Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [23640-23660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22876καπνικός, ή, ό κα-πνι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον καπνό: ~ός: συνεταιρισμός. ~ά: προϊόντα (: καπνός, τσιγάρα, πούρα).|| (ως ουσ.) ~ά και οινοπνευματώδη (ενν. είδη). Βλ. καπνιστικός. [< μτγν. καπνικός]
22877καπνίλακα-πνί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): πολύς καπνός και συνηθέστ. η δυσάρεστη οσμή του: Tο γραφείο βρομάει/έχει γεμίσει ~ (= τσιγαρίλα). Πβ. κάπνα. Βλ. -ίλα.
58692κάπνισμακά-πνι-σμα ουσ. (ουδ.) {καπνίσμ-ατος} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καπνίζω: καθημερινό/περιστασιακό/συμβατικό (βλ. άτμισμα) ~. ~ πίπας/πούρου/τσιγάρου. ~ και καρδιοπάθειες/καρκίνος (του λάρυγγα/πνεύμονα/φάρυγγα)/υγιεινή του στόματος. Η συνήθεια του ~ατος. Νέοι και πρόληψη του ~ατος. Βιβλίο αναφοράς/ιατρείο διακοπής ~ατος. Εκστρατεία/φάρμακα/χάπι κατά του ~ατος (βλ. τσιρότο). Παγκόσμια Ημέρα κατά του ~ατος (: η 31η Μαΐου). Απαλλαγή/εξάρτηση από το ~. Το ~ βλάπτει τη γονιμότητα/το δέρμα/σοβαρά την υγεία. Απαγορεύεται το ~ σε δημόσιους χώρους. Αρχίζω/κόβω/σταματώ το ~ (: το τσιγάρο). Πβ. άτμισμα, φούμα, φουμάρισμα. Βλ. νικοτίνη.|| (κατ' επέκτ., για ναρκωτικά:) ~ μαριχουάνας. 2. (σπανιότ.) εκπομπή καπναερίων: ~ της τσιμινιέρας. 3. ειδική επεξεργασία τροφίμων για να γίνουν καπνιστά· γενικότ. έκθεση σε καπνό: (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) θερμό/υγρό/ψυχρό ~. ~ κρεάτων/ψαριών. Αρωματικά ξύλα/(ηλεκτρικός) φούρνος ~ατος. Βλ. πάστωμα.|| (στη μελισσοκομία) ~ της κυψέλης/των μελισσών (: για να ζαλιστούν οι μέλισσες και να γίνουν ακίνδυνες για την επιθεώρησή τους ή για τη συγκομιδή του μελιού). ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητικό κάπνισμα: το κάπνισμα ως εκούσια δραστηριότητα., παθητικό κάπνισμα: έκθεση ενός μη καπνιστή στον καπνό τσιγάρων και ακούσια εισπνοή του. [< αγγλ. passive smoking, 1971] , τριτογενές κάπνισμα: το αόρατο τοξικό μίγμα που προσκολλάται στα μαλλιά και τα ρούχα των καπνιστών, αλλά και των παρευρισκομένων, καθώς και στα αντικείμενα του χώρου καπνίσματος και το οποίο δεν απομακρύνεται με τον αερισμό. [< μτγν. κάπνισμα 'θυμιάτισμα', γαλλ. fumage]
22878καπνιστήρικα-πνι-στή-ρι ουσ. (ουδ.): συσκευή που παράγει καπνό: ~ για νάρκωση μελισσών.|| (σε συνταγές:) Καπνίζετε την πέστροφα σε ειδικό ~ για είκοσι λεπτά. Βλ. -τήρι.
