| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23006 | καρβοξυλικός | , ή, ό καρ-βο-ξυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει καρβοξύλιο: η ~ή ομάδα (= το καρβοξύλιο). ~ά: οξέα. [< γαλλ. carboxylique, αγγλ. carboxylic] | |
| 23007 | καρβοξύλιο | καρ-βο-ξύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {καρβοξυλί-ου}: ΧΗΜ. μονοσθενής ρίζα (σύμβ. –COOH), χαρακτηριστική των οργανικών οξέων: Το ~ σχηματίζεται με συνδυασμό ενός καρβονυλίου και ενός υδροξυλίου. [< γαλλ. carboxyle, αγγλ. carboxyl] | |
| 23008 | καρβουνάκι | καρ-βου-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρό κάρβουνο κυρ. για θυμίαμα: αναμμένο ~. ~ια (σε μασούρι) για λιβάνισμα. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) ψήκτρα: αυτόματα ~ια. Τα ~ια της μίζας (του αυτοκινήτου). (σε εργαλείο) Εξωτερικά ~ια για εύκολη αντικατάσταση. Μοτέρ με ~ια. [< 2: γαλλ. charbon] | |
| 23009 | καρβουνιά | καρ-βου-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. θράκα: ~ για το ψήσιμο του οβελία. Πβ. χόβολη. 2. βρομιά από κάρβουνο: Έπιασε/μάζεψε ~. ΣΥΝ. καρβουνίλα (1) [< μεσν. καρβουνιά] | |
| 23010 | καρβουνιάζω | καρ-βου-νιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καρβούνια-σε, καρβουνιά-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος} (προφ.-επιτατ.): κατακαίω· καίγομαι: ~σμένα: δέντρα (= απανθρακωμένα). Πβ. αποτεφρώνω.|| ~σε το φαγητό (= έγινε κάρβουνο). [< μεσν. καρβωνίζω] | |
| 23011 | καρβούνιασμα | καρ-βού-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.-επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καρβουνιάζω: Πβ. απανθράκ-, αποτέφρ-ωση, κάψιμο. | |
| 23012 | καρβουνίδι | καρ-βου-νί-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.): καπνιά: καθαρός κινητήρας χωρίς ~ια. Βλ. -ίδι. | |
| 23013 | καρβουνίλα | καρ-βου-νί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. καρβουνιά: καθαριστικό για λίπη και ~ες. 2. δυσάρεστη μυρωδιά από αναμμένα κάρβουνα. Βλ. -ίλα. | |
| 23014 | κάρβουνο | κάρ-βου-νο ουσ. (ουδ.) 1. στερεό καύσιμο, κυρ. μαύρου χρώματος, που εξορύσσεται από τη γη ή παράγεται από την καύση οργανικών ουσιών: ορυκτό ~ (= γαιάνθρακας). Πβ. ξυλάνθρακας, ξυλο~, πετρο~. Βλ. μπρικέτα.|| Στάχτη από ~α (βλ. τέφρα). Τα τρένα κινούνταν με ~.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Μπριζόλες/παϊδάκια/ψάρια στα ~α (: σε ψησταριά με ~α). ΣΥΝ. άνθρακας (1) 2. είδος μολυβιού σχεδίασης από άνθρακα και συνεκδ. το αντίστοιχο σχέδιο: γόμα για ~.|| ~ σε μουσαμά. Βλ. κηρομπογιά, παστέλ. ● ΦΡ.: έγινε κάρβουνο (μτφ.