| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22825 | κάπαρη | βλ. κάππαρη | |
| 22826 | καπαρντίνα | βλ. καμπαρντίνα | |
| 22827 | καπάρο | κα-πά-ρο ουσ. (ουδ.) {μόνο στην ονομαστ. κ. αιτ. εν.} (προφ.): χρηματικό ποσό που δίνεται ως εγγύηση ή προκαταβολή: Μας έδωσε ~ (ο ενοικιαστής). ΣΥΝ. αρραβώνας (2), μπροστάντζα [< ιταλ. caparra] | |
| 22828 | καπάρωμα | κα-πά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καπαρώνω: ~ μιας θέσης (= αγκαζάρισμα, κλείσιμο, κράτηση, πιάσιμο)/ενός τίτλου (= απόκτηση, εξασφάλιση). | |
| 22829 | καπαρώνω | κα-πα-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {καπάρω-σα, καπαρώ-θηκε, -μένος} (προφ.): εξασφαλίζω κάτι έναντι χρηματικού ποσού ή κατόπιν συνεννόησης· κατοχυρώνω: Έτρεξαν να ~σουν το σπίτι, πριν τους προλάβουν άλλοι. Το τραπέζι είναι ~μένο (= κρατημένο, πιασμένο, ρεζερβέ).|| ~σαν τον παίκτη. Είναι ~μένη (= δεσμευμένη).|| Έχουν ~σει την πρόκριση/την πρωτιά. ΣΥΝ. αγκαζάρω, καβατζώνω | |
| 22830 | καπάτσος, καπάτσα | κα-πά-τσος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνηθέστ. στο θηλ.} (προφ.): πρόσωπο που πετυχαίνει τους στόχους του, χάρη στην εξυπνάδα, την πονηριά ή/και τις ικανότητές του: Πβ. γατόνι, επιτήδειος, καταφερτζής, κωλοπετσωμένος. Βλ. μαλαγάνας.|| (ως επίθ.) Δυναμική, ~α γυναίκα (: τετραπέρατη). [< ιταλ. capace ‘ευρύχωρος, επιδέξιος, ικανός’] | |
| 22831 | καπατσοσύνη | κα-πα-τσο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (προφ.): επιτηδειότητα: γυναικεία/επιχειρηματική ~. Πβ. επιδεξιότητα, πονηριά. Βλ. μαγκιά, -οσύνη. | |
| 22832 | ΚΑΠΕ | (το): Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. | |
| 22833 | καπελάδικο | κα-πε-λά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): κατάστημα κατασκευής ή/και πώλησης καπέλων. Πβ. πιλοποιείο. Βλ. -άδικο. | |
| 22834 | καπελαδούρα | κα-πε-λα-δού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.-ειρων.): πολύ μεγάλο ή/και φανταχτερό καπέλο. [< βεν. *capeladura] | |
| 22835 | καπελάς | κα-πε-λάς ουσ. (αρσ.) , καπελού (η) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): κατασκευαστής ή/και πωλητής καπέλων. Πβ. πιλοποιός. Βλ. -άς. | |
| 22836 | κάπελας | κά-πε-λας ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): ταβερνιάρης. [< αρχ. κάπηλος] | |
| 22837 | καπελιέρα | κα-πε-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.): κουτί συνήθ. στρογγυλό για τοποθέτηση, μεταφορά ή/και φύλαξη καπέλων∙ κατ' επέκτ. θήκη παρόμοιου σχήματος: βελούδινη ~.|| ~ με λουλούδια. Πβ. καλάθι. Βλ. -ιέρα. [< ιταλ. cappelliera] | |
| 22838 | καπελίνα | κα-πε-λί-να ουσ. (θηλ.): γυναικείο πλατύγυρο καπέλο: νυφική/ψάθινη (βλ. παναμάς) ~. ~ από οργάντζα.|| (παλαιότ.) Κυρίες με ομπρελίνα και ~ες. Βλ. κρινολίνο. [< ιταλ. cappellina] | |
