Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [23520-23540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22754κανόναςκα-νό-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) κανών {καν-όνος} 1. γενική αρχή που καθορίζει τον τρόπο που πρέπει να γίνεται κάτι ή ρυθμίζει μια συμπεριφορά: απαράβατος/αυστηρός/εμπειρικός/πρακτικός ~. Άγραφος/γραπτός ~. ~ ζωής.|| Νομικοί ~ες. ~ες δεοντολογίας/δικαίου. ~ες λειτουργίας/υγιεινής. Οι ~ες του διαγωνισμού.|| Εθιμικός (βλ. εθιμικό δίκαιο)/ηθικός (βλ. ηθική) ~. ~ες ευγενείας/(καλής) συμπεριφοράς.|| Γλωσσικός ~ (πβ. νόρμα). Γραμματικοί/συντακτικοί ~ες. ~ες ορθογραφίας/συλλαβισμού.|| Λογοτεχνικός ~ (: συγγραφείς και έργα που αποτελούν μοντέλο, υπόδειγμα).|| Οι ~ες των Μαθηματικών/της Φυσικής (= νόμοι· βλ. αξίωμα). Οι ~ες της Τέχνης (βλ. αισθητική).|| Η ισχύς ενός ~α. Εξαίρεση στον/του ~α. Απουσία ~ων (βλ. αναρχία, αταξία). Επιβολή/θέσπιση ~ων. Αποδοχή/παράβαση/παραβίαση των ~ων. Σύμφωνα με τους ~ες (: με το τυπικό). Τέθηκαν ~ες. Δεν ακολουθήθηκαν/εφαρμόστηκαν/τηρήθηκαν οι ~ες. Συμμορφώθηκαν/υπάκουσαν στους ~ες. Πβ. κανονισμός.|| Ξεφεύγει/παρεκκλίνει από τον ~α (: τα καθιερωμένα, συνηθισμένα). Ενάντια στους ~ες (: στο ρεύμα· βλ. αντισυμβατικότητα).|| (προφ.) Δεν τρώμε με βρόμικα χέρια, είναι ~! Η αδιαφορία έχει γίνει ~ (: καθεστώς). Το έχω (ως) ~α να ... 2. ΜΑΘ. χάρακας: Βλ. υποδεκάμετρο.|| (παλαιότ.) Λογαριθμικός ~ (: υπολογιστικό όργανο).|| Οδοντωτός ~ (= κρεμαγιέρα). 3. ΕΚΚΛΗΣ. (συνήθ. με κεφαλ. Κ) υμνογραφικό είδος που αποτελείται από εννέα ωδές, καθεμία από τις οποίες περιλαμβάνει τρία έως εννέα τροπάρια: Αναστάσιμος ~. Πβ. ψαλμός. 4. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Κ) το σύνολο των ιερών κειμένων που περιέχουν την αυθεντική, κατά την Εκκλησία, παράδοση και θεωρούνται θεόπνευστα, τα κανονικά βιβλία: ο ~ της Αγίας Γραφής ή Βιβλικός ~. Βλ. απόκρυφα Ευαγγέλια, νομοκάνονας. 5. ΜΟΥΣ. αντιστικτική τεχνική η οποία βασίζεται στην επανάληψη της αρχικής μελωδίας σε μία ή περισσότερες άλλες φωνές. Πβ. μίμηση, φούγκα. 6. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. {συνήθ. στον πληθ.} (στον δωρικό ναό) καθένας από τους κοντούς πήχεις στο πάνω μέρος των οριζόντιων δοκών του επιστυλίου: Οι ~ες βρίσκονται πάνω από το μετακιόνιο. Από τους ~ες κρέμονται οι σταγόνες. ● ΣΥΜΠΛ.: ιεροί/θείοι κανόνες & κανόνες (κ. με κεφαλ. Ι, Θ, Κ): ΕΚΚΛΗΣ. το σύνολο των αρχών που διέπουν την οργάνωση, τη λειτουργία και τη ζωή της Εκκλησίας και έχουν καθιερωθεί από την αποστολική παράδοση: οι Ιεροί ~ των Οικουμενικών Συνόδων. Οι Αποστολικοί ~., χρυσός κανόνας & (λόγ.