Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [2360-2380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1381αιμόπτυση[αἱμόπτυση] αι-μό-πτυ-ση ουσ. (θηλ.) {-ης | -ύσεις, -ύσεων, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. αποβολή αίματος ή αιματηρών πτυέλων από το στόμα, συνήθ. λόγω παθήσεων του αναπνευστικού συστήματος: Είχε φυματίωση και υπέφερε από/έκανε ~ύσεις. Βλ. αιματέμεση, απόχρεμψη. [< γαλλ. hémoptysie, αγγλ. hæmoptysis]
1382αιμορραγία[αἱμορραγία] αι-μορ-ρα-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. εκροή αίματος λόγω ρήξης του τοιχώματος των αιμοφόρων αγγείων: αρτηριακή/εγκεφαλική/εξωτερική/εσωτερική/κολπική/φλεβική ~. ~ από τη μύτη/το στόμα. Ο θάνατός του οφείλεται σε ακατάσχετη ~. ~ες πεπτικού συστήματος (βλ. αιμόπτυση). Πβ. μάτωμα. Βλ. -ρραγία. ΣΥΝ. αιμόρροια 2. (μτφ.) σημαντικό πλήγμα, γρήγορη και ανεξέλεγκτη απώλεια: οικονομική/πληθυσμιακή ~. [< αρχ. αἱμορραγία, γαλλ. hémorragie, αγγλ. h(a)emorrhage]
1383αιμορραγικός, ή, ό [αἱμορραγικός] αι-μορ-ρα-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί αιμορραγία, σχετίζεται με αυτή ή αποτελεί σύμπτωμά της: ~ός: πυρετός (βλ. έμπολα). ~ή: γαστρίτιδα/διάθεση (βλ. αιμορροφιλία)/σηψαιμία. ~ό: εγκεφαλικό επεισόδιο/εξάνθημα/σοκ. Βλ. αντι~. [< αρχ. αἱμορραγικός, γαλλ. hémorragique, αγγλ. h(a)emorrhagic]
1384αιμορραγώ[αἱμορραγῶ] αι-μορ-ρα-γώ ρ. (αμτβ.) {αιμορραγ-εί ... | αιμορράγ-ησε, -ήσει, (λόγ.) μτχ. -ών, -ούσα} 1. έχω αιμορραγία, χάνω μεγάλη ποσότητα αίματος: ~ από τη μύτη/το στόμα. Τραύμα που ~εί. ~ούσε ακατάσχετα. 2. (μτφ.) υφίσταμαι σημαντικό πλήγμα, αποδυναμώνομαι: Η εθνική οικονομία ~εί. Οι μικρές βιοτεχνίες ~ούν. Πβ. αιμάσσω. Βλ. αιμοδοτώ. ● ΦΡ.: πληγή που αιμορραγεί (μτφ.): ψυχικό ή συναισθηματικό τραύμα που δεν έχει επουλωθεί και γενικότ. δυσάρεστη κατάσταση που εξακολουθεί να υφίσταται: Ο θάνατος των γονιών του/ο χωρισμός παραμένει γι' αυτόν ~ ~ (= αιμορραγούσα πληγή). [< 1: αρχ. αἱμορραγῶ, πβ. αγγλ. hæmorrhage, 1920]
1385αιμόρροια[αἱμόρροια] αι-μόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αιμορραγία. Βλ. -ρροια.
1386αιμορροΐδες[αἱμορροΐδες] αι-μορ-ρο-ΐ-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΙΑΤΡ. οζίδια στον πρωκτό ή στο κατώτερο τμήμα του παχέος εντέρου, που συνοδεύονται συχνά από αιμορραγία και αφόρητους πόνους: εξωτερικές/εσωτερικές ~. Αφαίρεση/διόγκωση/πρόπτωση των ~ων. Έβγαλε/υποφέρει από ~. ~ και κολίτιδα. Πβ. ζοχάδες. [< αρχ. αἱμορροΐς, γαλλ. hémorroïdes]
1387αιμορροφιλία[αἱμορροφιλία] αι-μορ-ρο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.) & αιμοφιλία: ΙΑΤΡ. κληρονομική ασθένεια που οδηγεί, λόγω διαταραχών στην πήξη του αίματος, σε ακατάσχετη αιμορραγία με τον παραμικρό τραυματισμό, εκδηλώνεται κυρ. σε άντρες, αλλά μεταβιβάζεται μόνο από γυναίκες. Βλ. φυλοσύνδετος, -φιλία. [< γαλλ. hémophilie, αγγλ. hæmophilia]
1388αιμορροφιλικός, ή, ό [αἱμορροφιλικός] αι-μορ-ρο-φι-λι-κός επίθ. & αιμοφιλικός: ΙΑΤΡ. που πάσχει από, αναφέρεται ή οφείλεται στην αιμορροφιλία: ~ή: αρθροπάθεια. ~ά: σύνδρομα. ● Ουσ.: αιμορροφιλικός (ο): πρόσωπο που πάσχει από αιμορροφιλία. [< γαλλ. hémophile, αγγλ. hæmophiliac]
