| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22694 | κανάβινος | , η, ο βλ. καννάβινος | |
| 22695 | καναβούρι | κα-να-βού-ρι ουσ. (ουδ.) & κανναβούρι 1. ΒΟΤ. ο σπόρος της κάνναβης που χρησιμοποιείται ως τροφή οικόσιτων, συνήθ. ωδικών πτηνών. Βλ. κεχρί. 2. (σπάν.-λαϊκό) κάνναβη. Βλ. -ούρι. [< μεσν. κανναβούριν] | |
| 22696 | καναβουριά | κα-να-βου-ριά ουσ. (θηλ.) & κανναβουριά (λαϊκό): ινδική κάνναβη. | |
| 22697 | κανάγιας | κα-νά-γιας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-υβριστ.): απόβρασμα, κάθαρμα. Πβ. τομάρι. [< βεν. canagia] | |
| 22698 | καναδικός | , ή, ό κα-να-δι-κός επίθ. & (προφ.) καναδέζικος: που σχετίζεται με τον Καναδά ή/και τους Καναδούς: ~ό: δολάριο. [< γαλλ. canadien] | |
| 22699 | Καναδός, Καναδή | Κα-να-δός επίθ./ουσ. & (προφ.) Καναδέζος, Καναδέζα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στον Καναδά ή κατάγεται από αυτόν ή έχει αποκτήσει την καναδική υπηκοότητα. | |
| 22702 | κανακαρά | κα-να-κα-ρά ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): πρωτοκόρη, κυρ. στην Κάρπαθο. | |
| 22700 | κανακάρης | κα-να-κά-ρης ουσ. (αρσ.) (οικ.): αγαπημένος γιος και συνήθ. παραχαϊδεμένος, κακομαθημένος: Να σου ζήσει ο ~ σου! Καμαρώνει τον ~η της! Πβ. γιόκας. [< μεσν. κανακάρης] | |
| 22701 | κανακάρισσα | κα-να-κά-ρισ-σα ουσ. (θηλ.) (οικ.): αγαπημένη κόρη και συνήθ. παραχαϊδεμένη. | |
| 22703 | κανάκεμα | κα-νά-κε-μα ουσ. (ουδ.) {κανακέμ-ατα} (λαϊκό) ΣΥΝ. ντάντεμα 1. (αρνητ. συνυποδ.) η ενέργεια του κανακεύω: Θέλει ~ (πβ. καλόπιασμα). Έχει κακομάθει στα ~ατα (= χαϊδολογήματα) της μητέρας του. Πβ. παραχάιδεμα. 2. τρυφερή φροντίδα, περιποίηση: ~ του μωρού. [< μεσν. κανάκεμα] | |
| 22704 | κανακεύω | κα-να-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {κανάκ-εψα, -εμένος} (οικ.) & (διαλεκτ.) κανακίζω ΣΥΝ. νταντεύω 1. (αρνητ. συνυποδ.) κακομαθαίνω. Πβ. παραχαϊδεύω. 2. περιποιούμαι, φροντίζω κάποιον με πολλή αγάπη και τρυφερότητα: Τον ~ει σαν μικρό παιδί. [< μεσν. κανακεύω] | |
| 22705 | κανάκια | κα-νά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κανάκι} (λαϊκό): κανακέματα, χάδια. [< μεσν. κανάκι] | |
| 22706 | καναλάρχης | κα-να-λάρ-χης ουσ. (αρσ.) (προφ.): ιδιοκτήτης τηλεοπτικού σταθμού: εκδότης και ~. Βλ. -άρχης. | |
| 22707 | κανάλι | κα-νά-λι ουσ. (ουδ.) {καναλ-ιού} 1. ΤΗΛΕΠ. ζώνη συχνοτήτων για τη μετάδοση ραδιοτηλεοπτικού σήματος· συνεκδ. τηλεοπτικός σταθμός: Σε τι ~ εκπέμπει ο/το ...; Αλλάζω ~ (βλ. ζάπινγκ, τηλεκοντρόλ). Η τηλεόρασή μας δεν πιάνει όλα τα ~ια.|| Αθλητικό/δορυφορικό/ειδησεογραφικό/ιδιωτικό/καλωδιακό/κρατικό/μουσικό/τηλεοπτικό/τοπικό/ψηφιακό ~. Συνδρομητικό ~ ταινιών. ~ εθνικής εμβέλειας. Διευθυντής/ιδιοκτήτης ~ιού (= καναλάρχης). Οι εκπομπές/το πρόγραμμα/η τηλεθέαση ενός ~ιού. Βγαίνω στα ~ια (: εμφανίζομαι στην τηλεόραση κυρ. για δηλώσεις ή καταγγελίες). 