| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22955 | καραβόσκυλο | κα-ρα-βό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.) & καραβόσκυλος (ο) (παλαιότ.) 1. (μτφ.) θαλασσόλυκος. 2. σκύλος που ζει σε καράβι. 3. (σπάν.-υβριστ.) αγριάνθρωπος, αγροίκος. | |
| 22956 | καραβοτσάκισμα | κα-ρα-βο-τσά-κι-σμα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): ρίξιμο του καραβιού στα βράχια εξαιτίας τρικυμίας· (μτφ.) βάσανο, κακοτυχία. Πβ. ναυάγιο. | |
| 22957 | καραβοτσακισμένος | , η, ο κα-ρα-βο-τσα-κι-σμέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) βασανισμένος, κατεστραμμένος: ~οι: πρόσφυγες (= ταλαιπωρημένοι, τυραννισμένοι).|| ~η: ζωή. 2. (για πλοίο ή πλεούμενο) πεσμένο στα βράχια και ναυαγισμένο· (για ναυτικό) που έχει ταλαιπωρηθεί στη θάλασσα. Πβ. θαλασσοδαρμένος. | |
| 22958 | καραβοφάναρο | κα-ρα-βο-φά-να-ρο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. φαρόπλοιο. | |
| 22959 | καραγάτσι | κα-ρα-γά-τσι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): ΒΟΤ. φτελιά· συνεκδ. το ξύλο της. [< τουρκ. karaağaç] | |
| 22960 | καραγιαπί | κα-ρα-για-πί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-επιτατ.): μισοτελειωμένη οικοδομή· (γενικότ.-μειωτ.) χώρος οικοδομικών εργασιών ή/και γενικής ακαταστασίας: Το σπίτι θυμίζει ~ (βλ. αχούρι, εργοτάξιο). | |
| 22961 | καραγκιόζ μπερντές | κα-ρα-γκιόζ μπερ-ντές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-μειωτ.) οτιδήποτε γελοίο ή/και κακόγουστο: Η υπόθεση έχει καταντήσει ~ ~. Έχει κάνει το σπίτι του ~ ~έ (βλ. κιτς). 2. (σπάν.) ο μπερντές του θεάτρου σκιών. | |
| 22962 | καραγκιόζης | κα-ρα-γκιό-ζης ουσ. (αρσ.) {καραγκιόζ-ηδες} 1. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) πρωταγωνιστής του λαϊκού θεάτρου σκιών, φτωχός, ξυπόλυτος, φαλακρός, με τεράστια καμπούρα και μεγάλη μύτη, με το δεξί χέρι μακρύτερο από το αριστερό και κύρια χαρακτηριστικά την εξυπνάδα, την κουτοπονηριά και την τεμπελιά· συνεκδ. θέατρο σκιών: (ως τίτλος παράστασης) "Ο ~ μάγειρας". || Φιγούρες ~η. 2. (μειωτ., για άνδρα) γελοίος, φαιδρός: Είναι μεγάλος ~!|| (υβριστ.) Άντε ρε ~η! Πβ. νούμερο, τζουτζές, φασουλής. ● Υποκ.: καραγκιοζάκι (το): στη σημ. 2· (σπανιότ.) φιγούρα συνήθ. πρόχειρα σχεδιασμένη. ● ΦΡ.: (ο) γάμος του καραγκιόζη (προφ.): κωμική, τραγελαφική κατάσταση: Οι εκλογές θυμίζουν (τον) ~ο ~., παράγκα/καλύβα του καραγκιόζη (προφ.): για κατασκευή ετοιμόρροπη, παλιά, σε άθλια κατάσταση: Αυτό δεν είναι σπίτι, είναι η ~ ~! Πβ. ερείπιο., στον γάμο του καραγκιόζη (προφ.): χωρίς συγκεκριμένο στόχο ή τελείως εκτός στόχου: Έριξε ~ ~ (: με το όπλο). Πβ. βαράτε βιολιτζήδες., κάνει τον γελωτοποιό/τον καραγκιόζη/τον κλόουν/τον παλιάτσο βλ. κλόουν [< τουρκ. karagöz, αρχική σημ. ‘μαυρομάτης’] | |
