Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23660-23680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22906καπόκα-πό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικό σκέπαστρο του κινητήρα αυτοκινήτου: Ανοίγω/σηκώνω το ~ (: για να διορθώσω τη βλάβη ή να ελέγξω τη μηχανή). [< γαλλ. capot]
22907καποδιστριακός, ή, ό κα-πο-δι-στρι-α-κός επίθ. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): που σχετίζεται με τον Ιωάννη Καποδίστρια (1776-1831), πρώτο κυβερνήτη του νέου Ελληνικού Κράτους, ή φέρει τιμητικά το όνομά του: Εθνικό και ~ό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ακρ. ΕΚΠΑ· κ. ως ουσ., προφ. το Κ~ό).|| (που συγκροτήθηκε με βάση το σχέδιο "Καποδίστριας":) ~οί: δήμοι.
22908ΚαποδίστριαςΚα-πο-δί-στρι-ας ουσ. (αρσ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σχέδιο & πρόγραμμα "Καποδίστριας" & σχέδιο/νόμος Καποδίστρια: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. διοικητική μεταρρύθμιση του 1997 (Ν. 2539) που εφάρμοσε τη συνένωση δήμων και κοινοτήτων. Βλ. ΟΤΑ, πρόγραμμα "Καλλικράτης".
22909καποέιρακα-πο-έ-ι-ρα ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: βραζιλιάνικη πολεμική τέχνη που μοιάζει με παιχνίδι μεταξύ δύο αντιπάλων, οι οποίοι εκτελούν χορευτικές και ακροβατικές κινήσεις μέσα σε κύκλο που σχηματίζουν οι άλλοι συμμετέχοντες, με τη συνοδεία μουσικής. [< αμερικ. capoeira, 1928, γαλλ. ~, 1987]
22910κάποιος, α, ο κά-ποιος αόρ. αντων. {κ. γεν. (προφ.) καποιαν-ού, -ής} 1. για αόριστη αναφορά σε πρόσωπο ή πράγμα: ~ (= ένας) από εμάς/όλους/την παρέα. ~ πήρε τηλέφωνο. Μήπως ξέρει ~ ... (= κανείς); ~ να τους σταματήσει! Δεν έχω ~ον να μιλήσω. Δίνω σε ~ον κάτι. Διάλεξε ~ο απ' τα τρία.|| (ως επίθ.) ~ άλλος. ~α (= μια) μέρα. Σε ~α φάση. Mετά από ~ο (= μικρό, σύντομο) διάστημα. Για ~ον λόγο ήρθε. Ξέρεις ~ον Νίκο; Έχει μια ~α πείρα. Είναι αναγκαία η εξεύρεση ~ας λύσης. ~ο λάθος κάνεις. Υπάρχει ~ο πρόβλημα; Έχω ~α (= μερικά, λίγα) χρήματα, αλλά δεν αρκούν. 2. (ειρων.) σημαντικός, σπουδαίος: Νομίζει ότι είναι ~. Παριστάνει τον ~ον (: κάνει τον καμπόσο). ● Ουσ.: κάποιοι (οι): μερικοί, ορισμένοι: ~ το δέχτηκαν, ~ όχι. ~ νομίζουν ότι ...|| (μειωτ.) Η απερισκεψία ~ων εδώ μέσα μ' εκνευρίζει. ● ΦΡ.: κάποιος, κάπου, κάποτε (προφ.): για αόριστη, γενική αναφορά σε κάτι: Ελπίζω ότι ~ ~ θα ..., (κάποιος) είναι σπαθί βλ. σπαθί, ένας κάποιος βλ. ένας, μία/μια, ένα, κάποιο λάκκο έχει η φάβα βλ. λάκκος, κατά κάποιο(ν) τρόπο βλ. τρόπος, όλο και (κάποιος/κάτι) ... βλ. όλο, σε μια/κάποια στιγμή βλ. στιγμή ● βλ. κάτι [< μεσν. κάποιος]
22911καπόκκα-πόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. λεπτές, μαλακές, λείες και πολύ ελαφριές φυτικές ίνες από τον καρπό του ομώνυμου τροπικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Ceiba casearia), που χρησιμοποιούνται κυρ. για το γέμισμα στρωμάτων και μαξιλαριών. Βλ. βαμβάκι, γιούτα, καννάβι, λινάρι, σιζάλ, τζίβα. [< γαλλ.-αγγλ. kapok]
