| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22635 | καμπαναριό | κα-μπα-να-ριό ουσ. (ουδ.): πυργοειδές οικοδόμημα στο εξωτερικό εκκλησίας, όπου βρίσκονται οι καμπάνες: μαρμάρινο/πετρόκτιστο/ψηλό ~. ~ με ρολόι. ΣΥΝ. κωδωνοστάσιο [< μεσν. καμπαναρειόν] | |
| 22636 | καμπάνια | κα-μπά-νια ουσ. (θηλ.): συντονισμένη προσπάθεια περιορισμένης χρονικής διάρκειας για την προβολή συγκεκριμένου θέματος με σκοπό την ενημέρωση, την ευαισθητοποίηση ή τον επηρεασμό του κοινού: διαφημιστική/διεθνής/έντυπη/επιτυχημένη/εταιρική/ονλάιν/πανευρωπαϊκή/περιβαλλοντική/πολιτική/προεκλογική/ραδιοφωνική/τηλεοπτική ~. ~ αλληλεγγύης/κινητοποίησης/πρόληψης/συλλογής υπογραφών. ~ εναντίον/κατά του έιτζ/καπνίσματος/ρατσισμού (= σταυροφορία). ~ της Διεθνούς Αμνηστίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ηγούμαι μιας ~ας. Επιδοτώ/λανσάρω/στηρίζω μια ~. Πβ. εξόρμηση. ΣΥΝ. εκστρατεία (1) [< ιταλ. campagna, γαλλ. campagne] | |
| 22637 | καμπανιάζω | κα-μπα-νιά-ζω ρ. (μτβ.) {καμπάνια-σε, καμπανιά-σει} (στρατ. αργκό, για διοικητή): επιβάλλω ποινή σε στρατιώτη· γενικότ. τιμωρώ. | |
| 22638 | καμπανίζει | κα-μπα-νί-ζει ρ. (αμτβ.) {σπάν. καμπάνι-σε} (προφ.): (για καμπάνα) ηχεί· κατ' επέκτ. κουδουνίζει. ● καμπανίζω (σπάν.-μτφ.): αφήνω υπαινιγμούς, κάνω νύξεις, ρίχνω σπόντες. [< μεσν. καμπανίζω] | |
| 22639 | καμπάνισμα | κα-μπά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ήχος καμπάνας· κατ' επέκτ. κουδούνισμα: πένθιμο ~. Χαρούμενα ~ίσματα. Πβ. κωδωνοκρουσία.|| Δυνατό/μελωδικό ~ των ποτηριών (: τσούγκρισμα). ~ των κερμάτων στην τσέπη. | |
| 22640 | καμπανιστός | , ή, ό κα-μπα-νι-στός επίθ. (προφ., για ήχο): δυνατός, καθαρός (σαν καμπάνα): ~ή: φωνή (= κρυστάλλινη, μεταλλική). ~ό: γέλιο. Πβ. κουδουνιστός. Bλ. υπόκωφος. [< μεσν. καμπανιστός] | |
| 22641 | καμπανίτης | κα-μπα-νί-της ουσ. (αρσ.) & καμπανίτης οίνος (επίσ.): σαμπάνια. Βλ. -ίτης1. | |
| 22642 | καμπανούλα | κα-μπα-νού-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} ποώδες φυτό, αγριολούλουδο (οικογ. Campanulaceae), με μικρά άνθη σε σχήμα καμπάνας: λευκές/μοβ/μπλε ~ες. 2. (υποκ.) μικρή καμπάνα. [< 1: γαλλ. campanule, αγγλ. campanula] | |
| 22643 | καμπαράδες | κα-μπα-ρά-δες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. καμπαράς}: διακοσμητικά καρφιά σε ταπετσαρίες επίπλων: πολυθρόνα δερμάτινη με ~. [< τουρκ. kabara] | |
| 22644 | καμπαρέ | κα-μπα-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: νυχτερινό κέντρο διασκέδασης με τολμηρά συνήθ. μουσικοχορευτικά θεάματα: (παλαιότ.) γερμανικά/κακόφημα/παριζιάνικα ~. Τραγουδίστρια/χορεύτρια (σε/του) ~ (= καμπαρετζού). Βλ. βαριετέ, καν καν, στριπτιζάδικο. [< γαλλ. cabaret] | |
| 22645 | καμπαρετζού | κα-μπα-ρε-τζού ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): γυναίκα που δουλεύει σε κακόφημο κέντρο διασκέδασης και θεωρείται χαμηλής ηθικής. Πβ. αρτίστα. Βλ. -ού1. | |
| 22646 | καμπαρντίνα | κα-μπαρ-ντί-να ουσ. (θηλ.) & καπαρντίνα & γκαμπαρντίνα: ελαφρύ, συνήθ. μακρύ, αδιάβροχο πανωφόρι με φαρδύ πέτο, διπλά κουμπιά, υφασμάτινες λωρίδες στα μανίκια, επωμίδες και ζώνη με κρίκους στις άκρες· λεπτό ή χοντρό ύφασμα με λοξή πλέξη που χρησιμοποιείται συνήθ. σε αδιάβροχα παλτό, φορέματα και κοστούμια: κλασική/μαύρη ~.|| Βαμβακερή/μάλλινη/μεταξωτή ~. (ως επίθ.) Παντελόνι ~. [< γαλλ. gabardine, 1925, ισπ. gabardina, πβ. μεσν. γκαβαρδίνα < βεν. gavardina] | |
