| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22895 | καπνοπαραγωγός | , ός, ό κα-πνο-πα-ρα-γω-γός επίθ. (λόγ.): που παράγει καπνό: ~ός: χώρα. Βλ. -παραγωγός2. | |
| 22896 | καπνοπαραγωγός | κα-πνο-πα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): γεωργός που ασχολείται με την καλλιέργεια και παραγωγή καπνού. Βλ. -παραγωγός1. | |
| 22897 | καπνοπωλείο | [καπνοπωλεῖο] κα-πνο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης καπνικών προϊόντων ή/και ειδών καπνιστού. Βλ. -πωλείο. [< γαλλ. bureau de tabac] | |
| 22898 | καπνοπώλης | κα-πνο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης καπνοπωλείου. Βλ. -πώλης. | |
| 22899 | καπνός | κα-πνός ουσ. (αρσ.) 1. {πληθ. -οί} μείγμα πολύ λεπτών σωματιδίων άνθρακα που διασπείρονται στον αέρα και προκύπτει από καύση: ο ~ της φωτιάς. Ο ~ από το εργοστάσιο/τα φουγάρα. ~ από θυμίαμα/κεριά. ~ και σκόνη (: από έκρηξη)/στάχτη/φλόγες. Σύννεφα ~ού. Βγαίνει ~ από την καμινάδα. Μας έπνιξε ο ~ (βλ. ασφυξία)! Δάκρυσαν τα μάτια μας απ' τον ~ό. Μαύροι/πυκνοί ~οί καλύπτουν την περιοχή. Η μηχανή βγάζει ~ούς.|| (ειδικότ. για τον ~ό του τσιγάρου) Δαχτυλίδια/τολύπες ~ού. Εθισμός/έκθεση στον ~ό. Έβγαλε τον ~ό απ' τα ρουθούνια/το στόμα. Φύσηξε τον ~ό στο πρόσωπό μου. Μυρίζει ~ό (πβ. καπν-, τσιγαρ-ίλα). Βλ. τζούρα. 2. ΒΟΤ. {πληθ. ουδ. καπν-ά} ποώδες μονοετές φυτό (επιστ. ονομασ. Nicotiana tabacum) με λευκά, ροζ ή κόκκινα σωληνοειδή άνθη και ωοειδή φύλλα πλούσια σε νικοτίνη· (ιδ.-συνεκδ. στον εν.) το προϊόν από την αποξήρανση και κατάλληλη επεξεργασία των φύλλων του που χρησιμοποιείται κυρ. για κάπνισμα: αρωματικός ~. ~ τσιγάρου, πίπας και ναργιλέ (βλ. τουμπεκί). ~ για στρίψιμο (βλ. ταμπάκο). Προϊόντα ~ού (βλ. καπνικός). Βλ. ΕΟΚ, καπνο-, χαρμάνι. ● καπνά (τα): τα αντίστοιχα φυτά, τα καπνόφυλλα ή οι καπνοκαλλιέργειες: ακατέργαστα/βιομηχανοποιημένα/επεξεργασμένα ~. Παραγωγή/ποικιλίες ~ών. Δουλεύει στα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκός καπνός: (από τη διαδικασία εκλογής του πάπα): για να δηλωθεί επίτευξη συμφωνίας μετά από δύσκολες διαπραγματεύσεις: βγήκε ~ ~ για τη διάσωση των τραπεζών., ανιχνευτής καπνού βλ. ανιχνευτής, προπέτασμα καπνού βλ. προπέτασμα ● ΦΡ.: βγάζει καπνούς από τη μύτη/τ' αυτιά & από τα νεύρα του (προφ.): είναι εξοργισμένος., δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά & όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά (παροιμ.): για να έχει κυκλοφορήσει μια φήμη υπάρχει λόγος, δηλ. ένα γεγονός-αφορμή που την προκάλεσε., έγινε καπνός (μτφ.