| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22834 | καπελαδούρα | κα-πε-λα-δού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.-ειρων.): πολύ μεγάλο ή/και φανταχτερό καπέλο. [< βεν. *capeladura] | |
| 22835 | καπελάς | κα-πε-λάς ουσ. (αρσ.) , καπελού (η) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): κατασκευαστής ή/και πωλητής καπέλων. Πβ. πιλοποιός. Βλ. -άς. | |
| 22836 | κάπελας | κά-πε-λας ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): ταβερνιάρης. [< αρχ. κάπηλος] | |
| 22837 | καπελιέρα | κα-πε-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.): κουτί συνήθ. στρογγυλό για τοποθέτηση, μεταφορά ή/και φύλαξη καπέλων∙ κατ' επέκτ. θήκη παρόμοιου σχήματος: βελούδινη ~.|| ~ με λουλούδια. Πβ. καλάθι. Βλ. -ιέρα. [< ιταλ. cappelliera] | |
| 22838 | καπελίνα | κα-πε-λί-να ουσ. (θηλ.): γυναικείο πλατύγυρο καπέλο: νυφική/ψάθινη (βλ. παναμάς) ~. ~ από οργάντζα.|| (παλαιότ.) Κυρίες με ομπρελίνα και ~ες. Βλ. κρινολίνο. [< ιταλ. cappellina] | |
| 22839 | καπελίνο | κα-πε-λί-νο ουσ. (ουδ.): μικρό, συνήθ. γυναικείο καπέλο. [< ιταλ. cappellino] | |
| 22841 | καπέλωμα | κα-πέ-λω-μα ουσ. (ουδ.) {καπελώμ-ατος} (προφ.) 1. πατρονάρισμα, χειραγώγηση: ιδεολογικό ~. ~ του αγώνα (πβ. καπηλεία)/του κινήματος. Κομματικά/πολιτικά/συντεχνιακά ~ατα. Διάθεση ~ατος των προσπαθειών. Μίλησε για ~ των νέων. Πβ. εκμετάλλευση, καναλιζάρισμα, ποδηγέτηση. 2. επιβολή επιπρόσθετης χρηματικής επιβάρυνσης, συνήθ. παράνομη: ~ και κερδοσκοπία. Πβ. καπέλο. [< 1: γαλλ. chapeautage] | |
| 22842 | καπελώνω | κα-πε-λώ-νω ρ. (μτβ) {καπέλω-σε, καπελώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, καπελών-οντας} (προφ.) 1. επιβάλλομαι σε κάποιον, υπερισχύω έναντί του συνήθ. με αθέμιτα μέσα· εκμεταλλεύομαι την προσπάθεια άλλων για ιδιοτελείς σκοπούς: Η πλειοψηφία ~θηκε απ' τη μειοψηφία. Νιώθει ~μένος. Πβ. κηδεμονεύω, πατρονάρω.|| ~ει με την ερμηνεία του τους υπόλοιπους ηθοποιούς. Πβ. επισκιάζω, υπερακοντίζω.|| Προσπάθησαν να ~σουν τη διαδήλωση/το κίνημα. Πβ. καναλιζάρω, καπηλεύομαι, κατευθύνω, ποδηγετώ, χειραγωγώ. 2. επιβάλλω οικονομική επιβάρυνση: ~ουν τις τιμές των εισιτηρίων. [< 1: γαλλ. chapeauter] | |
| 22843 | καπετάν | κα-πε-τάν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Κ) & καπτάν (προφ.): προτακτικό ονόματος καπετάνιου, ναυτικού ή οπλαρχηγού: ~ Κωσταντής/Νικόλας. ● ΣΥΜΠΛ.: καπετάν φασαρίας βλ. φασαρίας [< καπετάνιος, πβ. τουρκ. kaptan] | |
| 22844 | καπετανάτο | κα-πε-τα-νά-το ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. (μτφ.-μειωτ.) κλίκα, φατρία: ~α τοπικών παραγόντων. 2. ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) το αξίωμα του καπετάνιου· κατ' επέκτ. εδαφική περιοχή που ανήκε στο πλαίσιο των αρμοδιότητων του: κλέφτικα ~α.|| (μτφ.-μειωτ.) Έχει κάνει την εταιρεία ~ (= κτήμα, τσιφλίκι) του. Βλ. -άτο. | |
