| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22734 | κανιβαλίζω | κα-νι-βα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {κανιβάλι-σε, σπάν. κανιβαλί-στηκε, -σμένος} 1. (μτφ.) εκμεταλλεύομαι κάτι με απάνθρωπο τρόπο, χωρίς ηθικούς φραγμούς· εξαγριώνω, κάνω κάποιον να φέρεται απάνθρωπα: Τηλεοπτικές εκπομπές που ~ουν τον ανθρώπινο πόνο. Τον ~ει ( τσατίζει). Βλ. ο θάνατός σου η ζωή μου. 2. (σπάν.-αργκό) επισκευάζω ή βελτιώνω κάτι (συνήθ. όχημα), χρησιμοποιώντας κλεμμένα εξαρτήματα: Το ~σε (ενν. το αυτοκίνητο). ~σμένη: μηχανή (πβ. πειραγμένος). 3. (μτφ.-προφ.) τρώω με λαιμαργία. Πβ. κατα-βροχθίζω, -σπαράζω. 4. τρέφομαι με ανθρώπινη σάρκα. Βλ. ανθρωποφαγία. [< αγγλ. cannibalize, 1943] | |
| 22735 | κανιβαλικός | , ή, ό κα-νι-βα-λι-κός επίθ. 1. (μτφ.) άγριος, απάνθρωπος, βάρβαρος: ~ός: ανταγωνισμός. ~ή: επίθεση. ~ό: θέαμα (= βίαιο). ~ά: ένστικτα (= ζωώδη, θηριώδη, κτηνώδη). Οι ~ές (= σαρκοβόρες) διαθέσεις του κοινού/όχλου. 2. που σχετίζεται με τον κανιβαλισμό: ~ές: συνήθειες/τάσεις. Πβ. κανιβαλιστικός. ΣΥΝ. ανθρωποφαγικός.|| (ΖΩΟΛ.) Θηλαστικά με ~ή συμπεριφορά. [< γαλλ. cannibalesque] | |
| 22736 | κανιβαλισμός | κα-νι-βα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΘΡΩΠ. συνήθεια ή έθιμο κυρ. πρωτόγονων φυλών να τρέφονται με ανθρώπινη σάρκα∙ γενικότ. η ανθρωποφαγία ως αποτρόπαιο έγκλημα: τελετουργικός ~. Aνθρωποθυσίες και ~οί.|| Θύμα ~ού. 2. ΖΩΟΛ. η τάση ορισμένων ζώων να σκοτώνουν και να τρώνε άτομα του ίδιου ή συγγενικού είδους. Βλ. μαύρη χήρα. 3. (μτφ.) αγριότητα, απανθρωπιά, βαρβαρότητα: κοινωνικός/πολιτικός/τηλεοπτικός ~. ~ ενός (δημόσιου) προσώπου. Φαινόμενα ~oύ και κιτρινισμού στον Τύπο. Βλ. θηρι-, κτην-ωδία.|| ~ της επικαιρότητας/ενός θέματος. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. cannibalisme] | |
| 22737 | κανιβαλιστικός | , ή, ό κα-νι-βα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον κανιβαλισμό: ~ές: διαθέσεις/τάσεις. Πβ. κανιβαλικός. [< αγγλ. cannibalistic] | |
| 22738 | κανίβαλος | κα-νί-βα-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -άλου} 1. πρόσωπο που τρέφεται με ανθρώπινη σάρκα: άγριες φυλές ~ων. Πβ. ανθρωποφάγος.|| Δολοφόνος-~.|| (για ζώα που τρώνε άτομα του είδους τους:) Έντομα-~οι (βλ. σφήκα). 2. (μτφ.-μειωτ.) απολίτιστος, απάνθρωπος, βίαιος: Φέρονται/φώναζαν σαν ~οι. Πβ. αγριάνθρωπος, γουρούνι, ζώο.|| (χωρίς ηθικούς φραγμούς:) Tηλεοπτικοί ~οι (= τηλεκανίβαλοι). Πβ. αρπακτικό, θηρίο. [< γαλλ. cannibale] | |
| 22739 | κανίς | κα-νίς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. μικρόσωμο σκυλί ράτσας με πυκνό και σγουρό τρίχωμα: άσπρο/μαύρο ~. ~-νάνος. ~-γκριφόν/τεριέ. ● Υποκ.: κανισάκι (το) [< γαλλ. caniche] | |
| 22740 | κανίσκι | κα-νί-σκι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): μικρό πανέρι με δώρα που πρόσφεραν σε επίσημες περιστάσεις, κυρ. γάμους και βαπτίσεις· γενικότ. δώρο. Πβ. πεσκέσι. Βλ. μποναμάς, ρεγάλο. [< μεσν. κανίσκι(ν) < αρχ. κανίσκιον ‘μικρό καλάθι’] | |
| 22741 | κάνιστρο | κά-νι-στρο ουσ. (ουδ.) {κανίστρου} 1. (επίσ.) δοχείο συνήθ. για υγρά: μεταλλικό/πλαστικό ~. ~ βενζίνης (= μπιτόνι). 2. (επίσ.) καλάθι, πανέρι: ~ με λουλούδια.|| (σε πλυντήριο πιάτων:) ~ για μαχαιροπίρουνα. Βλ. -τρο. 3. εξάρτημα με έναν τροχό που προσαρμόζεται στο πλάι μοτοσικλέτας και προορίζεται για τη μεταφορά ενός και μόνο επιβάτη: πλευρικό ~. [< 2: μτγν. κάνιστρον] | |
| 22742 | κανναβάτσο | βλ. καναβάτσο | |
