| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22785 | καντηλανάφτης | κα-ντη-λα-νά-φτης ουσ. (αρσ.) (παρωχ.): μέλος του βοηθητικού προσωπικού μιας εκκλησίας, υπεύθυνο για το άναμμα των καντηλιών· κατ' επέκτ. νεωκόρος. [< πβ. μτγν. κανδηλάπτης ‘αυτός που ανάβει το δαυλό’] | |
| 22786 | καντηλέρι | κα-ντη-λέ-ρι ουσ. (ουδ.) & καντηλιέρι (παρωχ.-λογοτ.): κηροπήγιο. [< μεσν. καντηλέρι < βεν. candelier] | |
| 22787 | καντηλήθρα | κα-ντη-λή-θρα ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. μικρή βάση με τρυπούλα στη μέση για να στερεώνεται το φιτίλι, η οποία είναι φτιαγμένη από φελλό, ώστε να επιπλέει στο λάδι του καντηλιού. Βλ. -ήθρα, λουμίνι. [< μεσν. καντηλήθρα] | |
| 22788 | καντήλι | κα-ντή-λι ουσ. (ουδ.) {καντηλ-ιού | -ιών}: ΕΚΚΛΗΣ. μικρό δοχείο με λάδι και φιτίλι ή/και η θήκη μέσα στην οποία τοποθετείται, το οποίο καίει μπροστά από εικονίσματα Αγίων ή φωτογραφίες αγαπημένων νεκρών προσώπων ή στους τάφους: επιτραπέζιο/κρεμαστό (= καντήλα) ~. Aσημένια ~ια. Υπό το φως των ~ιών. Τρεμοσβήνει το ~. Βλ. λυχνάρι.|| Hλεκτρικό ~ (: με λαμπτήρα).|| (μτφ.) Κρατούν το ~ της μνήμης αναμμένο. Όσο καίει το ~ μου (: όσο ζω), θα ... ● καντήλια (τα) (λαϊκό): βρισιές: Θα πέσουν πολλά ~ (= μπινελίκια)! Τους άρχισε στα ~!|| Φιρί φιρί το πάει ν' ακούσει κανένα ~ι (= βρισίδι)! ● Υποκ.: καντηλάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ακοίμητη κανδήλα/ακοίμητο καντήλι βλ. ακοίμητος ● ΦΡ.: έσβησε το καντήλι του & (σπάν.) σώθηκε το λάδι του (λαϊκό): πέθανε ή είναι ετοιμοθάνατος. ΣΥΝ. σώθηκαν οι μέρες του, κατεβάζω/ρίχνω καντήλια (λαϊκό): βρίζω, βλασφημώ. ΣΥΝ. καντηλιάζω, κατεβάζω/ρίχνω χριστοπαναγίες [< μεσν. καντήλι] | |
| 22789 | καντηλιάζω | κα-ντη-λιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καντήλια-σε} (λαϊκό): βρίζω. ΣΥΝ. κατεβάζω/ρίχνω καντήλια | |
| 22790 | καντηλιέρι | βλ. καντηλέρι | |
| 22791 | καντηλίτσα | κα-ντη-λί-τσα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. κόμπος ο οποίος σχηματίζει θηλιά και χρησιμοποιείται για ανυψώσεις και διασώσεις: διπλή ~. Βλ. ματισιά, σταυρόκομπος, ψαλιδιά. [< ιταλ. candelizza] | |
| 22792 | καντήφλα | κα-ντή-φλα ουσ. (θηλ.) (αργκό): κατήφεια: Είναι μες στην ~. | |
| 22793 | καντιανισμός | κα-ντι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. το φιλοσοφικό σύστημα του Καντ και των οπαδών του· υπερβατικός ιδεαλισμός. Βλ. εγελιαν-, εμπειρ-, κριτικ-, ορθολογ-ισμός. [< γερμ. Kantianismus] | |
| 22794 | καντιανός | , ή, ό κα-ντι-α-νός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον φιλόσοφο Καντ και τους οπαδούς του: ~ή: ηθική. Βλ. εγελιανός, -ιανός, κατηγορική προσταγή/προστακτική, πράγμα καθ' εαυτό. ● Ουσ.: καντιανοί (οι): οπαδοί του καντιανισμού. Βλ. εμπειρ-, ορθολογ-ιστής. [< γερμ. Kantianer] | |