-προφ.): κάηκε, απανθρακώθηκε: Το φαγητό στο φούρνο ~ ~ (= καρβούνιασε). Το κτίριο ~ ~ απ' τη φωτιά.|| Μην πλησιάσεις κοντά στα σύρματα, θα γίνεις ~!, κάθομαι (πάνω) σε/σ' αναμμένα κάρβουνα & (σπάν.) στ' αγκάθια/στα καρφιά (μτφ.): αγωνιώ, ανυπομονώ: ~εται ~ ~ για να δει τι θα γίνει/μέχρι να ανακοινωθούν τα αποτελέσματα. Πβ. αδημονώ. [< γαλλ. être sur des charbons ardents/des épines] , καίει κάρβουνο/μαζούτ (μτφ.-ειρων.) 1. (για πρόσ.) αργεί να καταλάβει. Βλ. αργόστροφος. 2. κινείται με αργούς ρυθμούς: Η Υπηρεσία ~ ~., να καούν τα κάρβουνα! (προφ.): επιφωνηματικά όταν κάποιος βρίσκεται σε κατάσταση κεφιού, γλεντιού: Άντε ~ ~!, όχι άλλο κάρβουνο! (προφ.): σε περιπτώσεις που κάποιος δεν αντέχει άλλο μια κατάσταση., εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα/εδώ σε θέλω (μάστορα)! βλ. θέλω [< 1: μεσν. κάρβουνο(ν) 2: γαλλ. charbon] | |
| 23015 | κάργα | κάρ-γα επίρρ. (λαϊκό): πάρα πολύ: ~ (= φουλ) ερωτευμένος. Γουστάρω/συμφωνώ ~! Έχει πέσει δουλειά ~! Πβ. λίαν.|| Το λεωφορείο ήταν ~ γεμάτο (πβ. πήχτρα, τίγκα, φίσκα). [< μεσν. κάργα ‘φορτίο, γέμιση όπλου’< βεν. carga] | |
| 23016 | καργάρω | καρ-γά-ρω ρ. (μτβ.) {σπάν. κάργαρ-ε κ. καργάρ-ισε, καργαρ-ισμένος} (λαϊκό) 1. σφίγγω ή τεντώνω πολύ: ~ τις βίδες.|| ~ το σχοινί (πβ. παρατραβώ, τεζάρω, τσιτώνω). 2. γεμίζω εντελώς: ~ε το ντεπόζιτο. Πβ. τιγκ-, φισκ-, φουλ-άρω. [< βεν. cargar] | |
| 23017 | κάργια | κάρ-για ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. πτηνό της οικογένειας των κορακοειδών (επιστ. ονομασ. Corvus monedula), με μέτριο μέγεθος, σκούρο γκρι φτέρωμα και μαύρο ράμφος. Βλ. καλιακούδα. 2. (μτφ.-μειωτ.) άσχημη, κακιά και ύπουλη γυναίκα. Πβ. γκιόσα, καρακάξα, κουρούνα, λάμια, στρίγκλα. [< μεσν. κάργα < τουρκ. karga] | |
| 23018 | κάργκο | κάρ-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. πλοίο ή αεροπλάνο που μεταφέρει εμπορεύματα· κυρ. συνεκδ. το ίδιο το φορτίο: (ως επίθ.) πτήσεις ~. Βλ. φορτηγό. 2. είδος φαρδιού παντελονιού με μεγάλες εξωτερικές τσέπες στο πλάι των μηρών: (ως επίθ.) ~ κάπρι. [< 1: αγγλ. cargo, γαλλ. ~, 1906] | |
| 23019 | κάρδαμο | κάρ-δα-μο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άμου}: ΒΟΤ. ποώδες αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Lepidium sativum), του οποίου τα φύλλα έχουν δυνατή πικάντικη γεύση και χρησιμοποιούνται ως σαλατικό ή γαρνιτούρα. Πβ. νερο~. Βλ. πιπερόριζα. [< αρχ. κάρδαμον] | |
| 23020 | καρδάμωμα | καρ-δά-μω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του καρδαμώνω: Καλό φαγητό για ~. | |