2. μακρόστενη και συνήθ. τεχνητή υδάτινη δίοδος, κυρ. σε θάλασσα ή ποταμό για την εξυπηρέτηση της ναυσιπλοΐας: πλωτό ~. Το ~ του Σουέζ (= διώρυγα). Τα ~ια της Βενετίας.|| (στο έδαφος) Αποστραγγιστικά/αρδευτικά ~ια. Η περιοχή υδροδοτείται από ~. Πβ. αυλάκι. 3. μέσο διάδοσης πληροφοριών: (στη θεωρία της επικοινωνίας) ακουστικό/οπτικό ~.|| (μτφ.) Εισαγωγή του μαθητή σε καινούργιο ~ σκέψης. (Δι)ανοίγονται ~ια διαλόγου/επαφής/πληροφόρησης.|| ~ια διανομής προϊόντων (: τα καταστήματα). 4. ΗΛΕΚΤΡΟΝ.-ΤΗΛΕΠ. κάθε μέσο μεταφοράς ηλεκτρικού σήματος (καλώδιο, σύρματα, ο αέρας ή το κενό): σύστημα ~ιών. Βλ. αγωγός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εισόδου/εξόδου (δεδομένων). Χωρητικότητα ~ιού.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ συζητήσεων (= τσατ ρουμ). ΣΥΝ. δίαυλος (1) ● Υποκ.: καναλάκι (το): κυρ. στις σημ. 1,2. [< 1,3,4: γαλλ. canal, αγγλ. channel 2: μτγν. κανάλι(ν)] | |
| 22708 | καναλιζάρισμα | κα-να-λι-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): έλεγχος, χειραγώγηση: πολιτικό ~ (: πατρονάρισμα). ~ των αντιδράσεων/ενός κινήματος/της σκέψης. Πβ. καπέλωμα, ποδηγέτηση. Βλ. κηδεμόνευση, -ισμα. [< γαλλ. canalisation, αγγλ. channelization, 1902] | |
| 22709 | καναλιζάρω | κα-να-λι-ζά-ρω ρ. (μτβ.) {μτχ. καναλιζαρι-σμένος} (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): κατευθύνω, χειραγωγώ: Προσπαθούν να ~ουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια. ~σμένη: ενημέρωση/πληροφόρηση (= κατευθυνόμενη· ΑΝΤ. ελεύθερη). Πβ. καπελώνω, πατρονάρω, ποδηγετώ. [< γαλλ. canaliser, αγγλ. channelize, 1939] | |
| 22710 | καναντέρ | κα-να-ντέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΕΡΟΝ. αμφίβιο αεροπλάνο πυρόσβεσης, δασικών κυρ. πυρκαγιών, με μεγάλες δυνατότητες υδροληψίας και μεταφοράς νερού (άνω των πέντε τόνων) από οποιαδήποτε σχεδόν υδάτινη επιφάνεια: πιλότοι ~. Ρίψεις από ~. [< καναδική εμπορ. ονομασ. Canadair, περ. 1972] | |
| 22711 | καναπεδάκια | κα-να-πε-δά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ στον εν. καναπεδάκι}: ΜΑΓΕΙΡ. μικρές φέτες ψωμιού κομμένες σε διάφορα σχήματα και γαρνιρισμένες με εδέσματα, οι οποίες προσφέρονται ως ορεκτικό: ζεστά/κρύα ~. ~ με σολομό/με τυρί κρέμα και πάστα ελιάς. Δίσκοι/μπουφές με ~. Βλ. μπόμπα, σάντουιτς, σνακ.|| Γλυκά ~. [< γαλλ. canapés] | |
| 22712 | καναπεδάτος | , η, ο [καναπεδᾶτος] κα-να-πε-δά-τος επίθ. (νεαν. αργκό-μειωτ.): που μένει αδρανής, δεν δραστηριοποιείται: ~οι: επαναστάτες. Πβ. βολεμένος.|| ~οι: οπαδοί/φίλαθλοι (: που παρακολουθούν αγώνες από την τηλεόραση και δεν πηγαίνουν στο γήπεδο).|| (ως ουσ.) Η απάθεια των ~ων. Βλ. -άτος. | |
| 22713 | καναπεδολογία | κα-να-πε-δο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): συζήτηση για ευτελή και ανόητα θέματα. Βλ. -λογία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