Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23700-23720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22946καραβιδομακαρονάδακα-ρα-βι-δο-μα-κα-ρο-νά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μακαρονάδα με καραβίδες. Βλ. αστακο-, γαριδο-μακαρονάδα.
22947καραβιδόψιχακα-ρα-βι-δό-ψι-χα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. η εδώδιμη σάρκα της καραβίδας: ~ με μαγιονέζα. Βλ. καβουρόψιχα, σουρίμι.
22948καραβίσιος, ια, ιο κα-ρα-βί-σιος επίθ. (προφ.) 1. (μτφ.) πολύ ακριβός και συνήθ. χαμηλής ποιότητας: ~ιες: τιμές (= αλμυρές, τσιμπημένες, τσουχτερές). ΣΥΝ. βαπορίσιος (1) 2. (σπανιότ.) που σχετίζεται με τα καράβια: ~ιες: ιστορίες. ● ΣΥΜΠΛ.: καραβίσιος καφές: αραιός και συνήθ. ακριβός, που σερβίρεται κυρ. σε πλοία, αεροδρόμια ή  τουριστικούς χώρους· γενικότ. ακριβός ή νερουλός καφές. Βλ. νεροζούμι.
22949καράβλαχοςκα-ρά-βλα-χος ουσ. (αρσ.) (επιτατ.): εντελώς απαίδευτος, άξεστος συνήθ. επαρχιώτης. Πβ. αγροίκος, χωριάτης.
22950καραβοκύρηςκα-ρα-βο-κύ-ρης ουσ. (αρσ.) {καραβοκύρ-ηδες | σπάν. θηλ. καραβοκύρισσα} (παλαιότ.): καπετάνιος, πλοιοκτήτης· (στο θηλ.) καπετάνισσα, πλοιοκτήτρια ή γυναίκα καραβοκύρη. [< μεσν. καραβοκύρης]
22951καραβομαραγκόςκα-ρα-βο-μα-ρα-γκός ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): ξυλουργός ναυπηγείου. Βλ. καλαφάτης, ταρσανάς.
22952καραβόπανοκα-ρα-βό-πα-νο ουσ. (ουδ.): χοντρό και πολύ ανθεκτικό ύφασμα: βαμβακερό ~. Κάλυμμα/κουρτίνα/ομπρέλα (κήπου)/τέντα από ~. ~ για τα ιστία πλοίου. Βλ. κετσές, λινάτσα.|| Zωγραφική σε ~. Βλ. καμβάς, καναβάτσο.
22953καραβόσκαροκα-ρα-βό-σκα-ρο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΝΑΥΤ. τύπος ξύλινου παραδοσιακού σκάφους με ελλειψοειδή πρύμνη: αλιευτικό/εμπορικό ~.
22954καραβόσκοινοκα-ρα-βό-σκοι-νο ουσ. (ουδ.) & καραβόσχοινο: ΝΑΥΤ. χοντρό σκοινί για την πρόσδεση του πλοίου. Πβ. παλαμάρι. Βλ. μπίντα.
22955καραβόσκυλοκα-ρα-βό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.) & καραβόσκυλος (ο) (παλαιότ.) 1. (μτφ.) θαλασσόλυκος. 2. σκύλος που ζει σε καράβι. 3. (σπάν.-υβριστ.) αγριάνθρωπος, αγροίκος.
22956καραβοτσάκισμακα-ρα-βο-τσά-κι-σμα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): ρίξιμο του καραβιού στα βράχια εξαιτίας τρικυμίας· (μτφ.) βάσανο, κακοτυχία. Πβ. ναυάγιο.
22957καραβοτσακισμένος, η, ο κα-ρα-βο-τσα-κι-σμέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) βασανισμένος, κατεστραμμένος: ~οι: πρόσφυγες (= ταλαιπωρημένοι, τυραννισμένοι).|| ~η: ζωή. 2. (για πλοίο ή πλεούμενο) πεσμένο στα βράχια και ναυαγισμένο· (για ναυτικό) που έχει ταλαιπωρηθεί στη θάλασσα. Πβ. θαλασσοδαρμένος.
