| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22985 | καραμπινιέρος | κα-ρα-μπι-νιέ-ρος ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Κ): Ιταλός αστυνομικός. [< ιταλ. carabinier(e)] | |
| 22986 | καραμπογιά | κα-ρα-μπο-γιά ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): μαύρη μπογιά: (ειρων.) μαλλιά βαμμένα με ~. Πβ. θειικός σίδηρος. Βλ. κατράμι, φούμο. [< τουρκ. karaboya] | |
| 22987 | καραμπόλα | κα-ρα-μπό-λα ουσ. (θηλ.) 1. σύγκρουση περισσότερων από δύο οχημάτων κατά την οποία το ένα πέφτει πάνω στο άλλο: αιματηρή/επικίνδυνη/θανατηφόρα/πολλαπλή/πολύνεκρη/φονική ~. ~ πέντε αυτοκινήτων (στην εθνική). 2. (μτφ.) αλυσιδωτή διαδοχή αρνητικών συνήθ. γεγονότων: ~ αλλαγών/ανατιμήσεων (πβ. μπαράζ)/εξελίξεων (πβ. ντόμινο).|| (σπάν.) Πήρε τη θέση από ~ (: λόγω συγκυριών· ΣΥΝ. από σπόντα). 3. (στο μπιλιάρδο) επιτυχημένο χτύπημα κατά το οποίο η μπάλα του παίκτη καταφέρνει να χτυπήσει τις δύο άλλες· κατ' επέκτ. το γαλλικό μπιλιάρδο, όπου νικητής αναδεικνύεται όποιος καταφέρει τα περισσότερα τέτοιου είδους χτυπήματα: Έβγαλε/έκανε δέκα ~ες στη σειρά. Βλ. φάλτσο.|| Παίζει και αμερικάνικο και ~. 4. ΒΟΤ. τροπικό κιτρινοπράσινο φρούτο (επιστ. ονομασ. Averrhoa Carambola) με λεπτή φλούδα και γλυκόξινη γεύση, το οποίο μοιάζει με αστέρι· συνεκδ. το αντίστοιχο δέντρο. [< 1-3: γαλλ. carambole ΄κόκκινη μπάλα του μπιλιάρδου΄, carambolage 4: αγγλ. carambola] | |
| 22988 | καραμπουζουκλής | κα-ρα-μπου-ζου-κλής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. καραμπουζουκλού} (λαϊκό): γλεντζές, κεφάτος: μάγκας/τσίφτης και ~. Βλ. -λής. | |
| 22989 | καραντίνα | κα-ρα-ντί-να ουσ. (θηλ.): προληπτική υποχρεωτική απομόνωση για την αποτροπή εξάπλωσης μεταδοτικής ασθένειας και η αντίστοιχη χρονική περίοδος· γενικότ. κάθε μορφή αποκλεισμού: εθελοντική/εθελούσια/οικειοθελής ~. Επιβολή ~ας σε νοσοκομείο/πλοίο/πόλη/σχολείο. Εγκαταστάσεις ~ας. Πτηνά σε ~ λόγω επιδημίας. Ο ασθενής μπήκε/τέθηκε σε ~. ΣΥΝ. υγειονομική κάθαρση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ανάκτηση αρχείου από ~. Βλ. αντιβάιρους.|| Σε ~ οι μετοχές της εταιρείας. [< ιταλ. quarantina, quarantena ‘σαράντα μέρες’, γαλλ. quarantaine, αγγλ. quarantine] | |
| 22990 | καραόκε | κα-ρα-ό-κε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καραόκι: ερασιτεχνική, ζωντανή εκτέλεση τραγουδιού που υποστηρίζεται από σύστημα με ηχογραφημένη μουσική και οθόνη προβολής των στίχων· συνεκδ. η αντίστοιχη συσκευή: βραδιά/διαγωνισμός/μπαρ ~. Μηχάνημα/μικρόφωνο ~. Kάνω/τραγουδάω ~.|| (ως επίθ.) ~ πάρτι. [< αγγλ. karaoke, 1977, γαλλ. karaoké, 1985, ιαπων. kara + ōke(sutora) ‘κενή ορχήστρα’] | |