-προφ.): έφυγε πολύ γρήγορα χωρίς να γίνει αντιληπτός, εξαφανίστηκε: Μέχρι να έρθει η αστυνομία, οι δράστες είχαν γίνει ~. ΣΥΝ. γίνομαι μπουχός, έγινε Λούης, πάει καπνός (προφ.): για κάτι που συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό: Έχει να πέσει γέλιο που θα ~ ~! ΣΥΝ. πάει/πηγαίνει/πέφτει σύννεφο, πέφτει/πέφτουν βροχή, σαν καπνός: πολύ γρήγορα, φευγαλέα: Διαλύθηκε/έφυγε/πέρασε ~ ~., τι καπνό φουμάρει (μτφ.-προφ.): τι είδους άνθρωπος είναι: Τώρα τον γνώρισα και δεν ξέρω ~ ~. [< αρχ. καπνός, γαλλ. fumée, αγγλ. smoke] | |
| 22900 | καπνοσύριγγα | κα-πνο-σύ-ριγ-γα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. πίπα. 2. μαρκούτσι του ναργιλέ. | |
| 22901 | καπνοτόπι | κα-πνο-τό-πι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) & (σπάν.) καπνότοπος (ο): έκταση με καπνά. | |
| 22902 | καπνόφυλλα | κα-πνό-φυλ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. καπνόφυλλο}: ΒΟΤ. φύλλα καπνού. | |
| 22903 | καπνοφυτεία | κα-πνο-φυ-τεί-α ουσ. (θηλ.): φυτεία καπνού. Βλ. καπνοκαλλιέργεια, -φυτεία. | |
| 22904 | καπνόχορτο | κα-πνό-χορ-το ουσ. (ουδ.) : ΒΟΤ. ποώδες, συνήθ. αναρριχητικό φυτό (επιστ. ονομασ. Fumaria officinalis) με πορφυρά ή ρόδινα άνθη, που θεωρείται ότι έχει φαρμακευτικές ιδιότητες. | |
| 22905 | καπνώδης | κα-πνώ-δης ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. ξυλοφάγο έντομο της τάξης των κολεόπτερων (επιστ. ονομασ. Capnodis tenebrionis), που προσβάλλει τα οπωροφόρα δέντρα. | |
| 22906 | καπό | κα-πό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικό σκέπαστρο του κινητήρα αυτοκινήτου: Ανοίγω/σηκώνω το ~ (: για να διορθώσω τη βλάβη ή να ελέγξω τη μηχανή). [< γαλλ. capot] | |
| 22907 | καποδιστριακός | , ή, ό κα-πο-δι-στρι-α-κός επίθ. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): που σχετίζεται με τον Ιωάννη Καποδίστρια (1776-1831), πρώτο κυβερνήτη του νέου Ελληνικού Κράτους, ή φέρει τιμητικά το όνομά του: Εθνικό και ~ό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ακρ. ΕΚΠΑ· κ. ως ουσ., προφ. το Κ~ό).|| (που συγκροτήθηκε με βάση το σχέδιο "Καποδίστριας":) ~οί: δήμοι. | |
| 22908 | Καποδίστριας | Κα-πο-δί-στρι-ας ουσ. (αρσ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σχέδιο & πρόγραμμα "Καποδίστριας" & σχέδιο/νόμος Καποδίστρια: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. διοικητική μεταρρύθμιση του 1997 (Ν. 2539) που εφάρμοσε τη συνένωση δήμων και κοινοτήτων. Βλ. ΟΤΑ, πρόγραμμα "Καλλικράτης". | |
| 22909 | καποέιρα | κα-πο-έ-ι-ρα ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: βραζιλιάνικη πολεμική τέχνη που μοιάζει με παιχνίδι μεταξύ δύο αντιπάλων, οι οποίοι εκτελούν χορευτικές και ακροβατικές κινήσεις μέσα σε κύκλο που σχηματίζουν οι άλλοι συμμετέχοντες, με τη συνοδεία μουσικής. [< αμερικ. capoeira, 1928, γαλλ. ~, 1987] | |
