| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22655 | κάμποσος | , η, ο κά-μπο-σος αόρ. αντων. (προφ.) & (λαϊκό) καμπόσος: αρκετός: Θα περάσει ~ χρόνος/~η ώρα μέχρι να ... Εδώ και ~ο καιρό. Μαζευτήκαμε ~οι. Συναντήσαμε ~ους γνωστούς. Τον έχω δει ~ες φορές (= μερικές). ● επίρρ.: κάμποσο: Άργησε ~. ● ΦΡ.: κάνει/παριστάνει τον καμπόσο: νομίζει ότι κάποιος είναι ή το παίζει παλικαράς. ΣΥΝ. το παίζει ιστορία [< μεσν. καμπόσος] | |
| 22656 | κάμποτ | κά-μποτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κάμποτο: χοντρό βαμβακερό ύφασμα. Βλ. λινάτσα, τσίτι. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Cabot] | |
| 22657 | καμποτάζ | κα-μπο-τάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. αποκλειστική εκμετάλλευση των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών από εγχώρια πλοία (δηλ. όχι από πλοία με ξένη σημαία): άρση/κατάργηση του ~ (: απελευθέρωση της ακτοπλοΐας). Βλ. προστατευτισμός. ΣΥΝ. ενδομεταφορές [< γαλλ. cabotage] | |
| 22658 | καμπούνι | κα-μπού-νι ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. πρόστεγο. Βλ. -ούνι. | |
| 22659 | καμπούρα | κα-μπού-ρα ουσ. (θηλ.): κύρτωση της ράχης· κατ' επέκτ. κάθε εξόγκωμα που μοιάζει με αυτή: Έχει κάνει ~ (= καμπουριάσει). Πβ. κύφωση, ύβος. Βλ. ραχίτιδα.|| Η μύτη του έχει ~. ● Υποκ.: καμπουρίτσα (η) ● ΦΡ.: βλέπω/κοιτάζω την καμπούρα κάποιου (προφ.): προσέχω, παρατηρώ τα ελαττώματά του: Αντί να σχολιάζεις τους άλλους, κοίτα τη δική σου (την) ~.|| (παροιμ.) Η καμήλα την ~ της δεν τη βλέπει., στην καμπούρα (κάποιου) (προφ.): για κάτι που βαρύνει κάποιον: νέοι φόροι ~ ~ του κοσμάκη. Όλες οι ευθύνες έπεσαν (πάνω) ~ ~ μου (= στους ώμους μου). Έχει πολλά χρόνια στην ~ ~ του (: στην πλάτη του, είναι προχωρημένης ηλικίας). | |
| 22660 | καμπούρης | κα-μπού-ρης ουσ. (αρσ.): αυτός που έχει καμπούρα. Βλ. ραχιτικός. ● ΦΡ.: δεν σε είπαμε και καμπούρη! & (σπάν.) καμπούρα (προφ.): προς κάποιον που έχει θιγεί χωρίς λόγο από κάτι που ειπώθηκε γι' αυτόν: Καλά ντε, ~ ~! [< μεσν. καμπούρης < τουρκ. kambur] | |
| 22661 | καμπουριάζω | κα-μπου-ριά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καμπούρια-σε, -σμένος, καμπουριάζ-οντας} (προφ.): σκύβω μπροστά, κυρτώνοντας την ράχη· κάνω καμπούρα: ~ει λόγω ύψους. Έχει την τάση να ~ει. Ίσια την πλάτη, μην ~εις (βλ. στητός)!|| ~σε (: έγειρε προς τα μέσα) τους ώμους κι έφυγε σκυφτός.|| ~σμένο: κορμί (= σκεβρωμένο). | |
| 22662 | καμπούριασμα | κα-μπού-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): κύρτωμα της πλάτης: ελαφρύ ~. ΣΥΝ. καμπούρα, κύφωση | |
| 22663 | καμπουριαστός | , ή, ό κα-μπου-ρια-στός επίθ. & καμπουρωτός (προφ.): που καμπουριάζει: ~ή: πλάτη (= γερτή)/ράχη/στάση. ~οί: ώμοι.|| Περπατά ~ (= σκυφτός). Πβ. κυρτός. ● επίρρ.: καμπουριαστά | |
