| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22915 | κάποτε | κά-πο-τε επίρρ. 1. για αόριστη αναφορά στο παρελθόν ή το μέλλον: ~ (= παλιά, τον παλιό καιρό), τα πράγματα ήταν αλλιώς.|| (στην αρχή διήγησης:) Ήταν ~ δυο φίλοι ... Πβ. μια φορά κι έναν καιρό.|| (κάποια στιγμή:) ~ θα ξαναγυρίσει. Ίσως/μακάρι ~ να καταλάβεις! 2. (σπανιότ.) μερικές φορές: ~ (= είναι φορές που) γίνεται πολύ εκνευριστικός.|| (με επανάληψη:) ~ (= τη μια στιγμή) δείχνει αποφασισμένη, ~ (= την άλλη) διστάζει. Πβ. άλλοτε, κάπου ... κάπου ...|| (σπανιότ., περιστασιακά:) Tην συναντάω ~ και τα λέμε. ● ΦΡ.: κάποτε κάποτε (προφ.): σε αραιά χρονικά διαστήματα: ~ ~ βγαίνουμε έξω μαζί. ΣΥΝ. κάπου κάπου, κατά καιρούς, πότε πότε, πού και πού, κάποιος, κάπου, κάποτε βλ. κάποιος [< μεσν. κάποτε] | |
| 22916 | καπότο | βλ. καπότα | |
| 22917 | κάπου | κά-που επίρρ. 1. (για αόριστη αναφορά σε τόπο) σε κάποιο μέρος: ~ αλλού/εκεί/κοντά/στην Ευρώπη. Το βρήκα ~. Κρύψου ~! Δεν μπορεί, ~ θα είναι. ~ το 'χω βάλει, αλλά δεν θυμάμαι πού. Θέλω ~ να καθίσω. Σε ξέρω από ~; Το δωμάτιο από ~ μπάζει.|| (μτφ.) ~ εδώ (= σ' αυτό περ. το σημείο) τελειώσαμε για σήμερα. Διάβασα ~ ότι ... Θέλω ~ (= σε κάποιον) να το πω. 2. (προφ.) περίπου, κατά προσέγγιση: Στοιχίζει ~ εκατό ευρώ. Διένυσε ~ εξακόσια χιλιόμετρα. Ταξίδευε ~ δέκα ώρες. ΣΥΝ. πάνω κάτω (1) 3. (προφ.) μέχρι ενός σημείου, ως έναν βαθμό: ~ ευθύνεσαι κι εσύ/έχει δίκιο/το 'χει παρακάνει. Μπορώ να φανώ ~ (: σε κάτι) χρήσιμος; Πβ. κάπως. ● ΦΡ.: κάπου ... κάπου ... (προφ.): μερικές φορές: ~ οι αποστάσεις ~ η κούραση απ' τη δουλειά, σπάνια βρισκόμαστε. Πβ. άλλοτε, κάποτε., κάπου κάπου (προφ.): σε αραιά χρονικά διαστήματα: Έρχεται ~ ~ (= καμιά φορά, κατά καιρούς) να μας δει. Επικρατούσε απόλυτη σιωπή, μόνο ~ ~ ακουγόταν ένας μακρινός θόρυβος. ΣΥΝ. κάποτε κάποτε, πότε πότε, πού και πού, εδώ/εκεί/κάπου γύρω/τριγύρω βλ. τριγύρω, κάποιος, κάπου, κάποτε βλ. κάποιος, κάπου ανάμεσα βλ. ανάμεσα [< μεσν. κάπου] | |
| 22918 | καπούλια | κα-πού-λια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. καπούλι} (λαϊκό) 1. οπίσθια κυρ. υποζυγίου: τα ~ του αλόγου. Βλ. πισωκάπουλα. 2. (μτφ.) πεταχτοί και συνήθ. γεμάτοι γυναικείοι γλουτοί. Πβ. κωλομέρι, πισινός. [< μεσν. καπούλι(ο)ν] | |
| 22919 | καπούτ | κα-πούτ επιφών. {άκλ.}: (για κάτι που έχει σπάσει, χαλάσει ή τελειώσει) τέλος, τέρμα: ραδιόφωνο/υπολογιστής ~!|| Εισιτήρια/μπαταρία ~! ΣΥΝ. γιοκ, πάπαλα [< γερμ. kaputt] | |
| 22920 | καπουτσίνο | κα-που-τσί-νο ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) καπουτσίνος (ο): εσπρέσο με αφρόγαλα ή σαντιγί, συνήθ. πασπαλισμένο με κακάο ή τριμμένη κανέλα: διπλό/ζεστό/κρύο (= φρέντο) ~. Μηχανή ~ (πβ. εσπρεσιέρα, καφετιέρα). Βλ. μοκατσίνο. [< ιταλ. cappuccino (από το χρώμα της κουκούλας των καπουτσίνων), 1887, αγγλ. ~, γαλλ. ~, 1937] | |
