| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22846 | ΚΑΠΗ | (το): Κέντρο Ανοικτής Προστασίας Ηλικιωμένων. Βλ. ΚΗΦΗ. | |
| 22847 | καπηλεία | κα-πη-λεί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): εκμετάλλευση αξιών ή/και ιδανικών για την εξυπηρέτηση προσωπικών ή άλλων σκοπιμοτήτων: εκλογική/ιδεολογική/ιστορική/πολιτική ~ (πβ. καιροσκοπισμός). Προσπάθεια ~ας του αγώνα των ... (πβ. καπέλωμα)/ενός γεγονότος/του θρησκευτικού συναισθήματος/του ονόματος κάποιου (πβ. εμπορευματοποίηση). Βλ. αρχαιο-, εθνο-, πατριδο-, πολεμο-καπηλία. [< αρχ. καπηλεία ‘εμπόριο ειδών διατροφής’] | |
| 22848 | καπηλειό | κα-πη-λειό ουσ. (ουδ.) (παρωχ.): ταβέρνα όπου σερβίρονταν μεζέδες και κυρ. βαρελίσιο κρασί: υπόγεια ~ά. Πβ. κουτούκι, οινομαγειρείο. [< αρχ. καπηλεῖον] | |
| 22849 | καπηλεύομαι | κα-πη-λεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {καπηλεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, καπηλευ-τεί (λόγ.) -θεί, μτχ. ενεστ. καπηλευ-όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): εκμεταλλεύομαι ένα ιδανικό, τις προσπάθειες άλλων ή ένα σημαντικό γεγονός, για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων: ~ονται τις δημοκρατικές κατακτήσεις (πβ. καπελώνω)/την ιδέα του .../τα ιερά σύμβολα/την Ιστορία/τα όνειρα και τις ελπίδες των νέων/την πολιτιστική μας κληρονομιά. Ήταν πολλοί εκείνοι που ~τηκαν τον θάνατο/τη θυσία/τη μνήμη του. Προσπάθησαν να ~τούν το τραγικό συμβάν. Έκαναν λεφτά ~όμενοι τον πόνο και την δυστυχία του κόσμου (πβ. καιροσκοπώ). Πβ. εμπορεύομαι. Βλ. χρησιμοποιώ. [< αρχ. καπηλεύω ‘κάνω μικρεμπόριο’] | |
| 22850 | καπηλευτής | κα-πη-λευ-τής ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): εκμεταλλευτής: ~ές των αγώνων του λαού/των εννοιών της ελευθερίας και της ισότητας. ΣΥΝ. κάπηλος | |
| 22851 | κάπηλος | κά-πη-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ήλου} (απαιτ. λεξιλόγ.): εκμεταλλευτής. [< αρχ. κάπηλος] | |
| 22853 | καπίκι | κα-πί-κι ουσ. (ουδ.) 1. υποδιαίρεση του ρουβλίου, ίση με το ένα εκατοστό του. 2. (στην πρέφα) πόντος. Bλ. κάσα. [< ρωσ. kopejka, γαλλ. kopeck] | |
| 22854 | καπίστρι | κα-πί-στρι ουσ. (ουδ.): λουρί που μπαίνει στον λαιμό υποζυγίου για να ελέγχεται από τον αναβάτη του. Πβ. γκέμια, ηνία, χαλινάρι. Βλ. λαιμαριά. ΣΥΝ. φορβειά [< μεσν. καπίστρι(ν) < λατ. capistrum] | |
| 22855 | καπιτάλας | κα-πι-τά-λας ουσ. (αρσ.) , καπιτάλα (η) (προφ.-μειωτ.): καπιταλιστής. Βλ. -άλας, μπουρζουάς. | |
| 22856 | καπιτάλι | κα-πι-τά-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): χρηματικό κεφάλαιο. [< ιταλ. capitale] | |
