Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [23740-23760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22975καραμανλίδικος, η, ο κα-ρα-μαν-λί-δι-κος επίθ. & καραμανλήδικος (παλαιότ.): που σχετίζεται με τον τουρκόφωνο ελληνισμό της Καραμανίας, περιοχής της νοτιοανατολικής Μικράς Ασίας. Βλ. -ίδικος. ● Ουσ.: καραμανλίδικα (τα) & καραμανλίδικη γραφή (η) (παλαιότ.): ΓΛΩΣΣ. φωνητική απόδοση της τουρκικής γλώσσας με ελληνικούς χαρακτήρες που χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες της Καραμανίας.
22976καραμέλακα-ρα-μέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. {συνήθ. στον πληθ.} μικρό ζαχαρωτό, σκληρό ή μαλακό, που παρασκευάζεται από αρωματισμένο και συνήθ. χρωματισμένο σιρόπι και λιώνει στο στόμα: γεμιστές/πολύχρωμες ~ες. ~ες βουτύρου/γάλακτος/μέντας/ούζου. ~ες με γεύση φρούτων. ~ες-ζελεδάκια. ~ες χωρίς ζάχαρη/για διαβητικούς. Ένα βάζο/κουτί/πακέτο/σακουλάκι ~ες. Ξετυλίγω μια ~. Μοίρασε ~ες στα παιδιά. Μην τρως πολλές ~ες, θα χαλάσουν τα δόντια σου! Καταπίνει τις βιταμίνες σαν ~ες! Βλ. γλειφιτζούρι, κουφέτο, σοκολάτα.|| Πολυβιταμινούχες ~ες. ~ες για τον βήχα/τον λαιμό (= παστίλιες). 2. ΖΑΧΑΡ. {χωρ. πληθ.} παχύρρευστο διάλυμα, που παρασκευάζεται από ζάχαρη λιωμένη σε μικρή ποσότητα νερού και βρασμένη σε σιγανή ή μέτρια φωτιά, μέχρι να αποκτήσει καστανό ή σκούρο καφέ χρώμα· χρησιμοποιείται ως γαρνιτούρα, επίστρωση ή γέμιση γλυκών: παγωτό/τούρτα ~ (πβ. καραμελέ). Κρέμα/σάλτσα/σιρόπι/σος ~/~ας. Περιχύνω με (ζεστή) ~. Βλ. πραλίνα.|| Καφές με άρωμα/γεύση ~/~ας. 3. (μτφ.) ό,τι επαναλαμβάνεται ή αναπαράγεται χωρίς να έχει ουσιαστικό νόημα, συνήθ. ως πρόσχημα: η ~ της διαφάνειας/της συνωμοσιολογίας. Ακούμε/αναμασούν/πιπιλίζουν συνέχεια την ίδια ~. Πβ. πιπίλα, τσίχλα. ● Υποκ.: καραμελάκι (το): στη σημ.1., καραμελίτσα (η): στη σημ.1. ● ΦΡ.: έχω/κάνω/γίνεται κάτι καραμέλα στο στόμα μου: για θέμα, επιχείρημα ή δικαιολογία που προβάλλεται σε κάθε ευκαιρία: Η λέξη "παγκοσμιοποίηση" έχει γίνει πια ~ ~ όλων μας. [< ιταλ. caramella, γαλλ. caramel]
22977καραμελέκα-ρα-με-λέ επίθ. {άκλ.} 1. ΖΑΧΑΡ. που περιέχει καραμέλα· καραμελωμένος: τούρτα ~. 2. που έχει το χρώμα της καραμέλας, κιτρινωπός, καστανός: εσάρπα καφέ-~. ● ΣΥΜΠΛ.: κρέμα/κρεμ καραμελέ & καραμελέ (η): ΖΑΧΑΡ. κρέμα με επίστρωση καραμέλας: Mπολ/φορμάκια για ~ ~. Βλ. κρεμ μπρουλέ, πανακότα. [< γαλλ. crème (au) caramel] [< γαλλ. caramélé]
22978καραμελένιος, ια, ιο κα-ρα-με-λέ-νιος επίθ. 1. που είναι από καραμέλα ή την περιέχει: ~ιο: γλυκό. Καφές με ~ια γεύση.|| (κατ' επέκτ., σκούρος κίτρινος) Kρασί με ~ιo χρώμα. 2. (μτφ.-οικ.) γλυκός. Πβ. ζαχαρ-, μελ-ένιος.
