Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23680-23700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22926καπρικόκα-πρι-κό ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. παραδοσιακό κρητικό φαγητό από αλατισμένο χοιρινό κρέας (πανσέτα) που ψήνεται για πολλές ώρες. Βλ. απάκι.
22927καπρικός, ή, ό κα-πρι-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: καπρικό οξύ : ΧΗΜ. λιπαρό οξύ (σύμβ. C10H20O2 ), αδιάλυτο στο νερό, που χρησιμοποιείται κυρ. στα καλλυντικά ως γαλακτωματοποιητής. Βλ. καπρυλικό οξύ. [< γαλλ. acide caprique]
22928καπρίτσιοκα-πρί-τσιο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) ιδιορρυθμία, ιδιοτροπία, παραξενιά: παιδικό ~. Τα ~ια των σταρ. Δεν ήταν παρά ένα ~ (της στιγμής). Aνέχεται/υπομένει κάθε ~ του. Έχασε τα πάντα για ένα ~ (= τρέλα). Επέμενε μόνο και μόνο από ~ (πβ. γινάτι). Κάνει ό,τι μπορεί για να ικανοποιεί τα ~ια (: γούστα) της.|| Ερωτικά ~ια (πβ. κόλπα, κόνξες, κορδελάκια, νάζια, νούμερα). (μτφ.) Τα ~ια (= γυρίσματα, παιχνίδια) του καιρού/της μοίρας/της τύχης. Άσε, επιτέλους, τα ~ια (= πείσματα)! Πβ. καμώματα. 2. ΜΟΥΣ. ανάλαφρη σύνθεση με γρήγορο τέμπο, ελεύθερη φόρμα και συνήθ. χιουμοριστικό ή εκκεντρικό χαρακτήρα, που βασίζεται σε γνωστή μελωδία. [< 1: ιταλ. capriccio, βεν. caprizio 2: ιταλ. ~, γαλλ. ~, πριν από το 1900]
22929καπριτσιόζικος, η, ο κα-πρι-τσιό-ζι-κος επίθ. (σπάν.): που ταιριάζει στον καπριτσιόζο: ~ος: χαρακτήρας. Πβ. ιδιό-ρρυθμος, -τροπος, ναζι-, παιχνιδι-, πεισματ-άρικος, σκερτσόζ-, τσαχπίν-ικος.
22930καπριτσιόζος, καπριτσιόζακα-πρι-τσιό-ζος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ιδιόρρυθμος, δύστροπος· σκερτσόζος: (ως επίθ.) ~α: γυναίκα (= καμωματού, ναζιάρα). 2. ΜΑΓΕΙΡ. {στο θηλ.} είδος πίτσας με ντομάτα, τυρί (μοτσαρέλα), ζαμπόν, μανιτάρια, ελιές και αγκινάρες· σαλάτα που φτιάχνεται με τα αντίστοιχα υλικά. 3. ΖΑΧΑΡ. {στο θηλ.} υγρό κέικ σοκολάτας, ιταλικής προέλευσης, με σκόνη αμυγδάλου και ρούμι. Βλ. σουφλέ. [< ιταλ. capriccioso]
22931καπρολακτάμηκα-προ-λα-κτά-μη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ετεροκυκλική ένωση (σύμβ. C6H11NO) από τον πολυμερισμό της οποίας παράγεται πολυαμίδιο και χρησιμοποιείται κυρ. στην παρασκευή του νάιλον: ~ σε μορφή ατμού/σκόνης. [< αγγλ. caprolactam < capro(ic acid) + lact(one) + am(ide), 1944]
22932κάπροςκά-προς ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΤ. χοίρος αναπαραγωγής. Βλ. χοιρομητέρα. 2. ΖΩΟΛ. (λόγ.) αγριόχοιρος, αγριογούρουνο. [< αρχ. κάπρος]
22933καπρυλικός, ή, ό κα-πρυ-λι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καπρυλικό οξύ: ΧΗΜ. κορεσμένο λιπαρό οξύ (σύμβ. C8H16O2) με δυσάρεστη οσμή, που βρίσκεται σε ζωικής προέλευσης προϊόντα (π.χ. βούτυρο) και στο λάδι καρύδας και χρησιμοποιείται για την παρασκευή κυρ. αρωματικών υλών, καλλυντικών και λιπαντικών. Βλ. καπρικό οξύ. [< γαλλ. acide caprylique]
22934κάπτενκά-πτεν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (προφ.): ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο και το μπάσκετ) ο αρχηγός της ομάδας. Βλ. τσιφ3. [< αγγλ. captain]
