Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23400-23420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22645καμπαρετζούκα-μπα-ρε-τζού ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): γυναίκα που δουλεύει σε κακόφημο κέντρο διασκέδασης και θεωρείται χαμηλής ηθικής. Πβ. αρτίστα. Βλ. -ού1.
22646καμπαρντίνακα-μπαρ-ντί-να ουσ. (θηλ.) & καπαρντίνα & γκαμπαρντίνα: ελαφρύ, συνήθ. μακρύ, αδιάβροχο πανωφόρι με φαρδύ πέτο, διπλά κουμπιά, υφασμάτινες λωρίδες στα μανίκια, επωμίδες και ζώνη με κρίκους στις άκρες· λεπτό ή χοντρό ύφασμα με λοξή πλέξη που χρησιμοποιείται συνήθ. σε αδιάβροχα παλτό, φορέματα και κοστούμια: κλασική/μαύρη ~.|| Βαμβακερή/μάλλινη/μεταξωτή ~. (ως επίθ.) Παντελόνι ~. [< γαλλ. gabardine, 1925, ισπ. gabardina, πβ. μεσν. γκαβαρδίνα < βεν. gavardina]
22647καμπήκα-μπή ουσ. (θηλ.) 1. {σπανιότ. στον πληθ.} (μτφ.) χρονικό διάστημα ή γεγονός καθοριστικής σημασίας, επειδή σηματοδοτεί σημαντικές αλλαγές: Βρίσκεται σε (μια) δύσκολη (= φάση) ~ της ζωής του. Η συνθήκη αποτέλεσε αποφασιστική/ιστορική ~ (= ορόσημο, σταθμό) στις σχέσεις των δύο χωρών. Η καριέρα του παρουσιάζει/περνάει από μεγάλη ~. 2. (επίσ.) γωνία, στροφή: ανοικτές/κλειστές ~ές. Σε μια απότομη/επικίνδυνη ~ του δρόμου. Πβ. κούρμπα.|| (IATΡ.) Κολική ~ (: ηπατική). ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο καμπής 1. (μτφ.) αποφασιστικό στάδιο ή συμβάν: Το ~ ~ της υπόθεσης ήταν ... Πβ. τομή.|| Σε ~ ~ (πβ. οριακό σημείο) οι διαπραγματεύσεις. 2. ΓΕΩΜ. {συνήθ. στον πληθ.} σημείο μετατροπής μιας κυρτής καμπύλης σε κοίλη και αντίστροφα: Τα ~α ~ της γραφικής παράστασης μίας συνάρτησης. [< αγγλ. turning point] ● ΦΡ.: σε κρίσιμη καμπή: σε καθοριστικό στάδιο: Σε/στην πιο ~ ~ βρίσκονται οι ειρηνευτικές συνομιλίες. [< αρχ. καμπή ‘καμπύλη, στροφή, τέρμα, λύγιση, άρθρωση (των μελών)’]
22648κάμπιακά-μπια ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) κάμπη: ΖΩΟΛ. προνύμφη των λεπιδόπτερων και κολεόπτερων με μαλακό δακτυλιοειδές σώμα, λείο ή χνουδωτό: πράσινη ~. Μεταμόρφωση της ~ας σε πεταλούδα (βλ. νύμφη, χρυσαλλίδα). Οι ~ες τρέφονται με φύλλα. Βλ. μεταξοσκώληκας.|| (για τη βλαπτική δράση της στα φυτά:) Καταπολέμηση της ~ας του λάχανου (= πιερίδας)/του πεύκου (= πιτυοκάμπη). Βλ. παράσιτο. [< αρχ. κάμπη]
22649καμπίνακα-μπί-να ουσ. (θηλ.) 1. (σε πλοίο ή τρένο) καθένα από τα μικρά δωμάτια με κρεβάτι και συνήθ. μπάνιο, που προορίζονται για τη διαμονή των επιβατών: ατομική/δίκλινη/πολυτελής ~. Εξωτερική ή εσωτερική ~ (: με/χωρίς φινιστρίνι). ~ πρώτης/δεύτερης θέσης. Η ~ του πλοιάρχου.|| ~ σκάφους. ΣΥΝ. κουκέτα (2) 2. θάλαμος: ~ αυτοκινήτου/νταλίκας (βλ. διπλο-, μονο-κάμπινος). Η ~ του αεροσκάφους/του πιλότου (= κόκπιτ).|| ~ ασανσέρ/ντουζιέρας/υδρομασάζ.|| ~ες διερμηνείας. Βλ. τηλε~. [< ιταλ. cabina, γαλλ. cabine]
22650καμπινάτος, η, ο [καμπινᾶτος] κα-μπι-νά-τος επίθ. (προφ.): (για σκάφος) που διαθέτει καμπίνα. Βλ. -άτος.