22979καραμελιζέκα-ρα-με-λι-ζέ επίθ. {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. -ΜΑΓΕΙΡ. καραμελωμένος: ρυζόγαλο ~. [< γαλλ. caramélisé]
22980καραμελωμένος, η, ο κα-ρα-με-λω-μέ-νος επίθ.: ΖΑΧΑΡ. -ΜΑΓΕΙΡ. που έχει καραμελωθεί: ~η: ζάχαρη. ~α: αμύγδαλα/φουντούκια. Ψητά ~α μήλα.|| Μπριζόλες με ~α κρεμμύδια. [< γαλλ. caramélisé]
22981καραμελώνωκα-ρα-με-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καραμέλω-σε, καραμελώ-σει, -θεί, -μένος}: ΖΑΧΑΡ. -ΜΑΓΕΙΡ. περιχύνω με καραμέλα· σοτάρω κάτι μέχρι να αποκτήσει χρυσαφένια, καστανή κρούστα: ~ την κρέμα. Βλ. ζαχαρ-, μελ-ώνω.καραμελώνει: γίνεται καραμέλα· αποκτά καραμελένια υφή: Το σιρόπι ~σε. ~μένη: ζάχαρη.|| Βράζετε τη σάλτσα, μέχρι να ~σει (: δέσει, πήξει). [< γαλλ. caraméliser]
22982καραμούζακα-ρα-μού-ζα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. ζουρνάς· συνήθ. πλαστικό παιχνίδι-απομίμηση του αντίστοιχου οργάνου, που παράγει οξύ και διαπεραστικό ήχο: κομφετί, ροκάνες και ~ες. Οι οπαδοί έδιναν τον τόνο με σφυρίχτρες, ταμπούρλα και ~ες. Πβ. πίπιζα.|| (μτφ., για αντίστοιχο ανυπόφορο θόρυβο) Κάνει/μιλά/σκούζει σαν ~. [< ιταλ. cornamusa, πβ. μεσν. καρλαμούζα ‘γκάιντα’]
22983καραμπίνακα-ρα-μπί-να ουσ. (θηλ.): φορητό πυροβόλο όπλο, μικρότερο από το τουφέκι: (ημι)αυτόματη/επαναληπτική (βλ. χράπα χρούπα)/κοντόκαννη/κυνηγετική/σπαστή ~. Με/υπό την απειλή ~ας. Τον πυροβόλησε/σκότωσε με ~. Βλ. μπερέτα, δίκαννο.|| (στη σκοποβολή:) ~ πρηνηδόν/τριών στάσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: παλιά καραμπίνα (σπάν.): για πρόσωπο που έχει μεγάλη πείρα σε κάποιον τομέα. ΣΥΝ. παλιά καραβάνα [< ιταλ. carabina < γαλλ. carabine]
42238Καραμπίνα

πρη-νη-δόν επίρρ. (αρχαιοπρ.): μπρούμυτα: στάση ~. ΑΝΤ. ανάσκελα, ύπτια.|| (ΑΘΛ.) Καραμπίνα/τουφέκι ~ (: ο σκοπευτής ρίχνει τις βολές του πεσμένος μπρούμυτα στο έδαφος). Βλ. -ηδόν. [< μτγν. πρηνηδόν]

22984καραμπινάτος, η, ο [καραμπινᾶτος] κα-ρα-μπι-νά-τος επίθ. (προφ.-επιτατ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) : αναμφισβήτητος, ξεκάθαρος, ολοφάνερος: ~η: αδικία (= εξόφθαλμη, κατάφωρη)/απάτη/απόδειξη (= αδιάψευστη, φοβερή)/παράβαση/παρανομία. ~ο: λάθος (= κραυγαλέο)/παράδειγμα ασυνεννοησίας (βλ. χαρακτηριστικό)/σκάνδαλο. ~α: ψέματα (= απροκάλυπτα). ~η: περίπτωση (βλ. κλασική, τυπική)/υπόθεση εκβιασμού. Πβ. τρανταχτός, χτυπητός. Βλ. -άτος. [< γαλλ. carabiné]
22985καραμπινιέροςκα-ρα-μπι-νιέ-ρος ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Κ): Ιταλός αστυνομικός. [< ιταλ. carabinier(e)]
22986καραμπογιάκα-ρα-μπο-γιά ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): μαύρη μπογιά: (ειρων.) μαλλιά βαμμένα με ~. Πβ. θειικός σίδηρος. Βλ. κατράμι, φούμο. [< τουρκ. karaboya]
