Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23480-23500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22725κανελής, -ιά, -ί κα-νε-λής επίθ. & κανελλής & {άκλ.} κανελί: που έχει το χρώμα της κανέλας, δηλ. ανάμεσα στο καφέ και το κόκκινο. ● Ουσ.: κανελί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα.
22726κανελόνιακα-νε-λό-νια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κανελόνι} & κανελλόνια: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζυμαρικό με κυλινδρικό σχήμα, γεμισμένο συνήθ. με κιμά, το οποίο ψήνεται στον φούρνο. ~ με κοτόπουλο/σπανάκι. Βλ. πένες, ριγκατόνι. [< ιταλ. cannelloni]
22727κανέναςβλ. κανείς
22728κάνηβλ. κάννη
22729κανθαρίδακαν-θα-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. πράσινο σκαθάρι (επιστ. oνομασ. Cantharis vesicatoria). ΣΥΝ. ισπανική μύγα. Βλ. χρυσόμυγα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} το αποξηραμένο και κονιορτοποιημένο σώμα του συγκεκριμένου σκαθαριού, από το οποίο παράγεται η κανθαριδίνη. [< αρχ. κανθαρίς, γαλλ. cantharide, αγγλ. cantharides]
22730κανθαριδίνηκαν-θα-ρι-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. επικίνδυνη και απαγορευμένη τοξική ουσία (σύμβ. C10H12O4) που παράγεται από την αποξήρανση και επεξεργασία της κανθαρίδας και θεωρούνταν κυρ. παλαιότ. αφροδισιακό. Βλ. μανδραγόρας, -ίνη. [< γαλλ. cantharidine, αγγλ. cantharidin]
22731κάνθαροςκάν-θα-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άρου} 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. αγγείο πόσης ή σπονδής με δύο κάθετες συνήθ. υπερυψωμένες λαβές και ψηλό ή χαμηλό πόδι με βάση. Bλ. κοτύλη, κρατήρας, κύλικα, κύπελλο, οινοχόη, ρυτό, σκύφος. 2. ΖΩΟΛ. (λόγ.) σκαθάρι. Βλ. χρυσο~. [< 1: μτγν. κάνθαρος 2: αρχ. ~]
22732κανθόςκαν-θός ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. η άκρη, γωνία του ματιού, το σημείο ένωσης των βλεφάρων: έξω/έσω ~. [< αρχ. κανθός]
22733κανιάκα-νιά ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό-μειωτ.): πολύ αδύνατα και συνήθ. ψηλά πόδια: Μάζεψε/πάρε τα ~ (= αρίδες, ποδάρια) σου από τον καναπέ! Βλ. στραβοκάνης. [< μεσν. καννίον]
22734κανιβαλίζωκα-νι-βα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {κανιβάλι-σε, σπάν. κανιβαλί-στηκε, -σμένος} 1. (μτφ.) εκμεταλλεύομαι κάτι με απάνθρωπο τρόπο, χωρίς ηθικούς φραγμούς· εξαγριώνω, κάνω κάποιον να φέρεται απάνθρωπα: Τηλεοπτικές εκπομπές που ~ουν τον ανθρώπινο πόνο. Τον ~ει ( τσατίζει). Βλ. ο θάνατός σου η ζωή μου. 2. (σπάν.-αργκό) επισκευάζω ή βελτιώνω κάτι (συνήθ. όχημα), χρησιμοποιώντας κλεμμένα εξαρτήματα: Το ~σε (ενν. το αυτοκίνητο). ~σμένη: μηχανή (πβ. πειραγμένος). 3. (μτφ.-προφ.) τρώω με λαιμαργία. Πβ. κατα-βροχθίζω, -σπαράζω. 4. τρέφομαι με ανθρώπινη σάρκα. Βλ. ανθρωποφαγία. [< αγγλ. cannibalize, 1943]
22735κανιβαλικός, ή, ό κα-νι-βα-λι-κός επίθ. 1. (μτφ.) άγριος, απάνθρωπος, βάρβαρος: ~ός: ανταγωνισμός. ~ή: επίθεση. ~ό: θέαμα (= βίαιο). ~ά: ένστικτα (= ζωώδη, θηριώδη, κτηνώδη). Οι ~ές (= σαρκοβόρες) διαθέσεις του κοινού/όχλου. 2. που σχετίζεται με τον κανιβαλισμό: ~ές: συνήθειες/τάσεις. Πβ. κανιβαλιστικός. ΣΥΝ. ανθρωποφαγικός.|| (ΖΩΟΛ.) Θηλαστικά με ~ή συμπεριφορά. [< γαλλ. cannibalesque]