22912καπόνικα-πό-νι ουσ. (ουδ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι της άμμου (επιστ. ονομασ. Trigla lineata), που συγγενεύει με το χελιδονόψαρο, έχει κοραλλί χρώμα, μεγάλα θωρακικά πτερύγια που του επιτρέπουν να στέκεται συχνά όρθιο για να βρει την τροφή του, χοντρό κεφάλι με κοφτό μέτωπο και στόμα που βρίσκεται πολύ χαμηλά: κακαβιά με ~. 2. ΖΩΟΤ. ευνουχισμένος πετεινός που εκτρέφεται για το μαλακό και εύγευστο κρέας του. 3. ΝΑΥΤ. (στο πλοίο) εξάρτημα ανάρτησης, στήριξης ή ανέλκυσης: Οι λέμβοι κρέμονται απ' τα ~ια. [< μεσν. καπόνιν, ιταλ. cappone, βεν. capon]
22913καπότακα-πό-τα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό) 1. ανδρικό προφυλακτικό. 2. & καπότο (το): κάπα. [< 1: γαλλ. capote anglaise 2: ιταλ. cappotto]
22914καποτάστοκα-πο-τά-στο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. μικρό εξάρτημα που προσαρμόζεται στο μπράτσο έγχορδου οργάνου, ρυθμίζοντας το τονικό ύψος των χορδών: ~ κιθάρας. Βλ. πένα, τάστο. [< ιταλ. capottasto]
22915κάποτεκά-πο-τε επίρρ. 1. για αόριστη αναφορά στο παρελθόν ή το μέλλον: ~ (= παλιά, τον παλιό καιρό), τα πράγματα ήταν αλλιώς.|| (στην αρχή διήγησης:) Ήταν ~ δυο φίλοι ... Πβ. μια φορά κι έναν καιρό.|| (κάποια στιγμή:) ~ θα ξαναγυρίσει. Ίσως/μακάρι ~ να καταλάβεις! 2. (σπανιότ.) μερικές φορές: ~ (= είναι φορές που) γίνεται πολύ εκνευριστικός.|| (με επανάληψη:) ~ (= τη μια στιγμή) δείχνει αποφασισμένη, ~ (= την άλλη) διστάζει. Πβ. άλλοτε, κάπου ... κάπου ...|| (σπανιότ., περιστασιακά:) Tην συναντάω ~ και τα λέμε. ● ΦΡ.: κάποτε κάποτε (προφ.): σε αραιά χρονικά διαστήματα: ~ ~ βγαίνουμε έξω μαζί. ΣΥΝ. κάπου κάπου, κατά καιρούς, πότε πότε, πού και πού, κάποιος, κάπου, κάποτε βλ. κάποιος [< μεσν. κάποτε]
22916καπότοβλ. καπότα
22917κάπουκά-που επίρρ. 1. (για αόριστη αναφορά σε τόπο) σε κάποιο μέρος: ~ αλλού/εκεί/κοντά/στην Ευρώπη. Το βρήκα ~. Κρύψου ~! Δεν μπορεί, ~ θα είναι. ~ το 'χω βάλει, αλλά δεν θυμάμαι πού. Θέλω ~ να καθίσω. Σε ξέρω από ~; Το δωμάτιο από ~ μπάζει.|| (μτφ.) ~ εδώ (= σ' αυτό περ. το σημείο) τελειώσαμε για σήμερα. Διάβασα ~ ότι ... Θέλω ~ (= σε κάποιον) να το πω. 2. (προφ.) περίπου, κατά προσέγγιση: Στοιχίζει ~ εκατό ευρώ. Διένυσε ~ εξακόσια χιλιόμετρα. Ταξίδευε ~ δέκα ώρες. ΣΥΝ. πάνω κάτω (1) 3. (προφ.) μέχρι ενός σημείου, ως έναν βαθμό: ~ ευθύνεσαι κι εσύ/έχει δίκιο/το 'χει παρακάνει. Μπορώ να φανώ ~ (: σε κάτι) χρήσιμος; Πβ. κάπως. ● ΦΡ.: κάπου ... κάπου ... (προφ.): μερικές φορές: ~ οι αποστάσεις ~ η κούραση απ' τη δουλειά, σπάνια βρισκόμαστε. Πβ. άλλοτε, κάποτε., κάπου κάπου (προφ.): σε αραιά χρονικά διαστήματα: Έρχεται ~ ~ (= καμιά φορά, κατά καιρούς) να μας δει. Επικρατούσε απόλυτη σιωπή, μόνο ~ ~ ακουγόταν ένας μακρινός θόρυβος. ΣΥΝ. κάποτε κάποτε, πότε πότε, πού και πού, εδώ/εκεί/κάπου γύρω/τριγύρω βλ. τριγύρω, κάποιος, κάπου, κάποτε βλ. κάποιος, κάπου ανάμεσα βλ. ανάμεσα [< μεσν. κάπου]