| 22664 | καμπούρικος | , η, ο κα-μπού-ρι-κος επίθ. (προφ.): καμπουριαστός. | |
| 22665 | κάμπους | κά-μπους ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πανεπιστημιούπολη. [< αγγλ. campus, γαλλ. ~, 1894] | |
| 22666 | κάμπριο | κά-μπρι-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) καμπριολέ: τύπος ανοιχτού, συνήθ. δίθυρου και ακριβού αυτοκινήτου, με αναδιπλούμενη υφασμάτινη κουκούλα ή πτυσσόμενη μεταλλική οροφή: σπορ ~. Κουπέ-~.|| (ως επίθ.) ~ έκδοση/μοντέλο. Πβ. ξεσκέπαστος. [< γαλλ. cabriolet, αγγλ. ~, 1909] | |
| 22667 | καμπτήρας | κα-μπτή-ρας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΑΝΑΤ. κάθε μυς που κάμπτει μια άρθρωση: ο κερκιδικός/ωλένιος ~ (του καρπού). Οι ~ες του αγκώνα/των γοφών/του ισχίου. Ο επιπολής και εν τω βάθει ~ των δαχτύλων. Βλ. εκτατικός.|| (ως επίθ.) Διατομή του ~α τένοντα. Βλ. -τήρας. [< αρχ. καμπτήρ ΄καμπή, στροφή', αγγλ. flexor] | |
| 22668 | καμπτικός | , ή, ό κα-μπτι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΔ. που αναφέρεται στην ιδιότητα δομικού υλικού να κάμπτεται με την άσκηση πλευρικής πίεσης: ~ός: λυγισμός (δοκών). ~ή: αντοχή (σχεδιασμού)/ενίσχυση (υποστυλωμάτων)/καταπόνηση/παραμόρφωση/ροπή. [< μεσν. καμπτικός 'ευκόλως καμπτόμενος', αγγλ. flexural, bending] | |
| 22669 | κάμπτω | κά-μπτω ρ. (μτβ.) {έκαμ-ψε, κάμ-ψει, κάμφ-θηκε (λόγ. εκάμφ-θη), -θεί, (λόγ.) κεκαμμένος, κάμπτ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) κάνω κάτι ή κάποιον που αντιστέκεται, να υποχωρήσει, να υποκύψει: Προσπάθησαν να ~ψουν την αδιαλλαξία/τις αντιδράσεις/τις αντιρρήσεις (πβ. μεταπείθω)/την άρνησή του, αλλά μάταια. Η αποφασιστικότητά/το ηθικό/το πείσμα/το φρόνημά του δεν ~εται. ~θηκαν οι αντιστάσεις τους. Πβ. μειώνω, μετριάζω.|| Τίποτα δεν μπορεί να μας ~ψει (= αποθαρρύνει, πτοήσει)! Δεν ~εται εύκολα (= ενδίδει, παραιτείται). Πβ. καταβάλλω, νικώ. Βλ. ανα~, παρα~. 2. λυγίζω: ~ ελαφρά τον αγκώνα/τα γόνατά (πβ. μαζεύω)/τον κορμό/τη μέση (πβ. σκύβω· ΑΝΤ. ισιώνω)/τα πόδια (πβ. διπλώνω· ΑΝΤ. εκτείνω, τεντώνω) μου. ~ το κεφάλι προς τα εμπρός (= κλίνω). Μύες που ~ουν το ισχίο (= καμπτήρες).|| Ο χαλκός κόβεται και ~εται εύκολα. (ΦΥΣ.) Οι ακτίνες του φωτός ~ονται από τη βαρύτητα. Πβ. καμπυλ-, κυρτ-ώνω. ● βλ. κεκαμμένος [< αρχ. κάμπτω] | |