22879καπνιστήριοκα-πνι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): αίθουσα, δωμάτιο όπου επιτρέπεται το κάπνισμα, χώρος καπνιστών: δημιουργία/λειτουργία ~ων σε εργασιακούς χώρους. || ~ κρεάτων. Βλ. -τήριο. [< μτγν. καπνιστήριον ‘ατμόλουτρο’, μεσν. ~ ‘θυμιατήρι’, γαλλ. fumoir, αγγλ. smoking area]
22880καπνιστής, καπνίστριακα-πνι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που καπνίζει, συνήθ. συστηματικά: βαρύς (βλ. θεριακλής)/μανιώδης/περιστασιακός/πρώην/τακτικός/φανατικός/χρόνιος ~. Μη ~ές. Ανήλικοι/έφηβοι ~ές. ~ πίπας/πούρων/τσιγάρων. Νόσος των ~ών (= ΧΑΠ). Είδη ~ού/~ών (βλ. αναπτήρας, ταμπακιέρα, τσιγαρόχαρτο). Aίθουσα/θέσεις/χώρος (πβ. καπνιστήριο) ~ών. Πβ. ατμιστής. Βλ. αντι~. ● ΣΥΜΠΛ.: παθητικός καπνιστής: που εκτίθεται σε παθητικό κάπνισμα: ενεργητικοί και ~οί ~ές. Τα παιδιά ως ~οί ~ές. [< αγγλ. passive smoker] [< γαλλ. fumeur]
22881καπνιστικός, ή, ό κα-πνι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το κάπνισμα ή/και τον καπνιστή: ~ή: συμπεριφορά. ~ό: ιστορικό (ασθενούς)/περιβάλλον. ~ές: συνήθειες. Βλ. αντι~, καπνικός. [< μτγν. καπνιστικός 'που βγάζει καπνό']
22882καπνιστός, ή, ό κα-πνι-στός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που έχει υποστεί επεξεργασία με καπνό, ο οποίος παράγεται από την αργή καύση αρωματικών ξύλων, με σκοπό τη συντήρηση και τον αρωματισμό του: ~ός: σολομός/τόνος. ~ή: γαλοπούλα/μπριζόλα/πέστροφα/ρέγγα. ~ό: ζαμπόν/μπέικον/τυρί (βλ. μετσοβόνε)/χοιρινό. ~ά: λουκάνικα.|| (ως ουσ.) Σπεσιαλιτέ μας τα ~ά. Βλ. παστός. [< μτγν. καπνιστός, γαλλ. fumé, αγγλ. smoked]
22883καπνο-& καπνό- & καπν-: το ουσιαστικό καπνός ως α' συνθετικό λέξεων: καπνο-δόχος/~συλλέκτης/~σωλήνας. Καπν-ομίχλη.|| Kαπνο-βιομηχανία/~καλλιέργεια. Καπνό-φυλλα.
22884καπνοαπαγόρευσηκα-πνο-α-πα-γό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) & καπναπαγόρευση: απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς κυρ. δημόσιους χώρους (εστιατόρια, κέντρα διασκέδασης, εργασιακό περιβάλλον).
22885καπνοβιομηχανίακα-πνο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία επεξεργασίας καπνού και παραγωγής καπνικών προϊόντων, κυρ. τσιγάρων. Πβ. καπνεργοστάσιο. Βλ. -βιομηχανία. [< γαλλ. industrie du tabac]
22886καπνοβιομηχανικός, ή, ό κα-πνο-βι-ο-μη-χα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την καπνοβιομηχανία: ~ή: επιχείρηση. ~ά: προϊόντα.
22887καπνογόνακα-πνο-γό-να ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. καπνογόνο}: χημικά αέρια που κατά την ανάφλεξή τους παράγουν πυκνό καπνό ο οποίος προκαλεί δύσπνοια και έντονο ερεθισμό των ματιών· συνεκδ. οι κυλινδρικές συσκευασίες μέσα στις οποίες περιέχονται: Στη διαδήλωση έπεσαν/έσκασαν ~. Χρήση ~ων. Βλ. αντιασφυξιογόνα μάσκα, δακρυγόνα.|| (για χούλιγκαν:) Άναψαν/πέταξαν ~. Συνελήφθησαν για ρίψη ~ων στον αγωνιστικό χώρο. Βλ. μολότοφ.|| Εντυπωσιακό θέαμα με βεγγαλικά και ~. Παράνομη κατοχή κροτίδων και ~ων. Βλ. πυροτέχνημα.|| Χρωματιστά ~ διάσωσης. Βλ. φωτοβολίδα.|| (ΓΕΩΠ., ως παρασιτοκτόνο) Απεντόμωση με ~ (βλ. υποκαπνισμός). [< γαλλ. fumigènes, 1932]
22888καπνογόνος, ος/α, ο κα-πνο-γό-νος επίθ.: που παράγει καπνό: ~ος: βόμβα. ~ες: ουσίες/χειροβομβίδες. ~α: αέρια (= καπνογόνα). Βλ. -γόνος, δακρυγόνος. [< γαλλ. fumigène, 1909]
22889καπνοδόχοςκα-πνο-δό-χος ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΟΙΚΟΔ. καμινάδα. Πβ. τσιμινιέρα, φουγάρο. Βλ. -δόχος. [< μτγν. καπνοδόχος]
22890καπνοκαλλιέργειακα-πνο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. καλλιέργεια καπνού· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή τα καπνά που καλλιεργούνται σε αυτές. Βλ. -καλλιέργεια, καπνοφυτεία.
22891καπνοκαλλιεργητήςκα-πνο-καλ-λι-ερ-γη-τής ουσ. (αρσ.): καλλιεργητής καπνών.
22892καπνομίχληκα-πνο-μί-χλη ουσ. (θηλ.) : αιθαλομίχλη.
22893καπνοπαραγωγήκα-πνο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παραγωγή καπνού. Βλ. -παραγωγή.
22894καπνοπαραγωγικός, ή, ό κα-πνο-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την καπνοπαραγωγή: ~ές: περιοχές. Βλ. -παραγωγικός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.