-συχνά ειρων.) χρυσούς κανών 1. βασικός, θεμελιώδης κανόνας που εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση: Ο σεβασμός του αντιπάλου είναι ~ ~ στον αθλητισμό. 2. ΟΙΚΟΝ. & κανόνας χρυσού & χρυσή βάση: νομισματικό σύστημα στο οποίο η αξία της νομισματικής μονάδας προσδιορίζεται βάσει των αποθεμάτων χρυσού. [< 1: αγγλ. the golden rule 2: gold standard] , κανόνας της οκτάδας βλ. οκτάδα, κανόνες αναγκαστικού Δικαίου βλ. αναγκαστικός, κοινωνικοί κανόνες βλ. κοινωνικός, Παρακλητικός Κανόνας βλ. παρακλητικός ● ΦΡ.: κατά (γενικό) κανόνα: σύμφωνα με αυτό που συμβαίνει συνήθως, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων: ~ ~, πραγματοποιείται έλεγχος δύο φορές τον χρόνο. Πβ. εν γένει, κανονικά, κατά το ειωθός/τα ειωθότα, κατά το σύνηθες, συνήθως, ως/όπως είθισται. [< γαλλ. en regle (générale), γερμ. in der Regel] , οι κανόνες του παιχνιδιού: οι συμβάσεις που το κατευθύνουν και με τις οποίες οφείλει να συμμορφώνεται αυτός που συμμετέχει: ~ ~ είναι πολύ απλοί, ο καθένας μπορεί να λάβει μέρος.|| (μτφ.) Όποιος δεν γνωρίζει τους ~ ~, δεν επιβιώνει στον επαγγελματικό χώρο., η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα βλ. εξαίρεση, με κανόνα και διαβήτη/με τον διαβήτη βλ. διαβήτης1 [< 1: μτγν. κανών, γαλλ. règle, αγγλ. rule 2: αρχ. κανών 3-5: μεσν. κανών 6: γερμ. Leiste]
22755κανόνικα-νό-νι ουσ. (ουδ.) {κανον-ιού} 1. (παλαιότ.) ογκώδες πυροβόλο όπλο που εκτόξευε βαριά σφαιρικά βλήματα μέσω ενός απλού μεταλλικού σωλήνα· κατ' επέκτ. σωληνοειδής εκτοξευτής: οι μπάλες του ~ιού. Τείχη με πολεμίστρες και ~ια. Πλοία με ~ια (πβ. τηλεβόλο). Εκπυρσοκρότησε/έσκασε το ~. Βλ. μπομπάρδα.|| (μτφ.) Με έχει στη μπούκα του ~ιού (: σε δυσμένεια).|| (σε πυροσβεστικό όχημα) ~ νερού. Πότισμα/ψεκαστικό με ~. ΣΥΝ. καταιονη-, ψεκασ-τήρας. 2. (μτφ.-προφ.) πολύ καλός ή ικανός: αυτοκίνητο/μαθητής ~. ● Υποκ.: κανονάκι (το) ● ΦΡ.: βαράει/ρίχνει/σκάει κανόνι (μτφ.): χρεοκοπεί: Πολλά μικρά καταστήματα βάρεσαν ~ (= βάρεσαν διάλυση, φαλίρισαν). Έσκασαν τα πρώτα κανόνια στην αγορά.|| (κατ' επέκτ.) Θα σκάσει το ~ της οικονομικής κατάρρευσης (: θα αποκαλυφθεί). [< ιταλ. cannone]
22756κανονιάκα-νο-νιά ουσ. (θηλ.) 1. βολή από κανόνι· συνεκδ. ο αντίστοιχος κρότος: (σε εθνική επέτειο) Βάρεσαν/έπεσαν/έριξαν ~ιές.|| Ακούστηκαν ~ιές. Βλ. τουφεκιά.|| (μτφ.) ~ιές της επιτροπής προς τους παραβάτες. Πβ. καμπάνα. Βλ. -ιά. ΣΥΝ. κανονιοβολισμός 2. (μτφ., στο ποδόσφαιρο) δυνατό, συνήθ. εύστοχο σουτ. Βλ. βολίδα. [< μεσν. κανονιά]
22757κανονίδικα-νο-νί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): συνεχείς κανονιοβολισμοί. Βλ. -ίδι, τουφεκίδι.