22935κάπωςκά-πως επίρρ. 1. (ως ποσοτικός προσδιορισμός) λίγο: Είναι ~ δύσκολο, αλλά θα προσπαθήσω. Ήρθε ~ καθυστερημένη. Είμαι ~ (= σχεδόν, σχετικά) καλύτερα. Αντέδρασε ~ απότομα. Ησύχασαν ~ τα πράγματα (= ως έναν βαθμό· πβ. κάπου). Νομίζω πως είναι ~ υπερβολικό να ... Κατάφερε να σώσει ~ την κατάσταση. Θα απαντήσω ~ πιο γενικά. Βλ. καθόλου. 2. (ως τροπικός προσδιορισμός) με κάποιον τρόπο: Πρέπει ~ ν' αντιδράσω! Θέλει ~ να επικοινωνήσει. ● ΦΡ.: είναι κάπως (προφ.): έχει κάτι το απροσδιόριστα αρνητικό: Πώς να σου το πω, δεν τον συμπαθώ· ~ ~!, κάπως αλλιώς: διαφορετικά: ~ ~ τα περίμενα/φανταζόμουν τα πράγματα., κάπως έτσι: περίπου έτσι: ~ ~ άρχισαν όλα. Δεν διαφωνώ, ~ ~ το βλέπω κι εγώ.|| Tο τραγούδι ξεκινάει ~ ~: ... (= ως εξής)., κάπως έτσι είναι/έχουν τα πράγματα: (αναφέρεται σε πληροφορίες που έχουν προηγηθεί) η κατάσταση είναι όπως περίπου παρουσιάστηκε: ~ ~ με τους τραυματίες. Μπορεί να ακούγεται υπερβολικό, αλλά ~ ~., νιώθω/αισθάνομαι/είμαι κάπως (προφ.): έχω μια απροσδιόριστα περίεργη διάθεση· είμαι πεσμένος ψυχολογικά ή δεν αισθάνομαι πολύ καλά: ~ ~ σήμερα, δεν ξέρω τι έχω! Πβ. είμαι στα κάτω μου, είμαι (στα) ντάουν (μου).
22936κάρακά-ρα ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. κρανίο ιερού λειψάνου: ανακομιδή/έλευση/επιστροφή/λιτάνευση/περιφορά/υποδοχή της τιμίας ~ας του Αγίου ... Εκτίθεται σε προσκύνημα/στη Μονή ... φυλάσσεται η αγία ~ του Οσίου ... [< μτγν. κάρα (ἡ), αρχ. κάρα (τό) ‘κεφάλι, πρόσωπο’]
22937καρα- & καρά-α’ συνθετικό που 1. (προφ.) επιτείνει τη συνήθ. αρνητική σημασία του β’ συνθετικού: καρα-στημένος/~τσεκαρισμένος (: πάρα πολύ, εντελώς). Καρά-βλαχος. Καρα-κιτσαριό.|| Καρα-γιαπί/~σκάνδαλο.|| Καρα-κουκλάρα. 2. (παλαιότ.-λαϊκό) δηλώνει ότι το β' συνθετικό είναι μαύρο: καρα-μπογιά. [< τουρκ. kara-]
22938κάραβανκά-ρα-βαν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καραβάν & (στην Κύπρο) καραβάνιν: τροχόσπιτο ή επιβατικό όχημα με μεγάλο χώρο για αποσκευές ή φόρτωση ογκωδών αντικειμένων. Βλ. βαν, στέισον βάγκον, τρέιλερ. [< αγγλ. caravan, γαλλ. caravane, περ. 1930]
22939καραβάνακα-ρα-βά-να ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): μικρό μεταλλικό σκεύος που χρησιμοποιείται για ζέσταμα φαγητού και το έχουν μαζί τους οι στρατιώτες, όταν βγαίνουν για ασκήσεις εκτός στρατοπέδου. ● ΣΥΜΠΛ.: παλιά καραβάνα (μτφ.): πρόσωπο με πολύχρονη πείρα σε κάποιον τομέα: Είναι ~ ~ στη δημοσιογραφία/της πολιτικής. Πβ. βετεράνος, παλαίμαχος. Βλ. νεοσσός. ΣΥΝ. παλιά καραμπίνα ● ΦΡ.: λόγια της καραβάνας: αερολογίες, ανοησίες. ΣΥΝ. λόγια του αέρα [< τουρκ. karavana]
22940καραβανάςκα-ρα-βα-νάς ουσ. (αρσ.) (στρατ. αργκό-μειωτ.): στρατιωτικός, κυρ. μόνιμος υπαξιωματικός. Βλ. -άς. ΣΥΝ. μονιμάς
