Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [23620-23640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22856καπιτάλικα-πι-τά-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): χρηματικό κεφάλαιο. [< ιταλ. capitale]
22857καπιταλισμόςκα-πι-τα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. οικονομικό σύστημα στο οποίο τα μέσα παραγωγής (κεφάλαια) βρίσκονται στην κατοχή ιδιωτών και ελέγχονται από αυτούς, που αγοράζουν και πληρώνουν το εργατικό δυναμικό και εκμεταλλεύονται το κέρδος από την πώληση αγαθών στην ελεύθερη ανταγωνιστική αγορά: βιομηχανικός/κρατικομονοπωλιακός ~. Βλ. κομμουν-, μερκαντιλ-, (νεο)φιλελευθερ-, σοσιαλ-ισμός, μετα~, πλουτοκρατία. ΣΥΝ. κεφαλαιοκρατία (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κρατικός καπιταλισμός: (σύμφωνα με τον λενινισμό) οικονομικό σύστημα στο οποίο η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει αναλάβει τη διαχείριση της παραγωγής αλλά υπό τον αυστηρό έλεγχο του κράτους. Βλ. κρατ-, συγκεντρωτ-ισμός., λαϊκός καπιταλισμός: διανομή μετοχών στους εργαζομένους και συμμετοχή τους στα κέρδη των επιχειρήσεων., μονοπωλιακός καπιταλισμός: που βασίζεται στην ανάπτυξη καρτέλ και μονοπωλίων. [< αγγλ. capitalism, 1833, γαλλ. capitalisme, 1842]
22858καπιταλίσταςκα-πι-τα-λί-στας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): καπιταλιστής. Βλ. -ίστας, λομπίστας. [< ιταλ. capitalista]
22859καπιταλιστήςκα-πι-τα-λι-στής ουσ. (αρσ.) , καπιταλίστρια (η) 1. κάτοχος κεφαλαίου, ο οποίος το επενδύει σε επιχειρήσεις με σκοπό το κέρδος· κατ' επέκτ. πολύ πλούσιος. Βλ. πλουτοκράτης, προλετάριος. ΣΥΝ. καπιτάλας, καπιταλίστας, κεφαλαιοκράτης, κεφαλαιούχος 2. οπαδός του καπιταλισμού. Βλ. κομμουν-, σοσιαλ-ιστής, (νεο)φιλελεύθερος. [< γαλλ. capitaliste, 1832]
22860καπιταλιστικός, ή, ό κα-πι-τα-λι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον καπιταλισμό ή τον καπιταλιστή: ~ός: ανταγωνισμός/δρόμος/κόσμος/τρόπος παραγωγής. ~ή: ανάπτυξη/κοινωνία/οικονομία/οργάνωση/παγκοσμιοποίηση/τάξη. ~ό: μοντέλο/σύστημα (βλ. μονοπωλιακός). ~ά: κέρδη/κράτη/συμφέροντα. Βλ. κομμουν-, σοσιαλ-ιστικός, μετα~, πλουτοκρατικός, προλεταριακός. ΣΥΝ. κεφαλαιοκρατικός ΑΝΤ. αντικαπιταλιστικός [< γαλλ. capitaliste, 1832]
22861καπιτονέκα-πι-το-νέ επίθ. {άκλ.}: του οποίου το ύφασμα έχει επένδυση από μαλακό, συνήθ. αφρώδες υλικό και τα γαζιά του σχηματίζουν ρόμβους: ~ κάλυμμα/μαξιλάρια/μπουφάν/πάπλωμα/στρώμα/φόδρα.|| (σπανιότ. ως ουσ.) Καναπές με ~ (ενν. ύφασμα). [< γαλλ. capitonné]
22862καπλαμάςκα-πλα-μάς ουσ. (αρσ.) {-άδες}: λεπτό φύλλο ξύλου με νερά (χρωματικές ραβδώσεις), το οποίο επικολλάται πάνω σε ξύλινες πλάκες κατώτερης ποιότητας, ώστε να μοιάζει με ακριβό συμπαγές ξύλο· συνεκδ. το ίδιο το υλικό (απομίμηση ξύλου) που χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία: τεχνητός (πβ. μελαμίνη)/φυσικός ~. Βλ. επικολλητός, κόντρα πλακέ, νοβοπάν. [< τουρκ. kaplama]
22863καπλάνικα-πλά-νι ουσ. (ουδ.) (παρωχ.): ΖΩΟΛ. τίγρη. [< τουρκ. kaplan]
22864καπν-βλ. καπνο-
22865κάπνακά-πνα ουσ. (θηλ.) 1. πυκνός καπνός με βαριά, δυσάρεστη οσμή: η ~ του εργοστασίου. H ~ από τις εξατμίσεις/το τσιγάρο/τα φουγάρα. Μας φλόμωσε η ~! Δεν βλέπαμε από την ~! ΣΥΝ. καπνίλα 2. αιθάλη, καπνιά, φούμο: η ~ από τη σόμπα/το τζάκι. Πρόσωπο/ρούχο γεμάτο ~ες.
