| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1361 | αιμοδοσία | [αἱμοδοσία] αι-μο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): δωρεά αίματος από υγιή δότη για μετάγγιση: εθελοντική/ομαδική/τακτική ~. Κέντρο/μονάδα ~ας. Έκκληση για ~. Βλ. -δοσία. [< γαλλ. don du sang] | |
| 1362 | αιμοδότης, αιμοδότρια | [αἱμοδότης] αι-μο-δό-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που δίνει αίμα για μετάγγιση: τακτικός ~. (Αναζητούνται) ~ες σπάνιων ομάδων αίματος. Βλ. -δότης. 2. (μτφ.) που τροφοδοτεί, ενισχύει κάτι: Οι επιχειρήσεις ως ~ες της οικονομίας. ● ΣΥΜΠΛ.: εθελοντής αιμοδότης: που προσφέρει οικειοθελώς αίμα σε τακτά χρονικά διαστήματα για ιατρικούς, ανθρωπιστικούς λόγους: κάρτα ~ή ~η. Πανελλήνιος Σύλλογος ~ών ~ών. [< μεσν. αιμοδότης, γαλλ. donneur de sang] | |
| 1363 | αιμοδότηση | [αἱμοδότηση] αι-μο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) οικονομική κυρ. ενίσχυση: κρατική ~. ~ της αγοράς (βλ. τόνωση)/της οικονομίας/των ταμείων. ~ επιχείρησης με σημαντικά κεφάλαια. Πβ. χορηγία. Βλ. αιμορραγία.|| (κατ' επέκτ.) ~ του κινήματος με νέα πρόσωπα (: στελέχωση). 2. (σπανιότ.) αιμοδοσία: άτομα (α)κατάλληλα για ~. Βλ. -δότηση. [< γαλλ. don de sang] | |
| 1364 | αιμοδοτικός | , ή, ό [αἱμοδοτικός] αι-μο-δο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αιμοδοσία ή τον αιμοδότη: ~ό: κέντρο. ● Ουσ.: αιμοδοτική (η) (συχνά στον στρατό): άδεια αιμοδοσίας. | |
| 1365 | αιμοδοτώ | [αἱμοδοτῶ] αι-μο-δο-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αιμοδοτ-είς ..., -ώντας | αιμοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί} (επίσ.) 1. (μτφ.) παρέχω πόρους, ενισχύω, εμπλουτίζω: Ο τουρισμός ~εί την οικονομία. Το ταμείο ~είται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Βλ. αιμορραγώ.|| Νέοι ηθοποιοί που ~ούν το θέατρο (βλ. νέο αίμα). 2. (σπανιότ.) δίνω αίμα: Δεν μπορεί να ~ήσει για λόγους υγείας. Βλ. -δοτώ. [< γαλλ. donner de sang] | |
| 1366 | αιμοδυναμική | [αἱμοδυναμική] αι-μο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τους παράγοντες και τους μηχανισμούς που επηρεάζουν την κυκλοφορία του αίματος: ~ του καρδιαγγειακού συστήματος. [< γαλλ. hémodynamique, αγγλ. hæmodynamics] | |
| 1367 | αιμοδυναμικός | , ή, ό [αἱμοδυναμικός] αι-μο-δυ-να-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αιμοδυναμική: ~ός: έλεγχος. ~ό: εργαστήριο. ~ές: διαταραχές. ● επίρρ.: αιμοδυναμικά [< γαλλ. hémodynamique , αγγλ. hæmodynamic, 1907] | |
| 1368 | αιμοθώρακας | [αἱμοθώρακας] αι-μο-θώ-ρα-κας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. παθολογική συγκέντρωση αίματος ή αιματηρού υγρού στη θωρακική κοιλότητα: μετατραυματικός ~. Αντιμετώπιση ~α με παροχέτευση. Βλ. πνευμο-, υδρο-, χυλο-θώρακας. [< γαλλ. hémothorax, αγγλ. hæm(at)othorax] | |
| 1369 | αιμοκάθαρση | [αἱμοκάθαρση] αι-μο-κά-θαρ-ση ουσ. (θηλ.) {-ης | -άρσεις}: ΙΑΤΡ. τεχνητός εξωσωματικός καθαρισμός του αίματος από τοξικές ουσίες, σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας: χρόνια περιοδική ~. Καθετήρες/κέντρο/μηχάνημα/μονάδα ~ης. Μεταγγίσεις και ~άρσεις. Βλ. περιτοναϊκή κάθαρση, τεχνητός νεφρός. [< γερμ. Blutreinigung, γαλλ. hémodialyse, μετά το 1947, αγγλ. h(a)emodialysis, 1947] | |