22758κανονιέρηςκα-νο-νιέ-ρης ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-προφ.) ποδοσφαιριστής που πετυχαίνει πολλά γκολ. Πβ. γκολτζής. 2. (παλαιότ.) πυροβολητής. Βλ. -ιέρης. [< 2: γαλλ. canonnier, ιταλ. cannoniere]
22759κανονίζωκα-νο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {κανόνι-σα, κανονί-σω, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, κανονι-στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, κανονίζ-οντας} 1. διευθετώ, ρυθμίζω: ~ την άδειά/τις δουλειές/τα έξοδά/τη ζωή/τους λογαριασμούς/το πρόγραμμά/τις υποθέσεις/τα χρέη/το ωράριό μου. ~ τα πάντα στην εντέλεια. ~οντας εκ των προτέρων. ~στηκαν οι τελευταίες λεπτομέρειες.|| Θα σου ~σω (= κλείσω) ραντεβού με τον γιατρό. Μείνετε ήσυχος, θα το ~σω (= τακτοποιήσω) αμέσως! Θα τα ~σουμε μεταξύ μας (= θα τα βρούμε). Το/τα ~σα έτσι, ώστε να ... ~σαμε να βρεθούμε αύριο. ~στηκε (= οριστικοποιήθηκε)! Να ~στεί πρώτα το θέμα της αμοιβής κι έπειτα ξεκινάμε. Δεν θα κάνεις τίποτε, όλα είναι ~σμένα. 2. προγραμματίζω, σχεδιάζω: ~ βόλτα/εκδρομή/έξοδο/πάρτι. ~σαν τη βάπτιση/τον γάμο για τις ... ~ με κάποιον να κάνω κάτι. ~σαν να συναντηθούν/συνάντηση. Τι έχεις ~σει γι' αύριο; (προστ.) ~σε κανένα σινεμά/μέρα και ώρα (= όρισε)! Το ταξίδι ~στηκε την τελευταία στιγμή. 3. (απειλητ.) τιμωρώ, συμμορφώνω κάποιον: Για έλα και θα σε ~σω. Θα τον ~σω εγώ (: θα τον φτιάξω)! ΣΥΝ. περιποιούμαι (3), συγυρίζω (2) ● ΦΡ.: κανόνισε!: (απειλητ.) ~ να μην έρθεις! Πβ. φροντίζω., κανονίζω την πορεία μου βλ. πορεία [< 1,2: αρχ. κανονίζω, γαλλ. régler 3: μεσν. ~]
22760κανονικοποίησηκα-νο-νι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): προσαρμογή σε κανόνα ή σταθερά: ~ (βάσεων) δεδομένων/συνάρτησης. ~ του διανύσματος. Με/χωρίς ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ κειμένου (: επεξεργασία του, ώστε να γίνει κατανοητό και αποδεκτό από ένα αυτοματοποιημένο σύστημα σύνθεσης ομιλίας).|| (γενικότ.) ~ των σχέσεων μεταξύ δύο χωρών (βλ. ομαλο-, σταθερο-ποίηση). Βλ. τυποποίηση, -ποίηση. [< αγγλ. normalization, γαλλ. normalisation, 1950]
55818κανονικοποιώ

[φυσικοποιῶ] φυ-σι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {φυσικοποι-εί, -ώντας | φυσικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: κάνω κάτι, συνήθ. αρνητικό, να φαίνεται φυσικό, φυσιολογικό: Πρόβλημα/φαινόμενο που τείνει να ~ηθεί. Βλ. κανονικοποιώ.