22987καραμπόλακα-ρα-μπό-λα ουσ. (θηλ.) 1. σύγκρουση περισσότερων από δύο οχημάτων κατά την οποία το ένα πέφτει πάνω στο άλλο: αιματηρή/επικίνδυνη/θανατηφόρα/πολλαπλή/πολύνεκρη/φονική ~. ~ πέντε αυτοκινήτων (στην εθνική). 2. (μτφ.) αλυσιδωτή διαδοχή αρνητικών συνήθ. γεγονότων: ~ αλλαγών/ανατιμήσεων (πβ. μπαράζ)/εξελίξεων (πβ. ντόμινο).|| (σπάν.) Πήρε τη θέση από ~ (: λόγω συγκυριών· ΣΥΝ. από σπόντα). 3. (στο μπιλιάρδο) επιτυχημένο χτύπημα κατά το οποίο η μπάλα του παίκτη καταφέρνει να χτυπήσει τις δύο άλλες· κατ' επέκτ. το γαλλικό μπιλιάρδο, όπου νικητής αναδεικνύεται όποιος καταφέρει τα περισσότερα τέτοιου είδους χτυπήματα: Έβγαλε/έκανε δέκα ~ες στη σειρά. Βλ. φάλτσο.|| Παίζει και αμερικάνικο και ~. 4. ΒΟΤ. τροπικό κιτρινοπράσινο φρούτο (επιστ. ονομασ. Averrhoa Carambola) με λεπτή φλούδα και γλυκόξινη γεύση, το οποίο μοιάζει με αστέρι· συνεκδ. το αντίστοιχο δέντρο. [< 1-3: γαλλ. carambole ΄κόκκινη μπάλα του μπιλιάρδου΄, carambolage 4: αγγλ. carambola]
22988καραμπουζουκλήςκα-ρα-μπου-ζου-κλής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. καραμπουζουκλού} (λαϊκό): γλεντζές, κεφάτος: μάγκας/τσίφτης και ~. Βλ. -λής.
22989καραντίνακα-ρα-ντί-να ουσ. (θηλ.): προληπτική υποχρεωτική απομόνωση για την αποτροπή εξάπλωσης μεταδοτικής ασθένειας και η αντίστοιχη χρονική περίοδος· γενικότ. κάθε μορφή αποκλεισμού: εθελοντική/εθελούσια/οικειοθελής ~. Επιβολή ~ας σε νοσοκομείο/πλοίο/πόλη/σχολείο. Εγκαταστάσεις ~ας. Πτηνά σε ~ λόγω επιδημίας. Ο ασθενής μπήκε/τέθηκε σε ~. ΣΥΝ. υγειονομική κάθαρση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ανάκτηση αρχείου από ~. Βλ. αντιβάιρους.|| Σε ~ οι μετοχές της εταιρείας. [< ιταλ. quarantina, quarantena ‘σαράντα μέρες’, γαλλ. quarantaine, αγγλ. quarantine]
22990καραόκεκα-ρα-ό-κε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καραόκι: ερασιτεχνική, ζωντανή εκτέλεση τραγουδιού που υποστηρίζεται από σύστημα με ηχογραφημένη μουσική και οθόνη προβολής των στίχων· συνεκδ. η αντίστοιχη συσκευή: βραδιά/διαγωνισμός/μπαρ ~. Μηχάνημα/μικρόφωνο ~. Kάνω/τραγουδάω ~.|| (ως επίθ.) ~ πάρτι. [< αγγλ. karaoke, 1977, γαλλ. karaoké, 1985, ιαπων. kara + ōke(sutora) ‘κενή ορχήστρα’]
22992καράτεκα-ρά-τε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ιαπωνική πολεμική τέχνη αυτοάμυνας χωρίς όπλα που βασίζεται σε κοφτές κινήσεις των χεριών και των ποδιών εναντίον του αντιπάλου∙ κατ' επέκτ. το αντίστοιχο άθλημα: παραδοσιακό ~. Δάσκαλος/σχολές/τεχνικές (βλ. κάτα) του ~. Έχει μαύρη ζώνη στο ~ (βλ. νταν2).|| (ΑΘΛ.) Αγωνιστικό ~. Bλ. αϊκίντο, ζίου ζίτσου, κουνγκ φου, ταεκβοντό, τάι τσι, τατάμι, τζούντο. [< αμερικ. karate, 1926, γαλλ. karaté, 1956, ιαπων. kara + te ‘άδεια χέρια’]
22993καρατέκακα-ρα-τέ-κα ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & (προφ.) καρατέκας (ο): αθλητής του καράτε. [< αγγλ. karateka, 1960]
22994καρατερίστας, καρατερίστακα-ρα-τε-ρί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΚΙΝΗΜ. ηθοποιός που έχει τυποποιηθεί και συνήθ. διακριθεί σε συγκεκριμένους, κυρ. δεύτερους ρόλους: ~ που καθιερώθηκε παίζοντας τον κακό. Πβ. ρολίστας. Βλ. ενζενί, ζεν πρεμιέ, μανιέρα, σουμπρέτα. [< ιταλ. caratterista]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.