| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22685 | κάμψη | κάμ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣΙΟΛ. κίνηση με την οποία μέλος του σώματος απομακρύνεται από τη θέση έκτασης, σχηματίζοντας γωνία με το γειτονικό του μέλος· λύγισμα: πρόσθια/ραχιαία ~. ~ του αγκώνα/των γονάτων/των δαχτύλων/του κορμού/της μέσης/του σώματος. 2. (μτφ.) μείωση, πτώση· κατ' επέκτ. εξασθένηση: δημογραφική/οικονομική ~. Σταδιακή ~ των εισπράξεων/των κερδών/του ρυθμού ανάπτυξης/του τζίρου/των τιμών/της τουριστικής κίνησης. Οι πωλήσεις παρουσίασαν/σημείωσαν ~ (ΑΝΤ. άνοδος, αύξηση). Βρισκόμαστε σε ~ (πβ. ύφεση). ΑΝΤ. ανάκαμψη.|| ~ του ηθικού/φρονήματος. Πβ. υποχώρηση.|| (ΙΑΤΡ.) Καρδιακή ~/~ του μυοκαρδίου (βλ. καρδιακή ανεπάρκεια). ~ των νοητικών λειτουργιών (βλ. Αλτσχάιμερ). 3. ΜΗΧΑΝ. καμπύλωση στερεού σώματος με την επενέργεια εγκάρσιων δυνάμεων: διαξονική ~. ~ ελάσματος/σωλήνα. ~ είκοσι μοιρών. Βέλος/ροπή ~ης. Δυνάμεις ~ης και στροφής. Πβ. κύρτ-, παραμόρφ-, στρέβλ-ωση. Βλ. καταπόνηση. ● κάμψεις (οι): ΓΥΜΝ. άσκηση κατά την οποία ο αθλούμενος, βρισκόμενος μπρούμυτα και με τα χέρια κάθετα στο έδαφος, ανασηκώνει και χαμηλώνει διαδοχικά το σώμα του: τρία σετ ~εων.|| (στρατ. αργκό) Πάρε πενήντα ~. ΣΥΝ. πουσάπς [< 1: αρχ. κάμψις, γαλλ.-αγγλ. flexion 2: γαλλ. fléchissement 3: γαλλ. flexion, αγγλ. flexure, bending] | |
| 22686 | κάμωμα | κά-μω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κάνω. Πβ. φτιάξιμο. Κυρ. ● καμώματα (τα) (προφ.): ασυνήθιστη, πεισματική ή θεατρινίστικη συμπεριφορά: αστεία/κωμικά/νεανικά (: τρέλες)/παιδιάστικα ~ (= φερσίματα).|| Γυναικεία/ερωτικά ~ (= καπρίτσια, τερτίπια). Του κάνει ~ (= κόλπα, κόνξες, κορδελάκια, νάζια, σκέρτσα, τζιριτζάντζουλες, τσακίσματα, τσαλίμια). Άσε, επιτέλους, τα ~ (= γινάτια, πείσματα)!|| (ειρων.) Έλα να θαυμάσεις τα ~ (= άθλους, κατορθώματα) του γιου σου! Όλοι γελάνε με τα ~ά τους.|| (μτφ.) Τα ~ της μοίρας (= γυρίσματα, παιχνίδια). ● ΦΡ.: της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά (παροιμ.): εργασίες που γίνονται τη νύχτα, κυρ. λεπτεπίλεπτες, ιδ. παλαιότερα, παρουσιάζουν ατέλειες. [< μεσν. κάμωμα] | |
| 22687 | καμωματού | κα-μω-μα-τού ουσ. (θηλ.) (προφ.): ναζιάρα: καπάτσα, σκερτσόζα και ~ (: καπριτσιόζα). Βλ. -ού2. | |
| 22688 | καμωμένος | , η, ο κα-μω-μέ-νος επίθ. (λαϊκό) 1. φτιαγμένος: βραχιόλια ~α από ασήμι.|| Ό,τι έγινε/έπραξε είναι καλά ~ο (= έχει γίνει σωστά). Βλ. καλο~, λεπτο~, μικρο~, χοντρο~. 2. (συνήθ. ειρων.) γεννημένος, πλασμένος: ~ για τη μεγάλη ζωή. ● βλ. κάνω [< μεσν. καμωμένος] | |
| 22689 | καμώνομαι | κα-μώ-νο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καμώ-θηκε, -μένος} (λαϊκό): προσποιούμαι, υποκρίνομαι: ~εται (= παριστάνει) τον καλλιεργημένο/σπουδαίο (πβ. το παίζω). ~εται πως δεν καταλαβαίνει. ~θηκαν ότι δεν ήξεραν τίποτα (= έκαναν τους ανήξερους). [< μεσν. καμώνομαι] | |
