίζεται εύκολα:) Το φυσικό ~ του χαμαιλέοντα (βλ. μιμητισμός). Οι λωρίδες στο τρίχωμα είναι το ~ της ζέβρας. 2. (μτφ.) πρόσχημα, προκάλυμμα: H συμφωνία δεν ήταν παρά ένα καλό ~ (= βιτρίνα) του οικονομικού ελέγχου. Η ταινία παρουσιάζει τα γεγονότα χωρίς ~ (= όπως είναι). [< γαλλ. camouflage, 1917] | |
| 22627 | καμουφλάρισμα | κα-μου-φλά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): απόκρυψη, καμουφλάζ: ~ των καλωδίων.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ πολεμικού υλικού. Πβ. παραλλαγή.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ των αδυναμιών. Tην πρόταση την έκανε για ~ (= ξεκάρφωμα). Πβ. μεταμφίεση. Βλ. -ισμα. | |
| 22628 | καμουφλαρισμένος | , η, ο κα-μου-φλα-ρι-σμέ-νος επίθ.: παραλλαγμένος εξωτερικά ή κρυμμένος, ώστε να μη γίνεται ορατός ή αντιληπτός: ~ος: αστυνομικός (= μυστικός· βλ. μεταμφιεσμένος). ~ες: κάμερες/κεραίες (: παράνομες). Το σπίτι ήταν καλά ~ο πίσω από πυκνή βλάστηση.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~η: απάτη/παγίδα/προπαγάνδα (: έμμεση, συγκαλυμμένη). | |
| 21570 | Καμουφλάρω | (προφ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών παράγωγων από ρήματα∙ δηλώνει ενέργεια ή το αποτέλεσμά της: αμπαλάρ~ (αμπαλάρω, βλ. αμπαλάζ)/καμουφλάρ~ (καμουφλάρω, βλ. καμουφλάζ)/ρετουσάρ~ (ρετουσάρω, βλ. ρετούς)/φρενάρ~ (φρενάρω).|| Κατρακύλ~ (κατρακυλώ). | |
| 22629 | καμουφλάρω | κα-μου-φλά-ρω ρ. (μτβ.) {καμουφλάρι-σε, καμουφλαρί-στηκε, -σμένος}: κρύβω, (συγ)καλύπτω: Μακιγιάζ που ~ει τις ατέλειες/τα σημάδια. Βλ. κονσίλερ.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ει την ανασφάλειά/τα ελαττώματά του. ~ει την αλήθεια/το πρόβλημα (πβ. αποκρύπτω, αποσιωπώ, θάβω, κουκουλώνω). ~εται πίσω από την καλοσύνη. [< γαλλ. camoufler] | |
| 22630 | καμπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πρόγραμμα, συνήθ. εντατικό και περιορισμένης διάρκειας, με σκοπό την αθλητική εκπαίδευση κυρ. παιδιών ή την προπόνηση ομάδας ενόψει αγώνων· συνεκδ. οι εγκαταστάσεις διεξαγωγής του: ετήσιο/καλοκαιρινό/προπονητικό ~. ~ προετοιμασίας. Ολοκληρώθηκε το ~ της Εθνικής Εφήβων. Βλ. κατασκήνωση. [< αγγλ. camp] | |
