| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22814 | καούρα | κα-ού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ΙΑΤΡ. έντονο και δυσάρεστο αίσθημα καψίματος στο κάτω μέρος του θώρακα και πάνω από το στομάχι, εξαιτίας γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης: νυχτερινή/χρόνια ~. Έχω ~. ~ες και ξινίλες. Τα πικάντικα φαγητά προκαλούν ~ες. Πβ. καύσος, φλόγωση. Βλ. δυσπεψία, έλκος, -ούρα1. ΣΥΝ. καΐλα (1), πύρωση (2) ● ΦΡ.: είχα μια φαγούρα/καούρα/σκοτούρα/καΐλα βλ. φαγούρα | |
| 22815 | καουτσούκ | κα-ου-τσούκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. πολυμερές που παρουσιάζει ελαστικότητα και αντοχή και παρασκευάζεται είτε με κατεργασία (δηλ. πήξιμο και ξήρανση) του γαλακτώδους χυμού τροπικών φυτών είτε τεχνητά με πολυμερισμό υδρογονανθράκων και χρησιμοποιείται στην κατασκευή ελαστικών προϊόντων: ακατέργαστο/φυσικό ~ (= ελαστικό κόμμι· πβ. λάτεξ, οπός· βλ. ρητίνη). Συνθετικό ~ (πβ. ελαστομερές). Ανακυκλωμένο/αφρώδες/υγρό ~. Βαφές/γόμες/λάστιχα/μονωτικά (βλ. εβονίτης)/παιχνίδια/παρεμβύσματα/σόλα (πβ. κρεπ)/σφαίρες από ~. Πβ. λάστιχο. Βλ. βουλκανισμός. [< γαλλ. caoutchouc] | |
| 22816 | καουτσουκένιος | , ια, ιο κα-ου-τσου-κέ-νιος επίθ.: κατασκευασμένος από καουτσούκ: ~ια: μπάλα/φόρμα. ~ιες: μπότες/σόλες. Πβ. ελαστικός, λαστιχένιος. Βλ. -ένιος. | |
| 22817 | καουτσουκόδεντρο | κα-ου-τσου-κό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. τροπικό δέντρο (επιστ. ονομασ. Hevea brasiliensis) από τον γαλακτώδη χυμό του οποίου εξάγεται το καουτσούκ. | |
| 22818 | ΚΑΠ | 1. (ο) Κανονισμός Αγώνων Ποδοσφαίρου 2. (η) Κοινή Αγροτική Πολιτική (στην Ευρωπαϊκή Ένωση). 3. (η) Κοινή Αλιευτική Πολιτική (στην Ευρωπαϊκή Ένωση). 4. (οι) Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι. | |
| 22819 | κάπα | κά-πα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κάππα: το δέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: ~ κεφαλαίο (Κ). ~ μικρό/πεζό (κ). Πβ. κ. [< αρχ. κάππα] | |
| 22820 | κάπα | κά-πα ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) βαρύ πανωφόρι χωρικών, κυρ. βοσκών, με κουκούλα και συνήθ. χωρίς μανίκια: μάλλινη/τρίχινη ~. Βλ. επενδύτης, σιγκούνι, χλαίνη. ΣΥΝ. καπότα (2) 2. γυναικείο πανωφόρι σαν μπέρτα, αμάνικο ή με ανοίγματα για τα χέρια: κοντή/μακριά ~. || Κόκκινη ~ (υπερήρωα). Πβ. μπέρτα. Βλ. πόντσο. [< μεσν. κάπα < μεσν. λατ. capa] | |
| 22821 | καπάκι | κα-πά-κι ουσ. (ουδ.) {καπακιού} 1. εξάρτημα που τοποθετείται πάνω στο άνοιγμα ή στόμιο ενός αντικειμένου, κυρ. σκεύους ή δοχείου, για να διαφυλάσσεται το περιεχόμενό του: ανταλλακτικό/βιδωτό/μεταλλικό/πλαστικό/προστατευτικό/στρογγυλό ~. ~ ασφαλείας. ~ με λαβή. Το ~ της κατσαρόλας/του κουτιού/της λεκάνης/του μαρκαδόρου/του μπουκαλιού/του φακού (κάμερας)/της χύτρας. Κάδος (απορριμμάτων)/τηγάνι με ~. Ανοίγω/αφαιρώ/κλείνω/ξεβιδώνω/σφίγγω το ~. Δεν κουμπώνει το ~ (= δεν εφαρμόζει καλά).|| (συνεκδ. το περιεχόμενό του) Ρίξτε ένα ~ μαλακτικό!|| (κατ' επέκτ.) Tσέπη με ~ (: εξωτερικό κάλυμμα). ΣΥΝ. βούλωμα (2), πώμα (1), σκέπασμα (2), τάπα1 (1) 2. (ως επίρρ.-προφ.) αμέσως μετά, χωρίς καθυστέρηση: Επέστρεψε χθες και πήγε ~ στη δουλειά. Ήρθε και στο ~ ξανάφυγε. 3. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μαλακό κρέας χωρίς λίπος από τους θωρακικούς σπονδύλους του μοσχαριού, που μαγειρεύεται συνήθ. βραστό ή γίνεται κιμάς: ~ για σούπα. Βλ. λάπα, τράχηλος. ● ΦΡ.: κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι βλ. τέντζερης [< τουρκ. kapak] | |