22958καραβοφάναροκα-ρα-βο-φά-να-ρο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. φαρόπλοιο.
22959καραγάτσικα-ρα-γά-τσι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): ΒΟΤ. φτελιά· συνεκδ. το ξύλο της. [< τουρκ. karaağaç]
22960καραγιαπίκα-ρα-για-πί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-επιτατ.): μισοτελειωμένη οικοδομή· (γενικότ.-μειωτ.) χώρος οικοδομικών εργασιών ή/και γενικής ακαταστασίας: Το σπίτι θυμίζει ~ (βλ. αχούρι, εργοτάξιο).
22961καραγκιόζ μπερντέςκα-ρα-γκιόζ μπερ-ντές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-μειωτ.) οτιδήποτε γελοίο ή/και κακόγουστο: Η υπόθεση έχει καταντήσει ~ ~. Έχει κάνει το σπίτι του ~ ~έ (βλ. κιτς). 2. (σπάν.) ο μπερντές του θεάτρου σκιών.
22962καραγκιόζηςκα-ρα-γκιό-ζης ουσ. (αρσ.) {καραγκιόζ-ηδες} 1. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) πρωταγωνιστής του λαϊκού θεάτρου σκιών, φτωχός, ξυπόλυτος, φαλακρός, με τεράστια καμπούρα και μεγάλη μύτη, με το δεξί χέρι μακρύτερο από το αριστερό και κύρια χαρακτηριστικά την εξυπνάδα, την κουτοπονηριά και την τεμπελιά· συνεκδ. θέατρο σκιών: (ως τίτλος παράστασης) "Ο ~ μάγειρας". || Φιγούρες ~η. 2. (μειωτ., για άνδρα) γελοίος, φαιδρός: Είναι μεγάλος ~!|| (υβριστ.) Άντε ρε ~η! Πβ. νούμερο, τζουτζές, φασουλής. ● Υποκ.: καραγκιοζάκι (το): στη σημ. 2· (σπανιότ.) φιγούρα συνήθ. πρόχειρα σχεδιασμένη. ● ΦΡ.: (ο) γάμος του καραγκιόζη (προφ.): κωμική, τραγελαφική κατάσταση: Οι εκλογές θυμίζουν (τον) ~ο ~., παράγκα/καλύβα του καραγκιόζη (προφ.): για κατασκευή ετοιμόρροπη, παλιά, σε άθλια κατάσταση: Αυτό δεν είναι σπίτι, είναι η ~ ~! Πβ. ερείπιο., στον γάμο του καραγκιόζη (προφ.): χωρίς συγκεκριμένο στόχο ή τελείως εκτός στόχου: Έριξε ~ ~ (: με το όπλο). Πβ. βαράτε βιολιτζήδες., κάνει τον γελωτοποιό/τον καραγκιόζη/τον κλόουν/τον παλιάτσο βλ. κλόουν [< τουρκ. karagöz, αρχική σημ. ‘μαυρομάτης’]
22963καραγκιοζιάκα-ρα-γκιο-ζιά ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): καραγκιοζιλίκι.
22964καραγκιοζιλίκικα-ρα-γκι-ο-ζι-λί-κι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & καραγκιοζλίκι (προφ.): γελοία πράξη ή συμπεριφορά: Μεγάλο ~! Τι ~ια είν' αυτά (= καμώματα, μασκαραλίκια, ρεζιλίκια, φαιδρότητες); Βλ. -ιλίκι. [< τουρκ. karagözlük]
22965καραγκιοζοπαίχτηςκα-ρα-γκιο-ζο-παί-χτης ουσ. (αρσ.) & καραγκιοζοπαίκτης : (στο θέατρο σκιών) καλλιτέχνης που κατασκευάζει και κινεί τις φιγούρες, γράφει και σκηνοθετεί τις παραστάσεις και κάνει τις φωνές των ηρώων: λαϊκός ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.