| 22839 | καπελίνο | κα-πε-λί-νο ουσ. (ουδ.): μικρό, συνήθ. γυναικείο καπέλο. [< ιταλ. cappellino] | |
| 22841 | καπέλωμα | κα-πέ-λω-μα ουσ. (ουδ.) {καπελώμ-ατος} (προφ.) 1. πατρονάρισμα, χειραγώγηση: ιδεολογικό ~. ~ του αγώνα (πβ. καπηλεία)/του κινήματος. Κομματικά/πολιτικά/συντεχνιακά ~ατα. Διάθεση ~ατος των προσπαθειών. Μίλησε για ~ των νέων. Πβ. εκμετάλλευση, καναλιζάρισμα, ποδηγέτηση. 2. επιβολή επιπρόσθετης χρηματικής επιβάρυνσης, συνήθ. παράνομη: ~ και κερδοσκοπία. Πβ. καπέλο. [< 1: γαλλ. chapeautage] | |
| 22842 | καπελώνω | κα-πε-λώ-νω ρ. (μτβ) {καπέλω-σε, καπελώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, καπελών-οντας} (προφ.) 1. επιβάλλομαι σε κάποιον, υπερισχύω έναντί του συνήθ. με αθέμιτα μέσα· εκμεταλλεύομαι την προσπάθεια άλλων για ιδιοτελείς σκοπούς: Η πλειοψηφία ~θηκε απ' τη μειοψηφία. Νιώθει ~μένος. Πβ. κηδεμονεύω, πατρονάρω.|| ~ει με την ερμηνεία του τους υπόλοιπους ηθοποιούς. Πβ. επισκιάζω, υπερακοντίζω.|| Προσπάθησαν να ~σουν τη διαδήλωση/το κίνημα. Πβ. καναλιζάρω, καπηλεύομαι, κατευθύνω, ποδηγετώ, χειραγωγώ. 2. επιβάλλω οικονομική επιβάρυνση: ~ουν τις τιμές των εισιτηρίων. [< 1: γαλλ. chapeauter] | |
| 22843 | καπετάν | κα-πε-τάν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Κ) & καπτάν (προφ.): προτακτικό ονόματος καπετάνιου, ναυτικού ή οπλαρχηγού: ~ Κωσταντής/Νικόλας. ● ΣΥΜΠΛ.: καπετάν φασαρίας βλ. φασαρίας [< καπετάνιος, πβ. τουρκ. kaptan] | |
| 22844 | καπετανάτο | κα-πε-τα-νά-το ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. (μτφ.-μειωτ.) κλίκα, φατρία: ~α τοπικών παραγόντων. 2. ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) το αξίωμα του καπετάνιου· κατ' επέκτ. εδαφική περιοχή που ανήκε στο πλαίσιο των αρμοδιότητων του: κλέφτικα ~α.|| (μτφ.-μειωτ.) Έχει κάνει την εταιρεία ~ (= κτήμα, τσιφλίκι) του. Βλ. -άτο. | |
| 22845 | καπετάνιος | κα-πε-τά-νιος ουσ. (αρσ.) {καπετάν-ιοι (λαϊκό) -αίοι | σπανιότ. θηλ. καπετάνισσα} 1. κυβερνήτης πλοίου· (στο θηλ.) γυναίκα πλοίαρχος ή σύζυγος καπετάνιου: πρώτος/δεύτερος/τρίτος ~. Δίπλωμα ~ιου. Το ατύχημα οφείλεται σε λάθος του ~ιου. Πβ. καραβοκύρης. Βλ. ναυτικός. 2. ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) αρχηγός άτακτου σώματος: οι ~αίοι της Επανάστασης. ΣΥΝ. οπλαρχηγός. Βλ. αρματολός, κλέφτης.|| (κατ' επέκτ.) ~ του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/Μακεδονικού Αγώνα. Βλ. πρωτο~. 3. (σπανιότ.-μτφ.) επικεφαλής ομάδας, ηγέτης: ο ~ του κόμματος. Πβ. ηγήτορας. ● ΦΡ.: ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται (παροιμ.): η πραγματική αξία κάποιου αποδεικνύεται στις δύσκολες στιγμές., οι πολλοί καπεταναίοι ρίχνουν έξω το καράβι βλ. καράβι [< μεσν. καπετάνιος < βεν. capetanio, capetano] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