| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22764 | κανονιοβολισμός | κα-νο-νι-ο-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: κανονιά· συνεκδ. ο κρότος που προκαλείται: σφοδρός ~. Συνεχείς ~οί (= κανονίδι). Επίθεση με ~ό. Καταιγισμός/ομοβροντία ~ών. Ρίχνονται ~οί. Ακούστηκαν μακρινοί/πυκνοί ~οί.|| (για επέτειο ή ευχάριστο γεγονός:) Τιμητικoί/χαιρετιστήριοι ~οί. ~οί και κωδωνοκρουσίες/πυροτεχνήματα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. canonnade] | |
| 22765 | κανονιοβολώ | [κανονιοβολῶ] κα-νο-νι-ο-βο-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κανονιοβολ-εί | κανονιοβόλ-ησε, -ήσει, κανονιοβολ-ώντας}: ρίχνω βλήματα με κανόνι, χτυπώ με βολές πυροβόλου: Ο εχθρός ~ούσε τις ακτές/το φρούριο.|| Το θωρηκτό δεν σταμάτησε να ~εί. Βλ. -βολώ. [< γαλλ. canonner] | |
| 22766 | κανονιοθυρίδα | κα-νο-νι-ο-θυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. άνοιγμα στα πλευρά οχυρωματικού έργου ή πολεμικού πλοίου, μέσα από το οποίο έβαλλε πυροβόλο όπλο: πύργος/φρούριο με ~ες. Πβ. μπουκαπόρτα. Βλ. έπαλξη, πολεμίστρα. [< γαλλ. embrasure] | |
| 22767 | κανονιοφόρος | κα-νο-νι-ο-φό-ρος ουσ. (θηλ.): μικρό πολεμικό πλοίο εξοπλισμένο με πυροβόλα όπλα. Βλ. θωρηκτό, πυραυλάκατος, φρεγάτα, -φόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτική/διπλωματία των κανονιοφόρων: πολιτική εκφοβισμού που ασκείται από ένα κράτος σε άλλο, με επίδειξη της στρατιωτικής του ισχύος ή/και με απειλή πολεμικής σύρραξης. [< αγγλ. gunboat policy, ~ diplomacy, 1927] [< γαλλ. canonnière] | |
| 22769 | κανονισμός | κα-νο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τη σωστή λειτουργία ενός θεσμού ή οργανωμένου συνόλου: αντισεισμικός/αυστηρός/εσωτερικός (πβ. τυπικό)/στρατιωτικός/υποχρεωτικός ~. Διεθνείς/εθνικοί ~οί. ~ αγώνων/διαγωνισμού/καθαριότητας/λειτουργίας/προσωπικού/συμμετοχής/χρήσης (υπηρεσιών). Ο ~ της Βουλής/του εργαστηρίου/της πολυκατοικίας. Αναθεώρηση/έγκριση/παράβαση/τήρηση/τροποποίηση/ψήφιση του ~ού. Οι διατάξεις του ~ού. ~οί ασφαλείας. Οδηγίες και ~οί. Εφαρμόζεται/ισχύει/καταρτίζεται νέος ~. Όπως επιβάλλει/ορίζει ο ~. Σύμφωνα με τον ισχύοντα ~ό, ... Συμμορφώθηκαν με/προς τους ~ούς. Τα αεροσκάφη υπόκεινται σε ~ούς ελέγχου.|| (συνεκδ., το σχετικό βιβλίο ή έντυπο:) Έκδοση/σύνταξη/τύπωση ~ού. Πβ. κώδικας. Βλ. δια~, -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινοτικός κανονισμός: που επιβάλλεται κατά τρόπο απόλυτο και δεσμευτικό από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα κράτη-μέλη της: ~ ~ για την αγροτική ανάπτυξη/σχετικά με την παραγωγή βάμβακος., Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός βλ. οικοδομικός [< πβ. μτγν. κανονισμός ‘ζωφόρος’, γαλλ. règlement, αγγλ. regulation] | |
