Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23380-23400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22626καμουφλάζκα-μου-φλάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΣΥΝ καμουφλάρισμα 1. αλλαγή της μορφής ανθρώπου ή αντικειμένου, κυρ. ως προς το χρώμα ή το σχήμα, ώστε να μην ξεχωρίζει από το περιβάλλον του· συνεκδ. κάθε μέσο ή υλικό, συνήθ. ρουχισμός, που χρησιμοποιείται για αυτόν τον σκοπό: (ΣΤΡΑΤ.) στολή ~ (= παραλλαγής). Έβαλε λάσπη στο πρόσωπο για ~.|| (τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ζώου, που του επιτρέπουν να μην εντοπίζεται εύκολα:) Το φυσικό ~ του χαμαιλέοντα (βλ. μιμητισμός). Οι λωρίδες στο τρίχωμα είναι το ~ της ζέβρας. 2. (μτφ.) πρόσχημα, προκάλυμμα: H συμφωνία δεν ήταν παρά ένα καλό ~ (= βιτρίνα) του οικονομικού ελέγχου. Η ταινία παρουσιάζει τα γεγονότα χωρίς ~ (= όπως είναι). [< γαλλ. camouflage, 1917]
22627καμουφλάρισμακα-μου-φλά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): απόκρυψη, καμουφλάζ: ~ των καλωδίων.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ πολεμικού υλικού. Πβ. παραλλαγή.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ των αδυναμιών. Tην πρόταση την έκανε για ~ (= ξεκάρφωμα). Πβ. μεταμφίεση. Βλ. -ισμα.
22628καμουφλαρισμένος, η, ο κα-μου-φλα-ρι-σμέ-νος επίθ.: παραλλαγμένος εξωτερικά ή κρυμμένος, ώστε να μη γίνεται ορατός ή αντιληπτός: ~ος: αστυνομικός (= μυστικός· βλ. μεταμφιεσμένος). ~ες: κάμερες/κεραίες (: παράνομες). Το σπίτι ήταν καλά ~ο πίσω από πυκνή βλάστηση.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~η: απάτη/παγίδα/προπαγάνδα (: έμμεση, συγκαλυμμένη).
21570Καμουφλάρω

(προφ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών παράγωγων από ρήματα∙ δηλώνει ενέργεια ή το αποτέλεσμά της: αμπαλάρ~ (αμπαλάρω, βλ. αμπαλάζ)/καμουφλάρ~ (καμουφλάρω, βλ. καμουφλάζ)/ρετουσάρ~ (ρετουσάρω, βλ. ρετούς)/φρενάρ~ (φρενάρω).|| Κατρακύλ~ (κατρακυλώ).

22629καμουφλάρωκα-μου-φλά-ρω ρ. (μτβ.) {καμουφλάρι-σε, καμουφλαρί-στηκε, -σμένος}: κρύβω, (συγ)καλύπτω: Μακιγιάζ που ~ει τις ατέλειες/τα σημάδια. Βλ. κονσίλερ.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ει την ανασφάλειά/τα ελαττώματά του. ~ει την αλήθεια/το πρόβλημα (πβ. αποκρύπτω, αποσιωπώ, θάβω, κουκουλώνω). ~εται πίσω από την καλοσύνη. [< γαλλ. camoufler]
22630καμπουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πρόγραμμα, συνήθ. εντατικό και περιορισμένης διάρκειας, με σκοπό την αθλητική εκπαίδευση κυρ. παιδιών ή την προπόνηση ομάδας ενόψει αγώνων· συνεκδ. οι εγκαταστάσεις διεξαγωγής του: ετήσιο/καλοκαιρινό/προπονητικό ~. ~ προετοιμασίας. Ολοκληρώθηκε το ~ της Εθνικής Εφήβων. Βλ. κατασκήνωση. [< αγγλ. camp]