| 22647 | καμπή | κα-μπή ουσ. (θηλ.) 1. {σπανιότ. στον πληθ.} (μτφ.) χρονικό διάστημα ή γεγονός καθοριστικής σημασίας, επειδή σηματοδοτεί σημαντικές αλλαγές: Βρίσκεται σε (μια) δύσκολη (= φάση) ~ της ζωής του. Η συνθήκη αποτέλεσε αποφασιστική/ιστορική ~ (= ορόσημο, σταθμό) στις σχέσεις των δύο χωρών. Η καριέρα του παρουσιάζει/περνάει από μεγάλη ~. 2. (επίσ.) γωνία, στροφή: ανοικτές/κλειστές ~ές. Σε μια απότομη/επικίνδυνη ~ του δρόμου. Πβ. κούρμπα.|| (IATΡ.) Κολική ~ (: ηπατική). ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο καμπής 1. (μτφ.) αποφασιστικό στάδιο ή συμβάν: Το ~ ~ της υπόθεσης ήταν ... Πβ. τομή.|| Σε ~ ~ (πβ. οριακό σημείο) οι διαπραγματεύσεις. 2. ΓΕΩΜ. {συνήθ. στον πληθ.} σημείο μετατροπής μιας κυρτής καμπύλης σε κοίλη και αντίστροφα: Τα ~α ~ της γραφικής παράστασης μίας συνάρτησης. [< αγγλ. turning point] ● ΦΡ.: σε κρίσιμη καμπή: σε καθοριστικό στάδιο: Σε/στην πιο ~ ~ βρίσκονται οι ειρηνευτικές συνομιλίες. [< αρχ. καμπή ‘καμπύλη, στροφή, τέρμα, λύγιση, άρθρωση (των μελών)’] | |
| 22648 | κάμπια | κά-μπια ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) κάμπη: ΖΩΟΛ. προνύμφη των λεπιδόπτερων και κολεόπτερων με μαλακό δακτυλιοειδές σώμα, λείο ή χνουδωτό: πράσινη ~. Μεταμόρφωση της ~ας σε πεταλούδα (βλ. νύμφη, χρυσαλλίδα). Οι ~ες τρέφονται με φύλλα. Βλ. μεταξοσκώληκας.|| (για τη βλαπτική δράση της στα φυτά:) Καταπολέμηση της ~ας του λάχανου (= πιερίδας)/του πεύκου (= πιτυοκάμπη). Βλ. παράσιτο. [< αρχ. κάμπη] | |
| 22649 | καμπίνα | κα-μπί-να ουσ. (θηλ.) 1. (σε πλοίο ή τρένο) καθένα από τα μικρά δωμάτια με κρεβάτι και συνήθ. μπάνιο, που προορίζονται για τη διαμονή των επιβατών: ατομική/δίκλινη/πολυτελής ~. Εξωτερική ή εσωτερική ~ (: με/χωρίς φινιστρίνι). ~ πρώτης/δεύτερης θέσης. Η ~ του πλοιάρχου.|| ~ σκάφους. ΣΥΝ. κουκέτα (2) 2. θάλαμος: ~ αυτοκινήτου/νταλίκας (βλ. διπλο-, μονο-κάμπινος). Η ~ του αεροσκάφους/του πιλότου (= κόκπιτ).|| ~ ασανσέρ/ντουζιέρας/υδρομασάζ.|| ~ες διερμηνείας. Βλ. τηλε~. [< ιταλ. cabina, γαλλ. cabine] | |
| 22650 | καμπινάτος | , η, ο [καμπινᾶτος] κα-μπι-νά-τος επίθ. (προφ.): (για σκάφος) που διαθέτει καμπίνα. Βλ. -άτος. | |
| 22651 | κάμπινγκ | κά-μπινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κάμπιγκ: διαμονή σε σκηνή (ή τροχόσπιτο) στο ύπαιθρο ως μορφή παραθερισμού· κατ' επέκτ. ειδικά διαμορφωμένος χώρος με κοινόχρηστες εγκαταστάσεις (κυρ. μπάνια) για τη φιλοξενία κατασκηνωτών: ~ στο βουνό/στη θάλασσα. Είδη/οδηγός ~. Κάνω ~.|| Δημοτικό/οργανωμένο ~. Βλ. ενοικιαζόμενα δωμάτια, μπαγκαλόου, ξενοδοχείο. ΣΥΝ. κατασκήνωση (2) ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο κάμπινγκ βλ. ελεύθερος [< αγγλ. camping, γαλλ. ~, 1903] | |
| 22652 | καμπινές | κα-μπι-νές ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό) & καμπινέ (το) {άκλ.}: τουαλέτα και ειδικότ. λεκάνη. Πβ. αποχωρητήριο. Βλ. -ές, λουτρο~. [< γαλλ. cabinet] | |
| 22653 | καμπίσιος | , α, ο κα-μπί-σιος επίθ.: πεδινός. Βλ. -ίσιος. ΑΝΤ. βουνίσιος [< μεσν. καμπίσιος] | |
| 22654 | κάμπος | κά-μπος ουσ. (αρσ.) 1. πεδιάδα: ο θεσσαλικός ~. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (κυρ. στη βυζαντινή αγιογραφία) φόντο: χρύσωμα του ~ου. Πβ. βάθος. ● ΦΡ.: σαν (την) καλαμιά στον κάμπο βλ. καλαμιά [< 1: μτγν. κάμπος 2: ιταλ. campo, γαλλ. champ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