| 22770 | κανονιστικός | , ή, ό κα-νο-νι-στι-κός επίθ. (επίσ.): που αποσκοπεί στην επιβολή και εφαρμογή υποχρεωτικών κανόνων· ρυθμιστικός: (NOM.) ~ός: έλεγχος. ~ή: απόφαση/αρχή (= νομοθετική)/συμμόρφωση. ~οί: όροι (δόμησης). ~ές: διατάξεις/ρυθμίσεις. ~ά: μέτρα. Ο ~ ρόλος ενός οργάνου (= συντονιστικός· ΑΝΤ. διαλυτικός). Αλλαγή του ~ού πλαισίου οδικής κυκλοφορίας. Οδηγίες ~ού περιεχομένου/χαρακτήρα. Eπιτροπή με ~ές και ελεγκτικές αρμοδιότητες. ~ές και διοικητικές πράξεις. Σχέδια νόμων και ~ά διατάγματα.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή (= ρυθμιστική) γραμματική (βλ. νόρμα). ● επίρρ.: κανονιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: κανονιστική εξουσία βλ. εξουσία [< μτγν. κανονιστικός, γαλλ. réglementaire, normatif] | |
| 22771 | κάνουλα | κά-νου-λα ουσ. (θηλ.): σωλήνας με βαλβίδα ελέγχου ροής, που προσαρμόζεται σε δοχεία υγρών: μεταλλική/πλαστική ~. Βαρέλι κρασιού με ~. Γυρίζω την ~. Πβ. βρύση, κρουνός, ρουμπινέτο, στρόφιγγα.|| (ΙΑΤΡ., σωληνάκι για την εισαγωγή/αφαίρεση υγρού και σπανιότ. αερίου σε/από κοιλότητα ή πόρο του οργανισμού:) ~ για λιποαναρρόφηση. Ρινικές ~ες οξυγόνου. Βλ. καθετήρας, σύριγγα. ● ΦΡ.: ανοίγει/κλείνει η κάνουλα/η στρόφιγγα (μτφ.-προφ.): ξεκινά ή διακόπτεται η παροχή: ~ ~ των επιχορηγήσεων/των κοινοτικών κονδυλίων.|| Έσφιξε η ~ των χρηματοδοτήσεων. [< μεσν. κάνουλα < λατ. cannula ‘μικρό καλάμι’ < ιταλ. ~ ‘σωληνάριο’] | |
| 22772 | κανσόν | καν-σόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος χοντρού χαρτιού που χρησιμοποιείται συνήθ. στη χειροτεχνία: κολάζ πάνω σε ~.|| (ως επίθ.) Χαρτόνι ~. Βλ. γκοφρέ, κραφτ. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. Canson] | |
| 22773 | καντάδα | κα-ντά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. (κυρ. παλαιότ.) τραγούδι συνήθ. ερωτικού περιεχομένου, που τραγουδιόταν τα βράδια στους δρόμους με συνοδεία μικρής χορωδίας και εγχόρδων: αθηναϊκές/επτανησιακές ~ες (πβ. μαντολινάτα). Της έκανε ~ κάτω από το μπαλκόνι. Πβ. σερενάτα. [< βεν. cantada] | |
| 22774 | κανταδόρικος | , η, ο κα-ντα-δό-ρι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με την καντάδα: ~α: ρεμπέτικα/τραγούδια. | |
| 22775 | κανταδόρος | κα-ντα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): αυτός που τραγουδά καντάδες ή γενικότ. ερωτικά τραγούδια. [< βεν. cantador] | |