| 23021 | καρδάμωμο | καρ-δά-μω-μο ουσ. (ουδ.) & (καταχρ.) κάρδαμο: ΒΟΤ. πολυετής πόα (επιστ. ονομασ. Elettaria cardamomum), κυρ. ο αποξηραμένος καρπός του ως μπαχαρικό: τριμμένο ~. Εκχύλισμα/σκόνη ~ου. Λάδι από σπόρους ~ου. Πράσινο τσάι με ~. ΣΥΝ. κακουλέ [< αρχ. καρδάμωμον, ιταλ. cardamom, γαλλ. cardamome, αγγλ. cardamom] | |
| 23022 | καρδαμώνω | καρ-δα-μώ-νω ρ. (αμτβ.) {καρδάμω-σε, -μένος} (λαϊκό): δυναμώνω: Φάε να ~σεις (= τονωθείς· πβ. αναρρώνω)! Το μωρό βγήκε πολύ ~μένο (= ανεπτυγμένο, εύρωστο). | |
| 23023 | καρδάρα | καρ-δά-ρα ουσ. (θηλ.) & καρδάρι (το) (λαϊκό): κάδος, δοχείο κυρ. για άρμεγμα ζώων. ● ΦΡ.: χύνει/κλοτσά την καρδάρα με το γάλα (μτφ.-προφ.): για κάποιον που από απροσεξία, βιασύνη, επιπολαιότητα ή ανυπομονησία καταστρέφει ό,τι έχει επιτύχει προηγουμένως: Είχαν τη νίκη στα χέρια τους, αλλά στο τέλος έχυσαν/κλότσησαν ~ ~. [< μεσν. καρδάρα, καρδάρι] | |
| 23024 | καρδερίνα | καρ-δε-ρί-να ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό αποδημητικό ωδικό πτηνό της τάξης των στρουθιόμορφων (επιστ. ονομασ. Carduelis carduelis), με πολύχρωμες φτερούγες, κυρ. μαύρες και κίτρινες, και κόκκινη ζώνη (μάσκα) γύρω από το ράμφος: ζευγάρωμα ~ας με κανάρα. Βλ. σπίζα. ΣΥΝ. γαρδέλι ● Υποκ.: καρδερινούλα (η) [< γενοβέζικο carderina] | |
| 23025 | καρδιά | καρ-διά ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. κοίλο μυώδες κεντρικό όργανο του κυκλοφορικού συστήματος· (ειδικότ. στον άνθρωπο) βρίσκεται ανάμεσα στους πνεύμονες προς το αριστερό μέρος του θώρακα και τροφοδοτεί με αίμα όλο το σώμα: οι βαλβίδες/οι κοιλότητες (: κόλποι και κοιλίες)/ο μυς (= μυοκάρδιο)/τα τοιχώματα (: ενδο-, περι-κάρδιο) της ~ιάς. Συστολή και διαστολή της ~ιάς (: παλμός, σφυγμός). Η ~ δέχεται το αίμα που προέρχεται από τις φλέβες και το ωθεί προς τις αρτηρίες. Βλ. αορτή, διάφραγμα, μεσοθωράκιο, προκάρδιο, τριχοειδή αγγεία.|| Τεχνητή ~. Εξέταση (= καρδιογράφημα, τρίπλεξ)/μεταμόσχευση ~ιάς. Ανακοπή/συγκοπή ~ιάς. Επέμβαση στην ~ (βλ. βηματοδότης, μπαϊπάς, μπαλονάκι, στεντ, χόλτερ). Βλ. καρδιοπάθεια, στηθοσκόπιο.|| Αδύναμη/γερή ~. Έχει/υποφέρει από την ~ του. Σταμάτησε η ~ του (= πέθανε). Το στρες και το κάπνισμα κάνουν κακό στην ~. Βλ. καρδιο-. 2. (κατ' επέκτ.) σύμβολο έρωτα ή αγάπης, κατά το σχήμα του συγκεκριμένου οργάνου: κόσμημα/μαξιλαράκι/τούρτα ~. Ζωγραφίζω μια ~ με βέλος. Χάραξαν μια ~ με τα ονόματά τους στο δέντρο. Βλ. καρδιόσχημος. 