22866καπναγωγόςκα-πνα-γω-γός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σωλήνας απαγωγής καπναερίων: κτιστός/μεταλλικός ~. ~ εργοστασίου (= τσιμινιέρα, φουγάρο)/λέβητα/τζακιού (= καμινάδα, καπνοδόχος). Αεραγωγοί-~οί. Πβ. μπουρί. Βλ. -αγωγός.
22867καπναέριακα-πνα-έ-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα): απαέρια. Πβ. καυσαέρια.
22868καπναπαγόρευσηβλ. καπνοαπαγόρευση
22869καπνεμπορικός, ή, ό κα-πνε-μπο-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το καπνεμπόριο: ~ή: εταιρεία.
22870καπνεμπόριοκα-πνε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εμπόριο καπνών. Βλ. -εμπόριο, καπνοβιομηχανία. [< γαλλ. commerce du tabac]
22871καπνέμποροςκα-πνέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) καπνέμπορας: έμπορος καπνών. Βλ. -έμπορος, καπνοπαραγωγός.
22872καπνεργάτηςκα-πνερ-γά-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. καπνεργάτρια}: εργάτης σε καπνοκαλλιέργειες ή σε καπνεργοστάσιο.
22873καπνεργοστάσιοκα-πνερ-γο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.): εργοστάσιο επεξεργασίας καπνού ή/και παραγωγής καπνικών προϊόντων, κυρ. τσιγάρων. Πβ. καπνοβιομηχανία.
22874καπνιάκα-πνιά ουσ. (θηλ.) 1. λεπτή μαύρη σκόνη άνθρακα, που προέρχεται από την ατελή καύση ξύλων ή άλλων υλικών και επικάθεται στις γύρω επιφάνειες: ~ από τη σόμπα. ~ στο τζάκι/στους τοίχους. Τα χέρια του γέμισαν ~ιές (: μαυρίλες, μουτζούρες). Βλ. στάχτη. ΣΥΝ. αιθάλη, κάπνα (2), καρβουνίδι, φούμο (1) 2. πυκνός καπνός: ~ από την εξάτμιση. ΣΥΝ. κάπνα (1) 3. ΓΕΩΠ. ασθένεια κυρ. της ελιάς (επιστ. ονομασ. Capnodium oleae), η οποία προκαλείται από την ανάπτυξη του μύκητα Fumago vagans στις μελιτώδεις εκκρίσεις εντόμων που την έχουν ήδη προσβάλει: Η ~ εμφανίζεται ως λεπτό μαύρο στρώμα στα φύλλα, τους βλαστούς και τους καρπούς του δέντρου. Βλ. δάκος, καρκίνωση. [< μτγν. καπνία 'άνοιγμα στη στέγη για τον καπνό']
22875καπνίζωκα-πνί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κάπνι-σα, (σπάν.) καπνί-στηκε, -σμένος, μτχ. ενεστ. καπνίζ-οντες, καπνίζ-οντας} 1. εισπνέω και εκπνέω καπνό, κυρ. τσιγάρου, από το στόμα ή τη μύτη· γενικότ. είμαι καπνιστής: ~ει πούρα/τσιγάρα. Πόσα πακέτα ~ει την ημέρα; Ευχαριστούμε που δεν ~ετε. ~ζε τον ναργιλέ/την πίπα του (πβ. ρουφώ).|| ~ζε, αλλά το 'κοψε.|| Χώρος μη ~όντων.|| (κατ' επέκτ., για ναρκωτικό) ~ει κάνναβη/μαριχουάνα. Πβ. ατμίζω. ΣΥΝ. φουμάρω (1) 2. {συνήθ. στη μτχ.} κάνω κάτι καπνιστό: ~σμένο: κρέας/ψάρι.καπνίζει 1. βγάζει καπνό: Το ηφαίστειο/το τζάκι ~. ~ουν οι καμινάδες. ~ουν ακόμα τα ξύλα. 2. {συνήθ. στη μτχ.} μαυρίζει, μουτζουρώνει με καπνιά: ~σμένοι: τοίχοι. ~σμένα: τζάμια. Βλ. ξεκαπνίζω.|| Παρατήρηση του ήλιου μέσα από ~σμένο γυαλί. [< αρχ. καπνίζω] ● ΦΡ.: καπνίζει σαν φουγάρο & (σπάν.) σαν τσιμινιέρα 1. για μανιώδη καπνιστή. 2. βγάζει πολύ καπνό., μου καπνίζει {συνήθ. στο θ. του αορίστου} (προφ.): για κάτι που γίνεται αυθόρμητα, απερίσκεπτα, επιπόλαια ή αυθαίρετα: Όποτε/όπου/όπως/όταν μου ~σει. Κάνει ό,τι του καπνίσει (= του κεφαλιού του). Έτσι του ~σε (εκείνη τη στιγμή) και σηκώθηκε κι έφυγε. ΣΥΝ. μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό), μου τη βιδώνει (1), μου την καρφώνει, καπνίζει σαν αράπης βλ. αράπης, αραπίνα, φούρνος να μην καπνίσει βλ. φούρνος [< πβ. αρχ. καπνίζω ‘μαυρίζω με καπνό’, γαλλ. fumer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.