| 22910 | κάποιος | , α, ο κά-ποιος αόρ. αντων. {κ. γεν. (προφ.) καποιαν-ού, -ής} 1. για αόριστη αναφορά σε πρόσωπο ή πράγμα: ~ (= ένας) από εμάς/όλους/την παρέα. ~ πήρε τηλέφωνο. Μήπως ξέρει ~ ... (= κανείς); ~ να τους σταματήσει! Δεν έχω ~ον να μιλήσω. Δίνω σε ~ον κάτι. Διάλεξε ~ο απ' τα τρία.|| (ως επίθ.) ~ άλλος. ~α (= μια) μέρα. Σε ~α φάση. Mετά από ~ο (= μικρό, σύντομο) διάστημα. Για ~ον λόγο ήρθε. Ξέρεις ~ον Νίκο; Έχει μια ~α πείρα. Είναι αναγκαία η εξεύρεση ~ας λύσης. ~ο λάθος κάνεις. Υπάρχει ~ο πρόβλημα; Έχω ~α (= μερικά, λίγα) χρήματα, αλλά δεν αρκούν. 2. (ειρων.) σημαντικός, σπουδαίος: Νομίζει ότι είναι ~. Παριστάνει τον ~ον (: κάνει τον καμπόσο). ● Ουσ.: κάποιοι (οι): μερικοί, ορισμένοι: ~ το δέχτηκαν, ~ όχι. ~ νομίζουν ότι ...|| (μειωτ.) Η απερισκεψία ~ων εδώ μέσα μ' εκνευρίζει. ● ΦΡ.: κάποιος, κάπου, κάποτε (προφ.): για αόριστη, γενική αναφορά σε κάτι: Ελπίζω ότι ~ ~ θα ..., (κάποιος) είναι σπαθί βλ. σπαθί, ένας κάποιος βλ. ένας, μία/μια, ένα, κάποιο λάκκο έχει η φάβα βλ. λάκκος, κατά κάποιο(ν) τρόπο βλ. τρόπος, όλο και (κάποιος/κάτι) ... βλ. όλο, σε μια/κάποια στιγμή βλ. στιγμή ● βλ. κάτι [< μεσν. κάποιος] | |
| 22911 | καπόκ | κα-πόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. λεπτές, μαλακές, λείες και πολύ ελαφριές φυτικές ίνες από τον καρπό του ομώνυμου τροπικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Ceiba casearia), που χρησιμοποιούνται κυρ. για το γέμισμα στρωμάτων και μαξιλαριών. Βλ. βαμβάκι, γιούτα, καννάβι, λινάρι, σιζάλ, τζίβα. [< γαλλ.-αγγλ. kapok] | |
| 22912 | καπόνι | κα-πό-νι ουσ. (ουδ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι της άμμου (επιστ. ονομασ. Trigla lineata), που συγγενεύει με το χελιδονόψαρο, έχει κοραλλί χρώμα, μεγάλα θωρακικά πτερύγια που του επιτρέπουν να στέκεται συχνά όρθιο για να βρει την τροφή του, χοντρό κεφάλι με κοφτό μέτωπο και στόμα που βρίσκεται πολύ χαμηλά: κακαβιά με ~. 2. ΖΩΟΤ. ευνουχισμένος πετεινός που εκτρέφεται για το μαλακό και εύγευστο κρέας του. 3. ΝΑΥΤ. (στο πλοίο) εξάρτημα ανάρτησης, στήριξης ή ανέλκυσης: Οι λέμβοι κρέμονται απ' τα ~ια. [< μεσν. καπόνιν, ιταλ. cappone, βεν. capon] | |
| 22913 | καπότα | κα-πό-τα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό) 1. ανδρικό προφυλακτικό. 2. & καπότο (το): κάπα. [< 1: γαλλ. capote anglaise 2: ιταλ. cappotto] | |
| 22914 | καποτάστο | κα-πο-τά-στο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. μικρό εξάρτημα που προσαρμόζεται στο μπράτσο έγχορδου οργάνου, ρυθμίζοντας το τονικό ύψος των χορδών: ~ κιθάρας. Βλ. πένα, τάστο. [< ιταλ. capottasto] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