| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1385 | αιμόρροια | [αἱμόρροια] αι-μόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αιμορραγία. Βλ. -ρροια. | |
| 1386 | αιμορροΐδες | [αἱμορροΐδες] αι-μορ-ρο-ΐ-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΙΑΤΡ. οζίδια στον πρωκτό ή στο κατώτερο τμήμα του παχέος εντέρου, που συνοδεύονται συχνά από αιμορραγία και αφόρητους πόνους: εξωτερικές/εσωτερικές ~. Αφαίρεση/διόγκωση/πρόπτωση των ~ων. Έβγαλε/υποφέρει από ~. ~ και κολίτιδα. Πβ. ζοχάδες. [< αρχ. αἱμορροΐς, γαλλ. hémorroïdes] | |
| 1387 | αιμορροφιλία | [αἱμορροφιλία] αι-μορ-ρο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.) & αιμοφιλία: ΙΑΤΡ. κληρονομική ασθένεια που οδηγεί, λόγω διαταραχών στην πήξη του αίματος, σε ακατάσχετη αιμορραγία με τον παραμικρό τραυματισμό, εκδηλώνεται κυρ. σε άντρες, αλλά μεταβιβάζεται μόνο από γυναίκες. Βλ. φυλοσύνδετος, -φιλία. [< γαλλ. hémophilie, αγγλ. hæmophilia] | |
| 1388 | αιμορροφιλικός | , ή, ό [αἱμορροφιλικός] αι-μορ-ρο-φι-λι-κός επίθ. & αιμοφιλικός: ΙΑΤΡ. που πάσχει από, αναφέρεται ή οφείλεται στην αιμορροφιλία: ~ή: αρθροπάθεια. ~ά: σύνδρομα. ● Ουσ.: αιμορροφιλικός (ο): πρόσωπο που πάσχει από αιμορροφιλία. [< γαλλ. hémophile, αγγλ. hæmophiliac] | |
| 1389 | αιμοσταγής | , ής, ές [αἱμοσταγής] αι-μο-στα-γής επίθ. {αιμοσταγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): σκληρός, βίαιος, απάνθρωπος: ~ής: δολοφόνος. ~ές: καθεστώς. ΣΥΝ. αιμοδιψής, αιμοχαρής [< αρχ. αἱμοσταγής] | |
| 1390 | αιμόσταση | [αἱμόσταση] αι-μό-στα-ση ουσ. (θηλ.) & αιμοστασία: ΙΑΤΡ. αναστολή της αιμορραγίας με φυσικά ή άλλα μέσα. ΣΥΝ. πήξη του αίματος [< μτγν. αἱμόστασις, γαλλ. hémostase, αγγλ. hæmostasis] | |
| 1391 | αιμοστατικός | , ή, ό [αἱμοστατικός] αι-μο-στα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συντελεί στην ή σχετίζεται με την αιμόσταση: ~ός: επίδεσμος.|| (ως ουσ.) Βιολογικά/τοπικά ~ά (ενν. φάρμακα). [< μτγν. αἱμοστατικός, γαλλ. hémostatique, αγγλ. hæmostatic, 1904] | |
| 1392 | αιμοσφαίρια | [αἱμοσφαίρια] αι-μο-σφαί-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {αιμοσφαιρί-ων}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. έμμορφα συστατικά του αίματος των ανθρώπων και των σπονδυλωτών: ερυθρά (= ερυθροκύτταρα)/λευκά (= λευκοκύτταρα) ~. (Μεγάλος ή μικρός) αριθμός/αύξηση/μείωση/παραγωγή ~ων. ● ΣΥΜΠΛ.: ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (αιμοσφαιρίων) βλ. καθίζηση [< γαλλ. cellules sanguines] | |
| 1393 | αιμοσφαιρίνη | [αἱμοσφαιρίνη] αι-μο-σφαι-ρί-νη ουσ. (θηλ.) & αιμογλοβίνη: ΒΙΟΧ. -ΙΑΤΡ. πρωτεΐνη που περιέχεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια και μεταφέρει το οξυγόνο σε κάθε κύτταρο του οργανισμού: εμβρυϊκή/φυσιολογική/χαμηλή ~. Η ~ δίνει στο αίμα το ερυθρό χρώμα του. Βλ. -ίνη, μεθ~, μυοσφαιρίνη. [< γαλλ. hémoglobine] | |
| 1394 | αιμοσφαιρινοπάθειες | [αἱμοσφαιρινοπάθειες] αι-μο-σφαι-ρι-νο-πά-θει-ες ουσ. (θηλ.) (οι): ΙΑΤΡ. ομάδα γενετικών ασθενειών με ποιοτικές και ποσοτικές διαταραχές στη σύνθεση των πολυπεπτιδικών αλυσίδων της αιμοσφαιρίνης. Βλ. δρεπανοκυτταρική αναιμία, ΕΠΠΑ. [< αγγλ. hemoglobinopathy 1957, γαλλ. hémoglobinopathie, 1958] | |
