Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [23480-23500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22714καναπέςκα-να-πές ουσ. (αρσ.): μακρόστενο κάθισμα με ράχη, μπράτσα και υφασμάτινη ή δερμάτινη ταπετσαρία, για δύο ή περισσότερα άτομα: αναπαυτικός/γωνιακός/πτυσσόμενος/τριθέσιος ~. ~ από ξύλο καρυδιάς/οξιάς. Ο ~ του σαλονιού. ~-κρεβάτι (πβ. ντιβάνι, σοφάς). Το κάλυμμα (πβ. ριχτάρι)/τα μαξιλάρια του ~έ. ~έδες εξωτερικού χώρου/κήπου. Άραξε/βολεύτηκε/κοιμήθηκε/ξάπλωσε/χαλαρώνει στον ~έ. Βλ. ανάκλιντρο, πολυθρόνα.|| (μτφ.-προφ.) Σήκω, επιτέλους, απ' τον ~έ (: δραστηριοποιήσου, κινητοποιήσου)! Βλ. -ές. ● Υποκ.: καναπεδάκι (το) ● ΦΡ.: του καναπέ (αρνητ. συνυποδ.-ειρων.): για να δηλωθεί αδράνεια, παθητικότητα, ιδιώτευση: ακτιβισμός/πολίτες ~ ~. Eπαναστάτες ~ ~ (βλ. του γλυκού νερού, του σαλονιού). Η ασφάλεια/το βόλεμα/η λογική/η νοοτροπία ~ ~. Η γενιά ~ ~ (και της τηλεόρασης). Βλ. καναπεδάτος.|| Δημοκρατία (βλ. τηλεδημοκρατία)/εκλογές ~ ~. [< γαλλ. canapé < αντιδάν. αρχ. κωνωπεῖον ‘κουνουπιέρα’]
22715κανάρακα-νά-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. θηλυκό καναρίνι. Βλ. καρδερίνα.
22716καναρίνικα-να-ρί-νι ουσ. (ουδ.) {καναριν-ιού} & (λαϊκό) κανάρι: ΟΡΝΙΘ. μικρό ωδικό πτηνό της τάξης των στρουθιόμορφων (επιστ. ονομασ. Serinus canaria), με γνωστότερο είδος αυτό που φέρει έντονο κίτρινο φτέρωμα: άγριο/οικόσιτο ~. ~ σε κλουβί. Το κελάηδημα/το τιτίβισμα του ~ιού. ~ια τύπου (: με κριτήρια κυρ. το μέγεθος και το φτέρωμα)/φωνής/χρώματος. Σπόροι για ~ια (πβ. καναβούρι). Πβ. κανάρα. Βλ. καρδερίνα, σκαρθάκι, σπίζα. ● Υποκ.: καναρινάκι (το) [< βεν. canarin]
22717καναρινίκα-να-ρι-νί επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το έντονο κίτρινο χρώμα του καναρινιού· (ως ουσ.) το αντίστοιχο χρώμα.
22718κανάς & κάνας, κανά & κάναβλ. κανείς
22719κανάτακα-νά-τα ουσ. (θηλ.): δοχείο με λαβή, κυρ. για σερβίρισμα νερού ή κρασιού: ανοξείδωτη/αποσπώμενη/γυάλινη/κεραμική/κρυστάλλινη/μεταλλική/πήλινη (βλ. στάμνα)/πορσελάνινη ~. ~ καφετιέρας/χυμού. ~ με φίλτρο. Σετ με ποτήρια και ~. Αδειάζω/γεμίζω την ~. Πβ. καράφα, φιάλη. Βλ. κρασο~.|| (συνεκδ., το περιεχόμενο:) Ήπιαμε μια ~ σαγκρία.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Βλ. οινοχόη, πρόχους, υδρία. ● Υποκ.: κανατούλα & κανατίτσα (η): Βλ. κανάτι1. [< μεσν. κανάτα < μεσν. λατ.-ιταλ. cannata]
22720κανατάςκα-να-τάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παρωχ.): κατασκευαστής ή/και πωλητής πήλινων δοχείων. Πβ. σταμνάς. Βλ. αγγειοπλάστης, -άς.