| 22795 | καντίνα | κα-ντί-να ουσ. (θηλ.): κατάστημα παρασκευής ή/και διάθεσης πρόχειρου φαγητού και αναψυκτικών, που λειτουργεί σε ειδικά διαμορφωμένο όχημα ή χώρο (κυλικείο): αυτοκινούμενη/κινητή/υπαίθρια ~. Οι ~ες της εθνικής οδού. Βλ. βρόμικο.|| Η ~ του αεροδρομίου/του εργοστασίου/του νοσοκομείου/της παραλίας/του πλοίου/του σινεμά. Έλεγχοι σε σχολικές ~ες. Πβ. αναψυκτήριο. Βλ. φαστ φουντ. [< ιταλ. cantina, γαλλ. cantine] | |
| 22796 | καντίνι | κα-ντί-νι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. (κυρ. στη λαϊκή μουσική) η λεπτότερη χορδή που παράγει τον πιο οξύ ήχο. ● ΦΡ.: στο καντίνι (παρωχ.-λαϊκό): στην εντέλεια, κομψά: Ντυμένος ~ ~. ΣΥΝ. στην τρίχα/πένα [< ιταλ. cantino, πληθ. cantini] | |
| 22797 | καντιντίαση | κα-ντι-ντί-α-ση & καντιδίαση & κάντιντα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μυκητίαση που προκαλείται από ζυμομύκητες του γένους Candida, συνήθ. από τον Candida albicans, οι οποίοι αποτελούν μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του σώματος, αλλά καθίστανται παθογόνοι, όταν αυτή διαταραχθεί, π.χ. από την υπερβολική λήψη αντιβιοτικών: εντερική/ερυθηματώδης/κολπική/στοματική/συστηματική/χρόνια/ψευδομεμβρανώδης ~. ΣΥΝ. μονιλίαση. [< αγγλ. candidiasis, 1951, γαλλ. candidose, 1959, πβ. αγγλ. candida,1939] | |
| 22798 | κάντιο | κά-ντι-ο ουσ. (ουδ.) (παρωχ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρυσταλλωμένη ζάχαρη. Βλ. ζαχαροκάλαμο. [< μεσν. κάντιον < ιταλ. candi] | |
| 22799 | καντιφές | βλ. κατιφές | |
| 22800 | καντόνι | κα-ντό-νι ουσ. (ουδ.) {καντον-ιού | -ιών} & (επίσ.) καντόνιο {καντονί-ου} : καθένα από τα ελβετικά ομόσπονδα κρατίδια· σπανιότ. ονομασία διοικητικής περιφέρειας ορισμένων κρατών: γαλλόφωνο/γερμανόφωνο/ιταλόφωνο ~. Η αυτονομία των ~ιών. Βλ. ραιτορομανικά.|| Τα ~ια του Λουξεμβούργου. [< ιταλ. cantone] | |
| 22801 | κάντορας | κά-ντο-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. διευθυντής κυρ. εκκλησιαστικής χορωδίας. [< γαλλ. cantor, 1900, γερμ. Kantor] | |
| 22802 | καντούνι | κα-ντού-νι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): σοκάκι, στενό: γραφικά/λιθόστρωτα ~ια. Τα ~ια της Κέρκυρας. Πβ. ρούγα. Βλ. -ούνι. [< μεσν. καντούνι] | |
| 22803 | καντράν | κα-ντράν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. επίπεδη επιφάνεια οργάνου μέτρησης με διάφορες ενδείξεις: (συνήθ. η μπροστινή όψη του ρολογιού με τους αριθμούς:) μεταλλικό/στρογγυλό/ψηφιακό ~ (βλ. κάσα, πλάκα). Ξυπνητήρι με φωτιζόμενο ~. (στo ταμπλό αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας:) ~ με ταχύμετρο και στροφόμετρο (βλ. κονσόλα). Το ~ της ζυγαριάς/του τηλεφώνου. Συσκευή με ηλεκτρονικό ~.|| (σπανιότ.-κατ' επέκτ., οθόνη:) Το ~ της τηλεόρασης. [< γαλλ. cadran] | |
| 22804 | κάντρι | κά-ντρι ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος λαϊκής μουσικής του αμερικανικού Νότου που συνδυάζει φωνή και όργανα (συνήθ. κιθάρα, μπάντζο και βιολί) και η θεματολογία της αφορά κυρ. την οικογένεια, τη θρησκεία και την εργασία: κλασική/σύγχρονη ~. ~-ροκ. Φολκ και ~. Τραγουδιστής της ~.|| (ως επίθ.) ~ μπαλάντες. [< αμερικ. country (music), 1945] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