| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22774 | κανταδόρικος | , η, ο κα-ντα-δό-ρι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με την καντάδα: ~α: ρεμπέτικα/τραγούδια. | |
| 22775 | κανταδόρος | κα-ντα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): αυτός που τραγουδά καντάδες ή γενικότ. ερωτικά τραγούδια. [< βεν. cantador] | |
| 22776 | κανταΐφι | κα-ντα-ΐ-φι ουσ. (ουδ.) & καταΐφι: ΖΑΧΑΡ. σιροπιαστό γλυκό ταψιού με γέμιση κυρ. από καρύδια και αρωματικά καρυκεύματα, τυλιγμένα σε φύλλο ζύμης από μακριά και πολύ λεπτά νήματα· το είδος αυτό της ζύμης: εκμέκ ~. ~ με παγωτό. Δύο ~ια (: ενν. κομμάτια). Βλ. σαραγλί.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Τυρόπιτα με ~. Φωλιές από ~. Ανοίγω (σε λωρίδες) το ~. [< τουρκ. kadayιf, katayιf] | |
| 22777 | κανταράκι | κα-ντα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): μικρός ζυγός με ελατήριο και άγκιστρο στην άκρη του· (ΦΥΣ.) δυναμόμετρο. | |
| 22778 | καντάρι | κα-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. στατήρας 1. (κυρ. παλαιότ.) ζυγαριά με δύο αλυσίδες, τα άκρα των οποίων φέρουν γάντζους. Βλ. παλάντζα, πλάστιγγα, σταθμά. 2. (παλαιότ.) μονάδα βάρους ίση με σαράντα τέσσερις οκάδες. ● καντάρια (+ γεν., επιτατ.-λαϊκό): για μεγάλη ποσότητα: Χρειάζονται (πολλά) ~ δουλειάς/θάρρους για να τα καταφέρεις.|| (συνήθ. υβριστ.) Πόσα ~ βλάκας είσαι; Βλ. με το κιλό. ● ΦΡ.: με το καντάρι (λαϊκό): πάρα πολύ: γέλιο ~ ~! Λεφτά ~ ~ (= με τη σέσουλα/με το τσουβάλι)! Βρέχει/ρίχνει ~ ~ (= με το κανάτι/τουλούμι). [< μεσν. καντάρι] | |
| 22779 | καντάτα | κα-ντά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. φωνητική σύνθεση κοσμικού ή θρησκευτικού περιεχομένου, αποτελούμενη από άριες, ρετσιτατίβα, ντουέτα και χορικά: δραματική/σκηνική/συμφωνική ~. Βλ. μπαρόκ, ορατόριο. [< ιταλ. cantata, γαλλ. cantate] | |
| 22780 | καντέλα | κα-ντέ-λα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μονάδα μέτρησης της έντασης, φωτεινής ακτινοβολίας (σύμβ. cd): ~ ανά τετραγωνικό μέτρο (cd/m2). ΣΥΝ. κηρίο (1) [< γαλλ. candela, 1949, αγγλ. ~, 1949 < λατ. ~ ‘λαμπάδα’] | |
| 22781 | καντέμης | βλ. γκαντέμης | |
| 22782 | καντεμιά | βλ. γκαντεμιά | |
| 22783 | καντέντσα | κα-ντέ-ντσα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. σόλο στο τέλος κοντσέρτου ή άριας, με το οποίο δίνεται η δυνατότητα στον σολίστ να κάνει επίδειξη της δεξιοτεχνίας του και, ενίοτε, της αυτοσχεδιαστικής του ικανότητας. Bλ. διάνθισμα, ποίκιλμα, πτώση. [< ιταλ. cadenza] | |