22941καραβάνικα-ρα-βά-νι ουσ. (ουδ.) {καραβαν-ιού} 1. ομάδα ταξιδιωτών που διασχίζουν την έρημο μαζί, συνήθ. ο ένας πίσω από τον άλλο, με υποζύγια ή αυτοκίνητα, για λόγους ασφάλειας: ~ εμπόρων/προσκυνητών. ~ με καμήλες. Ο αρχηγός/ο οδηγός/η πορεία του ~ιού. 2. (κατ' επέκτ.-ειδικότ.) ανθρωπιστική αποστολή: ~ αλληλεγγύης/ειρήνης. Πβ. κονβόι. 3. (μτφ.) μαζική μετακίνηση: ~ προσφύγων. [< μεσν. καραβάνι, καρβάνι < τουρκ. kervan, karavan]
22942καραβέλακα-ρα-βέ-λα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΝΑΥΤ. ιστιοφόρο πλοίο που χρησιμοποιήθηκε κυρ. στις εξερευνήσεις. [< μεσν. καραβέλλα < ιταλ. caravella]
22943καράβικα-ρά-βι ουσ. (ουδ.) {καραβ-ιού | -ιών} (προφ.): ΝΑΥΤ. πλοίο: εμπορικό/ιστιοφόρο/πειρατικό/πολεμικό ~. Το ~ της γραμμής. Το αμπάρι/το κατάρτι/το κατάστρωμα/η κουπαστή/ο κυβερνήτης (= καπετάνιος)/τα πανιά/το πλήρωμα/η πλώρη/η πρύμνη του ~ιού. Αράζει/βούλιαξε/έρχεται/ναυάγησε/ρίχνει άγκυρα/σαλπάρει/φεύγει το ~. Ταξιδεύω με ~. Έχει ~ια (= είναι εφοπλιστής). Δουλεύει/εργάζεται στα ~ια (= είναι ναυτικός). Έφυγε/πήγε στα ~ια (= μπάρκαρε). (προφ.) Τι ώρα έχει ~ για ...; Πβ. βαπόρι, ναυς. Βλ. βάρκα, σαπιοκάραβο.|| (μτφ., για χώρα:) Ακυβέρνητο ~.|| (ομοίωμα ~ιού:) Ξύλινο/χάρτινο ~. (ΛΑΟΓΡ.) Στολισμός ~ιού (: τα Χριστούγεννα). ● Υποκ.: καραβάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αργοκίνητο καράβι (προφ.-ειρων.): (για πρόσ.) αργόστροφος, νωθρός· (για μηχάνημα ή σύστημα) αργός. Πβ. τα ζώα μου αργά. ● ΦΡ.: βούλιαξαν/έπεσαν έξω τα καράβια (κάποιου) (προφ.-ειρων.): για πρόσωπο κακόκεφο και σκυθρωπό, χωρίς προφανή αιτία: Τι έπαθες και δεν μιλάς; Σου ~ ~;, εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν (παροιμ.): στην περίπτωση που κάποιος ασχολείται με ασήμαντες υποθέσεις, ενώ εκκρεμούν άλλες πολύ πιο σοβαρές. ΣΥΝ. εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται, μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες (παροιμ.): όσο πιο σημαντικές υποθέσεις αναλαμβάνει κάποιος, τόσο μεγαλύτερες είναι οι ευθύνες του., οι πολλοί καπεταναίοι ρίχνουν έξω το καράβι (παροιμ.): όταν ανακατεύονται πολλά άτομα σε μια υπόθεση, συνήθ. δεν επιτυγχάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα. ΣΥΝ. όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει, πολλές μαμές, στραβό το παιδί, το νινί/το μουνί σέρνει καράβι: για τη δύναμη της γυναίκας να ασκεί επίδραση στον άνδρα. [< μτγν. καράβιον ‘πλοίο’, μεσν. καράβι < αρχ. κάραβος ‘αστακός ή καραβίδα’ και μεσν. ‘φελούκα’]
22944καραβιάκα-ρα-βιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό): το φορτίο ή οι επιβάτες ενός καραβιού· κατ' επέκτ. μεγάλο πλήθος: ~ιές εσπεριδοειδών.|| ~ιές προσφύγων. Ξόδεψε μια ~ (: ένα κάρο) λεφτά.
22945καραβίδακα-ρα-βί-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. εδώδιμο μαλακόστρακο που μοιάζει με μικρό αστακό (επιστ. ονομασ. Nephrops norvegicus): θαλασσινή ~. Ποταμίσια ~ ή ~ (του) γλυκού νερού (επιστ. ονομασ. Astacus fluviatilis). Βλ. αστακο~, καρκινοειδή.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Κατεψυγμένες ~ες. ~ες βραστές/ψητές. Ζωμός/ουρές ~ας. ~ες στα κάρβουνα. Ριζότο με ~ες. [< μτγν. καραβίς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.