| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22966 | καραγκούνα | κα-ρα-γκού-να ουσ. (θηλ.): ΛΑΟΓΡ. θεσσαλικός δημοτικός χορός. | |
| 22967 | καραγκούνικος | , η, ο κα-ρα-γκού-νι-κος επίθ.: ΛΑΟΓΡ. που σχετίζεται με τους Καραγκούνηδες: ~ος: γάμος. ~η: ενδυμασία/φορεσιά. | |
| 22968 | καραδοκώ | [καραδοκῶ] κα-ρα-δο-κώ ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ., καραδοκ-ώντας}: καιροφυλακτώ, παραμονεύω: Ο εχθρός ~εί (: παρακολουθεί κρυμμένος, έτοιμος να επιτεθεί· πβ. στήνω ενέδρα/καρτέρι/παγίδα). Ο κλέφτης ~ούσε στο σκοτάδι (= παραφυλούσε).|| (μτφ.) Οι ανταγωνιστές/αντίπαλοί του ~ούν (= περιμένουν στη γωνία) να του φάνε τη θέση. Ο θάνατος/κίνδυνος ~εί παντού (= ελλοχεύει, ενεδρεύει). [< αρχ. καραδοκῶ] | |
| 22969 | καρακαηδόνα | κα-ρα-κα-η-δό-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): ανόητη και φλύαρη γυναίκα. Βλ. γλωσσού. [< *κορακαηδόνα] | |
| 22970 | καρακάξα | κα-ρα-κά-ξα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. μικρόσωμο πτηνό που ανήκει στα κορακοειδή (επιστ. oνομασ. Pica pica), με ασπρόμαυρο φτέρωμα, κοντό ράμφος, μαύρη μακριά ουρά και διαπεραστική φωνή. Βλ. κίσσα. 2. (μτφ.-μειωτ.) άσχημη, δύστροπη, κουτσομπόλα γυναίκα. Πβ. γκιόσα, λάμια, κάργια, κλώσα, κουρούνα. [< μεσν. καρακάξα] | |
| 22971 | καρακίτς | κα-ρα-κίτς επίθ. {άκλ.} (προφ.-επιτατ.): πολύ κιτς. | |
| 22972 | καρακιτσαριό | κα-ρα-κι-τσα-ριό ουσ. (ουδ.) & καρακιτσαρία (η): (προφ.-επιτατ.) κιτσαρία. | |
| 22973 | καρακουκλάρα | κα-ρα-κου-κλά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.-επιτατ.): κουκλάρα. | |
| 22974 | κάρακτερ | κά-ρα-κτερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καρακτέρ: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. χαρακτηριστικοί χοροί στο κλασικό μπαλέτο με καταβολές από λαϊκούς, εθνικούς χορούς ή το θέατρο. Βλ. μαζούρκα, ταραντέλα, φλαμένγκο. [< γαλλ. danse de caractère] | |
| 22975 | καραμανλίδικος | , η, ο κα-ρα-μαν-λί-δι-κος επίθ. & καραμανλήδικος (παλαιότ.): που σχετίζεται με τον τουρκόφωνο ελληνισμό της Καραμανίας, περιοχής της νοτιοανατολικής Μικράς Ασίας. Βλ. -ίδικος. ● Ουσ.: καραμανλίδικα (τα) & καραμανλίδικη γραφή (η) (παλαιότ.): ΓΛΩΣΣ. φωνητική απόδοση της τουρκικής γλώσσας με ελληνικούς χαρακτήρες που χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες της Καραμανίας. | |
| 22976 | καραμέλα | κα-ρα-μέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. {συνήθ. στον πληθ.} μικρό ζαχαρωτό, σκληρό ή μαλακό, που παρασκευάζεται από αρωματισμένο και συνήθ. χρωματισμένο σιρόπι και λιώνει στο στόμα: γεμιστές/πολύχρωμες ~ες. ~ες βουτύρου/γάλακτος/μέντας/ούζου. ~ες με γεύση φρούτων. ~ες-ζελεδάκια. ~ες χωρίς ζάχαρη/για διαβητικούς. Ένα βάζο/κουτί/πακέτο/σακουλάκι ~ες. Ξετυλίγω μια ~. Μοίρασε ~ες στα παιδιά. Μην τρως πολλές ~ες, θα χαλάσουν τα δόντια σου! Καταπίνει τις βιταμίνες σαν ~ες! Βλ. γλειφιτζούρι, κουφέτο, σοκολάτα.|| Πολυβιταμινούχες ~ες. ~ες για τον βήχα/τον λαιμό (= παστίλιες). 2. ΖΑΧΑΡ. {χωρ. πληθ.} παχύρρευστο διάλυμα, που παρασκευάζεται από ζάχαρη λιωμένη σε μικρή ποσότητα νερού και βρασμένη σε σιγανή ή μέτρια φωτιά, μέχρι να αποκτήσει καστανό ή σκούρο καφέ χρώμα· χρησιμοποιείται ως γαρνιτούρα, επίστρωση ή γέμιση γλυκών: παγωτό/τούρτα ~ (πβ. καραμελέ). Κρέμα/σάλτσα/σιρόπι/σος ~/~ας. Περιχύνω με (ζεστή) ~. Βλ. πραλίνα.|| Καφές με άρωμα/γεύση ~/~ας. 3. (μτφ.) ό,τι επαναλαμβάνεται ή αναπαράγεται χωρίς να έχει ουσιαστικό νόημα, συνήθ. ως πρόσχημα: η ~ της διαφάνειας/της συνωμοσιολογίας. Ακούμε/αναμασούν/πιπιλίζουν συνέχεια την ίδια ~. Πβ. πιπίλα, τσίχλα. ● Υποκ.: καραμελάκι (το): στη σημ.1., καραμελίτσα (η): στη σημ.1. ● ΦΡ.: έχω/κάνω/γίνεται κάτι καραμέλα στο στόμα μου: για θέμα, επιχείρημα ή δικαιολογία που προβάλλεται σε κάθε ευκαιρία: Η λέξη "παγκοσμιοποίηση" έχει γίνει πια ~ ~ όλων μας. [< ιταλ. caramella, γαλλ. caramel] | |
