Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23420-23440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22665κάμπουςκά-μπους ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πανεπιστημιούπολη. [< αγγλ. campus, γαλλ. ~, 1894]
22666κάμπριοκά-μπρι-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) καμπριολέ: τύπος ανοιχτού, συνήθ. δίθυρου και ακριβού αυτοκινήτου, με αναδιπλούμενη υφασμάτινη κουκούλα ή πτυσσόμενη μεταλλική οροφή: σπορ ~. Κουπέ-~.|| (ως επίθ.) ~ έκδοση/μοντέλο. Πβ. ξεσκέπαστος. [< γαλλ. cabriolet, αγγλ. ~, 1909]
22667καμπτήραςκα-μπτή-ρας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΑΝΑΤ. κάθε μυς που κάμπτει μια άρθρωση: ο κερκιδικός/ωλένιος ~ (του καρπού). Οι ~ες του αγκώνα/των γοφών/του ισχίου. Ο επιπολής και εν τω βάθει ~ των δαχτύλων. Βλ. εκτατικός.|| (ως επίθ.) Διατομή του ~α τένοντα. Βλ. -τήρας. [< αρχ. καμπτήρ ΄καμπή, στροφή', αγγλ. flexor]
22668καμπτικός, ή, ό κα-μπτι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΔ. που αναφέρεται στην ιδιότητα δομικού υλικού να κάμπτεται με την άσκηση πλευρικής πίεσης: ~ός: λυγισμός (δοκών). ~ή: αντοχή (σχεδιασμού)/ενίσχυση (υποστυλωμάτων)/καταπόνηση/παραμόρφωση/ροπή. [< μεσν. καμπτικός 'ευκόλως καμπτόμενος', αγγλ. flexural, bending]
22669κάμπτωκά-μπτω ρ. (μτβ.) {έκαμ-ψε, κάμ-ψει, κάμφ-θηκε (λόγ. εκάμφ-θη), -θεί, (λόγ.) κεκαμμένος, κάμπτ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) κάνω κάτι ή κάποιον που αντιστέκεται, να υποχωρήσει, να υποκύψει: Προσπάθησαν να ~ψουν την αδιαλλαξία/τις αντιδράσεις/τις αντιρρήσεις (πβ. μεταπείθω)/την άρνησή του, αλλά μάταια. Η αποφασιστικότητά/το ηθικό/το πείσμα/το φρόνημά του δεν ~εται. ~θηκαν οι αντιστάσεις τους. Πβ. μειώνω, μετριάζω.|| Τίποτα δεν μπορεί να μας ~ψει (= αποθαρρύνει, πτοήσει)! Δεν ~εται εύκολα (= ενδίδει, παραιτείται). Πβ. καταβάλλω, νικώ. Βλ. ανα~, παρα~. 2. λυγίζω: ~ ελαφρά τον αγκώνα/τα γόνατά (πβ. μαζεύω)/τον κορμό/τη μέση (πβ. σκύβω· ΑΝΤ. ισιώνω)/τα πόδια (πβ. διπλώνω· ΑΝΤ. εκτείνω, τεντώνω) μου. ~ το κεφάλι προς τα εμπρός (= κλίνω). Μύες που ~ουν το ισχίο (= καμπτήρες).|| Ο χαλκός κόβεται και ~εται εύκολα. (ΦΥΣ.) Οι ακτίνες του φωτός ~ονται από τη βαρύτητα. Πβ. καμπυλ-, κυρτ-ώνω. ● βλ. κεκαμμένος [< αρχ. κάμπτω]
22670καμπύληκα-μπύ-λη ουσ. (θηλ.) {καμπυλ-ών} 1. ΓΕΩΜ. μονοδιάστατη γραμμή χωρίς ασυνέχειες, της οποίας κανένα τμήμα δεν είναι ευθύ· κατ' επέκτ. ό,τι έχει το αντίστοιχο σχήμα: ανοιχτή/ελλειπτική (= έλλειψη)/επίπεδη (βλ. παραβολή)/ημιτονοειδής/κλειστή (βλ. κύκλος)/σιγμοειδής/σφαιρική ~. Αλγεβρικές ~ες. Η κορυφή/το τόξο της ~ης. Εξίσωση/εφαπτομένη/κλίση ~ης. ~ες δευτέρου (: κυκλικές ή κωνικές)/τρίτου (: κυβικές) βαθμού. Διαφορική γεωμετρία ~ών και επιφανειών. Η ~ απεικονίζει/εκφράζει τη συνάρτηση ... Βλ. τεθλασμένη, υπερβολή, φράκταλ.|| Ο δρόμος κάνει/σχηματίζει ~ (= καμπή, καμπυλότητα, κούρμπα). 