22761κανονικοποιώ[κανονικοποιῶ] κα-νο-νι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κανονικοποι-εί, -ώντας | κανονικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: θέτω κανόνες, ρυθμίζω, ομαλοποιώ: Οι νόμοι ~oύν τη συμπεριφορά των ατόμων (= κανονίζουν, οριοθετούν).|| (ΜΑΘ., μεταβάλλω ένα μέγεθος ώστε να λάβει συγκεκριμένη τιμή:) ~ ένα διάνυσμα. ~ήθηκε η απόκλιση/ο μέσος όρος. Οι μετρήσεις ~ήθηκαν ως προς τη μέγιστη τιμή. Βλ. -ποιώ. ● Μτχ.: κανονικοποιημένος , η, ο: ΜΑΘ. (μη) ~ος: συντελεστής. ~η: βαθμολογία/μεταβλητή (: τυποποιημένη)/συνάρτηση/τιμή. [< αγγλ. normalize, γαλλ. normaliser, περ. 1950]
22762κανονικός, ή, ό κα-νο-νι-κός επίθ. 1. ομαλός, συνηθισμένος, φυσιολογικός: ~ός: σφυγμός (ΑΝΤ. ακανόνιστος). ~ή: αναπνοή (πβ. σταθερή)/ανάπτυξη/πίεση (αίματος)/συμπεριφορά (: αναμενόμενη· ΑΝΤ. αποκλίνουσα, προβληματική). ~ές για την εποχή θερμοκρασίες. ~ά: χαρακτηριστικά (= αρμονικά, συμμετρικά). ~ό δέρμα/~ά μαλλιά (βλ. λιπαρός, ξηρός). Διακόπηκε η ~ή ροή του προγράμματος. Επιστρέψαμε στους ~ούς μας ρυθμούς. Η κίνηση στο αεροδρόμιο παραμένει σε ~ά επίπεδα.|| Ζει μια ~ή ζωή. Ήταν μια ~ή (= τυπική) μέρα στη δουλειά. Ένας ~ άνθρωπος είναι, όπως όλοι (πβ. απλός). ΑΝΤ. διαφορετικός, ιδιαίτερος, ξεχωριστός.|| (ως ουσ.) Βάρος πάνω απ' το ~ό. 2. που είναι σύμφωνος με τους ισχύοντες κανόνες, κανονισμούς ή νόμους, που δεν τους αντιβαίνει: ~ός: διορισμός/μισθός. ~ή: άδεια/λειτουργία/προσπέραση (ΑΝΤ. αντικανονική)/ταχύτητα. ~ό: εισιτήριο (βλ. μειωμένος)/πρόγραμμα/ωράριο (εργασίας). Έκπτωση 50% επί των ~ών τιμών. Ο ~ αγώνας έληξε 1-1 (βλ. παράταση). Πβ. νόμιμος, νομότυπος. Βλ. παρά-νομος, -τυπος.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ σχηματισμός παραθετικών/του μέλλοντα. Βλ. ανώμαλος.|| (ως ουσ.) Το ~ό (= δίκαιο, πρέπον, σωστό) θα ήταν να ζητήσει συγγνώμη. 3. περιοδικός, τακτός: ~ά: δρομολόγια (ΑΝΤ. έκτακτα). Συντήρηση σε ~ά διαστήματα. Το μωρό κοιμάται/τρώει σε ~ές ώρες. ΑΝΤ. ακανόνιστος. 4. αληθινός, πραγματικός, σωστός: Ποιο είναι το ~ό σου όνομα (βλ. ψεύτικος); Κάντε κλικ για να δείτε τη φωτογραφία σε ~ό μέγεθος/~ές διαστάσεις (: όπως είναι αποθηκευμένη στο αρχείο· βλ. μεγέθυνση, σμίκρυνση).|| ~ό: δείπνο/πρωινό/φαγητό. Πβ. πλήρης. ΑΝΤ. ελαφρύς, πρόχειρος.|| (προφ.) Έβγαλε άδεια κι είναι πια ~ δικηγόρος! ● επίρρ.: κανονικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς]: Δουλεύει/λειτουργεί ~ (: σωστά, χωρίς προβλήματα).|| ~ θα έπρεπε να σε τιμωρήσω, αλλά έχε χάρη!|| Ο αγώνας συνεχίζεται ~ (: σύμφωνα με το πρόγραμμα).|| Αναπτύσσεται ~ (= φυσιολογικά).|| Έφαγε ~ (: όσο πρέπει, ικανοποιητικά).|| Παρακολουθεί τα μαθήματα ~ (= τακτικά).|| (προφ.) Μ' έγραψε ~ (: αδιαφόρησε πλήρως)! ● ΣΥΜΠΛ.: κανονικά βιβλία: ΕΚΚΛΗΣ. Κανόνας., κανονικό γεύμα 1. που έχει την απαιτούμενη θρεπτική και θερμιδική αξία: Τρώει σνακ αντί για ~ ~ (= πλήρες). 2. {στον πληθ.