| 22857 | καπιταλισμός | κα-πι-τα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. οικονομικό σύστημα στο οποίο τα μέσα παραγωγής (κεφάλαια) βρίσκονται στην κατοχή ιδιωτών και ελέγχονται από αυτούς, που αγοράζουν και πληρώνουν το εργατικό δυναμικό και εκμεταλλεύονται το κέρδος από την πώληση αγαθών στην ελεύθερη ανταγωνιστική αγορά: βιομηχανικός/κρατικομονοπωλιακός ~. Βλ. κομμουν-, μερκαντιλ-, (νεο)φιλελευθερ-, σοσιαλ-ισμός, μετα~, πλουτοκρατία. ΣΥΝ. κεφαλαιοκρατία (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κρατικός καπιταλισμός: (σύμφωνα με τον λενινισμό) οικονομικό σύστημα στο οποίο η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει αναλάβει τη διαχείριση της παραγωγής αλλά υπό τον αυστηρό έλεγχο του κράτους. Βλ. κρατ-, συγκεντρωτ-ισμός., λαϊκός καπιταλισμός: διανομή μετοχών στους εργαζομένους και συμμετοχή τους στα κέρδη των επιχειρήσεων., μονοπωλιακός καπιταλισμός: που βασίζεται στην ανάπτυξη καρτέλ και μονοπωλίων. [< αγγλ. capitalism, 1833, γαλλ. capitalisme, 1842] | |
| 22858 | καπιταλίστας | κα-πι-τα-λί-στας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): καπιταλιστής. Βλ. -ίστας, λομπίστας. [< ιταλ. capitalista] | |
| 22859 | καπιταλιστής | κα-πι-τα-λι-στής ουσ. (αρσ.) , καπιταλίστρια (η) 1. κάτοχος κεφαλαίου, ο οποίος το επενδύει σε επιχειρήσεις με σκοπό το κέρδος· κατ' επέκτ. πολύ πλούσιος. Βλ. πλουτοκράτης, προλετάριος. ΣΥΝ. καπιτάλας, καπιταλίστας, κεφαλαιοκράτης, κεφαλαιούχος 2. οπαδός του καπιταλισμού. Βλ. κομμουν-, σοσιαλ-ιστής, (νεο)φιλελεύθερος. [< γαλλ. capitaliste, 1832] | |
| 22860 | καπιταλιστικός | , ή, ό κα-πι-τα-λι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον καπιταλισμό ή τον καπιταλιστή: ~ός: ανταγωνισμός/δρόμος/κόσμος/τρόπος παραγωγής. ~ή: ανάπτυξη/κοινωνία/οικονομία/οργάνωση/παγκοσμιοποίηση/τάξη. ~ό: μοντέλο/σύστημα (βλ. μονοπωλιακός). ~ά: κέρδη/κράτη/συμφέροντα. Βλ. κομμουν-, σοσιαλ-ιστικός, μετα~, πλουτοκρατικός, προλεταριακός. ΣΥΝ. κεφαλαιοκρατικός ΑΝΤ. αντικαπιταλιστικός [< γαλλ. capitaliste, 1832] | |
| 22861 | καπιτονέ | κα-πι-το-νέ επίθ. {άκλ.}: του οποίου το ύφασμα έχει επένδυση από μαλακό, συνήθ. αφρώδες υλικό και τα γαζιά του σχηματίζουν ρόμβους: ~ κάλυμμα/μαξιλάρια/μπουφάν/πάπλωμα/στρώμα/φόδρα.|| (σπανιότ. ως ουσ.) Καναπές με ~ (ενν. ύφασμα). [< γαλλ. capitonné] | |
| 22862 | καπλαμάς | κα-πλα-μάς ουσ. (αρσ.) {-άδες}: λεπτό φύλλο ξύλου με νερά (χρωματικές ραβδώσεις), το οποίο επικολλάται πάνω σε ξύλινες πλάκες κατώτερης ποιότητας, ώστε να μοιάζει με ακριβό συμπαγές ξύλο· συνεκδ. το ίδιο το υλικό (απομίμηση ξύλου) που χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία: τεχνητός (πβ. μελαμίνη)/φυσικός ~. Βλ. επικολλητός, κόντρα πλακέ, νοβοπάν. [< τουρκ. kaplama] | |
| 22863 | καπλάνι | κα-πλά-νι ουσ. (ουδ.) (παρωχ.): ΖΩΟΛ. τίγρη. [< τουρκ. kaplan] | |
| 22864 | καπν- | βλ. καπνο- | |
| 22865 | κάπνα | κά-πνα ουσ. (θηλ.) 1. πυκνός καπνός με βαριά, δυσάρεστη οσμή: η ~ του εργοστασίου. H ~ από τις εξατμίσεις/το τσιγάρο/τα φουγάρα. Μας φλόμωσε η ~! Δεν βλέπαμε από την ~! ΣΥΝ. καπνίλα 2. αιθάλη, καπνιά, φούμο: η ~ από τη σόμπα/το τζάκι. Πρόσωπο/ρούχο γεμάτο ~ες. | |
| 22866 | καπναγωγός | κα-πνα-γω-γός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σωλήνας απαγωγής καπναερίων: κτιστός/μεταλλικός ~. ~ εργοστασίου (= τσιμινιέρα, φουγάρο)/λέβητα/τζακιού (= καμινάδα, καπνοδόχος). Αεραγωγοί-~οί. Πβ. μπουρί. Βλ. -αγωγός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