| 22992 | καράτε | κα-ρά-τε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ιαπωνική πολεμική τέχνη αυτοάμυνας χωρίς όπλα που βασίζεται σε κοφτές κινήσεις των χεριών και των ποδιών εναντίον του αντιπάλου∙ κατ' επέκτ. το αντίστοιχο άθλημα: παραδοσιακό ~. Δάσκαλος/σχολές/τεχνικές (βλ. κάτα) του ~. Έχει μαύρη ζώνη στο ~ (βλ. νταν2).|| (ΑΘΛ.) Αγωνιστικό ~. Bλ. αϊκίντο, ζίου ζίτσου, κουνγκ φου, ταεκβοντό, τάι τσι, τατάμι, τζούντο. [< αμερικ. karate, 1926, γαλλ. karaté, 1956, ιαπων. kara + te ‘άδεια χέρια’] | |
| 22993 | καρατέκα | κα-ρα-τέ-κα ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & (προφ.) καρατέκας (ο): αθλητής του καράτε. [< αγγλ. karateka, 1960] | |
| 22994 | καρατερίστας, καρατερίστα | κα-ρα-τε-ρί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΚΙΝΗΜ. ηθοποιός που έχει τυποποιηθεί και συνήθ. διακριθεί σε συγκεκριμένους, κυρ. δεύτερους ρόλους: ~ που καθιερώθηκε παίζοντας τον κακό. Πβ. ρολίστας. Βλ. ενζενί, ζεν πρεμιέ, μανιέρα, σουμπρέτα. [< ιταλ. caratterista] | |
| 22995 | καράτι | κα-ρά-τι ουσ. (ουδ.) {-ιών (επίσ.) -ίων, συνήθ. στον πληθ.} ΜΕΤΡΟΛ. 1. μονάδα μέτρησης της καθαρότητας του χρυσού, που αντιπροσωπεύει το 1/24 του βάρους του σε ένα κράμα: βραχιόλι 14 ~ια. Δαχτυλίδι 18 ~ίων. 2. μονάδα βάρους των πολύτιμων λίθων, ίση με 0,2 γραμμάρια: μετρικό ~. Mονόπετρο/μπριγιάν 0,37 ~ίων. Διαμάντι/ρουμπίνι ... ~ίων. ● ΦΡ.: πολλών/εικοσιτεσσάρων καρατίων (μτφ.): για κάτι πολύ ακριβό, πολύτιμο ή γενικότ. μεγάλης αξίας: γάμος ~ ~. [< ιταλ. carato < μτγν. κεράτιον 'κουκούτσι χαρουπιού'] | |
| 22996 | καρατόμηση | κα-ρα-τό-μη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) ΣΥΝ. αποκεφαλισμός 1. (μτφ.-επιτατ.) αποπομπή, καθαίρεση: ~ βουλευτή/συμβούλου. ΣΥΝ. αποκαθήλωση (2), απομάκρυνση (3), εκπαραθύρωση, ξήλωμα, παύση (2) 2. αποκοπή της κεφαλής: (κυρ. παλαιότ.) εκτέλεση με ~. Βλ. απαγχονισμός, γκιλοτίνα, λαιμητόμος.|| ~ πεύκων (πβ. κόψιμο).|| (μτφ.) ~ δικαιωμάτων (= καταπάτηση, στέρηση)/συντάξεων (= μείωση, περικοπή). [< 2: μτγν. καρατόμησις, γαλλ. décapitation] | |