2. ΣΤΑΤΙΣΤ. το αντίστοιχο γράφημα, ως αναπαράσταση του νόμου ή της εξέλιξης ενός φαινομένου: ~ κατανομής. Σύγκριση θεωρητικής και πειραματικής ~ης. (ΜΕΤΕΩΡ.) Όμβριες ~ες. (ΙΑΤΡ.) ~ ανάπτυξης/ανοχής (στη γλυκόζη)/αύξησης (ύψους). (ΟΙΚΟΝ.) ~ απόδοσης/προσφοράς. (ΦΥΣ.) ~ ισχύος. Χαρακτηριστική ~ ρεύματος-τάσης. (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ φωτός (αστέρα) (βλ. ανάλημμα, μεσημβρινός).καμπύλες (οι) 1. οι γοφοί και το στήθος ως στοιχεία θηλυκότητας: γυναίκα με (ζουμερές/πληθωρικές/πλούσιες/χυμώδεις) ~. Φόρεμα που αναδεικνύει/τονίζει τις ~. ΣΥΝ. πιασίματα (1) 2. (κυρ. για κατασκευή ή συσκευή που έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να μη σχηματίζει αιχμηρές γωνίες) καμπύλες γραμμές: οι ~ του αμαξώματος. Μοντέλο με αρμονικές/ελκυστικές/ωραίες ~. Βλ. πομπέ. ● ΣΥΜΠΛ.: αλυσοειδής καμπύλη βλ. αλυσοειδής, ισοβαθής (καμπύλη) βλ. ισοβαθής, ισογώνια καμπύλη βλ. ισογώνιος, ισόσειστες καμπύλες βλ. ισόσειστος, ισοϋψής (καμπύλη) βλ. ισοϋψής, καμπύλες αδιαφορίας βλ. αδιαφορία, καμπύλη ζαχάρου/σακχάρου βλ. ζάχαρο, καμπύλη ζήτησης βλ. ζήτηση [< αρχ. καμπύλη, γαλλ. courbe, αγγλ. curve]
22671καμπυλοβακτηρίδιοκα-μπυ-λο-βα-κτη-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.) & καμπυλοβακτήριο: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος ιδιαίτερα ανθεκτικών βακτηρίων με καμπυλωτό σχήμα, που μεταδίδονται στον άνθρωπο μέσω της κατανάλωσης κυρ. κοτόπουλου και χοιρινού κρέατος, προκαλώντας τροφική δηλητηρίαση. Βλ. γαστρίτιδα, ελικο-, κολο-βακτηρίδιο, λιστέρια, σαλμονέλα, σιγκέλα. [< αγγλ. campylobacter, 1964]
22672καμπυλόγραμμος, η, ο κα-μπυ-λό-γραμ-μος επίθ.: που αποτελείται από καμπύλες γραμμές, που σχηματίζει καμπύλη: (ΓΕΩΜ.) ~η: επιφάνεια. ~ο: σχήμα. ~ες: συντεταγμένες. Πβ. καμπυλωτός.|| (ΦΥΣ.) ~η: κίνηση. Βλ. ευθύγραμμος.|| ~ο κορμί (= με καμπύλες). [< μεσν. καμπυλόγραμμος, γαλλ. curviligne]
22673καμπυλοειδής, ής, ές κα-μπυ-λο-ει-δής επίθ. (λόγ.): καμπυλωτός. Βλ. -ειδής, κυματοειδής. [< μτγν. καμπυλοειδής]
22674καμπύλος, η, ο κα-μπύ-λος επίθ.: που έχει σχήμα καμπύλης: ~η: αγκύλη (= παρένθεση)/γραμμή (ΑΝΤ. ευθεία, ίσια)/οθόνη/τροχιά (βλ. κυκλικός). ~ο: σώμα. ~α: τμήματα (κατασκευής). Όχημα σε ~η διαδρομή (ΑΝΤ. επίπεδη). Πβ. αγκυλωτός, καμπυλωτός, κοίλος, κυρτός. Βλ. στρογγυλός. [< αρχ. καμπύλος]
22675καμπυλότητακα-μπυ-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (κυρ. επιστ.): το γνώρισμα του καμπύλου· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) καμπύλη: αυξημένη/μηδενική/σταθερή/υψηλή ~. Η ~ (ΓΕΩΔ.) της Γης/(ΦΥΣ.) της τροχιάς/(ΙΑΤΡ.) του κερατοειδούς/της σπονδυλικής στήλης (βλ. κύφ-, σκολί-ωση). (ΓΕΩΜ.) Ακτίνα/κέντρο/κύκλος ~ας. (ΙΑΤΡ.) Μέτρηση της ~ας. Το έδαφος εμφανίζει μια ελαφριά/φυσική ~ (= κλίση). Βλ. κοιλ-, κυρτ-ότητα.|| Οι ~ες του προσώπου. [< αρχ. καμπυλότης, γαλλ. courbure, αγγλ. curvature]
22676καμπύλωμακα-μπύ-λω-μα ουσ. (ουδ.): καμπύλωση, κύρτωμα.