22631καμπάνα1κα-μπά-να ουσ. (θηλ.) 1. (στο καμπαναριό εκκλησίας) κούφιο κωνοειδές μεταλλικό όργανο, που αντηχεί δυνατά, όταν το γλωσσίδι που βρίσκεται στο εσωτερικό του και κρέμεται από την κορυφή του, αρχίσει να χτυπά στα τοιχώματά του· κατ' επέκτ. οτιδήποτε έχει το αντίστοιχο σχήμα: ηλεκτρ(ον)ικές ~ες. Ο ήχος της ~ας. Η ~ καλεί τους πιστούς για προσευχή. Οι ~ες ηχούν/σημαίνουν/χτυπούν πένθιμα/χαρμόσυνα. Οι ~ες της Ανάστασης/των Χριστουγέννων. Πβ. κώδων. Βλ. καμπαν-άκι, -ούλα.|| Παντελόνι ~ (: που φαρδαίνει στο κάτω μέρος). Βλ. κλος. 2. (προφ.) ποινή, πρόστιμο: Πέφτει/τρώω ~. Ο αθλητικός δικαστής έριξε βαριά ~ στον παίκτη (= επέβαλε πολύ αυστηρή τιμωρία· πβ. βαρύς ο πέλεκυς). Δεν γλιτώνει την ~ της Εφορίας.καμπάνες (οι): ΜΟΥΣ. όργανο που αποτελείται από μια σειρά μεταλλικών ράβδων που ηχούν καθώς κρούονται: αρμονικές (: προσαρμοσμένες σε όρθιο μεταλλικό πλαίσιο· παράγουν ήχο με το χτύπημα ενός σφυριού)/ορχηστρικές (: σε οριζόντιο πλαίσιο, σαν πλήκτρα· παίζονται με μπαγκέτες) ~. Βλ. τσελέστα. [< γερμ. Glockenspiel] ● ΦΡ.: για ποιον χτυπά(ει) η καμπάνα; (μτφ.): (υπαινικτικά) ποιος έχει σειρά (να πάθει κάτι κακό), ποιος είναι ο επόμενος (που θα αντιμετωπίσει κάποια δυσκολία); ~ ~ της ανεργίας; [< αγγλ. for whom the bell tolls] , φωνή καμπάνα: δυνατή και καθαρή., χτυπάει/κρούει το καμπανάκι βλ. καμπανάκι [< μεσν. καμπάνα]
22632καμπάνα2κα-μπά-να ουσ. (θηλ.): αυτόνομη πολυτελής κατοικία ξενοδοχειακού συγκροτήματος, συνήθ. κοντά σε πλαζ ή πισίνα. Πβ. μπανγκαλόου. Βλ. βίλα. [< αμερικ. cabana]
22633καμπανάκικα-μπα-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) προειδοποίηση: ~ αφύπνισης/εγρήγορσης/κινδύνου/συναγερμού. ~ (από επιστήμονες) για επικίνδυνα χημικά/το περιβάλλον (πβ. συναγερμός). Ηχηρό ~ για την ηγεσία του κόμματος. Έχει σημάνει το ~ για λήψη μέτρων/της άμεσης αντιμετώπισης του προβλήματος.|| (προφ., από γυναίκα) Δεν μου έχει χτυπήσει ακόμα το ~ (= δεν μου έχει δημιουργηθεί η επιθυμία) της μητρότητας. 2. (υποκ.) μικρή καμπάνα: κρυστάλλινα ~ια.|| (παλαιότ.) Το ~ του τραμ.|| (AΘΛ., ηχητικό σήμα έναρξης ή λήξης σε αγώνες πυγμαχίας ή ως ειδοποίηση σε δρομείς στίβου ότι μπαίνουν στα τελευταία 400μ.) Η αναμέτρηση ήταν αμφίρροπη μέχρι το τελευταίο ~. ● ΦΡ.: χτυπάει/κρούει το καμπανάκι & χτυπάει/κρούει την καμπάνα του κινδύνου (μτφ.): προειδοποιεί για ενδεχόμενη ή επικείμενη δυσάρεστη εξέλιξη: Οι ειδικοί ~άνε/~ουν το ~ για την οικονομική κρίση/της ύφεσης. ΣΥΝ. κρούω τον κώδωνα (του κινδύνου)
22634καμπανάρηςκα-μπα-νά-ρης ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. μοναχός που έχει ως διακόνημα να χτυπά το σήμαντρο και τις καμπάνες. Πβ. κωδωνοκρούστης. Βλ. αρχοντ-, τυπικ-άρης. [< μεσν. καμπανάρης]
