| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22995 | καράτι | κα-ρά-τι ουσ. (ουδ.) {-ιών (επίσ.) -ίων, συνήθ. στον πληθ.} ΜΕΤΡΟΛ. 1. μονάδα μέτρησης της καθαρότητας του χρυσού, που αντιπροσωπεύει το 1/24 του βάρους του σε ένα κράμα: βραχιόλι 14 ~ια. Δαχτυλίδι 18 ~ίων. 2. μονάδα βάρους των πολύτιμων λίθων, ίση με 0,2 γραμμάρια: μετρικό ~. Mονόπετρο/μπριγιάν 0,37 ~ίων. Διαμάντι/ρουμπίνι ... ~ίων. ● ΦΡ.: πολλών/εικοσιτεσσάρων καρατίων (μτφ.): για κάτι πολύ ακριβό, πολύτιμο ή γενικότ. μεγάλης αξίας: γάμος ~ ~. [< ιταλ. carato < μτγν. κεράτιον 'κουκούτσι χαρουπιού'] | |
| 22996 | καρατόμηση | κα-ρα-τό-μη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) ΣΥΝ. αποκεφαλισμός 1. (μτφ.-επιτατ.) αποπομπή, καθαίρεση: ~ βουλευτή/συμβούλου. ΣΥΝ. αποκαθήλωση (2), απομάκρυνση (3), εκπαραθύρωση, ξήλωμα, παύση (2) 2. αποκοπή της κεφαλής: (κυρ. παλαιότ.) εκτέλεση με ~. Βλ. απαγχονισμός, γκιλοτίνα, λαιμητόμος.|| ~ πεύκων (πβ. κόψιμο).|| (μτφ.) ~ δικαιωμάτων (= καταπάτηση, στέρηση)/συντάξεων (= μείωση, περικοπή). [< 2: μτγν. καρατόμησις, γαλλ. décapitation] | |
| 22997 | καρατομώ | [καρατομῶ] κα-ρα-το-μώ ρ. (μτβ.) {καρατομ-εί ..., -ώντας | καρατόμ-ησε, -είται, -ήθηκε (λόγ. μτχ. -ηθείς), -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) ΣΥΝ. αποκεφαλίζω 1. (μτφ.-επιτατ.) απομακρύνω, παύω κάποιον από το αξίωμα ή τη θέση που κατείχε, συνήθ. με άσχημο ή/και απαξιωτικό τρόπο: ~ησαν τους διαφωνούντες. Τα διευθυντικά στελέχη ~ήθηκαν (= απολύθηκαν) με συνοπτικές διαδικασίες. Ο ~ηθείς/~ημένος υπουργός. ΣΥΝ. αποκαθηλώνω (1), αποπέμπω, εκπαραθυρώνω (1), καθαιρώ (1), ξηλώνω (3) 2. κόβω το κεφάλι κάποιου: (κυρ. παλαιότ.) ~ήθηκε στην λαιμητόμο.|| (μτφ.) Δάση που ~ούνται (πβ. αποψιλώνω).|| (μτφ.) Mεθοδεύσεις που ~ούν δημοκρατικές κατακτήσεις. ~ούνται δικαιώματα (= καταπατούνται)/επιδόματα (= περικόπτονται). [< 2: αρχ. καρατομῶ, γαλλ. décapiter] | |
| 22998 | καράφα | κα-ρά-φα ουσ. (θηλ.): επιτραπέζιο, κυρ. γυάλινο δοχείο, με συνήθ. σφαιρικό σώμα, μακρόστενο λαιμό και πλατύ στόμιο: κρυστάλλινη ~. ~ νερού. ~ για λικέρ. ~ με πώμα. Πβ. κανάτα, φιάλη.|| (συνεκδ., το περιεχόμενο:) Ήπιε μια ~ (ενν. κρασί). ● Υποκ.: καραφάκι (το): αντίστοιχο μικρό μπουκαλάκι συνήθ. ούζου: Τους κέρασε ένα ~.|| Ένα ~ ρακί/τσίπουρο. [< ιταλ. caraffa, γαλλ. carafe] | |
| 22999 | καράφλα | κα-ρά-φλα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-συχνά ειρων.): φαλάκρα. [< μτγν. φαλάκρα] | |
| 23000 | καράφλας | κα-ρά-φλας ουσ. (αρσ.) (προφ.): φαλακρός άνδρας. | |
| 23001 | καραφλιάζω | κα-ρα-φλιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καράφλια-σα, συνήθ. στον αόρ.} 1. (μτφ.-αργκό) εκπλήσσομαι από κάτι απρόσμενο ή παράλογο· αφήνω κάποιον έκπληκτο: ~σα μόλις το άκουσα/είδα (= έπαθα πλάκα, τρελάθηκα).|| Με ~σες (= με έστειλες, κούφανες)! 2. (προφ.) φαλακραίνω. | |
| 23002 | καραφλός | , ή, ό κα-ρα-φλός επίθ. (προφ.): φαλακρός. [< μεσν. φαρακλός] | |
| 23003 | καρβέλι | καρ-βέ-λι ουσ. (ουδ.): στρογγυλό ψωμί. Βλ. κουλούρα, μπαγκέτα, φραντζόλα. ● Υποκ.: καρβελάκι (το) ● ΦΡ.: θα φάει/έχει να φάει πολλά ψωμιά/καρβέλια ακόμα βλ. ψωμί, ο πεινασμένος/ο νηστικός/όποιος πεινάει καρβέλια ονειρεύεται βλ. ονειρεύομαι, τα έφαγε (τα 'φαγε)/είναι λίγα/είναι μετρημένα/τέλειωσαν τα ψωμιά του βλ. ψωμί [< μεσν. καρβέλι] | |
| 23004 | καρβονυλικός | , ή, ό καρ-βο-νυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για ενώσεις) που περιέχουν στο μόριό τους καρβονύλιο: ~ή: ομάδα. Βλ. αλδεΰδη, κετόνη. [< γαλλ. carbonylique] | |