| 22743 | κάνναβη | κάν-να-βη ουσ. (θηλ.) & κάναβη & (λόγ.) κάνναβις {καννάβ-εως}: ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Cannabis sativa) με οδοντωτά λογχοειδή φύλλα και ραβδωτά στελέχη, το οποίο καλλιεργείται για τις ίνες, τους σπόρους του και για την ψυχοτρόπο δράση των φύλλων και της ρητίνης του· συνήθ. συνεκδ. το συγκεκριμένο ναρκωτικό, μαριχουάνα ή χασίς: ήμερη/κλωστική ~. Ρούχα/σχοινιά από ~ (βλ. καννάβι). ΣΥΝ. χασισόδεντρο. Βλ. καναβούρι.|| Ακατέργαστη/συνθετική ~. Κατά/υπέρ της αποποινικοποίησης της ~ης. Σύλληψη για κατοχή και εμπορία ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: ινδική κάνναβη βλ. ινδικός [< αρχ. κάνναβις, γαλλ.-αγγλ. cannabis] | |
| 22744 | καννάβι | καν-νά-βι ουσ. (ουδ.): το φυτό κάνναβη και (ιδ.-συνεκδ.) οι ανθεκτικές κλωστικές ίνες που παράγονται από τους βλαστούς του: υφάσματα από ~ (: καναβάτσο, λινάτσα). Βλ. γιούτα, καπόκ, λινάρι, σιζάλ. [< μεσν. καννάβιν] | |
| 22745 | καννάβινος | , η, ο καν-νά-βι-νος επίθ. & κανάβινος: κατασκευασμένος από κάνναβη: ~α: σχοινιά. [< μτγν. καννάβινος] | |
| 22746 | κάνναβος | κάν-να-βος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -άβου}: ΑΡΧΙΤ. πλέγμα οριζόντιων και κατακόρυφων γραμμών, για διευκόλυνση και ακρίβεια στη σχεδίαση: ορθογώνιος/τετραγωνικός ~. Ανασκαφικός/πολεοδομικός/τοπογραφικός/χαρτογραφικός ~. Κάτοψη κτιρίου σε ~ο. Βλ. συντεταγμένες. [< αρχ. κάν(ν)αβος 'σκίτσο ανθρώπινου σώματος', μτγν. ~ 'ξύλινο καλούπι'] | |
| 22747 | κανναβούρι | βλ. καναβούρι | |
| 22748 | κανναβουριά | βλ. καναβουριά | |
| 22749 | κάννη | κάν-νη ουσ. (θηλ.) & κάνη: ΤΕΧΝΟΛ. το μακρόστενο μεταλλικό τμήμα (σωλήνας) πυροβόλου όπλου, μέσα από το οποίο διέρχεται η σφαίρα: ατσάλινη/κομμένη/λεία/ραβδωτή ~. Σταθερή ~ με όπλιση. Η ~ της καραμπίνας/του τουφεκιού. Αεροβόλο σπαστής ~ης. Η διάμετρος/το στόμιο της ~ης. Κλείστρο ~ης. Καθαρίζω την ~. Του έβαλε την ~ στον κρόταφο. Τον χτύπησε με την ~. Βλ. αλληλεπίθετο, αυλός, θαλάμη, μονό-, δί-, κοντό-, μακρύ-καννος, πλαγιόκαννο.|| (κατ' επέκτ., σωληνοειδές εξάρτημα:) Πλυντικά με ~ υψηλής πίεσης. Βλ. αντλία. [< ιταλ. canna < μτγν. κάννη ‘καλάμι’] | |
| 22750 | κανό | κα-νό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κανόε: ελαφρύ μακρόστενο σκάφος χωρίς καρίνα, που προωθείται με μονό ή διπλό κουπί και τον κωπηλάτη σε γονατιστή θέση∙ κατ' επέκτ. το αντίστοιχο άθλημα: μονοθέσιο/διθέσιο ~. ~ θαλάσσης. Βόλτα/κατάβαση ποταμού με (βλ. ράφτινγκ) ~. Πβ. μονόξυλο, πιρόγα.|| (ΑΘΛ.) Πρωτάθλημα ~. Bλ. κωπηλασία.|| (ως δραστηριότητα) Κάνω ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κανόε-καγιάκ βλ. καγιάκ [< γαλλ. canot, αγγλ. canoe] | |
| 22751 | κανονάκι | κα-νο-νά-κι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. παραδοσιακό νυκτό όργανο σε σχήμα ορθογωνίου τραπεζίου, με χορδές που εκτείνονται κατά μήκος των δύο παράλληλων πλευρών του. Βλ. σαντούρι. ΣΥΝ. ψαλτήριο (2) [< μτγν. κανόνιον] | |
| 22752 | κανονάρχης | κα-νο-νάρ-χης ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) κανόναρχος: ΕΚΚΛΗΣ. βοηθός ψάλτη που του υπαγορεύει φράση φράση ψαλλόμενα τροπάρια και κρατάει το ίσο. [< μεσν. κανονάρχης] | |
| 22753 | κανοναρχώ | [κανοναρχῶ] κα-νο-ναρ-χώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κανοναρχ-εί ... | -είται} 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κατευθύνω, υπαγορεύω: Η βιομηχανία της ομορφιάς ~εί και επιβάλλει τα δικά της πρότυπα.|| Το συμφέρον ~εί τη ζωή του. Oι επιλογές τους ~ούνται από το κέρδος. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (σπανιότ.) έχω το αξίωμα του κανονάρχη. [< 2: μεσν. κανοναρχώ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