| 22822 | καπάκωμα | κα-πά-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καπακώνω. Πβ. βούλ-, τάπ-ωμα. Βλ. κουκούλωμα. | |
| 22823 | καπακώνω | κα-πα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {καπάκω-σα, καπακώ-θηκε, -μένος, καπακών-οντας} (προφ.) 1. σκεπάζω συνήθ. με καπάκι: ~ το μπουκάλι/το τάπερ (= κλείνω). Πβ. βουλ-, ταπ-ώνω. 2. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) καλύπτω με το σώμα μου: Ο τερματοφύλακας ~σε την μπάλα, πριν περάσει τη γραμμή. 3. (μτφ.) αποκρύπτω, συγκαλύπτω: ~σαν την υπόθεση. ΣΥΝ. θάβω (4), κουκουλώνω (2) 4. (μτφ.) υποσκελίζω: Tον ~σε κάποιος με λιγότερα προσόντα. Πβ. παραγκωνίζω. ΣΥΝ. καπελώνω (1) | |
| 22824 | καπαμάς | κα-πα-μάς ουσ. (αρσ.): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό κατσαρόλας από αρνίσιο, μοσχαρίσιο ή κατσικίσιο κρέας με ντομάτα και μπαχαρικά· ο αντίστοιχος τρόπος μαγειρέματος: ~ με κολοκυθάκια.|| Κουνουπίδι ~ά. Βλ. γιαχνί. [< τουρκ. kapama] | |
| 22825 | κάπαρη | βλ. κάππαρη | |
| 22826 | καπαρντίνα | βλ. καμπαρντίνα | |
| 22827 | καπάρο | κα-πά-ρο ουσ. (ουδ.) {μόνο στην ονομαστ. κ. αιτ. εν.} (προφ.): χρηματικό ποσό που δίνεται ως εγγύηση ή προκαταβολή: Μας έδωσε ~ (ο ενοικιαστής). ΣΥΝ. αρραβώνας (2), μπροστάντζα [< ιταλ. caparra] | |
| 22828 | καπάρωμα | κα-πά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καπαρώνω: ~ μιας θέσης (= αγκαζάρισμα, κλείσιμο, κράτηση, πιάσιμο)/ενός τίτλου (= απόκτηση, εξασφάλιση). | |
| 22829 | καπαρώνω | κα-πα-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {καπάρω-σα, καπαρώ-θηκε, -μένος} (προφ.): εξασφαλίζω κάτι έναντι χρηματικού ποσού ή κατόπιν συνεννόησης· κατοχυρώνω: Έτρεξαν να ~σουν το σπίτι, πριν τους προλάβουν άλλοι. Το τραπέζι είναι ~μένο (= κρατημένο, πιασμένο, ρεζερβέ).|| ~σαν τον παίκτη. Είναι ~μένη (= δεσμευμένη).|| Έχουν ~σει την πρόκριση/την πρωτιά. ΣΥΝ. αγκαζάρω, καβατζώνω | |
| 22830 | καπάτσος, καπάτσα | κα-πά-τσος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνηθέστ. στο θηλ.} (προφ.): πρόσωπο που πετυχαίνει τους στόχους του, χάρη στην εξυπνάδα, την πονηριά ή/και τις ικανότητές του: Πβ. γατόνι, επιτήδειος, καταφερτζής, κωλοπετσωμένος. Βλ. μαλαγάνας.|| (ως επίθ.) Δυναμική, ~α γυναίκα (: τετραπέρατη). [< ιταλ. capace ‘ευρύχωρος, επιδέξιος, ικανός’] | |
| 22831 | καπατσοσύνη | κα-πα-τσο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (προφ.): επιτηδειότητα: γυναικεία/επιχειρηματική ~. Πβ. επιδεξιότητα, πονηριά. Βλ. μαγκιά, -οσύνη. | |
| 22832 | ΚΑΠΕ | (το): Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. | |
| 22833 | καπελάδικο | κα-πε-λά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): κατάστημα κατασκευής ή/και πώλησης καπέλων. Πβ. πιλοποιείο. Βλ. -άδικο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