22677καμπυλώνωκα-μπυ-λώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καμπύλω-σε, (σπάν.) καμπυλώ-θηκε, -μένος}: κάνω κάτι καμπυλωτό· γίνομαι καμπύλος: Η μάζα/η ύλη ~ει τον χωρόχρονο (βλ. θεωρία της σχετικότητας). ~μένη: επιφάνεια. ~μένες: γωνίες (πβ. πομπέ· ΑΝΤ. ορθές).|| Τροχιά που ~ει προς τα πάνω/κάτω. Πβ. κάμπτω, κυρτώνω, στρογγυλεύω. Βλ. ευθυγραμμίζω, ισιώνω. [< μτγν. καμπυλοῦμαι]
22678καμπύλωσηκα-μπύ-λω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καμπυλώνω: ~ σωλήνων (πβ. κουρμπάρισμα). Πβ. κάμψη, κύρτωση. Βλ. αγκύλωση, κλίση, παραμόρφωση. ΣΥΝ. καμπύλωμα [< γαλλ. courbement]
22679καμπυλωτός, ή, ό κα-μπυ-λω-τός επίθ.: που σχηματίζει καμπύλη: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: γραμμή (ΑΝΤ. ευθεία)/επιφάνεια (πβ. κυρτός)/λαβή/μύτη (= γαμψή)/οροφή (= θολωτή). ~ό: σχήμα (ANT. ευθύγραμμο). ~ά: φύλλα. Καρέκλα με ~ά πόδια (ΑΝΤ. ίσια). Πβ. καμπυλόγραμμος, καμπύλος. Βλ. αγκυλ-, ελικ-ωτός. ΣΥΝ. καμπυλοειδής [< γαλλ. courbé]
22680καμτσίκιβλ. καμουτσίκι
22681καμτσικιάκαμ-τσι-κιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) καμουτσικιά (λαϊκό): χτύπημα, μαστίγωμα με καμουτσίκι. Πβ. βουρδουλιά.
22682καμφοράκαμ-φο-ρά ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. λευκή ημιδιαφανής κρυσταλλική και πτητική ουσία (σύμβ. C10H16O) με βαριά οσμή: συνθετική/φυσική (βλ. καμφορόδεντρο) ~. Αιθέριο έλαιο ~άς (= καμφορέλαιο). Χρήση της ~άς στη βιομηχανία εκρηκτικών υλών (βλ. πλαστικοποιητής)/στη φαρμακευτική (βλ. αντιφλεγμονώδη, παυσίπονα)/ως σκοροκτόνου (βλ. ναφθαλίνη). [< μεσν. καμφορά < ιταλ. canfora]
22683καμφορέλαιοκαμ-φο-ρέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): αρωματικό έλαιο με θεραπευτικές ιδιότητες, που λαμβάνεται από το καμφορόδεντρο. Βλ. -έλαιο, μαστιχέλαιο. [< γαλλ. huile de camphre]
22684καμφορόδεντροκαμ-φο-ρό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. δέντρο (επιστ. ονομασ. Cinnamomum/Dryobalanops camphora) από το οποίο εξάγεται η καμφορά. [< γαλλ. camphrier]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.