} που καταναλώνεται σε τακτά διαστήματα: μικρά ~ά ~ατα (ΑΝΤ. ακανόνιστα)., Κανονικό Δίκαιο: ΕΚΚΛΗΣ. το σύνολο των θεσμοθετημένων διατάξεων και καθιερωμένων πρακτικών της Εκκλησίας: ορθόδοξο/ρωμαιοκαθολικό ~ ~. Βλ. Εκκλησιαστικό Δίκαιο., κανονικό πολύγωνο: ΓΕΩΜ. του οποίου όλες οι πλευρές και οι γωνίες είναι ίσες., κανονικό πολύεδρο: ΓΕΩΜ. του οποίου οι έδρες είναι κυρτά κανονικά πολύγωνα, ίσα μεταξύ τους. Βλ. οκτά-, τετρά-εδρο, κύβος., κανονικές συνθήκες βλ. συνθήκη, κανονική γλώσσα βλ. γλώσσα, κανονική έκφραση βλ. έκφραση ● ΦΡ.: κανονικά και με τον νόμο βλ. νόμος [< μτγν. κανονικός ‘σύμφωνος με τον κανόνα ή τους κανόνες’, γαλλ. régulier, normal]
22763κανονικότητακα-νο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ισορροπία, σταθερότητα, ορθότητα: η ~ του κόσμου (= αρμονία). Οι ~ες της φύσης (= νόμοι). Παρέκκλιση από την ~. Βλ. συμμετρία.|| Κοινωνικές ~ες (= νόρμες). H ~ της καθημερινότητας (βλ. ρουτίνα, συμβατικότητα). Νέα ~ (: οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην παγκόσμια αγορά μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση των ετών 2007-2008 και (κατ’ επέκτ.) η κατάσταση που επικρατεί μετά από κάποια δραματική αλλαγή). Επιστροφή στην ~. Η ~ της γλώσσας (πβ. συστηματικότητα). Η ~ της περιστροφής της Γης (= περιοδικότητα). Πβ. τακτικότητα.|| Έλεγχος της ~ας μιας πράξης (πβ. εγκυρ-, νομιμ-ότητα, συνέπεια). Διασφάλιση της ~ας μιας διαδικασίας (πβ. ευρυθμία, ομαλότητα, ρυθμός). Βλ. αντι~.|| Δεν υπακούει σε ~ες (: καλούπια) και συμβάσεις.. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. régularité, normalité, αγγλ. normality]
22764κανονιοβολισμόςκα-νο-νι-ο-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: κανονιά· συνεκδ. ο κρότος που προκαλείται: σφοδρός ~. Συνεχείς ~οί (= κανονίδι). Επίθεση με ~ό. Καταιγισμός/ομοβροντία ~ών. Ρίχνονται ~οί. Ακούστηκαν μακρινοί/πυκνοί ~οί.|| (για επέτειο ή ευχάριστο γεγονός:) Τιμητικoί/χαιρετιστήριοι ~οί. ~οί και κωδωνοκρουσίες/πυροτεχνήματα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. canonnade]
22765κανονιοβολώ[κανονιοβολῶ] κα-νο-νι-ο-βο-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κανονιοβολ-εί | κανονιοβόλ-ησε, -ήσει, κανονιοβολ-ώντας}: ρίχνω βλήματα με κανόνι, χτυπώ με βολές πυροβόλου: Ο εχθρός ~ούσε τις ακτές/το φρούριο.|| Το θωρηκτό δεν σταμάτησε να ~εί. Βλ. -βολώ. [< γαλλ. canonner]
22766κανονιοθυρίδακα-νο-νι-ο-θυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. άνοιγμα στα πλευρά οχυρωματικού έργου ή πολεμικού πλοίου, μέσα από το οποίο έβαλλε πυροβόλο όπλο: πύργος/φρούριο με ~ες. Πβ. μπουκαπόρτα. Βλ. έπαλξη, πολεμίστρα. [< γαλλ. embrasure]
22767κανονιοφόροςκα-νο-νι-ο-φό-ρος ουσ. (θηλ.): μικρό πολεμικό πλοίο εξοπλισμένο με πυροβόλα όπλα. Βλ. θωρηκτό, πυραυλάκατος, φρεγάτα, -φόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτική/διπλωματία των κανονιοφόρων: πολιτική εκφοβισμού που ασκείται από ένα κράτος σε άλλο, με επίδειξη της στρατιωτικής του ισχύος ή/και με απειλή πολεμικής σύρραξης. [< αγγλ. gunboat policy, ~ diplomacy, 1927] [< γαλλ. canonnière]
