Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23460-23480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22704κανακεύωκα-να-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {κανάκ-εψα, -εμένος} (οικ.) & (διαλεκτ.) κανακίζω ΣΥΝ. νταντεύω 1. (αρνητ. συνυποδ.) κακομαθαίνω. Πβ. παραχαϊδεύω. 2. περιποιούμαι, φροντίζω κάποιον με πολλή αγάπη και τρυφερότητα: Τον ~ει σαν μικρό παιδί. [< μεσν. κανακεύω]
22705κανάκιακα-νά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κανάκι} (λαϊκό): κανακέματα, χάδια. [< μεσν. κανάκι]
22706καναλάρχηςκα-να-λάρ-χης ουσ. (αρσ.) (προφ.): ιδιοκτήτης τηλεοπτικού σταθμού: εκδότης και ~. Βλ. -άρχης.
22707κανάλικα-νά-λι ουσ. (ουδ.) {καναλ-ιού} 1. ΤΗΛΕΠ. ζώνη συχνοτήτων για τη μετάδοση ραδιοτηλεοπτικού σήματος· συνεκδ. τηλεοπτικός σταθμός: Σε τι ~ εκπέμπει ο/το ...; Αλλάζω ~ (βλ. ζάπινγκ, τηλεκοντρόλ). Η τηλεόρασή μας δεν πιάνει όλα τα ~ια.|| Αθλητικό/δορυφορικό/ειδησεογραφικό/ιδιωτικό/καλωδιακό/κρατικό/μουσικό/τηλεοπτικό/τοπικό/ψηφιακό ~. Συνδρομητικό ~ ταινιών. ~ εθνικής εμβέλειας. Διευθυντής/ιδιοκτήτης ~ιού (= καναλάρχης). Οι εκπομπές/το πρόγραμμα/η τηλεθέαση ενός ~ιού. Βγαίνω στα ~ια (: εμφανίζομαι στην τηλεόραση κυρ. για δηλώσεις ή καταγγελίες). 2. μακρόστενη και συνήθ. τεχνητή υδάτινη δίοδος, κυρ. σε θάλασσα ή ποταμό για την εξυπηρέτηση της ναυσιπλοΐας: πλωτό ~. Το ~ του Σουέζ (= διώρυγα). Τα ~ια της Βενετίας.|| (στο έδαφος) Αποστραγγιστικά/αρδευτικά ~ια. Η περιοχή υδροδοτείται από ~. Πβ. αυλάκι. 3. μέσο διάδοσης πληροφοριών: (στη θεωρία της επικοινωνίας) ακουστικό/οπτικό ~.|| (μτφ.) Εισαγωγή του μαθητή σε καινούργιο ~ σκέψης. (Δι)ανοίγονται ~ια διαλόγου/επαφής/πληροφόρησης.|| ~ια διανομής προϊόντων (: τα καταστήματα). 4. ΗΛΕΚΤΡΟΝ.-ΤΗΛΕΠ. κάθε μέσο μεταφοράς ηλεκτρικού σήματος (καλώδιο, σύρματα, ο αέρας ή το κενό): σύστημα ~ιών. Βλ. αγωγός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εισόδου/εξόδου (δεδομένων). Χωρητικότητα ~ιού.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ συζητήσεων (= τσατ ρουμ). ΣΥΝ. δίαυλος (1) ● Υποκ.: καναλάκι (το): κυρ. στις σημ. 1,2. [< 1,3,4: γαλλ. canal, αγγλ. channel 2: μτγν. κανάλι(ν)]
22708καναλιζάρισμακα-να-λι-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): έλεγχος, χειραγώγηση: πολιτικό ~ (: πατρονάρισμα). ~ των αντιδράσεων/ενός κινήματος/της σκέψης. Πβ. καπέλωμα, ποδηγέτηση. Βλ. κηδεμόνευση, -ισμα. [< γαλλ. canalisation, αγγλ. channelization, 1902]
22709καναλιζάρωκα-να-λι-ζά-ρω ρ. (μτβ.) {μτχ. καναλιζαρι-σμένος} (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): κατευθύνω, χειραγωγώ: Προσπαθούν να ~ουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια. ~σμένη: ενημέρωση/πληροφόρηση (= κατευθυνόμενη· ΑΝΤ. ελεύθερη). Πβ. καπελώνω, πατρονάρω, ποδηγετώ. [< γαλλ. canaliser, αγγλ. channelize, 1939]
22710καναντέρκα-να-ντέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΕΡΟΝ. αμφίβιο αεροπλάνο πυρόσβεσης, δασικών κυρ. πυρκαγιών, με μεγάλες δυνατότητες υδροληψίας και μεταφοράς νερού (άνω των πέντε τόνων) από οποιαδήποτε σχεδόν υδάτινη επιφάνεια: πιλότοι ~. Ρίψεις από ~. [< καναδική εμπορ. ονομασ. Canadair, περ. 1972]
22711καναπεδάκιακα-να-πε-δά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ στον εν. καναπεδάκι}: ΜΑΓΕΙΡ. μικρές φέτες ψωμιού κομμένες σε διάφορα σχήματα και γαρνιρισμένες με εδέσματα, οι οποίες προσφέρονται ως ορεκτικό: ζεστά/κρύα ~. ~ με σολομό/με τυρί κρέμα και πάστα ελιάς. Δίσκοι/μπουφές με ~. Βλ. μπόμπα, σάντουιτς, σνακ.|| Γλυκά ~. [< γαλλ. canapés]
22712καναπεδάτος, η, ο [καναπεδᾶτος] κα-να-πε-δά-τος επίθ. (νεαν. αργκό-μειωτ.): που μένει αδρανής, δεν δραστηριοποιείται: ~οι: επαναστάτες. Πβ. βολεμένος.|| ~οι: οπαδοί/φίλαθλοι (: που παρακολουθούν αγώνες από την τηλεόραση και δεν πηγαίνουν στο γήπεδο).|| (ως ουσ.) Η απάθεια των ~ων. Βλ. -άτος.
