| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22886 | καπνοβιομηχανικός | , ή, ό κα-πνο-βι-ο-μη-χα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την καπνοβιομηχανία: ~ή: επιχείρηση. ~ά: προϊόντα. | |
| 22887 | καπνογόνα | κα-πνο-γό-να ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. καπνογόνο}: χημικά αέρια που κατά την ανάφλεξή τους παράγουν πυκνό καπνό ο οποίος προκαλεί δύσπνοια και έντονο ερεθισμό των ματιών· συνεκδ. οι κυλινδρικές συσκευασίες μέσα στις οποίες περιέχονται: Στη διαδήλωση έπεσαν/έσκασαν ~. Χρήση ~ων. Βλ. αντιασφυξιογόνα μάσκα, δακρυγόνα.|| (για χούλιγκαν:) Άναψαν/πέταξαν ~. Συνελήφθησαν για ρίψη ~ων στον αγωνιστικό χώρο. Βλ. μολότοφ.|| Εντυπωσιακό θέαμα με βεγγαλικά και ~. Παράνομη κατοχή κροτίδων και ~ων. Βλ. πυροτέχνημα.|| Χρωματιστά ~ διάσωσης. Βλ. φωτοβολίδα.|| (ΓΕΩΠ., ως παρασιτοκτόνο) Απεντόμωση με ~ (βλ. υποκαπνισμός). [< γαλλ. fumigènes, 1932] | |
| 22888 | καπνογόνος | , ος/α, ο κα-πνο-γό-νος επίθ.: που παράγει καπνό: ~ος: βόμβα. ~ες: ουσίες/χειροβομβίδες. ~α: αέρια (= καπνογόνα). Βλ. -γόνος, δακρυγόνος. [< γαλλ. fumigène, 1909] | |
| 22889 | καπνοδόχος | κα-πνο-δό-χος ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΟΙΚΟΔ. καμινάδα. Πβ. τσιμινιέρα, φουγάρο. Βλ. -δόχος. [< μτγν. καπνοδόχος] | |
| 22890 | καπνοκαλλιέργεια | κα-πνο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. καλλιέργεια καπνού· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή τα καπνά που καλλιεργούνται σε αυτές. Βλ. -καλλιέργεια, καπνοφυτεία. | |
| 22891 | καπνοκαλλιεργητής | κα-πνο-καλ-λι-ερ-γη-τής ουσ. (αρσ.): καλλιεργητής καπνών. | |
| 22892 | καπνομίχλη | κα-πνο-μί-χλη ουσ. (θηλ.) : αιθαλομίχλη. | |
| 22893 | καπνοπαραγωγή | κα-πνο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παραγωγή καπνού. Βλ. -παραγωγή. | |
| 22894 | καπνοπαραγωγικός | , ή, ό κα-πνο-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την καπνοπαραγωγή: ~ές: περιοχές. Βλ. -παραγωγικός. | |
| 22895 | καπνοπαραγωγός | , ός, ό κα-πνο-πα-ρα-γω-γός επίθ. (λόγ.): που παράγει καπνό: ~ός: χώρα. Βλ. -παραγωγός2. | |
| 22896 | καπνοπαραγωγός | κα-πνο-πα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): γεωργός που ασχολείται με την καλλιέργεια και παραγωγή καπνού. Βλ. -παραγωγός1. | |
| 22897 | καπνοπωλείο | [καπνοπωλεῖο] κα-πνο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης καπνικών προϊόντων ή/και ειδών καπνιστού. Βλ. -πωλείο. [< γαλλ. bureau de tabac] | |
| 22898 | καπνοπώλης | κα-πνο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης καπνοπωλείου. Βλ. -πώλης. | |