| 22921 | καπουτσίνος | κα-που-τσί-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΘΡΗΣΚ. & καπουκίνος (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): μοναχός τάγματος της καθολικής εκκλησίας· (κατ' επέκτ., στον πληθ.) το συγκεκριμένο τάγμα, που προήλθε από το αντίστοιχο των Φραγκισκανών. Βλ. Ιησουίτης. 2. ΖΩΟΛ. είδος πιθήκου της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής (επιστ. ονομασ. Cebus capucinus), εξαιρετικά έξυπνου και ευκίνητου, με μακριά ουρά και χαρακτηριστική τούφα μαλλιών στο κεφάλι: καφέ/λευκός ~. Η κοινωνική συμπεριφορά των ~ων. 3. ΒΟΤ. φυτό (επιστ. ονομασ. Tropæolum majus/minus) με φανταχτερά κίτρινα, πορτοκαλί ή κόκκινα άνθη. Βλ. δελφίνιο. 4. (προφ.) καπουτσίνο. [< 1,3,4: ιταλ. cappuccino 2: αγγλ. capuchin] | |
| 22922 | Καππαδόκης | Καπ-πα-δό-κης επίθ./ουσ. (παλαιότ.): πρόσωπο που είχε ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Καππαδοκία. ● ΦΡ.: ο έτερος Καππαδόκης (ειρων.): ομοϊδεάτης, συμπαραστάτης, υποστηρικτής (ενός προσώπου)· συμπατριώτης: Ήρθε και ~ ~! Πβ. συμμαχητής, σύντροφος. [< αρχ. Καππαδόκης] | |
| 22923 | Καππαδοκικά | Καπ-πα-δο-κι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) & (επίσ.) Καππαδοκική (η): ελληνική διάλεκτος που μιλιόταν στην Καππαδοκία, περιοχή της κεντρικής Μικράς Ασίας. Βλ. Κατωιταλιώτικα, Κυπρ-, Ποντ-ιακά, Τσακώνικα. [< μτγν. επίθ. Καππαδοκικός] | |
| 22924 | κάππαρη | κάπ-πα-ρη ουσ. (θηλ.) & κάπαρη: ΒΟΤ. -ΜΑΓΕΙΡ. θαμνώδες αγκαθωτό φυτό (επιστ. ονομασ. Capparis spinosa) και κυρ. οι οφθαλμοί και τα φύλλα του που διατηρούνται σε νερό με αλάτι και ξίδι και χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα: άγρια ~. Oι θεραπευτικές ιδιότητες της ~ης.|| Μαγειρευτή (: γιαχνί)/ξερή/ψιλοκομμένη ~. ~ τουρσί. Πατέ/σάλτσα ~ης. Γαρνίρω/πασπαλίζω τη σαλάτα/τη φέτα με ~. Βλ. αλμύρα, γλιστρίδα, κρίταμο. [< μεσν. κάππαρη < αρχ. κάππαρις] | |
| 22925 | κάπρι | κά-πρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στενό παντελόνι, συνήθ. ανοιξιάτικο ή καλοκαιρινό, σε ύψος λίγο πιο κάτω από το γόνατο ή μέχρι τη μέση της γάμπας ή λίγο πιο πάνω από τον αστράγαλο: βαμβακερό/τζιν ~. ~-κολάν. Βλ. βερμούδα, ζιπ κιλότ, ψαράδικο. [< αγγλ. Capri pants, capris, 1952] | |
| 22926 | καπρικό | κα-πρι-κό ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. παραδοσιακό κρητικό φαγητό από αλατισμένο χοιρινό κρέας (πανσέτα) που ψήνεται για πολλές ώρες. Βλ. απάκι. | |
| 22927 | καπρικός | , ή, ό κα-πρι-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: καπρικό οξύ : ΧΗΜ. λιπαρό οξύ (σύμβ. C10H20O2 ), αδιάλυτο στο νερό, που χρησιμοποιείται κυρ. στα καλλυντικά ως γαλακτωματοποιητής. Βλ. καπρυλικό οξύ. [< γαλλ. acide caprique] | |