| 22776 | κανταΐφι | κα-ντα-ΐ-φι ουσ. (ουδ.) & καταΐφι: ΖΑΧΑΡ. σιροπιαστό γλυκό ταψιού με γέμιση κυρ. από καρύδια και αρωματικά καρυκεύματα, τυλιγμένα σε φύλλο ζύμης από μακριά και πολύ λεπτά νήματα· το είδος αυτό της ζύμης: εκμέκ ~. ~ με παγωτό. Δύο ~ια (: ενν. κομμάτια). Βλ. σαραγλί.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Τυρόπιτα με ~. Φωλιές από ~. Ανοίγω (σε λωρίδες) το ~. [< τουρκ. kadayιf, katayιf] | |
| 22777 | κανταράκι | κα-ντα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): μικρός ζυγός με ελατήριο και άγκιστρο στην άκρη του· (ΦΥΣ.) δυναμόμετρο. | |
| 22778 | καντάρι | κα-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. στατήρας 1. (κυρ. παλαιότ.) ζυγαριά με δύο αλυσίδες, τα άκρα των οποίων φέρουν γάντζους. Βλ. παλάντζα, πλάστιγγα, σταθμά. 2. (παλαιότ.) μονάδα βάρους ίση με σαράντα τέσσερις οκάδες. ● καντάρια (+ γεν., επιτατ.-λαϊκό): για μεγάλη ποσότητα: Χρειάζονται (πολλά) ~ δουλειάς/θάρρους για να τα καταφέρεις.|| (συνήθ. υβριστ.) Πόσα ~ βλάκας είσαι; Βλ. με το κιλό. ● ΦΡ.: με το καντάρι (λαϊκό): πάρα πολύ: γέλιο ~ ~! Λεφτά ~ ~ (= με τη σέσουλα/με το τσουβάλι)! Βρέχει/ρίχνει ~ ~ (= με το κανάτι/τουλούμι). [< μεσν. καντάρι] | |
| 22779 | καντάτα | κα-ντά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. φωνητική σύνθεση κοσμικού ή θρησκευτικού περιεχομένου, αποτελούμενη από άριες, ρετσιτατίβα, ντουέτα και χορικά: δραματική/σκηνική/συμφωνική ~. Βλ. μπαρόκ, ορατόριο. [< ιταλ. cantata, γαλλ. cantate] | |
| 22780 | καντέλα | κα-ντέ-λα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μονάδα μέτρησης της έντασης, φωτεινής ακτινοβολίας (σύμβ. cd): ~ ανά τετραγωνικό μέτρο (cd/m2). ΣΥΝ. κηρίο (1) [< γαλλ. candela, 1949, αγγλ. ~, 1949 < λατ. ~ ‘λαμπάδα’] | |
| 22781 | καντέμης | βλ. γκαντέμης | |
| 22782 | καντεμιά | βλ. γκαντεμιά | |
| 22783 | καντέντσα | κα-ντέ-ντσα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. σόλο στο τέλος κοντσέρτου ή άριας, με το οποίο δίνεται η δυνατότητα στον σολίστ να κάνει επίδειξη της δεξιοτεχνίας του και, ενίοτε, της αυτοσχεδιαστικής του ικανότητας. Bλ. διάνθισμα, ποίκιλμα, πτώση. [< ιταλ. cadenza] | |
| 22784 | καντήλα | κα-ντή-λα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) κανδήλα 1. μεγάλο κρεμαστό καντήλι μπροστά από εικονοστάσι ή εικόνες Αγίων. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. μαρμάρινο κυκλαδικό αγγείο με κωνικό λαιμό και σφαιρικό σώμα, που φέρει τέσσερις κάθετες προεξοχές, η καθεμιά από τις οποίες έχει τρύπα στη μέση, ώστε να μπορεί να κρεμαστεί. Πβ. κρατηρίσκος. Βλ. λύχνος. ● καντήλες (οι) (λαϊκό): φουσκάλες, φλύκταινες. ● ΣΥΜΠΛ.: ακοίμητη κανδήλα/ακοίμητο καντήλι βλ. ακοίμητος ● ΦΡ.: βγάζω/πετάω σπυριά βλ. σπυρί [< μεσν. καντήλα, κανδήλα < μτγν. κανδήλη ‘πυρσός’ < λατ. candela] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