3. (μτφ.) ψυχή· χαρακτήρας: τα μυστικά της ~ιάς. Από τα μύχια της ~ιάς μου. Άνθρωπος χωρίς ~ (= άκαρδος). Η ~ μου πάει να σπάσει/χοροπηδάει (: από την αγωνία, τον φόβο ή την ταραχή). Έχει αγνή/ανοιχτή/άπονη/άστατη/ευαίσθητη/ευγενική/καθαρή/καλή/πονετική/σκληρή/τρυφερή/χρυσή ~ (βλ. -καρδος). (για αγαπημένο πρόσ.) Θα του έδινα/πρόσφερα/χάριζα (και) την ~ μου!|| (για μεγάλη στενοχώρια) Αγκάθι/μαχαίρι/μαχαιριά/πόνος/χτύπημα στην ~. Καίγεται/κλαίει/σκίζεται/σπάει/σπαράζει/σφίγγεται η ~ μου (= στενοχωριέμαι πολύ) να/όταν τον βλέπω να υποφέρει! Μου πίκρανες την ~ (= με πλήγωσες πολύ).|| Τα λόγια της άγγιξαν την (ή τις χορδές της ~ιάς)/μίλησαν στην ~ μου (= με συγκίνησαν).|| Άκου την ~ σου! ΣΥΝ. συναίσθημα. ΑΝΤ. λογική.|| (για νεκρό) Θα ζει για πάντα στις ~ιές μας (= θα τον θυμόμαστε). Βλ. μυαλό. ΣΥΝ. στήθος (3) 4. (ειδικότ.-μτφ.) διάθεση, όρεξη, προθυμία· κουράγιο, υπομονή: Πάρε ό,τι θέλει/λαχταράει/ποθεί η ~ σου!|| Χρειάζεται ~ (= θάρρος, τόλμη) για να τα βγάλει πέρα. Το κάνω με την ~ μου! Με τι ~ (: ψυχική δύναμη) να ...; 5. (μτφ.) κέντρο, μέσο: Στην ~ των γεγονότων/των εξελίξεων (= στο επίκεντρο)/του καλοκαιριού (= κατακαλόκαιρο)/της νύχτας/της πόλης (πβ. πυρήνας, ομφαλός). Μείνε στην ~ (= ουσία) του ζητήματος/του θέματος/του προβλήματος.|| Η ~ του καρπουζιού/του μαρουλιού (= εντεριώνη).|| Η ~ του αντιδραστήρα (: το μέρος όπου βρίσκονται τα καύσιμα και γίνονται οι αντιδράσεις σχάσης). ● Υποκ.: καρδούλα (η) [< μεσν. καρδούλα] ● ΣΥΜΠΛ.: αθλητική καρδιά βλ. αθλητικός, εγχείρηση ανοιχτής/ανοικτής καρδιάς βλ. εγχείρηση, μεγάλη καρδιά βλ. μεγάλος ● ΦΡ.: από καρδιάς & (λόγ.) από/εκ καρδίας: ειλικρινά, ολόψυχα: Συγχαρητήρια ~ ~! (Σας) ευχαριστώ (θερμά) ~ ~! Εύχομαι/θα ήθελα ~ ~ να ...|| Εξομολόγηση/συνέντευξη ~ ~ (= ειλικρινής). ΣΥΝ. από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου), με όλη μου την ψυχή/την καρδιά, αφήνω την καρδιά μου να μιλήσει: εκφράζομαι με βάση τα πραγματικά μου αισθήματα., βάζω το χέρι/με το χέρι στην καρδιά: για να δηλωθεί απόλυτη ειλικρίνεια ή τιμιότητα., βγαίνει/πηδάει/σπαρταράει/τρέμει η καρδιά μου: ανησυχώ, αγωνιώ ή φοβάμαι πολύ: Όποτε ακούω θόρυβο τη νύχτα, τρέμει η ~ (= ψυχή) μου. Μέχρι την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων θα έχει βγει η ~ μου!, δεν μου κάνει καρδιά να ... (προφ.): δεν θέλω με τίποτα: ~ ~ την αφήσω μόνη της/φύγω. Τέτοιες μέρες δεν σου ~ ~ μείνεις σπίτι!, ελαφρά τη καρδία (λόγ.) & με ελαφριά (την) καρδιά: με επιπολαιότητα, απερισκεψία. Βλ. με βαριά καρδιά., έξω καρδιά (προφ.): (για πρόσ.) ανοιχτόκαρδος, απλόχερος, καλοσυνάτος, πρόσχαρος: Είναι (άνθρωπος/χαρακτήρας) ~ ~!, έχω (κάποιον)/έχει μπει (κάποιος) (μες) στην καρδιά μου (προφ.): του έχω ιδιαίτερη αγάπη ή συμπάθεια., η καρδιά μου χτυπάει σαν ταμπούρλο (προφ.): χτυπάει πολύ δυνατά και γρήγορα, συνήθ. από ξάφνιασμα, φόβο, αγωνία ή έντονη συγκίνηση., καίω/κατακτώ/κερδίζω/κλέβω/παίρνω την καρδιά κάποιου {συνήθ. στον αόρ.