| 22631 | καμπάνα1 | κα-μπά-να ουσ. (θηλ.) 1. (στο καμπαναριό εκκλησίας) κούφιο κωνοειδές μεταλλικό όργανο, που αντηχεί δυνατά, όταν το γλωσσίδι που βρίσκεται στο εσωτερικό του και κρέμεται από την κορυφή του, αρχίσει να χτυπά στα τοιχώματά του· κατ' επέκτ. οτιδήποτε έχει το αντίστοιχο σχήμα: ηλεκτρ(ον)ικές ~ες. Ο ήχος της ~ας. Η ~ καλεί τους πιστούς για προσευχή. Οι ~ες ηχούν/σημαίνουν/χτυπούν πένθιμα/χαρμόσυνα. Οι ~ες της Ανάστασης/των Χριστουγέννων. Πβ. κώδων. Βλ. καμπαν-άκι, -ούλα.|| Παντελόνι ~ (: που φαρδαίνει στο κάτω μέρος). Βλ. κλος. 2. (προφ.) ποινή, πρόστιμο: Πέφτει/τρώω ~. Ο αθλητικός δικαστής έριξε βαριά ~ στον παίκτη (= επέβαλε πολύ αυστηρή τιμωρία· πβ. βαρύς ο πέλεκυς). Δεν γλιτώνει την ~ της Εφορίας. ● καμπάνες (οι): ΜΟΥΣ. όργανο που αποτελείται από μια σειρά μεταλλικών ράβδων που ηχούν καθώς κρούονται: αρμονικές (: προσαρμοσμένες σε όρθιο μεταλλικό πλαίσιο· παράγουν ήχο με το χτύπημα ενός σφυριού)/ορχηστρικές (: σε οριζόντιο πλαίσιο, σαν πλήκτρα· παίζονται με μπαγκέτες) ~. Βλ. τσελέστα. [< γερμ. Glockenspiel] ● ΦΡ.: για ποιον χτυπά(ει) η καμπάνα; (μτφ.): (υπαινικτικά) ποιος έχει σειρά (να πάθει κάτι κακό), ποιος είναι ο επόμενος (που θα αντιμετωπίσει κάποια δυσκολία); ~ ~ της ανεργίας; [< αγγλ. for whom the bell tolls] , φωνή καμπάνα: δυνατή και καθαρή., χτυπάει/κρούει το καμπανάκι βλ. καμπανάκι [< μεσν. καμπάνα] | |
| 22632 | καμπάνα2 | κα-μπά-να ουσ. (θηλ.): αυτόνομη πολυτελής κατοικία ξενοδοχειακού συγκροτήματος, συνήθ. κοντά σε πλαζ ή πισίνα. Πβ. μπανγκαλόου. Βλ. βίλα. [< αμερικ. cabana] | |
| 22633 | καμπανάκι | κα-μπα-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) προειδοποίηση: ~ αφύπνισης/εγρήγορσης/κινδύνου/συναγερμού. ~ (από επιστήμονες) για επικίνδυνα χημικά/το περιβάλλον (πβ. συναγερμός). Ηχηρό ~ για την ηγεσία του κόμματος. Έχει σημάνει το ~ για λήψη μέτρων/της άμεσης αντιμετώπισης του προβλήματος.|| (προφ., από γυναίκα) Δεν μου έχει χτυπήσει ακόμα το ~ (= δεν μου έχει δημιουργηθεί η επιθυμία) της μητρότητας. 2. (υποκ.) μικρή καμπάνα: κρυστάλλινα ~ια.|| (παλαιότ.) Το ~ του τραμ.|| (AΘΛ., ηχητικό σήμα έναρξης ή λήξης σε αγώνες πυγμαχίας ή ως ειδοποίηση σε δρομείς στίβου ότι μπαίνουν στα τελευταία 400μ.) Η αναμέτρηση ήταν αμφίρροπη μέχρι το τελευταίο ~. ● ΦΡ.: χτυπάει/κρούει το καμπανάκι & χτυπάει/κρούει την καμπάνα του κινδύνου (μτφ.): προειδοποιεί για ενδεχόμενη ή επικείμενη δυσάρεστη εξέλιξη: Οι ειδικοί ~άνε/~ουν το ~ για την οικονομική κρίση/της ύφεσης. ΣΥΝ. κρούω τον κώδωνα (του κινδύνου) | |
| 22634 | καμπανάρης | κα-μπα-νά-ρης ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. μοναχός που έχει ως διακόνημα να χτυπά το σήμαντρο και τις καμπάνες. Πβ. κωδωνοκρούστης. Βλ. αρχοντ-, τυπικ-άρης. [< μεσν. καμπανάρης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