| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22867 | καπναέρια | κα-πνα-έ-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα): απαέρια. Πβ. καυσαέρια. | |
| 22868 | καπναπαγόρευση | βλ. καπνοαπαγόρευση | |
| 22869 | καπνεμπορικός | , ή, ό κα-πνε-μπο-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το καπνεμπόριο: ~ή: εταιρεία. | |
| 22870 | καπνεμπόριο | κα-πνε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εμπόριο καπνών. Βλ. -εμπόριο, καπνοβιομηχανία. [< γαλλ. commerce du tabac] | |
| 22871 | καπνέμπορος | κα-πνέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) καπνέμπορας: έμπορος καπνών. Βλ. -έμπορος, καπνοπαραγωγός. | |
| 22872 | καπνεργάτης | κα-πνερ-γά-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. καπνεργάτρια}: εργάτης σε καπνοκαλλιέργειες ή σε καπνεργοστάσιο. | |
| 22873 | καπνεργοστάσιο | κα-πνερ-γο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.): εργοστάσιο επεξεργασίας καπνού ή/και παραγωγής καπνικών προϊόντων, κυρ. τσιγάρων. Πβ. καπνοβιομηχανία. | |
| 22874 | καπνιά | κα-πνιά ουσ. (θηλ.) 1. λεπτή μαύρη σκόνη άνθρακα, που προέρχεται από την ατελή καύση ξύλων ή άλλων υλικών και επικάθεται στις γύρω επιφάνειες: ~ από τη σόμπα. ~ στο τζάκι/στους τοίχους. Τα χέρια του γέμισαν ~ιές (: μαυρίλες, μουτζούρες). Βλ. στάχτη. ΣΥΝ. αιθάλη, κάπνα (2), καρβουνίδι, φούμο (1) 2. πυκνός καπνός: ~ από την εξάτμιση. ΣΥΝ. κάπνα (1) 3. ΓΕΩΠ. ασθένεια κυρ. της ελιάς (επιστ. ονομασ. Capnodium oleae), η οποία προκαλείται από την ανάπτυξη του μύκητα Fumago vagans στις μελιτώδεις εκκρίσεις εντόμων που την έχουν ήδη προσβάλει: Η ~ εμφανίζεται ως λεπτό μαύρο στρώμα στα φύλλα, τους βλαστούς και τους καρπούς του δέντρου. Βλ. δάκος, καρκίνωση. [< μτγν. καπνία 'άνοιγμα στη στέγη για τον καπνό'] | |
| 22875 | καπνίζω | κα-πνί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κάπνι-σα, (σπάν.) καπνί-στηκε, -σμένος, μτχ. ενεστ. καπνίζ-οντες, καπνίζ-οντας} 1. εισπνέω και εκπνέω καπνό, κυρ. τσιγάρου, από το στόμα ή τη μύτη· γενικότ. είμαι καπνιστής: ~ει πούρα/τσιγάρα. Πόσα πακέτα ~ει την ημέρα; Ευχαριστούμε που δεν ~ετε. ~ζε τον ναργιλέ/την πίπα του (πβ. ρουφώ).|| ~ζε, αλλά το 'κοψε.|| Χώρος μη ~όντων.|| (κατ' επέκτ., για ναρκωτικό) ~ει κάνναβη/μαριχουάνα. Πβ. ατμίζω. ΣΥΝ. φουμάρω (1) 2. {συνήθ. στη μτχ.} κάνω κάτι καπνιστό: ~σμένο: κρέας/ψάρι. ● καπνίζει 1. βγάζει καπνό: Το ηφαίστειο/το τζάκι ~. ~ουν οι καμινάδες. ~ουν ακόμα τα ξύλα. 2. {συνήθ. στη μτχ.} μαυρίζει, μουτζουρώνει με καπνιά: ~σμένοι: τοίχοι. ~σμένα: τζάμια. Βλ. ξεκαπνίζω.|| Παρατήρηση του ήλιου μέσα από ~σμένο γυαλί. [< αρχ. καπνίζω] ● ΦΡ.: καπνίζει σαν φουγάρο & (σπάν.) σαν τσιμινιέρα 1. για μανιώδη καπνιστή. 