| 22670 | καμπύλη | κα-μπύ-λη ουσ. (θηλ.) {καμπυλ-ών} 1. ΓΕΩΜ. μονοδιάστατη γραμμή χωρίς ασυνέχειες, της οποίας κανένα τμήμα δεν είναι ευθύ· κατ' επέκτ. ό,τι έχει το αντίστοιχο σχήμα: ανοιχτή/ελλειπτική (= έλλειψη)/επίπεδη (βλ. παραβολή)/ημιτονοειδής/κλειστή (βλ. κύκλος)/σιγμοειδής/σφαιρική ~. Αλγεβρικές ~ες. Η κορυφή/το τόξο της ~ης. Εξίσωση/εφαπτομένη/κλίση ~ης. ~ες δευτέρου (: κυκλικές ή κωνικές)/τρίτου (: κυβικές) βαθμού. Διαφορική γεωμετρία ~ών και επιφανειών. Η ~ απεικονίζει/εκφράζει τη συνάρτηση ... Βλ. τεθλασμένη, υπερβολή, φράκταλ.|| Ο δρόμος κάνει/σχηματίζει ~ (= καμπή, καμπυλότητα, κούρμπα). 2. ΣΤΑΤΙΣΤ. το αντίστοιχο γράφημα, ως αναπαράσταση του νόμου ή της εξέλιξης ενός φαινομένου: ~ κατανομής. Σύγκριση θεωρητικής και πειραματικής ~ης. (ΜΕΤΕΩΡ.) Όμβριες ~ες. (ΙΑΤΡ.) ~ ανάπτυξης/ανοχής (στη γλυκόζη)/αύξησης (ύψους). (ΟΙΚΟΝ.) ~ απόδοσης/προσφοράς. (ΦΥΣ.) ~ ισχύος. Χαρακτηριστική ~ ρεύματος-τάσης. (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ φωτός (αστέρα) (βλ. ανάλημμα, μεσημβρινός). ● καμπύλες (οι) 1. οι γοφοί και το στήθος ως στοιχεία θηλυκότητας: γυναίκα με (ζουμερές/πληθωρικές/πλούσιες/χυμώδεις) ~. Φόρεμα που αναδεικνύει/τονίζει τις ~. ΣΥΝ. πιασίματα (1) 2. (κυρ. για κατασκευή ή συσκευή που έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να μη σχηματίζει αιχμηρές γωνίες) καμπύλες γραμμές: οι ~ του αμαξώματος. Μοντέλο με αρμονικές/ελκυστικές/ωραίες ~. Βλ. πομπέ. ● ΣΥΜΠΛ.: αλυσοειδής καμπύλη βλ. αλυσοειδής, ισοβαθής (καμπύλη) βλ. ισοβαθής, ισογώνια καμπύλη βλ. ισογώνιος, ισόσειστες καμπύλες βλ. ισόσειστος, ισοϋψής (καμπύλη) βλ. ισοϋψής, καμπύλες αδιαφορίας βλ. αδιαφορία, καμπύλη ζαχάρου/σακχάρου βλ. ζάχαρο, καμπύλη ζήτησης βλ. ζήτηση [< αρχ. καμπύλη, γαλλ. courbe, αγγλ. curve] | |
| 22671 | καμπυλοβακτηρίδιο | κα-μπυ-λο-βα-κτη-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.) & καμπυλοβακτήριο: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος ιδιαίτερα ανθεκτικών βακτηρίων με καμπυλωτό σχήμα, που μεταδίδονται στον άνθρωπο μέσω της κατανάλωσης κυρ. κοτόπουλου και χοιρινού κρέατος, προκαλώντας τροφική δηλητηρίαση. Βλ. γαστρίτιδα, ελικο-, κολο-βακτηρίδιο, λιστέρια, σαλμονέλα, σιγκέλα. [< αγγλ. campylobacter, 1964] | |
| 22672 | καμπυλόγραμμος | , η, ο κα-μπυ-λό-γραμ-μος επίθ.: που αποτελείται από καμπύλες γραμμές, που σχηματίζει καμπύλη: (ΓΕΩΜ.) ~η: επιφάνεια. ~ο: σχήμα. ~ες: συντεταγμένες. Πβ. καμπυλωτός.|| (ΦΥΣ.) ~η: κίνηση. Βλ. ευθύγραμμος.|| ~ο κορμί (= με καμπύλες). [< μεσν. καμπυλόγραμμος, γαλλ. curviligne] | |
| 22673 | καμπυλοειδής | , ής, ές κα-μπυ-λο-ει-δής επίθ. (λόγ.): καμπυλωτός. Βλ. -ειδής, κυματοειδής. [< μτγν. καμπυλοειδής] | |
| 22674 | καμπύλος | , η, ο κα-μπύ-λος επίθ.: που έχει σχήμα καμπύλης: ~η: αγκύλη (= παρένθεση)/γραμμή (ΑΝΤ. ευθεία, ίσια)/οθόνη/τροχιά (βλ. κυκλικός). ~ο: σώμα. ~α: τμήματα (κατασκευής). Όχημα σε ~η διαδρομή (ΑΝΤ. επίπεδη). Πβ. αγκυλωτός, καμπυλωτός, κοίλος, κυρτός. Βλ. στρογγυλός. [< αρχ. καμπύλος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