22918καπούλιακα-πού-λια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. καπούλι} (λαϊκό) 1. οπίσθια κυρ. υποζυγίου: τα ~ του αλόγου. Βλ. πισωκάπουλα. 2. (μτφ.) πεταχτοί και συνήθ. γεμάτοι γυναικείοι γλουτοί. Πβ. κωλομέρι, πισινός. [< μεσν. καπούλι(ο)ν]
22919καπούτκα-πούτ επιφών. {άκλ.}: (για κάτι που έχει σπάσει, χαλάσει ή τελειώσει) τέλος, τέρμα: ραδιόφωνο/υπολογιστής ~!|| Εισιτήρια/μπαταρία ~! ΣΥΝ. γιοκ, πάπαλα [< γερμ. kaputt]
22920καπουτσίνοκα-που-τσί-νο ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) καπουτσίνος (ο): εσπρέσο με αφρόγαλα ή σαντιγί, συνήθ. πασπαλισμένο με κακάο ή τριμμένη κανέλα: διπλό/ζεστό/κρύο (= φρέντο) ~. Μηχανή ~ (πβ. εσπρεσιέρα, καφετιέρα). Βλ. μοκατσίνο. [< ιταλ. cappuccino (από το χρώμα της κουκούλας των καπουτσίνων), 1887, αγγλ. ~, γαλλ. ~, 1937]
22921καπουτσίνοςκα-που-τσί-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΘΡΗΣΚ. & καπουκίνος (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): μοναχός τάγματος της καθολικής εκκλησίας· (κατ' επέκτ., στον πληθ.) το συγκεκριμένο τάγμα, που προήλθε από το αντίστοιχο των Φραγκισκανών. Βλ. Ιησουίτης. 2. ΖΩΟΛ. είδος πιθήκου της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής (επιστ. ονομασ. Cebus capucinus), εξαιρετικά έξυπνου και ευκίνητου, με μακριά ουρά και χαρακτηριστική τούφα μαλλιών στο κεφάλι: καφέ/λευκός ~. Η κοινωνική συμπεριφορά των ~ων. 3. ΒΟΤ. φυτό (επιστ. ονομασ. Tropæolum majus/minus) με φανταχτερά κίτρινα, πορτοκαλί ή κόκκινα άνθη. Βλ. δελφίνιο. 4. (προφ.) καπουτσίνο. [< 1,3,4: ιταλ. cappuccino 2: αγγλ. capuchin]
22922ΚαππαδόκηςΚαπ-πα-δό-κης επίθ./ουσ. (παλαιότ.): πρόσωπο που είχε ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Καππαδοκία. ● ΦΡ.: ο έτερος Καππαδόκης (ειρων.): ομοϊδεάτης, συμπαραστάτης, υποστηρικτής (ενός προσώπου)· συμπατριώτης: Ήρθε και ~ ~! Πβ. συμμαχητής, σύντροφος. [< αρχ. Καππαδόκης]
22923ΚαππαδοκικάΚαπ-πα-δο-κι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) & (επίσ.) Καππαδοκική (η): ελληνική διάλεκτος που μιλιόταν στην Καππαδοκία, περιοχή της κεντρικής Μικράς Ασίας. Βλ. Κατωιταλιώτικα, Κυπρ-, Ποντ-ιακά, Τσακώνικα. [< μτγν. επίθ. Καππαδοκικός]
22924κάππαρηκάπ-πα-ρη ουσ. (θηλ.) & κάπαρη: ΒΟΤ. -ΜΑΓΕΙΡ. θαμνώδες αγκαθωτό φυτό (επιστ. ονομασ. Capparis spinosa) και κυρ. οι οφθαλμοί και τα φύλλα του που διατηρούνται σε νερό με αλάτι και ξίδι και χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα: άγρια ~. Oι θεραπευτικές ιδιότητες της ~ης.|| Μαγειρευτή (: γιαχνί)/ξερή/ψιλοκομμένη ~. ~ τουρσί. Πατέ/σάλτσα ~ης. Γαρνίρω/πασπαλίζω τη σαλάτα/τη φέτα με ~. Βλ. αλμύρα, γλιστρίδα, κρίταμο. [< μεσν. κάππαρη < αρχ. κάππαρις]
22925κάπρικά-πρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στενό παντελόνι, συνήθ. ανοιξιάτικο ή καλοκαιρινό, σε ύψος λίγο πιο κάτω από το γόνατο ή μέχρι τη μέση της γάμπας ή λίγο πιο πάνω από τον αστράγαλο: βαμβακερό/τζιν ~. ~-κολάν. Βλ. βερμούδα, ζιπ κιλότ, ψαράδικο. [< αγγλ. Capri pants, capris, 1952]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.