| 22977 | καραμελέ | κα-ρα-με-λέ επίθ. {άκλ.} 1. ΖΑΧΑΡ. που περιέχει καραμέλα· καραμελωμένος: τούρτα ~. 2. που έχει το χρώμα της καραμέλας, κιτρινωπός, καστανός: εσάρπα καφέ-~. ● ΣΥΜΠΛ.: κρέμα/κρεμ καραμελέ & καραμελέ (η): ΖΑΧΑΡ. κρέμα με επίστρωση καραμέλας: Mπολ/φορμάκια για ~ ~. Βλ. κρεμ μπρουλέ, πανακότα. [< γαλλ. crème (au) caramel] [< γαλλ. caramélé] | |
| 22978 | καραμελένιος | , ια, ιο κα-ρα-με-λέ-νιος επίθ. 1. που είναι από καραμέλα ή την περιέχει: ~ιο: γλυκό. Καφές με ~ια γεύση.|| (κατ' επέκτ., σκούρος κίτρινος) Kρασί με ~ιo χρώμα. 2. (μτφ.-οικ.) γλυκός. Πβ. ζαχαρ-, μελ-ένιος. | |
| 22979 | καραμελιζέ | κα-ρα-με-λι-ζέ επίθ. {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. -ΜΑΓΕΙΡ. καραμελωμένος: ρυζόγαλο ~. [< γαλλ. caramélisé] | |
| 22980 | καραμελωμένος | , η, ο κα-ρα-με-λω-μέ-νος επίθ.: ΖΑΧΑΡ. -ΜΑΓΕΙΡ. που έχει καραμελωθεί: ~η: ζάχαρη. ~α: αμύγδαλα/φουντούκια. Ψητά ~α μήλα.|| Μπριζόλες με ~α κρεμμύδια. [< γαλλ. caramélisé] | |
| 22981 | καραμελώνω | κα-ρα-με-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καραμέλω-σε, καραμελώ-σει, -θεί, -μένος}: ΖΑΧΑΡ. -ΜΑΓΕΙΡ. περιχύνω με καραμέλα· σοτάρω κάτι μέχρι να αποκτήσει χρυσαφένια, καστανή κρούστα: ~ την κρέμα. Βλ. ζαχαρ-, μελ-ώνω. ● καραμελώνει: γίνεται καραμέλα· αποκτά καραμελένια υφή: Το σιρόπι ~σε. ~μένη: ζάχαρη.|| Βράζετε τη σάλτσα, μέχρι να ~σει (: δέσει, πήξει). [< γαλλ. caraméliser] | |
| 22982 | καραμούζα | κα-ρα-μού-ζα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. ζουρνάς· συνήθ. πλαστικό παιχνίδι-απομίμηση του αντίστοιχου οργάνου, που παράγει οξύ και διαπεραστικό ήχο: κομφετί, ροκάνες και ~ες. Οι οπαδοί έδιναν τον τόνο με σφυρίχτρες, ταμπούρλα και ~ες. Πβ. πίπιζα.|| (μτφ., για αντίστοιχο ανυπόφορο θόρυβο) Κάνει/μιλά/σκούζει σαν ~. [< ιταλ. cornamusa, πβ. μεσν. καρλαμούζα ‘γκάιντα’] | |
| 22983 | καραμπίνα | κα-ρα-μπί-να ουσ. (θηλ.): φορητό πυροβόλο όπλο, μικρότερο από το τουφέκι: (ημι)αυτόματη/επαναληπτική (βλ. χράπα χρούπα)/κοντόκαννη/κυνηγετική/σπαστή ~. Με/υπό την απειλή ~ας. Τον πυροβόλησε/σκότωσε με ~. Βλ. μπερέτα, δίκαννο.|| (στη σκοποβολή:) ~ πρηνηδόν/τριών στάσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: παλιά καραμπίνα (σπάν.): για πρόσωπο που έχει μεγάλη πείρα σε κάποιον τομέα. ΣΥΝ. παλιά καραβάνα [< ιταλ. carabina < γαλλ. carabine] | |
| 42238 | Καραμπίνα | πρη-νη-δόν επίρρ. (αρχαιοπρ.): μπρούμυτα: στάση ~. ΑΝΤ. ανάσκελα, ύπτια.|| (ΑΘΛ.) Καραμπίνα/τουφέκι ~ (: ο σκοπευτής ρίχνει τις βολές του πεσμένος μπρούμυτα στο έδαφος). Βλ. -ηδόν. [< μτγν. πρηνηδόν] | |
| 22984 | καραμπινάτος | , η, ο [καραμπινᾶτος] κα-ρα-μπι-νά-τος επίθ. (προφ.-επιτατ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) : αναμφισβήτητος, ξεκάθαρος, ολοφάνερος: ~η: αδικία (= εξόφθαλμη, κατάφωρη)/απάτη/απόδειξη (= αδιάψευστη, φοβερή)/παράβαση/παρανομία. ~ο: λάθος (= κραυγαλέο)/παράδειγμα ασυνεννοησίας (βλ. χαρακτηριστικό)/σκάνδαλο. ~α: ψέματα (= απροκάλυπτα). ~η: περίπτωση (βλ. κλασική, τυπική)/υπόθεση εκβιασμού. Πβ. τρανταχτός, χτυπητός. Βλ. -άτος. [< γαλλ. carabiné] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