| 22928 | καπρίτσιο | κα-πρί-τσιο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) ιδιορρυθμία, ιδιοτροπία, παραξενιά: παιδικό ~. Τα ~ια των σταρ. Δεν ήταν παρά ένα ~ (της στιγμής). Aνέχεται/υπομένει κάθε ~ του. Έχασε τα πάντα για ένα ~ (= τρέλα). Επέμενε μόνο και μόνο από ~ (πβ. γινάτι). Κάνει ό,τι μπορεί για να ικανοποιεί τα ~ια (: γούστα) της.|| Ερωτικά ~ια (πβ. κόλπα, κόνξες, κορδελάκια, νάζια, νούμερα). (μτφ.) Τα ~ια (= γυρίσματα, παιχνίδια) του καιρού/της μοίρας/της τύχης. Άσε, επιτέλους, τα ~ια (= πείσματα)! Πβ. καμώματα. 2. ΜΟΥΣ. ανάλαφρη σύνθεση με γρήγορο τέμπο, ελεύθερη φόρμα και συνήθ. χιουμοριστικό ή εκκεντρικό χαρακτήρα, που βασίζεται σε γνωστή μελωδία. [< 1: ιταλ. capriccio, βεν. caprizio 2: ιταλ. ~, γαλλ. ~, πριν από το 1900] | |
| 22929 | καπριτσιόζικος | , η, ο κα-πρι-τσιό-ζι-κος επίθ. (σπάν.): που ταιριάζει στον καπριτσιόζο: ~ος: χαρακτήρας. Πβ. ιδιό-ρρυθμος, -τροπος, ναζι-, παιχνιδι-, πεισματ-άρικος, σκερτσόζ-, τσαχπίν-ικος. | |
| 22930 | καπριτσιόζος, καπριτσιόζα | κα-πρι-τσιό-ζος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ιδιόρρυθμος, δύστροπος· σκερτσόζος: (ως επίθ.) ~α: γυναίκα (= καμωματού, ναζιάρα). 2. ΜΑΓΕΙΡ. {στο θηλ.} είδος πίτσας με ντομάτα, τυρί (μοτσαρέλα), ζαμπόν, μανιτάρια, ελιές και αγκινάρες· σαλάτα που φτιάχνεται με τα αντίστοιχα υλικά. 3. ΖΑΧΑΡ. {στο θηλ.} υγρό κέικ σοκολάτας, ιταλικής προέλευσης, με σκόνη αμυγδάλου και ρούμι. Βλ. σουφλέ. [< ιταλ. capriccioso] | |
| 22931 | καπρολακτάμη | κα-προ-λα-κτά-μη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ετεροκυκλική ένωση (σύμβ. C6H11NO) από τον πολυμερισμό της οποίας παράγεται πολυαμίδιο και χρησιμοποιείται κυρ. στην παρασκευή του νάιλον: ~ σε μορφή ατμού/σκόνης. [< αγγλ. caprolactam < capro(ic acid) + lact(one) + am(ide), 1944] | |
| 22932 | κάπρος | κά-προς ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΤ. χοίρος αναπαραγωγής. Βλ. χοιρομητέρα. 2. ΖΩΟΛ. (λόγ.) αγριόχοιρος, αγριογούρουνο. [< αρχ. κάπρος] | |
| 22933 | καπρυλικός | , ή, ό κα-πρυ-λι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καπρυλικό οξύ: ΧΗΜ. κορεσμένο λιπαρό οξύ (σύμβ. C8H16O2) με δυσάρεστη οσμή, που βρίσκεται σε ζωικής προέλευσης προϊόντα (π.χ. βούτυρο) και στο λάδι καρύδας και χρησιμοποιείται για την παρασκευή κυρ. αρωματικών υλών, καλλυντικών και λιπαντικών. Βλ. καπρικό οξύ. [< γαλλ. acide caprylique] | |
| 22934 | κάπτεν | κά-πτεν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (προφ.): ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο και το μπάσκετ) ο αρχηγός της ομάδας. Βλ. τσιφ3. [< αγγλ. captain] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