22721κανάτι1κα-νά-τι ουσ. (ουδ.) {κανατ-ιού | -ιών} 1. (λαϊκό) μικρή κανάτα: πήλινο ~ (πβ. κουμάρι1, λαγήνι, μαστραπάς, σταμνί).|| (ΛΑΟΓΡ.) Σπάσιμο ~ιών (: κερκυραϊκό πασχαλινό έθιμο). 2. (σπάν.-ιδιωμ.) ουροδοχείο. ● Υποκ.: κανατάκι (το) ● ΦΡ.: βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες βλ. βρέχω [< μεσν. κανάτι]
22722κανάτι2κα-νά-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): είδος ξύλινου παραθυρόφυλλου χωρίς γρίλιες. [< τουρκ. kanat]
22723κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένακα-νείς & κα-νέ-νας, κα-μί-α & κα-μιά, κα-νέ-να αόρ. αντων. {κανενός, (λαϊκό) θηλ. καμιανής | κ. (προφ.) αρσ. κανάς & κάνας, ουδ. κανά & κάνα} 1. (+ αρνητ. πρόταση) ούτε ένας: -Ποιος ήταν; -~. ~ από εμάς/τους δεν γνώριζε. ~ δεν είναι τέλειος. Δεν είμαι υπέρ κανενός.|| (ως επίθ.) Κανένας λόγος ανησυχίας. Καμία (απολύτως) αλλαγή/απάντηση/δικαιολογία/ελπίδα. Κανένα αποτέλεσμα/ενδιαφέρον/ίχνος/σημάδι/σχόλιο. Κανενός είδους. Δεν παίζει κανένα ρόλο. Δεν έχω ανάγκη καμιάς υποστήριξης. Δεν μου άρεσε κανένα φαγητό (= τίποτα). ΣΥΝ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν 2. (αόριστ.) κάποιος: Ακούει/μίλησε ~; Μήπως ξέρει ~ πού είναι; Θέλει ~ καφέ; Τσίχλα ~;|| Όπως μπορεί ~ (= καθένας). Τι να πει κανείς! Είναι ν' απορεί κανείς! Αξίζει τον κόπο να το ψάξει ~. Δεν είπε ~ (= δεν είπα) πως δεν αξίζεις, απλά θέλεις δουλειά ακόμη.|| (ως επίθ.) Θα 'ρθει κάνας άλλος; Καμιά μέρα θα δεις που ... Κάνε και καμιά δουλειά! Ρίξε καμιά ματιά! Πού και πού λέμε και καμιά καλημέρα. Κανά νέο; Τι θα έλεγες για κανένα σινεμά; 3. (προφ.) για να δηλωθεί απαξίωση: Αν με ζητήσει καμιά μάνα μου, πες της ... Μπας και νομίζεις ότι είσαι κανάς κούκλος; Δεν είναι και κανένα αριστούργημα! Δεν είμαι κανά μικρό παιδί να με κοροϊδεύεις. 4. περίπου: Θα πάρει κανά χρόνο. Να περιμένεις μετά από καμιά βδομάδα! Καμιά δεκαριά. Χάσε κανένα/κανά κιλό! Σε κανά μισάωρο, θα 'μαι πίσω. ● ΦΡ.: καμιά ... -αριά/εκατοστή/χιλιάρα (προφ.): για αριθμό, ποσό κατά προσέγγιση: ~ σαρανταριά άτομα/ευρώ/κιλά/σελίδες/χρονών (= πάνω κάτω/περίπου σαράντα). Μαζεύτηκαν ~ κατοσταριά νοματαίοι. Στο 'χω πει ~ εκατοστή φορές!, κανά δυο & κανάς δυο (προφ.) : περίπου ένα με δύο· λίγοι, μερικοί: ~ ~ φορές/χρόνια. Σε ~ ~ ώρες. Θα βγει με ~ ~ φίλους. Ήπιαμε ~ ~ τρία ποτάκια. Θα είμαστε εσύ κι εγώ, άντε και κανάς δυο άλλοι. Πβ. δυο τρεις, ένας δυο., με κανέναν τρόπο & με καμία δύναμη/κυβέρνηση (προφ.-εμφατ.): σε καμία περίπτωση, καθόλου: Δεν θέλω ~ ~ να ... Δεν πρόκειται ν' αλλάξω γνώμη/να το επιτρέψω ~ ~! ΣΥΝ. επ' ουδενί (λόγω), με τίποτα (1), με/για τίποτα στον κόσμο, με την καμία (αργκό): με τίποτα., δεν υπάρχει κανείς που να μη(ν) ... βλ. υπάρχω, δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση βλ. σύγκριση, καμία σχέση βλ. σχέση, καμιά φορά βλ. φορά, κανένα πρόβλημα! βλ. πρόβλημα, σε καμία περίπτωση βλ. περίπτωση, χωρίς (άλλη/καμιά) κουβέντα βλ. κουβέντα [< μεσν. κανείς]