22736κανιβαλισμόςκα-νι-βα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΘΡΩΠ. συνήθεια ή έθιμο κυρ. πρωτόγονων φυλών να τρέφονται με ανθρώπινη σάρκα∙ γενικότ. η ανθρωποφαγία ως αποτρόπαιο έγκλημα: τελετουργικός ~. Aνθρωποθυσίες και ~οί.|| Θύμα ~ού. 2. ΖΩΟΛ. η τάση ορισμένων ζώων να σκοτώνουν και να τρώνε άτομα του ίδιου ή συγγενικού είδους. Βλ. μαύρη χήρα. 3. (μτφ.) αγριότητα, απανθρωπιά, βαρβαρότητα: κοινωνικός/πολιτικός/τηλεοπτικός ~. ~ ενός (δημόσιου) προσώπου. Φαινόμενα ~oύ και κιτρινισμού στον Τύπο. Βλ. θηρι-, κτην-ωδία.|| ~ της επικαιρότητας/ενός θέματος. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. cannibalisme]
22737κανιβαλιστικός, ή, ό κα-νι-βα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον κανιβαλισμό: ~ές: διαθέσεις/τάσεις. Πβ. κανιβαλικός. [< αγγλ. cannibalistic]
22738κανίβαλοςκα-νί-βα-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -άλου} 1. πρόσωπο που τρέφεται με ανθρώπινη σάρκα: άγριες φυλές ~ων. Πβ. ανθρωποφάγος.|| Δολοφόνος-~.|| (για ζώα που τρώνε άτομα του είδους τους:) Έντομα-~οι (βλ. σφήκα). 2. (μτφ.-μειωτ.) απολίτιστος, απάνθρωπος, βίαιος: Φέρονται/φώναζαν σαν ~οι. Πβ. αγριάνθρωπος, γουρούνι, ζώο.|| (χωρίς ηθικούς φραγμούς:) Tηλεοπτικοί ~οι (= τηλεκανίβαλοι). Πβ. αρπακτικό, θηρίο. [< γαλλ. cannibale]
22739κανίςκα-νίς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. μικρόσωμο σκυλί ράτσας με πυκνό και σγουρό τρίχωμα: άσπρο/μαύρο ~. ~-νάνος. ~-γκριφόν/τεριέ. ● Υποκ.: κανισάκι (το) [< γαλλ. caniche]
22740κανίσκικα-νί-σκι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): μικρό πανέρι με δώρα που πρόσφεραν σε επίσημες περιστάσεις, κυρ. γάμους και βαπτίσεις· γενικότ. δώρο. Πβ. πεσκέσι. Βλ. μποναμάς, ρεγάλο. [< μεσν. κανίσκι(ν) < αρχ. κανίσκιον ‘μικρό καλάθι’]
22741κάνιστροκά-νι-στρο ουσ. (ουδ.) {κανίστρου} 1. (επίσ.) δοχείο συνήθ. για υγρά: μεταλλικό/πλαστικό ~. ~ βενζίνης (= μπιτόνι). 2. (επίσ.) καλάθι, πανέρι: ~ με λουλούδια.|| (σε πλυντήριο πιάτων:) ~ για μαχαιροπίρουνα. Βλ. -τρο. 3. εξάρτημα με έναν τροχό που προσαρμόζεται στο πλάι μοτοσικλέτας και προορίζεται για τη μεταφορά ενός και μόνο επιβάτη: πλευρικό ~. [< 2: μτγν. κάνιστρον]
22742κανναβάτσοβλ. καναβάτσο
22743κάνναβηκάν-να-βη ουσ. (θηλ.) & κάναβη & (λόγ.) κάνναβις {καννάβ-εως}: ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Cannabis sativa) με οδοντωτά λογχοειδή φύλλα και ραβδωτά στελέχη, το οποίο καλλιεργείται για τις ίνες, τους σπόρους του και για την ψυχοτρόπο δράση των φύλλων και της ρητίνης του· συνήθ. συνεκδ. το συγκεκριμένο ναρκωτικό, μαριχουάνα ή χασίς: ήμερη/κλωστική ~. Ρούχα/σχοινιά από ~ (βλ. καννάβι). ΣΥΝ. χασισόδεντρο. Βλ. καναβούρι.|| Ακατέργαστη/συνθετική ~. Κατά/υπέρ της αποποινικοποίησης της ~ης. Σύλληψη για κατοχή και εμπορία ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: ινδική κάνναβη βλ. ινδικός [< αρχ. κάνναβις, γαλλ.-αγγλ. cannabis]
22744καννάβικαν-νά-βι ουσ. (ουδ.): το φυτό κάνναβη και (ιδ.-συνεκδ.) οι ανθεκτικές κλωστικές ίνες που παράγονται από τους βλαστούς του: υφάσματα από ~ (: καναβάτσο, λινάτσα). Βλ. γιούτα, καπόκ, λινάρι, σιζάλ. [< μεσν. καννάβιν]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.