22651κάμπινγκκά-μπινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κάμπιγκ: διαμονή σε σκηνή (ή τροχόσπιτο) στο ύπαιθρο ως μορφή παραθερισμού· κατ' επέκτ. ειδικά διαμορφωμένος χώρος με κοινόχρηστες εγκαταστάσεις (κυρ. μπάνια) για τη φιλοξενία κατασκηνωτών: ~ στο βουνό/στη θάλασσα. Είδη/οδηγός ~. Κάνω ~.|| Δημοτικό/οργανωμένο ~. Βλ. ενοικιαζόμενα δωμάτια, μπαγκαλόου, ξενοδοχείο. ΣΥΝ. κατασκήνωση (2) ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο κάμπινγκ βλ. ελεύθερος [< αγγλ. camping, γαλλ. ~, 1903]
22652καμπινέςκα-μπι-νές ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό) & καμπινέ (το) {άκλ.}: τουαλέτα και ειδικότ. λεκάνη. Πβ. αποχωρητήριο. Βλ. -ές, λουτρο~. [< γαλλ. cabinet]
22653καμπίσιος, α, ο κα-μπί-σιος επίθ.: πεδινός. Βλ. -ίσιος. ΑΝΤ. βουνίσιος [< μεσν. καμπίσιος]
22654κάμποςκά-μπος ουσ. (αρσ.) 1. πεδιάδα: ο θεσσαλικός ~. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (κυρ. στη βυζαντινή αγιογραφία) φόντο: χρύσωμα του ~ου. Πβ. βάθος. ● ΦΡ.: σαν (την) καλαμιά στον κάμπο βλ. καλαμιά [< 1: μτγν. κάμπος 2: ιταλ. campo, γαλλ. champ]
22655κάμποσος, η, ο κά-μπο-σος αόρ. αντων. (προφ.) & (λαϊκό) καμπόσος: αρκετός: Θα περάσει ~ χρόνος/~η ώρα μέχρι να ... Εδώ και ~ο καιρό. Μαζευτήκαμε ~οι. Συναντήσαμε ~ους γνωστούς. Τον έχω δει ~ες φορές (= μερικές). ● επίρρ.: κάμποσο: Άργησε ~. ● ΦΡ.: κάνει/παριστάνει τον καμπόσο: νομίζει ότι κάποιος είναι ή το παίζει παλικαράς. ΣΥΝ. το παίζει ιστορία [< μεσν. καμπόσος]
22656κάμποτκά-μποτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κάμποτο: χοντρό βαμβακερό ύφασμα. Βλ. λινάτσα, τσίτι. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Cabot]
22657καμποτάζκα-μπο-τάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. αποκλειστική εκμετάλλευση των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών από εγχώρια πλοία (δηλ. όχι από πλοία με ξένη σημαία): άρση/κατάργηση του ~ (: απελευθέρωση της ακτοπλοΐας). Βλ. προστατευτισμός. ΣΥΝ. ενδομεταφορές [< γαλλ. cabotage]
22658καμπούνικα-μπού-νι ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. πρόστεγο. Βλ. -ούνι.
22659καμπούρακα-μπού-ρα ουσ. (θηλ.): κύρτωση της ράχης· κατ' επέκτ. κάθε εξόγκωμα που μοιάζει με αυτή: Έχει κάνει ~ (= καμπουριάσει). Πβ. κύφωση, ύβος. Βλ. ραχίτιδα.|| Η μύτη του έχει ~. ● Υποκ.: καμπουρίτσα (η) ● ΦΡ.: βλέπω/κοιτάζω την καμπούρα κάποιου (προφ.): προσέχω, παρατηρώ τα ελαττώματά του: Αντί να σχολιάζεις τους άλλους, κοίτα τη δική σου (την) ~.|| (παροιμ.) Η καμήλα την ~ της δεν τη βλέπει., στην καμπούρα (κάποιου) (προφ.): για κάτι που βαρύνει κάποιον: νέοι φόροι ~ ~ του κοσμάκη. Όλες οι ευθύνες έπεσαν (πάνω) ~ ~ μου (= στους ώμους μου). Έχει πολλά χρόνια στην ~ ~ του (: στην πλάτη του, είναι προχωρημένης ηλικίας).
22660καμπούρηςκα-μπού-ρης ουσ. (αρσ.): αυτός που έχει καμπούρα. Βλ. ραχιτικός. ● ΦΡ.: δεν σε είπαμε και καμπούρη! & (σπάν.) καμπούρα (προφ.): προς κάποιον που έχει θιγεί χωρίς λόγο από κάτι που ειπώθηκε γι' αυτόν: Καλά ντε, ~ ~! [< μεσν. καμπούρης < τουρκ. kambur]
22661καμπουριάζωκα-μπου-ριά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καμπούρια-σε, -σμένος, καμπουριάζ-οντας} (προφ.): σκύβω μπροστά, κυρτώνοντας την ράχη· κάνω καμπούρα: ~ει λόγω ύψους. Έχει την τάση να ~ει. Ίσια την πλάτη, μην ~εις (βλ. στητός)!|| ~σε (: έγειρε προς τα μέσα) τους ώμους κι έφυγε σκυφτός.|| ~σμένο: κορμί (= σκεβρωμένο).
22662καμπούριασμακα-μπού-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): κύρτωμα της πλάτης: ελαφρύ ~. ΣΥΝ. καμπούρα, κύφωση
22663καμπουριαστός, ή, ό κα-μπου-ρια-στός επίθ. & καμπουρωτός (προφ.): που καμπουριάζει: ~ή: πλάτη (= γερτή)/ράχη/στάση. ~οί: ώμοι.|| Περπατά ~ (= σκυφτός). Πβ. κυρτός. ● επίρρ.: καμπουριαστά
22664καμπούρικος, η, ο κα-μπού-ρι-κος επίθ. (προφ.): καμπουριαστός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.