| 1370 | αιμοκαλλιέργεια | [αἱμοκαλλιέργεια] αι-μο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μικροβιολογική εξέταση αίματος. Βλ. -καλλιέργεια. [< γαλλ. hémoculture, 1909] | |
| 1371 | αιμοληψία | [αἱμοληψία] αι-μο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λήψη αίματος από ασθενή ή αιμοδότη για εξέταση ή μετάγγιση αντίστοιχα: κινητή μονάδα ~ας. Εθελοντική αιμοδοσία και ~. Βλ. -ληψία. [< γαλλ. prise de sang] | |
| 1372 | αιμόλυση | [αἱμόλυση] αι-μό-λυ-ση ουσ. (θηλ.) & αιμολυσία: ΙΑΤΡ. βλάβη ή καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων με απελευθέρωση της αιμοσφαιρίνης στο αίμα ή στο υγρό που περιβάλλει τα κύτταρα διαφόρων ιστών: ενδαγγειακή/οξεία/χρόνια ~. [< αγγλ. h(a)emolysis, γαλλ. hémolyse, 1900] | |
| 1373 | αιμολυτικός | , ή, ό [αἱμολυτικός] αι-μο-λυ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αιμόλυση ή την προκαλεί: ~ός: ίκτερος/στρεπτόκοκκος. ~ή: αναιμία. Ουραιμικό ~ό σύνδρομο. [< αγγλ. h(a)emolytic, γαλλ. hémolytique, 1900] | |
| 1374 | αιμομίκτης | [αἱμομίκτης] αι-μο-μί-κτης ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) αιμομείκτης: πρόσωπο που έχει διαπράξει αιμομιξία. [< μεσν. αιμομίκτης] | |
| 1375 | αιμομικτικός | , ή, ό [αἱμομικτικός] αι-μο-μι-κτι-κός επίθ. & (σπάν.) αιμομεικτικός: που σχετίζεται με την αιμομιξία: ~ή: σχέση. | |
| 1376 | αιμομιξία | [αἱμομιξία] αι-μο-μι-ξί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) αιμομειξία: ΝΟΜ. το ποινικό αδίκημα της σεξουαλικής επαφής ανάμεσα σε συγγενείς εξ αίματος. [< μτγν. αἱμομιξία] | |
| 1377 | αιμοπετάλια | [αἱμοπετάλια] αι-μο-πε-τά-λι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {αιμοπεταλί-ων, σπάν. στον εν. αιμοπετάλιο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. καθένα από τα έμμορφα συστατικά του αίματος χωρίς πυρήνα και DNA που συμβάλλουν στην πήξη του: αυξημένα/χαμηλά ~. Δότες/μεταγγίσεις ~ων. Βλ. αιμόσταση. ΣΥΝ. θρομβοκύτταρα [< γαλλ. plaquette sanguine] | |
| 1378 | αιμοπεταλιακός | , ή, ό [αἱμοπεταλιακός] αι-μο-πε-τα-λι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα αιμοπετάλια. [< γαλλ. plaquettaire] | |
| 1379 | αιμοποίηση | [αἱμοποίηση] αι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & αιματοποίηση: ΙΑΤΡ. σχηματισμός αιμοσφαιρίων από τα αιμοποιητικά όργανα του σώματος. Πβ. ερυθροποίηση. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. hématopoïèse, αγγλ. hæm(at)opoiesis] | |
| 1380 | αιμοποιητικός | , ή, ό [αἱμοποιητικός] αι-μο-ποι-η-τι-κός επίθ. & αιματοποιητικός: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται ή συντελεί στην αιμοποίηση: ~ός: ιστός. ~ά: κύτταρα. Τα ~ά όργανα του σώματος (: μυελός των οστών, λεμφαδένες). Βλ. -ποιητικός. [< γαλλ. hématopoïétique , αγγλ. hæm(at)opoietic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