| 23005 | καρβονύλιο | καρ-βο-νύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {καρβονυλίου}: ΧΗΜ. δισθενής οργανική ρίζα (σύμβ. C=Ο). Βλ. αλδεΰδη, καρβοξύλιο, κετόνη. [< γαλλ. carbonyle] | |
| 23006 | καρβοξυλικός | , ή, ό καρ-βο-ξυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει καρβοξύλιο: η ~ή ομάδα (= το καρβοξύλιο). ~ά: οξέα. [< γαλλ. carboxylique, αγγλ. carboxylic] | |
| 23007 | καρβοξύλιο | καρ-βο-ξύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {καρβοξυλί-ου}: ΧΗΜ. μονοσθενής ρίζα (σύμβ. –COOH), χαρακτηριστική των οργανικών οξέων: Το ~ σχηματίζεται με συνδυασμό ενός καρβονυλίου και ενός υδροξυλίου. [< γαλλ. carboxyle, αγγλ. carboxyl] | |
| 23008 | καρβουνάκι | καρ-βου-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρό κάρβουνο κυρ. για θυμίαμα: αναμμένο ~. ~ια (σε μασούρι) για λιβάνισμα. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) ψήκτρα: αυτόματα ~ια. Τα ~ια της μίζας (του αυτοκινήτου). (σε εργαλείο) Εξωτερικά ~ια για εύκολη αντικατάσταση. Μοτέρ με ~ια. [< 2: γαλλ. charbon] | |
| 23009 | καρβουνιά | καρ-βου-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. θράκα: ~ για το ψήσιμο του οβελία. Πβ. χόβολη. 2. βρομιά από κάρβουνο: Έπιασε/μάζεψε ~. ΣΥΝ. καρβουνίλα (1) [< μεσν. καρβουνιά] | |
| 23010 | καρβουνιάζω | καρ-βου-νιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καρβούνια-σε, καρβουνιά-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος} (προφ.-επιτατ.): κατακαίω· καίγομαι: ~σμένα: δέντρα (= απανθρακωμένα). Πβ. αποτεφρώνω.|| ~σε το φαγητό (= έγινε κάρβουνο). [< μεσν. καρβωνίζω] | |
| 23011 | καρβούνιασμα | καρ-βού-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.-επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καρβουνιάζω: Πβ. απανθράκ-, αποτέφρ-ωση, κάψιμο. | |
| 23012 | καρβουνίδι | καρ-βου-νί-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.): καπνιά: καθαρός κινητήρας χωρίς ~ια. Βλ. -ίδι. | |
| 23013 | καρβουνίλα | καρ-βου-νί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. καρβουνιά: καθαριστικό για λίπη και ~ες. 2. δυσάρεστη μυρωδιά από αναμμένα κάρβουνα. Βλ. -ίλα. | |
| 23014 | κάρβουνο | κάρ-βου-νο ουσ. (ουδ.) 1. στερεό καύσιμο, κυρ. μαύρου χρώματος, που εξορύσσεται από τη γη ή παράγεται από την καύση οργανικών ουσιών: ορυκτό ~ (= γαιάνθρακας). Πβ. ξυλάνθρακας, ξυλο~, πετρο~. Βλ. μπρικέτα.|| Στάχτη από ~α (βλ. τέφρα). Τα τρένα κινούνταν με ~.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Μπριζόλες/παϊδάκια/ψάρια στα ~α (: σε ψησταριά με ~α). ΣΥΝ. άνθρακας (1) 2. είδος μολυβιού σχεδίασης από άνθρακα και συνεκδ. το αντίστοιχο σχέδιο: γόμα για ~.|| ~ σε μουσαμά. Βλ. κηρομπογιά, παστέλ. ● ΦΡ.: έγινε κάρβουνο (μτφ.-προφ.): κάηκε, απανθρακώθηκε: Το φαγητό στο φούρνο ~ ~ (= καρβούνιασε). Το κτίριο ~ ~ απ' τη φωτιά.|| Μην πλησιάσεις κοντά στα σύρματα, θα γίνεις ~!, κάθομαι (πάνω) σε/σ' αναμμένα κάρβουνα & (σπάν.) στ' αγκάθια/στα καρφιά (μτφ.): αγωνιώ, ανυπομονώ: ~εται ~ ~ για να δει τι θα γίνει/μέχρι να ανακοινωθούν τα αποτελέσματα. Πβ. αδημονώ. [< γαλλ. être sur des charbons ardents/des épines] , καίει κάρβουνο/μαζούτ (μτφ.-ειρων.) 1. (για πρόσ.) αργεί να καταλάβει. Βλ. αργόστροφος. 2. κινείται με αργούς ρυθμούς: Η Υπηρεσία ~ ~., να καούν τα κάρβουνα! (προφ.): επιφωνηματικά όταν κάποιος βρίσκεται σε κατάσταση κεφιού, γλεντιού: Άντε ~ ~!, όχι άλλο κάρβουνο! (προφ.): σε περιπτώσεις που κάποιος δεν αντέχει άλλο μια κατάσταση., εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα/εδώ σε θέλω (μάστορα)! βλ. θέλω [< 1: μεσν. κάρβουνο(ν) 2: γαλλ. charbon] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