| 22784 | καντήλα | κα-ντή-λα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) κανδήλα 1. μεγάλο κρεμαστό καντήλι μπροστά από εικονοστάσι ή εικόνες Αγίων. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. μαρμάρινο κυκλαδικό αγγείο με κωνικό λαιμό και σφαιρικό σώμα, που φέρει τέσσερις κάθετες προεξοχές, η καθεμιά από τις οποίες έχει τρύπα στη μέση, ώστε να μπορεί να κρεμαστεί. Πβ. κρατηρίσκος. Βλ. λύχνος. ● καντήλες (οι) (λαϊκό): φουσκάλες, φλύκταινες. ● ΣΥΜΠΛ.: ακοίμητη κανδήλα/ακοίμητο καντήλι βλ. ακοίμητος ● ΦΡ.: βγάζω/πετάω σπυριά βλ. σπυρί [< μεσν. καντήλα, κανδήλα < μτγν. κανδήλη ‘πυρσός’ < λατ. candela] | |
| 22785 | καντηλανάφτης | κα-ντη-λα-νά-φτης ουσ. (αρσ.) (παρωχ.): μέλος του βοηθητικού προσωπικού μιας εκκλησίας, υπεύθυνο για το άναμμα των καντηλιών· κατ' επέκτ. νεωκόρος. [< πβ. μτγν. κανδηλάπτης ‘αυτός που ανάβει το δαυλό’] | |
| 22786 | καντηλέρι | κα-ντη-λέ-ρι ουσ. (ουδ.) & καντηλιέρι (παρωχ.-λογοτ.): κηροπήγιο. [< μεσν. καντηλέρι < βεν. candelier] | |
| 22787 | καντηλήθρα | κα-ντη-λή-θρα ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. μικρή βάση με τρυπούλα στη μέση για να στερεώνεται το φιτίλι, η οποία είναι φτιαγμένη από φελλό, ώστε να επιπλέει στο λάδι του καντηλιού. Βλ. -ήθρα, λουμίνι. [< μεσν. καντηλήθρα] | |
| 22788 | καντήλι | κα-ντή-λι ουσ. (ουδ.) {καντηλ-ιού | -ιών}: ΕΚΚΛΗΣ. μικρό δοχείο με λάδι και φιτίλι ή/και η θήκη μέσα στην οποία τοποθετείται, το οποίο καίει μπροστά από εικονίσματα Αγίων ή φωτογραφίες αγαπημένων νεκρών προσώπων ή στους τάφους: επιτραπέζιο/κρεμαστό (= καντήλα) ~. Aσημένια ~ια. Υπό το φως των ~ιών. Τρεμοσβήνει το ~. Βλ. λυχνάρι.|| Hλεκτρικό ~ (: με λαμπτήρα).|| (μτφ.) Κρατούν το ~ της μνήμης αναμμένο. Όσο καίει το ~ μου (: όσο ζω), θα ... ● καντήλια (τα) (λαϊκό): βρισιές: Θα πέσουν πολλά ~ (= μπινελίκια)! Τους άρχισε στα ~!|| Φιρί φιρί το πάει ν' ακούσει κανένα ~ι (= βρισίδι)! ● Υποκ.: καντηλάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ακοίμητη κανδήλα/ακοίμητο καντήλι βλ. ακοίμητος ● ΦΡ.: έσβησε το καντήλι του & (σπάν.) σώθηκε το λάδι του (λαϊκό): πέθανε ή είναι ετοιμοθάνατος. ΣΥΝ. σώθηκαν οι μέρες του, κατεβάζω/ρίχνω καντήλια (λαϊκό): βρίζω, βλασφημώ. ΣΥΝ. καντηλιάζω, κατεβάζω/ρίχνω χριστοπαναγίες [< μεσν. καντήλι] | |
| 22789 | καντηλιάζω | κα-ντη-λιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καντήλια-σε} (λαϊκό): βρίζω. ΣΥΝ. κατεβάζω/ρίχνω καντήλια | |
| 22790 | καντηλιέρι | βλ. καντηλέρι | |
| 22791 | καντηλίτσα | κα-ντη-λί-τσα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. κόμπος ο οποίος σχηματίζει θηλιά και χρησιμοποιείται για ανυψώσεις και διασώσεις: διπλή ~. Βλ. ματισιά, σταυρόκομπος, ψαλιδιά. [< ιταλ. candelizza] | |
| 22792 | καντήφλα | κα-ντή-φλα ουσ. (θηλ.) (αργκό): κατήφεια: Είναι μες στην ~. | |
| 22793 | καντιανισμός | κα-ντι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. το φιλοσοφικό σύστημα του Καντ και των οπαδών του· υπερβατικός ιδεαλισμός. Βλ. εγελιαν-, εμπειρ-, κριτικ-, ορθολογ-ισμός. [< γερμ. Kantianismus] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