| 22845 | καπετάνιος | κα-πε-τά-νιος ουσ. (αρσ.) {καπετάν-ιοι (λαϊκό) -αίοι | σπανιότ. θηλ. καπετάνισσα} 1. κυβερνήτης πλοίου· (στο θηλ.) γυναίκα πλοίαρχος ή σύζυγος καπετάνιου: πρώτος/δεύτερος/τρίτος ~. Δίπλωμα ~ιου. Το ατύχημα οφείλεται σε λάθος του ~ιου. Πβ. καραβοκύρης. Βλ. ναυτικός. 2. ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) αρχηγός άτακτου σώματος: οι ~αίοι της Επανάστασης. ΣΥΝ. οπλαρχηγός. Βλ. αρματολός, κλέφτης.|| (κατ' επέκτ.) ~ του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/Μακεδονικού Αγώνα. Βλ. πρωτο~. 3. (σπανιότ.-μτφ.) επικεφαλής ομάδας, ηγέτης: ο ~ του κόμματος. Πβ. ηγήτορας. ● ΦΡ.: ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται (παροιμ.): η πραγματική αξία κάποιου αποδεικνύεται στις δύσκολες στιγμές., οι πολλοί καπεταναίοι ρίχνουν έξω το καράβι βλ. καράβι [< μεσν. καπετάνιος < βεν. capetanio, capetano] | |
| 22846 | ΚΑΠΗ | (το): Κέντρο Ανοικτής Προστασίας Ηλικιωμένων. Βλ. ΚΗΦΗ. | |
| 22847 | καπηλεία | κα-πη-λεί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): εκμετάλλευση αξιών ή/και ιδανικών για την εξυπηρέτηση προσωπικών ή άλλων σκοπιμοτήτων: εκλογική/ιδεολογική/ιστορική/πολιτική ~ (πβ. καιροσκοπισμός). Προσπάθεια ~ας του αγώνα των ... (πβ. καπέλωμα)/ενός γεγονότος/του θρησκευτικού συναισθήματος/του ονόματος κάποιου (πβ. εμπορευματοποίηση). Βλ. αρχαιο-, εθνο-, πατριδο-, πολεμο-καπηλία. [< αρχ. καπηλεία ‘εμπόριο ειδών διατροφής’] | |
| 22848 | καπηλειό | κα-πη-λειό ουσ. (ουδ.) (παρωχ.): ταβέρνα όπου σερβίρονταν μεζέδες και κυρ. βαρελίσιο κρασί: υπόγεια ~ά. Πβ. κουτούκι, οινομαγειρείο. [< αρχ. καπηλεῖον] | |
| 22849 | καπηλεύομαι | κα-πη-λεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {καπηλεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, καπηλευ-τεί (λόγ.) -θεί, μτχ. ενεστ. καπηλευ-όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): εκμεταλλεύομαι ένα ιδανικό, τις προσπάθειες άλλων ή ένα σημαντικό γεγονός, για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων: ~ονται τις δημοκρατικές κατακτήσεις (πβ. καπελώνω)/την ιδέα του .../τα ιερά σύμβολα/την Ιστορία/τα όνειρα και τις ελπίδες των νέων/την πολιτιστική μας κληρονομιά. Ήταν πολλοί εκείνοι που ~τηκαν τον θάνατο/τη θυσία/τη μνήμη του. Προσπάθησαν να ~τούν το τραγικό συμβάν. Έκαναν λεφτά ~όμενοι τον πόνο και την δυστυχία του κόσμου (πβ. καιροσκοπώ). Πβ. εμπορεύομαι. Βλ. χρησιμοποιώ. [< αρχ. καπηλεύω ‘κάνω μικρεμπόριο’] | |
| 22850 | καπηλευτής | κα-πη-λευ-τής ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): εκμεταλλευτής: ~ές των αγώνων του λαού/των εννοιών της ελευθερίας και της ισότητας. ΣΥΝ. κάπηλος | |
| 22851 | κάπηλος | κά-πη-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ήλου} (απαιτ. λεξιλόγ.): εκμεταλλευτής. [< αρχ. κάπηλος] | |
| 22853 | καπίκι | κα-πί-κι ουσ. (ουδ.) 1. υποδιαίρεση του ρουβλίου, ίση με το ένα εκατοστό του. 2. (στην πρέφα) πόντος. Bλ. κάσα. [< ρωσ. kopejka, γαλλ. kopeck] | |
| 22854 | καπίστρι | κα-πί-στρι ουσ. (ουδ.): λουρί που μπαίνει στον λαιμό υποζυγίου για να ελέγχεται από τον αναβάτη του. Πβ. γκέμια, ηνία, χαλινάρι. Βλ. λαιμαριά. ΣΥΝ. φορβειά [< μεσν. καπίστρι(ν) < λατ. capistrum] | |
| 22855 | καπιτάλας | κα-πι-τά-λας ουσ. (αρσ.) , καπιτάλα (η) (προφ.-μειωτ.): καπιταλιστής. Βλ. -άλας, μπουρζουάς. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