| 22963 | καραγκιοζιά | κα-ρα-γκιο-ζιά ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): καραγκιοζιλίκι. | |
| 22964 | καραγκιοζιλίκι | κα-ρα-γκι-ο-ζι-λί-κι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & καραγκιοζλίκι (προφ.): γελοία πράξη ή συμπεριφορά: Μεγάλο ~! Τι ~ια είν' αυτά (= καμώματα, μασκαραλίκια, ρεζιλίκια, φαιδρότητες); Βλ. -ιλίκι. [< τουρκ. karagözlük] | |
| 22965 | καραγκιοζοπαίχτης | κα-ρα-γκιο-ζο-παί-χτης ουσ. (αρσ.) & καραγκιοζοπαίκτης : (στο θέατρο σκιών) καλλιτέχνης που κατασκευάζει και κινεί τις φιγούρες, γράφει και σκηνοθετεί τις παραστάσεις και κάνει τις φωνές των ηρώων: λαϊκός ~. | |
| 22966 | καραγκούνα | κα-ρα-γκού-να ουσ. (θηλ.): ΛΑΟΓΡ. θεσσαλικός δημοτικός χορός. | |
| 22967 | καραγκούνικος | , η, ο κα-ρα-γκού-νι-κος επίθ.: ΛΑΟΓΡ. που σχετίζεται με τους Καραγκούνηδες: ~ος: γάμος. ~η: ενδυμασία/φορεσιά. | |
| 22968 | καραδοκώ | [καραδοκῶ] κα-ρα-δο-κώ ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ., καραδοκ-ώντας}: καιροφυλακτώ, παραμονεύω: Ο εχθρός ~εί (: παρακολουθεί κρυμμένος, έτοιμος να επιτεθεί· πβ. στήνω ενέδρα/καρτέρι/παγίδα). Ο κλέφτης ~ούσε στο σκοτάδι (= παραφυλούσε).|| (μτφ.) Οι ανταγωνιστές/αντίπαλοί του ~ούν (= περιμένουν στη γωνία) να του φάνε τη θέση. Ο θάνατος/κίνδυνος ~εί παντού (= ελλοχεύει, ενεδρεύει). [< αρχ. καραδοκῶ] | |
| 22969 | καρακαηδόνα | κα-ρα-κα-η-δό-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): ανόητη και φλύαρη γυναίκα. Βλ. γλωσσού. [< *κορακαηδόνα] | |
| 22970 | καρακάξα | κα-ρα-κά-ξα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. μικρόσωμο πτηνό που ανήκει στα κορακοειδή (επιστ. oνομασ. Pica pica), με ασπρόμαυρο φτέρωμα, κοντό ράμφος, μαύρη μακριά ουρά και διαπεραστική φωνή. Βλ. κίσσα. 2. (μτφ.-μειωτ.) άσχημη, δύστροπη, κουτσομπόλα γυναίκα. Πβ. γκιόσα, λάμια, κάργια, κλώσα, κουρούνα. [< μεσν. καρακάξα] | |
| 22971 | καρακίτς | κα-ρα-κίτς επίθ. {άκλ.} (προφ.-επιτατ.): πολύ κιτς. | |
| 22972 | καρακιτσαριό | κα-ρα-κι-τσα-ριό ουσ. (ουδ.) & καρακιτσαρία (η): (προφ.-επιτατ.) κιτσαρία. | |
| 22973 | καρακουκλάρα | κα-ρα-κου-κλά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.-επιτατ.): κουκλάρα. | |
| 22974 | κάρακτερ | κά-ρα-κτερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καρακτέρ: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. χαρακτηριστικοί χοροί στο κλασικό μπαλέτο με καταβολές από λαϊκούς, εθνικούς χορούς ή το θέατρο. Βλ. μαζούρκα, ταραντέλα, φλαμένγκο. [< γαλλ. danse de caractère] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