2. βγάζει πολύ καπνό., μου καπνίζει {συνήθ. στο θ. του αορίστου} (προφ.): για κάτι που γίνεται αυθόρμητα, απερίσκεπτα, επιπόλαια ή αυθαίρετα: Όποτε/όπου/όπως/όταν μου ~σει. Κάνει ό,τι του καπνίσει (= του κεφαλιού του). Έτσι του ~σε (εκείνη τη στιγμή) και σηκώθηκε κι έφυγε. ΣΥΝ. μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό), μου τη βιδώνει (1), μου την καρφώνει, καπνίζει σαν αράπης βλ. αράπης, αραπίνα, φούρνος να μην καπνίσει βλ. φούρνος [< πβ. αρχ. καπνίζω ‘μαυρίζω με καπνό’, γαλλ. fumer] | |
| 22876 | καπνικός | , ή, ό κα-πνι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον καπνό: ~ός: συνεταιρισμός. ~ά: προϊόντα (: καπνός, τσιγάρα, πούρα).|| (ως ουσ.) ~ά και οινοπνευματώδη (ενν. είδη). Βλ. καπνιστικός. [< μτγν. καπνικός] | |
| 22877 | καπνίλα | κα-πνί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): πολύς καπνός και συνηθέστ. η δυσάρεστη οσμή του: Tο γραφείο βρομάει/έχει γεμίσει ~ (= τσιγαρίλα). Πβ. κάπνα. Βλ. -ίλα. | |
| 58692 | κάπνισμα | κά-πνι-σμα ουσ. (ουδ.) {καπνίσμ-ατος} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καπνίζω: καθημερινό/περιστασιακό/συμβατικό (βλ. άτμισμα) ~. ~ πίπας/πούρου/τσιγάρου. ~ και καρδιοπάθειες/καρκίνος (του λάρυγγα/πνεύμονα/φάρυγγα)/υγιεινή του στόματος. Η συνήθεια του ~ατος. Νέοι και πρόληψη του ~ατος. Βιβλίο αναφοράς/ιατρείο διακοπής ~ατος. Εκστρατεία/φάρμακα/χάπι κατά του ~ατος (βλ. τσιρότο). Παγκόσμια Ημέρα κατά του ~ατος (: η 31η Μαΐου). Απαλλαγή/εξάρτηση από το ~. Το ~ βλάπτει τη γονιμότητα/το δέρμα/σοβαρά την υγεία. Απαγορεύεται το ~ σε δημόσιους χώρους. Αρχίζω/κόβω/σταματώ το ~ (: το τσιγάρο). Πβ. άτμισμα, φούμα, φουμάρισμα. Βλ. νικοτίνη.|| (κατ' επέκτ., για ναρκωτικά:) ~ μαριχουάνας. 2. (σπανιότ.) εκπομπή καπναερίων: ~ της τσιμινιέρας. 3. ειδική επεξεργασία τροφίμων για να γίνουν καπνιστά· γενικότ. έκθεση σε καπνό: (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) θερμό/υγρό/ψυχρό ~. ~ κρεάτων/ψαριών. Αρωματικά ξύλα/(ηλεκτρικός) φούρνος ~ατος. Βλ. πάστωμα.|| (στη μελισσοκομία) ~ της κυψέλης/των μελισσών (: για να ζαλιστούν οι μέλισσες και να γίνουν ακίνδυνες για την επιθεώρησή τους ή για τη συγκομιδή του μελιού). ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητικό κάπνισμα: το κάπνισμα ως εκούσια δραστηριότητα., παθητικό κάπνισμα: έκθεση ενός μη καπνιστή στον καπνό τσιγάρων και ακούσια εισπνοή του. [< αγγλ. passive smoking, 1971] , τριτογενές κάπνισμα: το αόρατο τοξικό μίγμα που προσκολλάται στα μαλλιά και τα ρούχα των καπνιστών, αλλά και των παρευρισκομένων, καθώς και στα αντικείμενα του χώρου καπνίσματος και το οποίο δεν απομακρύνεται με τον αερισμό. [< μτγν. κάπνισμα 'θυμιάτισμα', γαλλ. fumage] | |