| 37409 | καν | [οὔτε] ού-τε σύνδ. 1. παρατακτικός συμπλεκτικός ο οποίος συνδέει αποφατικά δύο προτάσεις ή ομοειδείς όρους: Δεν είδα κανέναν ~ άκουσα τίποτα. Δεν ήρθε και ~ πρόκειται (ενν. να έρθει). Δεν εμπιστεύομαι ~ τον εαυτό μου (ενν. κανέναν, ~ καν τον εαυτό μου).|| (σε διάλογο, εισάγοντας ελλειπτ. προτάσεις) -Σου μίλησε; -Όχι. -~ κι εμένα.|| (επαναλαμβανόμενος δύο ή περισσότερες φορές για έμφαση) ~ ξέρω, αλλά ~ και θέλω να μάθω. ~ εσύ ~ εγώ ~ κανείς άλλος δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη για ... ~ ο ένας υποχωρεί ~ ο άλλος.|| (με επανάληψη, αναιρώντας αντίθετες σημασίες, για να δηλωθεί μέση ή ουδέτερη κατάσταση) Δεν νιώθω ~ χαρά ~ λύπη. Δεν είναι ~ εχθροί ~ φίλοι. Δεν είμαι ~ υπέρ ~ κατά.|| Το τιμόνι δεν στρίβει ~ δεξιά ~ αριστερά (: προς καμία κατεύθυνση).|| (όταν εννοείται το πρώτο μέλος της παράταξης) ~ σήμερα κατάφερα να ξεκουραστώ (ενν. ~ χθες). ΣΥΝ. μηδέ, μήτε, ουδέ 2. (με επιδοτική σημ. + ονοματική φρ.) προκειμένου να δηλωθεί ότι το περιεχόμενό της δεν ισχύει ή δεν πρέπει να ισχύσει ακόμα και στον ελάχιστο βαθμό: Μην τον χάσεις ~ στιγμή (= καθόλου) από τα μάτια σου! Δεν έχει ρίξει ~ μια σταγόνα βροχής. Δεν έχει διαβάσει ~ μια σελίδα. Δεν βρέθηκε ~ ένας άνθρωπος (= κανένας) να την βοηθήσει; Δεν έχω ~ ένα ευρώ (= είμαι ταπί). ● ΦΡ.: και ούτε (προφ.): μόλις, ίσως και λιγότερο, νωρίτερα: Θα ήταν επτά το πρωί ~ ~., ούτε καν/που/πια: προς επίταση της άρνησης που περιέχει η πρόταση· καθόλου (δεν): ~ καν κατάλαβε τι συνέβη. ~ που θυμάμαι πώς λέγεται. (ως ευγενική απάντηση) -Περίμενες πολύ; -~ καν/που να το σκέφτεσαι. Δεν μπορούμε ~ καν να μιλήσουμε. Τον κατηγόρησε χωρίς ~ καν να έχει αποδείξεις.|| (με ποσοτικό προσδιορισμό· λιγότερο από) Δεν είναι ~ καν είκοσι χρόνων., ούτε/μήτε που (προφ.): καθόλου δεν: ~ ~ ασχολήθηκε/νοιάζεται/το συζητά. ~ ~ θέλω να το σκέφτομαι., (δεν μου κάνει) ούτε κρύο ούτε ζέστη βλ. κρύο, (να) μην το πεις/πείτε ούτε του παπά βλ. παπάς, (ούτε) με (τα) κιάλια/το κιάλι βλ. κιάλι, δεν κάνω (ούτε ένα) βήμα βλ. βήμα, δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση βλ. σύγκριση, και ναι και όχι βλ. και, ούτε (ένα) χιλιοστό βλ. χιλιοστό, ούτε (μια) σταγόνα βλ. σταγόνα, ούτε γάτα ούτε ζημιά βλ. γάτα, ούτε για ζήτω βλ. ζήτω, ούτε για/γι' αστείο βλ. αστείο, ούτε ένα πράσινο φύλλο βλ. φύλλο, ούτε ζωγραφιστό (δεν θέλω) να τον βλέπω βλ. ζωγραφιστός, ούτε θηλυκή/θηλυκιά γάτα βλ. θηλυκός, ούτε κατά διάνοια βλ. διάνοια, ούτε κλαίει ούτε γελάει βλ. κλαίω, ούτε κουνούπι/μύγα βλ. κουνούπι, ούτε λέξη βλ. λέξη, ούτε λεπτό βλ. λεπτό, ούτε λίγο ούτε πολύ βλ. λίγο, ούτε λόγος/κουβέντα/συζήτηση βλ. λόγος, ούτε με βίντσι βλ. βίντσι, ούτε με σφαίρες! βλ. σφαίρα, ούτε μιλάει ούτε λαλάει βλ. λαλεί, ούτε να βήξω βλ. βήχω, ούτε νεκρός δεν ...! βλ. νεκρός, ούτε όμως και ... βλ. όμως, ούτε παραγγελία (να το έκανα/είχα κάνει) βλ. παραγγελία, ούτε σκέψη βλ. σκέψη, ούτε σπιθαμή βλ. σπιθαμή, ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα βλ. όνειρο, ούτε στον χειρότερο εχθρό μου βλ. εχθρός, ούτε φωνή ούτε ακρόαση βλ. ακρόαση, ούτε ψύλλος στον κόρφο του βλ. ψύλλος [< αρχ. οὔτε] | |