22769κανονισμόςκα-νο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τη σωστή λειτουργία ενός θεσμού ή οργανωμένου συνόλου: αντισεισμικός/αυστηρός/εσωτερικός (πβ. τυπικό)/στρατιωτικός/υποχρεωτικός ~. Διεθνείς/εθνικοί ~οί. ~ αγώνων/διαγωνισμού/καθαριότητας/λειτουργίας/προσωπικού/συμμετοχής/χρήσης (υπηρεσιών). Ο ~ της Βουλής/του εργαστηρίου/της πολυκατοικίας. Αναθεώρηση/έγκριση/παράβαση/τήρηση/τροποποίηση/ψήφιση του ~ού. Οι διατάξεις του ~ού. ~οί ασφαλείας. Οδηγίες και ~οί. Εφαρμόζεται/ισχύει/καταρτίζεται νέος ~. Όπως επιβάλλει/ορίζει ο ~. Σύμφωνα με τον ισχύοντα ~ό, ... Συμμορφώθηκαν με/προς τους ~ούς. Τα αεροσκάφη υπόκεινται σε ~ούς ελέγχου.|| (συνεκδ., το σχετικό βιβλίο ή έντυπο:) Έκδοση/σύνταξη/τύπωση ~ού. Πβ. κώδικας. Βλ. δια~, -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινοτικός κανονισμός: που επιβάλλεται κατά τρόπο απόλυτο και δεσμευτικό από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα κράτη-μέλη της: ~ ~ για την αγροτική ανάπτυξη/σχετικά με την παραγωγή βάμβακος., Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός βλ. οικοδομικός [< πβ. μτγν. κανονισμός ‘ζωφόρος’, γαλλ. règlement, αγγλ. regulation]
22770κανονιστικός, ή, ό κα-νο-νι-στι-κός επίθ. (επίσ.): που αποσκοπεί στην επιβολή και εφαρμογή υποχρεωτικών κανόνων· ρυθμιστικός: (NOM.) ~ός: έλεγχος. ~ή: απόφαση/αρχή (= νομοθετική)/συμμόρφωση. ~οί: όροι (δόμησης). ~ές: διατάξεις/ρυθμίσεις. ~ά: μέτρα. Ο ~ ρόλος ενός οργάνου (= συντονιστικός· ΑΝΤ. διαλυτικός). Αλλαγή του ~ού πλαισίου οδικής κυκλοφορίας. Οδηγίες ~ού περιεχομένου/χαρακτήρα. Eπιτροπή με ~ές και ελεγκτικές αρμοδιότητες. ~ές και διοικητικές πράξεις. Σχέδια νόμων και ~ά διατάγματα.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή (= ρυθμιστική) γραμματική (βλ. νόρμα). ● επίρρ.: κανονιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: κανονιστική εξουσία βλ. εξουσία [< μτγν. κανονιστικός, γαλλ. réglementaire, normatif]
22771κάνουλακά-νου-λα ουσ. (θηλ.): σωλήνας με βαλβίδα ελέγχου ροής, που προσαρμόζεται σε δοχεία υγρών: μεταλλική/πλαστική ~. Βαρέλι κρασιού με ~. Γυρίζω την ~. Πβ. βρύση, κρουνός, ρουμπινέτο, στρόφιγγα.|| (ΙΑΤΡ., σωληνάκι για την εισαγωγή/αφαίρεση υγρού και σπανιότ. αερίου σε/από κοιλότητα ή πόρο του οργανισμού:) ~ για λιποαναρρόφηση. Ρινικές ~ες οξυγόνου. Βλ. καθετήρας, σύριγγα. ● ΦΡ.: ανοίγει/κλείνει η κάνουλα/η στρόφιγγα (μτφ.-προφ.): ξεκινά ή διακόπτεται η παροχή: ~ ~ των επιχορηγήσεων/των κοινοτικών κονδυλίων.|| Έσφιξε η ~ των χρηματοδοτήσεων. [< μεσν. κάνουλα < λατ. cannula ‘μικρό καλάμι’ < ιταλ. ~ ‘σωληνάριο’]
22772κανσόνκαν-σόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος χοντρού χαρτιού που χρησιμοποιείται συνήθ. στη χειροτεχνία: κολάζ πάνω σε ~.|| (ως επίθ.) Χαρτόνι ~. Βλ. γκοφρέ, κραφτ. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. Canson]
22773καντάδακα-ντά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. (κυρ. παλαιότ.) τραγούδι συνήθ. ερωτικού περιεχομένου, που τραγουδιόταν τα βράδια στους δρόμους με συνοδεία μικρής χορωδίας και εγχόρδων: αθηναϊκές/επτανησιακές ~ες (πβ. μαντολινάτα). Της έκανε ~ κάτω από το μπαλκόνι. Πβ. σερενάτα. [< βεν. cantada]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.