}: τον γοητεύω ερωτικά, τον κάνω να με ερωτευτεί., καλή καρδιά! (προφ.): προτροπή για αισιόδοξη, καλοπροαίρετη, φιλική διάθεση: ~ ~ (να υπάρχει) κι όλα θα φτιάξουν! Υγεία και ~ ~!, καρδιά/καρδούλα μου: ως οικεία προσφώνηση: Μη στενοχωριέσαι, ~ ~, όλα θα πάνε καλά! Τι έχεις, ~ ~, και κλαις; ~ ~ μου εσύ! ΣΥΝ. ψυχή/ψυχούλα μου!, με βαριά/κρύα/μισή καρδιά (προφ.): απρόθυμα: Ήρθε/το έκανε ~ ~. Βλ. ελαφρά τη καρδία., μου βαραίνει την καρδιά/το έχω βάρος στην καρδιά (μου) (προφ.): μου δημιουργεί αίσθημα ευθύνης, στενοχώρια ή τύψεις., πήγε/ήρθε η καρδιά μου στη θέση της (προφ.): ηρέμησα ύστερα από μεγάλη αγωνία, αναστάτωση: Μου τηλεφώνησε πως είναι καλά και ~ ~. ΑΝΤ. πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη, τον/την πρόδωσε η καρδιά του/της: πέθανε από καρδιά., (έχει) καρδιά αγκινάρα βλ. αγκινάρα, ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου βλ. ανοίγω, ανοίγω την καρδιά μου/την ψυχή μου (σε κάποιον) βλ. ανοίγω, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) βλ. βάθος, βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του) βλ. γύφτος, γύφτισσα, γελάω με την καρδιά μου/με την ψυχή μου/μέχρι δακρύων βλ. γελώ, δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) βλ. βαστώ, εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας (το στόμα λαλεί) βλ. περίσσευμα, έχει καρδιά μπαξέ βλ. μπαξές, καίει καρδιές βλ. καίω, κάνω πέτρα την καρδιά (μου)/κάνω την καρδιά (μου) πέτρα βλ. πέτρα, κλείνω στην καρδιά μου (κάποιον/κάτι) βλ. κλείνω, κρύα χέρια, ζεστή καρδιά βλ. χέρι, ματώνει η καρδιά μου βλ. ματώνω, μαυρίζει/μαύρισε η ψυχή μου βλ. μαυρίζω, με όλη μου την ψυχή/την καρδιά βλ. ψυχή, μου έκανε την καρδιά/μου έγινε η καρδιά περιβόλι βλ. περιβόλι, ο εκλεκτός/η εκλεκτή της καρδιάς της/του βλ. εκλεκτός, πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη βλ. Κούλουρη, ραγίζω την καρδιά κάποιου/ραγίζει η καρδιά μου βλ. ραγίζω, το λέει η ψυχή/καρδιά/καρδούλα/περδικούλα του βλ. περδικούλα, το χέρι της καρδιάς βλ. χέρι, τραβάει η ψυχή/η καρδιά μου (κάτι) βλ. τραβώ, χαλάω τη ζαχαρένια/την καρδιά μου βλ. ζαχαρένια [< μεσν. καρδιά, γαλλ. cœur, αγγλ. heart] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