| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22946 | καραβιδομακαρονάδα | κα-ρα-βι-δο-μα-κα-ρο-νά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μακαρονάδα με καραβίδες. Βλ. αστακο-, γαριδο-μακαρονάδα. | |
| 22947 | καραβιδόψιχα | κα-ρα-βι-δό-ψι-χα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. η εδώδιμη σάρκα της καραβίδας: ~ με μαγιονέζα. Βλ. καβουρόψιχα, σουρίμι. | |
| 22948 | καραβίσιος | , ια, ιο κα-ρα-βί-σιος επίθ. (προφ.) 1. (μτφ.) πολύ ακριβός και συνήθ. χαμηλής ποιότητας: ~ιες: τιμές (= αλμυρές, τσιμπημένες, τσουχτερές). ΣΥΝ. βαπορίσιος (1) 2. (σπανιότ.) που σχετίζεται με τα καράβια: ~ιες: ιστορίες. ● ΣΥΜΠΛ.: καραβίσιος καφές: αραιός και συνήθ. ακριβός, που σερβίρεται κυρ. σε πλοία, αεροδρόμια ή τουριστικούς χώρους· γενικότ. ακριβός ή νερουλός καφές. Βλ. νεροζούμι. | |
| 22949 | καράβλαχος | κα-ρά-βλα-χος ουσ. (αρσ.) (επιτατ.): εντελώς απαίδευτος, άξεστος συνήθ. επαρχιώτης. Πβ. αγροίκος, χωριάτης. | |
| 22950 | καραβοκύρης | κα-ρα-βο-κύ-ρης ουσ. (αρσ.) {καραβοκύρ-ηδες | σπάν. θηλ. καραβοκύρισσα} (παλαιότ.): καπετάνιος, πλοιοκτήτης· (στο θηλ.) καπετάνισσα, πλοιοκτήτρια ή γυναίκα καραβοκύρη. [< μεσν. καραβοκύρης] | |
| 22951 | καραβομαραγκός | κα-ρα-βο-μα-ρα-γκός ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): ξυλουργός ναυπηγείου. Βλ. καλαφάτης, ταρσανάς. | |
| 22952 | καραβόπανο | κα-ρα-βό-πα-νο ουσ. (ουδ.): χοντρό και πολύ ανθεκτικό ύφασμα: βαμβακερό ~. Κάλυμμα/κουρτίνα/ομπρέλα (κήπου)/τέντα από ~. ~ για τα ιστία πλοίου. Βλ. κετσές, λινάτσα.|| Zωγραφική σε ~. Βλ. καμβάς, καναβάτσο. | |
| 22953 | καραβόσκαρο | κα-ρα-βό-σκα-ρο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΝΑΥΤ. τύπος ξύλινου παραδοσιακού σκάφους με ελλειψοειδή πρύμνη: αλιευτικό/εμπορικό ~. | |
| 22954 | καραβόσκοινο | κα-ρα-βό-σκοι-νο ουσ. (ουδ.) & καραβόσχοινο: ΝΑΥΤ. χοντρό σκοινί για την πρόσδεση του πλοίου. Πβ. παλαμάρι. Βλ. μπίντα. | |
| 22955 | καραβόσκυλο | κα-ρα-βό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.) & καραβόσκυλος (ο) (παλαιότ.) 1. (μτφ.) θαλασσόλυκος. 2. σκύλος που ζει σε καράβι. 3. (σπάν.-υβριστ.) αγριάνθρωπος, αγροίκος. | |
| 22956 | καραβοτσάκισμα | κα-ρα-βο-τσά-κι-σμα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): ρίξιμο του καραβιού στα βράχια εξαιτίας τρικυμίας· (μτφ.) βάσανο, κακοτυχία. Πβ. ναυάγιο. | |
| 22957 | καραβοτσακισμένος | , η, ο κα-ρα-βο-τσα-κι-σμέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) βασανισμένος, κατεστραμμένος: ~οι: πρόσφυγες (= ταλαιπωρημένοι, τυραννισμένοι).|| ~η: ζωή. 2. (για πλοίο ή πλεούμενο) πεσμένο στα βράχια και ναυαγισμένο· (για ναυτικό) που έχει ταλαιπωρηθεί στη θάλασσα. Πβ. θαλασσοδαρμένος. | |