| 22997 | καρατομώ | [καρατομῶ] κα-ρα-το-μώ ρ. (μτβ.) {καρατομ-εί ..., -ώντας | καρατόμ-ησε, -είται, -ήθηκε (λόγ. μτχ. -ηθείς), -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) ΣΥΝ. αποκεφαλίζω 1. (μτφ.-επιτατ.) απομακρύνω, παύω κάποιον από το αξίωμα ή τη θέση που κατείχε, συνήθ. με άσχημο ή/και απαξιωτικό τρόπο: ~ησαν τους διαφωνούντες. Τα διευθυντικά στελέχη ~ήθηκαν (= απολύθηκαν) με συνοπτικές διαδικασίες. Ο ~ηθείς/~ημένος υπουργός. ΣΥΝ. αποκαθηλώνω (1), αποπέμπω, εκπαραθυρώνω (1), καθαιρώ (1), ξηλώνω (3) 2. κόβω το κεφάλι κάποιου: (κυρ. παλαιότ.) ~ήθηκε στην λαιμητόμο.|| (μτφ.) Δάση που ~ούνται (πβ. αποψιλώνω).|| (μτφ.) Mεθοδεύσεις που ~ούν δημοκρατικές κατακτήσεις. ~ούνται δικαιώματα (= καταπατούνται)/επιδόματα (= περικόπτονται). [< 2: αρχ. καρατομῶ, γαλλ. décapiter] | |
| 22998 | καράφα | κα-ρά-φα ουσ. (θηλ.): επιτραπέζιο, κυρ. γυάλινο δοχείο, με συνήθ. σφαιρικό σώμα, μακρόστενο λαιμό και πλατύ στόμιο: κρυστάλλινη ~. ~ νερού. ~ για λικέρ. ~ με πώμα. Πβ. κανάτα, φιάλη.|| (συνεκδ., το περιεχόμενο:) Ήπιε μια ~ (ενν. κρασί). ● Υποκ.: καραφάκι (το): αντίστοιχο μικρό μπουκαλάκι συνήθ. ούζου: Τους κέρασε ένα ~.|| Ένα ~ ρακί/τσίπουρο. [< ιταλ. caraffa, γαλλ. carafe] | |
| 22999 | καράφλα | κα-ρά-φλα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-συχνά ειρων.): φαλάκρα. [< μτγν. φαλάκρα] | |
| 23000 | καράφλας | κα-ρά-φλας ουσ. (αρσ.) (προφ.): φαλακρός άνδρας. | |
| 23001 | καραφλιάζω | κα-ρα-φλιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καράφλια-σα, συνήθ. στον αόρ.} 1. (μτφ.-αργκό) εκπλήσσομαι από κάτι απρόσμενο ή παράλογο· αφήνω κάποιον έκπληκτο: ~σα μόλις το άκουσα/είδα (= έπαθα πλάκα, τρελάθηκα).|| Με ~σες (= με έστειλες, κούφανες)! 2. (προφ.) φαλακραίνω. | |
| 23002 | καραφλός | , ή, ό κα-ρα-φλός επίθ. (προφ.): φαλακρός. [< μεσν. φαρακλός] | |
| 23003 | καρβέλι | καρ-βέ-λι ουσ. (ουδ.): στρογγυλό ψωμί. Βλ. κουλούρα, μπαγκέτα, φραντζόλα. ● Υποκ.: καρβελάκι (το) ● ΦΡ.: θα φάει/έχει να φάει πολλά ψωμιά/καρβέλια ακόμα βλ. ψωμί, ο πεινασμένος/ο νηστικός/όποιος πεινάει καρβέλια ονειρεύεται βλ. ονειρεύομαι, τα έφαγε (τα 'φαγε)/είναι λίγα/είναι μετρημένα/τέλειωσαν τα ψωμιά του βλ. ψωμί [< μεσν. καρβέλι] | |
| 23004 | καρβονυλικός | , ή, ό καρ-βο-νυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για ενώσεις) που περιέχουν στο μόριό τους καρβονύλιο: ~ή: ομάδα. Βλ. αλδεΰδη, κετόνη. [< γαλλ. carbonylique] | |
| 23005 | καρβονύλιο | καρ-βο-νύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {καρβονυλίου}: ΧΗΜ. δισθενής οργανική ρίζα (σύμβ. C=Ο). Βλ. αλδεΰδη, καρβοξύλιο, κετόνη. [< γαλλ. carbonyle] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