| 22690 | καν | επίρρ. (επιτατ.): καθόλου: Δεν θυμάμαι ~ πότε τον είδα τελευταία φορά. Την αγνόησε, δεν της μίλησε ~. Έφυγε χωρίς ~ να με ειδοποιήσει.|| Το μαγαζί έκλεισε πριν/προτού ~ (: καλά καλά) ανοίξει. ● ΦΡ.: καν και καν (σπάν.-λαϊκό) 1. πολλά και διάφορα, κάθε λογής: Έχουν δει τα μάτια του ~ ~ (= τόσα και τόσα).|| Από εδώ έχουν περάσει ~ ~. 2. πώς και πώς: Περίμενα ~ ~ να ..., ούτε καν/που/πια βλ. ούτε [< μεσν. καν < αρχ. κἄν] | |
| 22691 | καν καν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κανκάν: τολμηρός χορός που ξεκίνησε από τα γαλλικά καμπαρέ του 19ου αι. και χορευόταν από κοπέλες που κουνούσαν τις φούστες τους ρυθμικά, σηκώνοντας τα πόδια ψηλά. Bλ. καντρίλια. [< γαλλ. cancan] | |
| 22692 | καναβάτσο | κα-να-βά-τσο ουσ. (ουδ.) & κανναβάτσο 1. σκληρό ύφασμα με αραιή πλέξη, από κάνναβη, βαμβάκι ή λινάρι, που χρησιμοποιείται κυρ. για ζωγραφική. Πβ. καμβάς. Βλ. καραβόπανο, λινάτσα. 2. ΑΘΛ. ο τάπητας του ρινγκ. Βλ. τερέν. ● ΦΡ.: τον έριξε/έστειλε/πέταξε στο καναβάτσο: (στην πυγμαχία) τον έβγαλε νοκ άουτ· κατ' επέκτ. τον νίκησε, τον κατατρόπωσε. [< μεσν. καναβάτσον < βεν. canavazza] | |
| 22693 | κάναβη | βλ. κάνναβη | |
| 22694 | κανάβινος | , η, ο βλ. καννάβινος | |
| 22695 | καναβούρι | κα-να-βού-ρι ουσ. (ουδ.) & κανναβούρι 1. ΒΟΤ. ο σπόρος της κάνναβης που χρησιμοποιείται ως τροφή οικόσιτων, συνήθ. ωδικών πτηνών. Βλ. κεχρί. 2. (σπάν.-λαϊκό) κάνναβη. Βλ. -ούρι. [< μεσν. κανναβούριν] | |
| 22696 | καναβουριά | κα-να-βου-ριά ουσ. (θηλ.) & κανναβουριά (λαϊκό): ινδική κάνναβη. | |
| 22697 | κανάγιας | κα-νά-γιας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-υβριστ.): απόβρασμα, κάθαρμα. Πβ. τομάρι. [< βεν. canagia] | |
| 22698 | καναδικός | , ή, ό κα-να-δι-κός επίθ. & (προφ.) καναδέζικος: που σχετίζεται με τον Καναδά ή/και τους Καναδούς: ~ό: δολάριο. [< γαλλ. canadien] | |
| 22699 | Καναδός, Καναδή | Κα-να-δός επίθ./ουσ. & (προφ.) Καναδέζος, Καναδέζα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στον Καναδά ή κατάγεται από αυτόν ή έχει αποκτήσει την καναδική υπηκοότητα. | |
| 22702 | κανακαρά | κα-να-κα-ρά ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): πρωτοκόρη, κυρ. στην Κάρπαθο. | |
| 22700 | κανακάρης | κα-να-κά-ρης ουσ. (αρσ.) (οικ.): αγαπημένος γιος και συνήθ. παραχαϊδεμένος, κακομαθημένος: Να σου ζήσει ο ~ σου! Καμαρώνει τον ~η της! Πβ. γιόκας. [< μεσν. κανακάρης] | |
| 22701 | κανακάρισσα | κα-να-κά-ρισ-σα ουσ. (θηλ.) (οικ.): αγαπημένη κόρη και συνήθ. παραχαϊδεμένη. | |
| 22703 | κανάκεμα | κα-νά-κε-μα ουσ. (ουδ.) {κανακέμ-ατα} (λαϊκό) ΣΥΝ. ντάντεμα 1. (αρνητ. συνυποδ.) η ενέργεια του κανακεύω: Θέλει ~ (πβ. καλόπιασμα). Έχει κακομάθει στα ~ατα (= χαϊδολογήματα) της μητέρας του. Πβ. παραχάιδεμα. 2. τρυφερή φροντίδα, περιποίηση: ~ του μωρού. [< μεσν. κανάκεμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