| 22958 | καραβοφάναρο | κα-ρα-βο-φά-να-ρο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. φαρόπλοιο. | |
| 22959 | καραγάτσι | κα-ρα-γά-τσι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): ΒΟΤ. φτελιά· συνεκδ. το ξύλο της. [< τουρκ. karaağaç] | |
| 22960 | καραγιαπί | κα-ρα-για-πί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-επιτατ.): μισοτελειωμένη οικοδομή· (γενικότ.-μειωτ.) χώρος οικοδομικών εργασιών ή/και γενικής ακαταστασίας: Το σπίτι θυμίζει ~ (βλ. αχούρι, εργοτάξιο). | |
| 22961 | καραγκιόζ μπερντές | κα-ρα-γκιόζ μπερ-ντές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-μειωτ.) οτιδήποτε γελοίο ή/και κακόγουστο: Η υπόθεση έχει καταντήσει ~ ~. Έχει κάνει το σπίτι του ~ ~έ (βλ. κιτς). 2. (σπάν.) ο μπερντές του θεάτρου σκιών. | |
| 22962 | καραγκιόζης | κα-ρα-γκιό-ζης ουσ. (αρσ.) {καραγκιόζ-ηδες} 1. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) πρωταγωνιστής του λαϊκού θεάτρου σκιών, φτωχός, ξυπόλυτος, φαλακρός, με τεράστια καμπούρα και μεγάλη μύτη, με το δεξί χέρι μακρύτερο από το αριστερό και κύρια χαρακτηριστικά την εξυπνάδα, την κουτοπονηριά και την τεμπελιά· συνεκδ. θέατρο σκιών: (ως τίτλος παράστασης) "Ο ~ μάγειρας". || Φιγούρες ~η. 2. (μειωτ., για άνδρα) γελοίος, φαιδρός: Είναι μεγάλος ~!|| (υβριστ.) Άντε ρε ~η! Πβ. νούμερο, τζουτζές, φασουλής. ● Υποκ.: καραγκιοζάκι (το): στη σημ. 2· (σπανιότ.) φιγούρα συνήθ. πρόχειρα σχεδιασμένη. ● ΦΡ.: (ο) γάμος του καραγκιόζη (προφ.): κωμική, τραγελαφική κατάσταση: Οι εκλογές θυμίζουν (τον) ~ο ~., παράγκα/καλύβα του καραγκιόζη (προφ.): για κατασκευή ετοιμόρροπη, παλιά, σε άθλια κατάσταση: Αυτό δεν είναι σπίτι, είναι η ~ ~! Πβ. ερείπιο., στον γάμο του καραγκιόζη (προφ.): χωρίς συγκεκριμένο στόχο ή τελείως εκτός στόχου: Έριξε ~ ~ (: με το όπλο). Πβ. βαράτε βιολιτζήδες., κάνει τον γελωτοποιό/τον καραγκιόζη/τον κλόουν/τον παλιάτσο βλ. κλόουν [< τουρκ. karagöz, αρχική σημ. ‘μαυρομάτης’] | |
| 22963 | καραγκιοζιά | κα-ρα-γκιο-ζιά ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): καραγκιοζιλίκι. | |
| 22964 | καραγκιοζιλίκι | κα-ρα-γκι-ο-ζι-λί-κι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & καραγκιοζλίκι (προφ.): γελοία πράξη ή συμπεριφορά: Μεγάλο ~! Τι ~ια είν' αυτά (= καμώματα, μασκαραλίκια, ρεζιλίκια, φαιδρότητες); Βλ. -ιλίκι. [< τουρκ. karagözlük] | |
| 22965 | καραγκιοζοπαίχτης | κα-ρα-γκιο-ζο-παί-χτης ουσ. (αρσ.) & καραγκιοζοπαίκτης : (στο θέατρο σκιών) καλλιτέχνης που κατασκευάζει και κινεί τις φιγούρες, γράφει και σκηνοθετεί τις παραστάσεις και κάνει τις φωνές των ηρώων: λαϊκός ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