22713καναπεδολογίακα-να-πε-δο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): συζήτηση για ευτελή και ανόητα θέματα. Βλ. -λογία.
22714καναπέςκα-να-πές ουσ. (αρσ.): μακρόστενο κάθισμα με ράχη, μπράτσα και υφασμάτινη ή δερμάτινη ταπετσαρία, για δύο ή περισσότερα άτομα: αναπαυτικός/γωνιακός/πτυσσόμενος/τριθέσιος ~. ~ από ξύλο καρυδιάς/οξιάς. Ο ~ του σαλονιού. ~-κρεβάτι (πβ. ντιβάνι, σοφάς). Το κάλυμμα (πβ. ριχτάρι)/τα μαξιλάρια του ~έ. ~έδες εξωτερικού χώρου/κήπου. Άραξε/βολεύτηκε/κοιμήθηκε/ξάπλωσε/χαλαρώνει στον ~έ. Βλ. ανάκλιντρο, πολυθρόνα.|| (μτφ.-προφ.) Σήκω, επιτέλους, απ' τον ~έ (: δραστηριοποιήσου, κινητοποιήσου)! Βλ. -ές. ● Υποκ.: καναπεδάκι (το) ● ΦΡ.: του καναπέ (αρνητ. συνυποδ.-ειρων.): για να δηλωθεί αδράνεια, παθητικότητα, ιδιώτευση: ακτιβισμός/πολίτες ~ ~. Eπαναστάτες ~ ~ (βλ. του γλυκού νερού, του σαλονιού). Η ασφάλεια/το βόλεμα/η λογική/η νοοτροπία ~ ~. Η γενιά ~ ~ (και της τηλεόρασης). Βλ. καναπεδάτος.|| Δημοκρατία (βλ. τηλεδημοκρατία)/εκλογές ~ ~. [< γαλλ. canapé < αντιδάν. αρχ. κωνωπεῖον ‘κουνουπιέρα’]
22715κανάρακα-νά-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. θηλυκό καναρίνι. Βλ. καρδερίνα.
22716καναρίνικα-να-ρί-νι ουσ. (ουδ.) {καναριν-ιού} & (λαϊκό) κανάρι: ΟΡΝΙΘ. μικρό ωδικό πτηνό της τάξης των στρουθιόμορφων (επιστ. ονομασ. Serinus canaria), με γνωστότερο είδος αυτό που φέρει έντονο κίτρινο φτέρωμα: άγριο/οικόσιτο ~. ~ σε κλουβί. Το κελάηδημα/το τιτίβισμα του ~ιού. ~ια τύπου (: με κριτήρια κυρ. το μέγεθος και το φτέρωμα)/φωνής/χρώματος. Σπόροι για ~ια (πβ. καναβούρι). Πβ. κανάρα. Βλ. καρδερίνα, σκαρθάκι, σπίζα. ● Υποκ.: καναρινάκι (το) [< βεν. canarin]
22717καναρινίκα-να-ρι-νί επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το έντονο κίτρινο χρώμα του καναρινιού· (ως ουσ.) το αντίστοιχο χρώμα.
22718κανάς & κάνας, κανά & κάναβλ. κανείς
22719κανάτακα-νά-τα ουσ. (θηλ.): δοχείο με λαβή, κυρ. για σερβίρισμα νερού ή κρασιού: ανοξείδωτη/αποσπώμενη/γυάλινη/κεραμική/κρυστάλλινη/μεταλλική/πήλινη (βλ. στάμνα)/πορσελάνινη ~. ~ καφετιέρας/χυμού. ~ με φίλτρο. Σετ με ποτήρια και ~. Αδειάζω/γεμίζω την ~. Πβ. καράφα, φιάλη. Βλ. κρασο~.|| (συνεκδ., το περιεχόμενο:) Ήπιαμε μια ~ σαγκρία.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Βλ. οινοχόη, πρόχους, υδρία. ● Υποκ.: κανατούλα & κανατίτσα (η): Βλ. κανάτι1. [< μεσν. κανάτα < μεσν. λατ.-ιταλ. cannata]
22720κανατάςκα-να-τάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παρωχ.): κατασκευαστής ή/και πωλητής πήλινων δοχείων. Πβ. σταμνάς. Βλ. αγγειοπλάστης, -άς.