22724κανέλακα-νέ-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αποξηραμένος αρωματικός φλοιός τροπικού ασιατικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Cinnamomum verum) σε μορφή καφέ σκόνης ή μικρών κυλίνδρων που χρησιμοποιείται ως μπαχαρικό: μασουράκια/μπαστουνάκια/ξυλάκια ~ας. Ένα κουταλάκι/μια πρέζα ~ (ενν. τριμμένη).|| Κουλουράκια ~ας. Τσίχλες με γεύση ~ας. Tσάι/ψητά μήλα με ~. Πασπαλίζω το ρυζόγαλο με ~. Βλ. γαρίφαλο, μοσχοκάρυδο. ● ΦΡ.: από την Πόλη έρχομαι και στην κορ(υ)φή κανέλα: για περιπτώσεις πλήρους ασυναρτησίας, ασυνεννοησίας. Πβ. άλλα αντ' άλλων., μόσχος!/μόσχος και κανέλα/και γαρίφαλο βλ. μόσχος2 [< μεσν. κανέλα < ιταλ. cannella]
22725κανελής, -ιά, -ί κα-νε-λής επίθ. & κανελλής & {άκλ.} κανελί: που έχει το χρώμα της κανέλας, δηλ. ανάμεσα στο καφέ και το κόκκινο. ● Ουσ.: κανελί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα.
22726κανελόνιακα-νε-λό-νια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κανελόνι} & κανελλόνια: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζυμαρικό με κυλινδρικό σχήμα, γεμισμένο συνήθ. με κιμά, το οποίο ψήνεται στον φούρνο. ~ με κοτόπουλο/σπανάκι. Βλ. πένες, ριγκατόνι. [< ιταλ. cannelloni]
22727κανέναςβλ. κανείς
22728κάνηβλ. κάννη
22729κανθαρίδακαν-θα-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. πράσινο σκαθάρι (επιστ. oνομασ. Cantharis vesicatoria). ΣΥΝ. ισπανική μύγα. Βλ. χρυσόμυγα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} το αποξηραμένο και κονιορτοποιημένο σώμα του συγκεκριμένου σκαθαριού, από το οποίο παράγεται η κανθαριδίνη. [< αρχ. κανθαρίς, γαλλ. cantharide, αγγλ. cantharides]
22730κανθαριδίνηκαν-θα-ρι-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. επικίνδυνη και απαγορευμένη τοξική ουσία (σύμβ. C10H12O4) που παράγεται από την αποξήρανση και επεξεργασία της κανθαρίδας και θεωρούνταν κυρ. παλαιότ. αφροδισιακό. Βλ. μανδραγόρας, -ίνη. [< γαλλ. cantharidine, αγγλ. cantharidin]
22731κάνθαροςκάν-θα-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άρου} 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. αγγείο πόσης ή σπονδής με δύο κάθετες συνήθ. υπερυψωμένες λαβές και ψηλό ή χαμηλό πόδι με βάση. Bλ. κοτύλη, κρατήρας, κύλικα, κύπελλο, οινοχόη, ρυτό, σκύφος. 2. ΖΩΟΛ. (λόγ.) σκαθάρι. Βλ. χρυσο~. [< 1: μτγν. κάνθαρος 2: αρχ. ~]
22732κανθόςκαν-θός ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. η άκρη, γωνία του ματιού, το σημείο ένωσης των βλεφάρων: έξω/έσω ~. [< αρχ. κανθός]
22733κανιάκα-νιά ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό-μειωτ.): πολύ αδύνατα και συνήθ. ψηλά πόδια: Μάζεψε/πάρε τα ~ (= αρίδες, ποδάρια) σου από τον καναπέ! Βλ. στραβοκάνης. [< μεσν. καννίον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.