| 22899 | καπνός | κα-πνός ουσ. (αρσ.) 1. {πληθ. -οί} μείγμα πολύ λεπτών σωματιδίων άνθρακα που διασπείρονται στον αέρα και προκύπτει από καύση: ο ~ της φωτιάς. Ο ~ από το εργοστάσιο/τα φουγάρα. ~ από θυμίαμα/κεριά. ~ και σκόνη (: από έκρηξη)/στάχτη/φλόγες. Σύννεφα ~ού. Βγαίνει ~ από την καμινάδα. Μας έπνιξε ο ~ (βλ. ασφυξία)! Δάκρυσαν τα μάτια μας απ' τον ~ό. Μαύροι/πυκνοί ~οί καλύπτουν την περιοχή. Η μηχανή βγάζει ~ούς.|| (ειδικότ. για τον ~ό του τσιγάρου) Δαχτυλίδια/τολύπες ~ού. Εθισμός/έκθεση στον ~ό. Έβγαλε τον ~ό απ' τα ρουθούνια/το στόμα. Φύσηξε τον ~ό στο πρόσωπό μου. Μυρίζει ~ό (πβ. καπν-, τσιγαρ-ίλα). Βλ. τζούρα. 2. ΒΟΤ. {πληθ. ουδ. καπν-ά} ποώδες μονοετές φυτό (επιστ. ονομασ. Nicotiana tabacum) με λευκά, ροζ ή κόκκινα σωληνοειδή άνθη και ωοειδή φύλλα πλούσια σε νικοτίνη· (ιδ.-συνεκδ. στον εν.) το προϊόν από την αποξήρανση και κατάλληλη επεξεργασία των φύλλων του που χρησιμοποιείται κυρ. για κάπνισμα: αρωματικός ~. ~ τσιγάρου, πίπας και ναργιλέ (βλ. τουμπεκί). ~ για στρίψιμο (βλ. ταμπάκο). Προϊόντα ~ού (βλ. καπνικός). Βλ. ΕΟΚ, καπνο-, χαρμάνι. ● καπνά (τα): τα αντίστοιχα φυτά, τα καπνόφυλλα ή οι καπνοκαλλιέργειες: ακατέργαστα/βιομηχανοποιημένα/επεξεργασμένα ~. Παραγωγή/ποικιλίες ~ών. Δουλεύει στα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκός καπνός: (από τη διαδικασία εκλογής του πάπα): για να δηλωθεί επίτευξη συμφωνίας μετά από δύσκολες διαπραγματεύσεις: βγήκε ~ ~ για τη διάσωση των τραπεζών., ανιχνευτής καπνού βλ. ανιχνευτής, προπέτασμα καπνού βλ. προπέτασμα ● ΦΡ.: βγάζει καπνούς από τη μύτη/τ' αυτιά & από τα νεύρα του (προφ.): είναι εξοργισμένος., δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά & όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά (παροιμ.): για να έχει κυκλοφορήσει μια φήμη υπάρχει λόγος, δηλ. ένα γεγονός-αφορμή που την προκάλεσε., έγινε καπνός (μτφ.-προφ.): έφυγε πολύ γρήγορα χωρίς να γίνει αντιληπτός, εξαφανίστηκε: Μέχρι να έρθει η αστυνομία, οι δράστες είχαν γίνει ~. ΣΥΝ. γίνομαι μπουχός, έγινε Λούης, πάει καπνός (προφ.): για κάτι που συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό: Έχει να πέσει γέλιο που θα ~ ~! ΣΥΝ. πάει/πηγαίνει/πέφτει σύννεφο, πέφτει/πέφτουν βροχή, σαν καπνός: πολύ γρήγορα, φευγαλέα: Διαλύθηκε/έφυγε/πέρασε ~ ~., τι καπνό φουμάρει (μτφ.-προφ.): τι είδους άνθρωπος είναι: Τώρα τον γνώρισα και δεν ξέρω ~ ~. [< αρχ. καπνός, γαλλ. fumée, αγγλ. smoke] | |
| 22900 | καπνοσύριγγα | κα-πνο-σύ-ριγ-γα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. πίπα. 2. μαρκούτσι του ναργιλέ. | |
| 22901 | καπνοτόπι | κα-πνο-τό-πι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) & (σπάν.) καπνότοπος (ο): έκταση με καπνά. | |
| 22902 | καπνόφυλλα | κα-πνό-φυλ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. καπνόφυλλο}: ΒΟΤ. φύλλα καπνού. | |
| 22903 | καπνοφυτεία | κα-πνο-φυ-τεί-α ουσ. (θηλ.): φυτεία καπνού. Βλ. καπνοκαλλιέργεια, -φυτεία. | |
| 22904 | καπνόχορτο | κα-πνό-χορ-το ουσ. (ουδ.) : ΒΟΤ. ποώδες, συνήθ. αναρριχητικό φυτό (επιστ. ονομασ. Fumaria officinalis) με πορφυρά ή ρόδινα άνθη, που θεωρείται ότι έχει φαρμακευτικές ιδιότητες. | |
| 22905 | καπνώδης | κα-πνώ-δης ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. ξυλοφάγο έντομο της τάξης των κολεόπτερων (επιστ. ονομασ. Capnodis tenebrionis), που προσβάλλει τα οπωροφόρα δέντρα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