| 22878 | καπνιστήρι | κα-πνι-στή-ρι ουσ. (ουδ.): συσκευή που παράγει καπνό: ~ για νάρκωση μελισσών.|| (σε συνταγές:) Καπνίζετε την πέστροφα σε ειδικό ~ για είκοσι λεπτά. Βλ. -τήρι. | |
| 22879 | καπνιστήριο | κα-πνι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): αίθουσα, δωμάτιο όπου επιτρέπεται το κάπνισμα, χώρος καπνιστών: δημιουργία/λειτουργία ~ων σε εργασιακούς χώρους. || ~ κρεάτων. Βλ. -τήριο. [< μτγν. καπνιστήριον ‘ατμόλουτρο’, μεσν. ~ ‘θυμιατήρι’, γαλλ. fumoir, αγγλ. smoking area] | |
| 22880 | καπνιστής, καπνίστρια | κα-πνι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που καπνίζει, συνήθ. συστηματικά: βαρύς (βλ. θεριακλής)/μανιώδης/περιστασιακός/πρώην/τακτικός/φανατικός/χρόνιος ~. Μη ~ές. Ανήλικοι/έφηβοι ~ές. ~ πίπας/πούρων/τσιγάρων. Νόσος των ~ών (= ΧΑΠ). Είδη ~ού/~ών (βλ. αναπτήρας, ταμπακιέρα, τσιγαρόχαρτο). Aίθουσα/θέσεις/χώρος (πβ. καπνιστήριο) ~ών. Πβ. ατμιστής. Βλ. αντι~. ● ΣΥΜΠΛ.: παθητικός καπνιστής: που εκτίθεται σε παθητικό κάπνισμα: ενεργητικοί και ~οί ~ές. Τα παιδιά ως ~οί ~ές. [< αγγλ. passive smoker] [< γαλλ. fumeur] | |
| 22881 | καπνιστικός | , ή, ό κα-πνι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το κάπνισμα ή/και τον καπνιστή: ~ή: συμπεριφορά. ~ό: ιστορικό (ασθενούς)/περιβάλλον. ~ές: συνήθειες. Βλ. αντι~, καπνικός. [< μτγν. καπνιστικός 'που βγάζει καπνό'] | |
| 22882 | καπνιστός | , ή, ό κα-πνι-στός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που έχει υποστεί επεξεργασία με καπνό, ο οποίος παράγεται από την αργή καύση αρωματικών ξύλων, με σκοπό τη συντήρηση και τον αρωματισμό του: ~ός: σολομός/τόνος. ~ή: γαλοπούλα/μπριζόλα/πέστροφα/ρέγγα. ~ό: ζαμπόν/μπέικον/τυρί (βλ. μετσοβόνε)/χοιρινό. ~ά: λουκάνικα.|| (ως ουσ.) Σπεσιαλιτέ μας τα ~ά. Βλ. παστός. [< μτγν. καπνιστός, γαλλ. fumé, αγγλ. smoked] | |
| 22883 | καπνο- | & καπνό- & καπν-: το ουσιαστικό καπνός ως α' συνθετικό λέξεων: καπνο-δόχος/~συλλέκτης/~σωλήνας. Καπν-ομίχλη.|| Kαπνο-βιομηχανία/~καλλιέργεια. Καπνό-φυλλα. | |
| 22884 | καπνοαπαγόρευση | κα-πνο-α-πα-γό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) & καπναπαγόρευση: απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς κυρ. δημόσιους χώρους (εστιατόρια, κέντρα διασκέδασης, εργασιακό περιβάλλον). | |
| 22885 | καπνοβιομηχανία | κα-πνο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία επεξεργασίας καπνού και παραγωγής καπνικών προϊόντων, κυρ. τσιγάρων. Πβ. καπνεργοστάσιο. Βλ. -βιομηχανία. [< γαλλ. industrie du tabac] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