22721κανάτι1κα-νά-τι ουσ. (ουδ.) {κανατ-ιού | -ιών} 1. (λαϊκό) μικρή κανάτα: πήλινο ~ (πβ. κουμάρι1, λαγήνι, μαστραπάς, σταμνί).|| (ΛΑΟΓΡ.) Σπάσιμο ~ιών (: κερκυραϊκό πασχαλινό έθιμο). 2. (σπάν.-ιδιωμ.) ουροδοχείο. ● Υποκ.: κανατάκι (το) ● ΦΡ.: βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες βλ. βρέχω [< μεσν. κανάτι]
22722κανάτι2κα-νά-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): είδος ξύλινου παραθυρόφυλλου χωρίς γρίλιες. [< τουρκ. kanat]
22723κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένακα-νείς & κα-νέ-νας, κα-μί-α & κα-μιά, κα-νέ-να αόρ. αντων. {κανενός, (λαϊκό) θηλ. καμιανής | κ. (προφ.) αρσ. κανάς & κάνας, ουδ. κανά & κάνα} 1. (+ αρνητ. πρόταση) ούτε ένας: -Ποιος ήταν; -~. ~ από εμάς/τους δεν γνώριζε. ~ δεν είναι τέλειος. Δεν είμαι υπέρ κανενός.|| (ως επίθ.) Κανένας λόγος ανησυχίας. Καμία (απολύτως) αλλαγή/απάντηση/δικαιολογία/ελπίδα. Κανένα αποτέλεσμα/ενδιαφέρον/ίχνος/σημάδι/σχόλιο. Κανενός είδους. Δεν παίζει κανένα ρόλο. Δεν έχω ανάγκη καμιάς υποστήριξης. Δεν μου άρεσε κανένα φαγητό (= τίποτα). ΣΥΝ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν 2. (αόριστ.) κάποιος: Ακούει/μίλησε ~; Μήπως ξέρει ~ πού είναι; Θέλει ~ καφέ; Τσίχλα ~;|| Όπως μπορεί ~ (= καθένας). Τι να πει κανείς! Είναι ν' απορεί κανείς! Αξίζει τον κόπο να το ψάξει ~. Δεν είπε ~ (= δεν είπα) πως δεν αξίζεις, απλά θέλεις δουλειά ακόμη.|| (ως επίθ.) Θα 'ρθει κάνας άλλος; Καμιά μέρα θα δεις που ... Κάνε και καμιά δουλειά! Ρίξε καμιά ματιά! Πού και πού λέμε και καμιά καλημέρα. Κανά νέο; Τι θα έλεγες για κανένα σινεμά; 3. (προφ.) για να δηλωθεί απαξίωση: Αν με ζητήσει καμιά μάνα μου, πες της ... Μπας και νομίζεις ότι είσαι κανάς κούκλος; Δεν είναι και κανένα αριστούργημα! Δεν είμαι κανά μικρό παιδί να με κοροϊδεύεις. 4. περίπου: Θα πάρει κανά χρόνο. Να περιμένεις μετά από καμιά βδομάδα! Καμιά δεκαριά. Χάσε κανένα/κανά κιλό! Σε κανά μισάωρο, θα 'μαι πίσω. ● ΦΡ.: καμιά ... -αριά/εκατοστή/χιλιάρα (προφ.): για αριθμό, ποσό κατά προσέγγιση: ~ σαρανταριά άτομα/ευρώ/κιλά/σελίδες/χρονών (= πάνω κάτω/περίπου σαράντα). Μαζεύτηκαν ~ κατοσταριά νοματαίοι. Στο 'χω πει ~ εκατοστή φορές!, κανά δυο & κανάς δυο (προφ.) : περίπου ένα με δύο· λίγοι, μερικοί: ~ ~ φορές/χρόνια. Σε ~ ~ ώρες. Θα βγει με ~ ~ φίλους. Ήπιαμε ~ ~ τρία ποτάκια. Θα είμαστε εσύ κι εγώ, άντε και κανάς δυο άλλοι. Πβ. δυο τρεις, ένας δυο., με κανέναν τρόπο & με καμία δύναμη/κυβέρνηση (προφ.-εμφατ.): σε καμία περίπτωση, καθόλου: Δεν θέλω ~ ~ να ... Δεν πρόκειται ν' αλλάξω γνώμη/να το επιτρέψω ~ ~! ΣΥΝ. επ' ουδενί (λόγω), με τίποτα (1), με/για τίποτα στον κόσμο, με την καμία (αργκό): με τίποτα., δεν υπάρχει κανείς που να μη(ν) ... βλ. υπάρχω, δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση βλ. σύγκριση, καμία σχέση βλ. σχέση, καμιά φορά βλ. φορά, κανένα πρόβλημα! βλ. πρόβλημα, σε καμία περίπτωση βλ. περίπτωση, χωρίς (άλλη/καμιά) κουβέντα βλ. κουβέντα [< μεσν. κανείς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.