1389αιμοσταγής, ής, ές [αἱμοσταγής] αι-μο-στα-γής επίθ. {αιμοσταγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): σκληρός, βίαιος, απάνθρωπος: ~ής: δολοφόνος. ~ές: καθεστώς. ΣΥΝ. αιμοδιψής, αιμοχαρής [< αρχ. αἱμοσταγής]
1390αιμόσταση[αἱμόσταση] αι-μό-στα-ση ουσ. (θηλ.) & αιμοστασία: ΙΑΤΡ. αναστολή της αιμορραγίας με φυσικά ή άλλα μέσα. ΣΥΝ. πήξη του αίματος [< μτγν. αἱμόστασις, γαλλ. hémostase, αγγλ. hæmostasis]
1391αιμοστατικός, ή, ό [αἱμοστατικός] αι-μο-στα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συντελεί στην ή σχετίζεται με την αιμόσταση: ~ός: επίδεσμος.|| (ως ουσ.) Βιολογικά/τοπικά ~ά (ενν. φάρμακα). [< μτγν. αἱμοστατικός, γαλλ. hémostatique, αγγλ. hæmostatic, 1904]
1392αιμοσφαίρια[αἱμοσφαίρια] αι-μο-σφαί-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {αιμοσφαιρί-ων}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. έμμορφα συστατικά του αίματος των ανθρώπων και των σπονδυλωτών: ερυθρά (= ερυθροκύτταρα)/λευκά (= λευκοκύτταρα) ~. (Μεγάλος ή μικρός) αριθμός/αύξηση/μείωση/παραγωγή ~ων. ● ΣΥΜΠΛ.: ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (αιμοσφαιρίων) βλ. καθίζηση [< γαλλ. cellules sanguines]
1393αιμοσφαιρίνη[αἱμοσφαιρίνη] αι-μο-σφαι-ρί-νη ουσ. (θηλ.) & αιμογλοβίνη: ΒΙΟΧ. -ΙΑΤΡ. πρωτεΐνη που περιέχεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια και μεταφέρει το οξυγόνο σε κάθε κύτταρο του οργανισμού: εμβρυϊκή/φυσιολογική/χαμηλή ~. Η ~ δίνει στο αίμα το ερυθρό χρώμα του. Βλ. -ίνη, μεθ~, μυοσφαιρίνη. [< γαλλ. hémoglobine]
1394αιμοσφαιρινοπάθειες[αἱμοσφαιρινοπάθειες] αι-μο-σφαι-ρι-νο-πά-θει-ες ουσ. (θηλ.) (οι): ΙΑΤΡ. ομάδα γενετικών ασθενειών με ποιοτικές και ποσοτικές διαταραχές στη σύνθεση των πολυπεπτιδικών αλυσίδων της αιμοσφαιρίνης. Βλ. δρεπανοκυτταρική αναιμία, ΕΠΠΑ. [< αγγλ. hemoglobinopathy 1957, γαλλ. hémoglobinopathie, 1958]
1395αιμοφιλία: ΙΑΤΡ. βλ. αιμορροφιλία
1396αιμοφιλικός, ή, ό: ΙΑΤΡ. βλ. αιμορροφιλικός
1397αιμοφόρος, ος, ο [αἱμοφόρος] αι-μο-φό-ρος επίθ.: ΙΑΤΡ. που φέρει ή μεταφέρει αίμα: ~α: κύτταρα. Βλ. -φόρος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αιμοφόρα αγγεία: που μεταφέρουν το αίμα (: οι φλέβες, οι αρτηρίες και τα τριχοειδή αγγεία). [< γαλλ. vaisseaux sanguins] [< μτγν. αἱμοφόρος]
1398αιμόφυρτος, η, ο [αἱμόφυρτος] αι-μό-φυρ-τος επίθ. (λόγ.): που αιμορραγεί ή είναι γεμάτος αίματα: ~οι: τραυματίες. Βρέθηκε/έπεσε/σερνόταν ~. Μεταφέρθηκε ~ στο νοσοκομείο. Τον άφησαν/εγκατέλειψαν ~ο.|| (μτφ.) Η χώρα βγήκε ~η από τον εμφύλιο πόλεμο. [< μτγν. αἱμόφυρτος]
1399αιμοχαρής, ής, ές [αἱμοχαρής] αι-μο-χα-ρής επίθ. (λόγ.): που προκαλεί αιματοχυσίες ή αρέσκεται σε αυτές: ~ής: δυνάστης. Πβ. αιμο-βόρος, -διψής, -σταγής.|| ~ή: ένστικτα. Βλ. -χαρής. [< μτγν. αἱμοχαρής]
1400αιμωδία[αἱμωδία] αι-μω-δί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μερική ή ολική απώλεια της αίσθησης σε μέρος του σώματος, μούδιασμα: ~ των άκρων. Κόπωση και ~ των κνημών μετά από βάδισμα. ~ες και μυϊκές αδυναμίες. Πβ. μυρμήγκιασμα. Βλ. παραισθησία. [< αρχ. αἱμωδία ‘ερεθισμός στα δόντια, ουλίτιδα’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.