| 1395 | αιμοφιλία | : ΙΑΤΡ. βλ. αιμορροφιλία | |
| 1396 | αιμοφιλικός | , ή, ό: ΙΑΤΡ. βλ. αιμορροφιλικός | |
| 1397 | αιμοφόρος | , ος, ο [αἱμοφόρος] αι-μο-φό-ρος επίθ.: ΙΑΤΡ. που φέρει ή μεταφέρει αίμα: ~α: κύτταρα. Βλ. -φόρος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αιμοφόρα αγγεία: που μεταφέρουν το αίμα (: οι φλέβες, οι αρτηρίες και τα τριχοειδή αγγεία). [< γαλλ. vaisseaux sanguins] [< μτγν. αἱμοφόρος] | |
| 1398 | αιμόφυρτος | , η, ο [αἱμόφυρτος] αι-μό-φυρ-τος επίθ. (λόγ.): που αιμορραγεί ή είναι γεμάτος αίματα: ~οι: τραυματίες. Βρέθηκε/έπεσε/σερνόταν ~. Μεταφέρθηκε ~ στο νοσοκομείο. Τον άφησαν/εγκατέλειψαν ~ο.|| (μτφ.) Η χώρα βγήκε ~η από τον εμφύλιο πόλεμο. [< μτγν. αἱμόφυρτος] | |
| 1399 | αιμοχαρής | , ής, ές [αἱμοχαρής] αι-μο-χα-ρής επίθ. (λόγ.): που προκαλεί αιματοχυσίες ή αρέσκεται σε αυτές: ~ής: δυνάστης. Πβ. αιμο-βόρος, -διψής, -σταγής.|| ~ή: ένστικτα. Βλ. -χαρής. [< μτγν. αἱμοχαρής] | |
| 1400 | αιμωδία | [αἱμωδία] αι-μω-δί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μερική ή ολική απώλεια της αίσθησης σε μέρος του σώματος, μούδιασμα: ~ των άκρων. Κόπωση και ~ των κνημών μετά από βάδισμα. ~ες και μυϊκές αδυναμίες. Πβ. μυρμήγκιασμα. Βλ. παραισθησία. [< αρχ. αἱμωδία ‘ερεθισμός στα δόντια, ουλίτιδα’] | |
| 1402 | αίνιγμα | [αἴνιγμα] αί-νιγ-μα ουσ. (ουδ.) {αινίγμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ερώτημα ή πρόβλημα που διατυπώνεται με διφορούμενους και μεταφορικούς όρους και τίθεται ως πνευματική, ψυχαγωγική άσκηση ή παιχνίδι: άλυτο/δύσκολο ~. Βάζω/λέω ένα ~ σε κάποιον. Βρίσκω/(ανα)ζητώ τη(ν) απάντηση/λύση του ~ατος. Το ~ της Σφίγγας. Πβ. γρίφος, σπαζοκεφαλιά. 2. (κατ' επέκτ.-μτφ.) καθετί που είναι δύσκολο να κατανοηθεί ή να εξηγηθεί: Το αιώνιο ~ της δημιουργίας του Σύμπαντος/της ύπαρξης. Η δολοφονία του αποτελεί/παραμένει (ένα) ~.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Άνθρωπος-~. Πβ. μυστήριο. [< αρχ. αἴνιγμα ‘ασαφής και σκοτεινός λόγος, υπαινιγμός’, γαλλ. énigme, αγγλ. enigma] | |
| 1403 | αινιγματικός | , ή, ό [αἰνιγματικός] αι-νιγ-μα-τι-κός επίθ.: που δεν μπορεί εύκολα να κατανοηθεί ή να ερμηνευτεί, που έχει τα στοιχεία του αινίγματος: ~ός: άνθρωπος/χρησμός (= ασαφής, σιβυλλικός). ~ή: γυναίκα (= μυστηριώδης)/φυσιογνωμία. ~ό: χαμόγελο. ~ή δήλωση (= αμφίσημη, δυσερμήνευτη). ~ές: αναφορές/σκέψεις. Πβ. γριφώδης. ΣΥΝ. αινιγματώδης ● επίρρ.: αινιγματικά [< μεσν. αινιγματικός, γαλλ. énigmatique , αγγλ. enigmatic(al)] | |
| 1404 | αινιγματικότητα | [αἰνιγματικότητα] αι-νιγ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ιδιότητα ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζει τον αινιγματικό: η ~ των λόγων (πβ. ασάφεια)/των πράξεων/της στάσης κάποιου. Η ~ ενός λογοτεχνικού έργου. Μυστήριο και ~. Βλ. -ότητα. [< γερμ. Rätselhaftigkeit] | |
| 1405 | αινιγματώδης | , ης, ες [αἰνιγματώδης] αι-νιγ-μα-τώ-δης επίθ. (λόγ.): αινιγματικός. Βλ. -ώδης. [< αρχ. αἰνιγματώδης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