22635καμπαναριόκα-μπα-να-ριό ουσ. (ουδ.): πυργοειδές οικοδόμημα στο εξωτερικό εκκλησίας, όπου βρίσκονται οι καμπάνες: μαρμάρινο/πετρόκτιστο/ψηλό ~. ~ με ρολόι. ΣΥΝ. κωδωνοστάσιο [< μεσν. καμπαναρειόν]
22636καμπάνιακα-μπά-νια ουσ. (θηλ.): συντονισμένη προσπάθεια περιορισμένης χρονικής διάρκειας για την προβολή συγκεκριμένου θέματος με σκοπό την ενημέρωση, την ευαισθητοποίηση ή τον επηρεασμό του κοινού: διαφημιστική/διεθνής/έντυπη/επιτυχημένη/εταιρική/ονλάιν/πανευρωπαϊκή/περιβαλλοντική/πολιτική/προεκλογική/ραδιοφωνική/τηλεοπτική ~. ~ αλληλεγγύης/κινητοποίησης/πρόληψης/συλλογής υπογραφών. ~ εναντίον/κατά του έιτζ/καπνίσματος/ρατσισμού (= σταυροφορία). ~ της Διεθνούς Αμνηστίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ηγούμαι μιας ~ας. Επιδοτώ/λανσάρω/στηρίζω μια ~. Πβ. εξόρμηση. ΣΥΝ. εκστρατεία (1) [< ιταλ. campagna, γαλλ. campagne]
22637καμπανιάζωκα-μπα-νιά-ζω ρ. (μτβ.) {καμπάνια-σε, καμπανιά-σει} (στρατ. αργκό, για διοικητή): επιβάλλω ποινή σε στρατιώτη· γενικότ. τιμωρώ.
22638καμπανίζεικα-μπα-νί-ζει ρ. (αμτβ.) {σπάν. καμπάνι-σε} (προφ.): (για καμπάνα) ηχεί· κατ' επέκτ. κουδουνίζει. ● καμπανίζω (σπάν.-μτφ.): αφήνω υπαινιγμούς, κάνω νύξεις, ρίχνω σπόντες. [< μεσν. καμπανίζω]
22639καμπάνισμακα-μπά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ήχος καμπάνας· κατ' επέκτ. κουδούνισμα: πένθιμο ~. Χαρούμενα ~ίσματα. Πβ. κωδωνοκρουσία.|| Δυνατό/μελωδικό ~ των ποτηριών (: τσούγκρισμα). ~ των κερμάτων στην τσέπη.
22640καμπανιστός, ή, ό κα-μπα-νι-στός επίθ. (προφ., για ήχο): δυνατός, καθαρός (σαν καμπάνα): ~ή: φωνή (= κρυστάλλινη, μεταλλική). ~ό: γέλιο. Πβ. κουδουνιστός. Bλ. υπόκωφος. [< μεσν. καμπανιστός]
22641καμπανίτηςκα-μπα-νί-της ουσ. (αρσ.) & καμπανίτης οίνος (επίσ.): σαμπάνια. Βλ. -ίτης1.
22642καμπανούλακα-μπα-νού-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} ποώδες φυτό, αγριολούλουδο (οικογ. Campanulaceae), με μικρά άνθη σε σχήμα καμπάνας: λευκές/μοβ/μπλε ~ες. 2. (υποκ.) μικρή καμπάνα. [< 1: γαλλ. campanule, αγγλ. campanula]
22643καμπαράδεςκα-μπα-ρά-δες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. καμπαράς}: διακοσμητικά καρφιά σε ταπετσαρίες επίπλων: πολυθρόνα δερμάτινη με ~. [< τουρκ. kabara]
22644καμπαρέκα-μπα-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: νυχτερινό κέντρο διασκέδασης με τολμηρά συνήθ. μουσικοχορευτικά θεάματα: (παλαιότ.) γερμανικά/κακόφημα/παριζιάνικα ~. Τραγουδίστρια/χορεύτρια (σε/του) ~ (= καμπαρετζού). Βλ. βαριετέ, καν καν, στριπτιζάδικο. [< γαλλ. cabaret]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.