| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23026 | καρδιαγγειακός | , ή, ό καρ-δι-αγ-γει-α-κός επίθ. & καρδιοαγγειακός: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία: ~ός: έλεγχος (βλ. τεστ/δοκιμασία κοπώσεως)/κίνδυνος. ~ή: απεικόνιση/άσκηση/χειρουργική. ~ά: επεισόδια/νοσήματα (βλ. εγκεφαλικό, έμφραγμα, υπέρταση). Παθήσεις (βλ. καρδιοπάθεια)/φυσιολογία του ~ού συστήματος. [< αγγλ. cardiovascular, γαλλ. cardiovasculaire, 1910] | |
| 23027 | καρδιακός | , ή, ό καρ-δι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την καρδιά: ~ός: κύκλος/μυς (= μυοκάρδιο)/πόνος (βλ. στηθάγχη)/ρυθμός (βλ. αρρυθμία). ~ή: ανακοπή/κοιλία/συχνότητα (: ο αριθμός των ~ών παλμών ανά λεπτό· βλ. βραδυ-, ταχυ-καρδία)/χώρα/ώση. ~ό: μόσχευμα (βλ. βαλβίδα). ~ές: μαλάξεις/παθήσεις (πβ. καρδιοπάθεια). ~ά: συμπτώματα. Αιφνίδιος ~ θάνατος. Πβ. καρδιολογικός. Βλ. αρτηριακός, ενδο~, εξω~, περι~, καρδιογενής. ● Ουσ.: καρδιακός, καρδιακή (ο/η) & (σπανιότ. θηλ.) καρδιακιά (προφ.): καρδιοπαθής: (συνήθ. χιουμορ.) Θα γίνω ~/θα με κάνεις ~ό με τις τρέλες σου! ● ΣΥΜΠΛ.: καρδιακή ανεπάρκεια: αδυναμία της καρδιάς να εφοδιάσει τους ιστούς με την απαραίτητη ποσότητα αίματος: οξεία/συμφορητική/χρόνια ~ ~. Ασθενείς με προχωρημένη ~ ~/~ ~ τελικού σταδίου. [< γαλλ. insuffisance cardiaque] , καρδιακή προσβολή: έμφραγμα του μυοκαρδίου. [< αγγλ. heart attack, 1935] , καρδιακό επεισόδιο & (προφ.) καρδιακό: κάθε μορφής διαταραχή της καρδιακής λειτουργίας: Υπέστη (βαρύτατο/οξύ) ~ ~., καρδιακοί τόνοι βλ. τόνος1, καρδιακός επιπωματισμός βλ. επιπωματισμός, καρδιακός/εγκάρδιος φίλος βλ. φίλος [< μτγν. καρδιακός, γαλλ. cardiaque, αγγλ. cardiac] | |
| 23029 | καρδιο- & καρδι- & καρδιό- | : το ουσιαστικό καρδιά ως α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις: (κυρ. ΙΑΤΡ.) καρδιο-γράφος/~χειρουργός. Καρδι(ο)-αγγειακός.|| (αναφορικά με το σχήμα:) Καρδιο-ειδής.|| (για συναισθήματα:) Καρδιο-χτύπι. | |
| 23030 | καρδιοαναπνευστικός | , ή, ό καρ-δι-ο-α-να-πνευ-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την καρδιά και το αναπνευστικό σύστημα ή συμβάλλει στη βελτίωση της λειτουργίας τους: ~ή: ανακοπή/ανεπάρκεια/αντοχή (πβ. αερόβια ικανότητα)/κόπωση. ~ές: ασκήσεις (βλ. αεροβική, περπάτημα, τρέξιμο)/παθήσεις (βλ. υπνική άπνοια, υπέρταση). ~ά: μηχανήματα (βλ. διάδρομος, στατικό ποδήλατο, στεπ)/προβλήματα. Τεστ ~ής κόπωσης. ● ΣΥΜΠΛ.: καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση/ανάνηψη βλ. καρδιοπνευμονικός [< γαλλ. cardiorespiratoire, αγγλ. cardiorespiratory] | |
| 23031 | καρδιογενής | , ής, ές καρ-δι-ο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. που προέρχεται από την καρδιά: ~ές: πνευμονικό οίδημα. ~είς: εμβολές. ~ής καταπληξία/~ές σοκ (: που οφείλεται σε ανεπαρκή καρδιακή λειτουργία, π.χ. λόγω εμφράγματος του μυοκαρδίου). Βλ. -γενής, καρδιακός. [< γαλλ. cardiogène, cardiogénique, αγγλ. cardiogenic] | |
| 23032 | καρδιογνώστης | καρ-δι-ο-γνώ-στης ουσ. (αρσ.): (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) που γνωρίζει τις σκέψεις και τις επιθυμίες των ανθρώπων: ο ~ Θεός. Πβ. παντογνώστης. Βλ. -γνώστης. [< μτγν. καρδιογνώστης, αγγλ. cardiognost] | |
| 23033 | καρδιογράφημα | καρ-δι-ο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) (κοιν. ονομασ. του ηλεκτροκαρδιογραφήματος): ΙΑΤΡ. γραφική αναπαράσταση των μεταβολών του ηλεκτρικού δυναμικού του μυοκαρδίου· συνεκδ. η αντίστοιχη εξέταση με τη χρήση καρδιογράφου: Βλ. έπαρμα.|| Βγάζω/κάνω ~. Βλ. απαγωγή, -γράφημα, εγκεφαλογράφημα, καρδιοπάθεια, (υπερη)ηχο~. [< γαλλ. cardiogramme, 1901, αγγλ. cardiogram] | |
| 23034 | καρδιογραφικός | , ή, ό καρ-δι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. ηλεκτροκαρδιογραφικός. | |
| 23035 | καρδιογράφος | καρ-δι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) (κοινή ονομασ. του ηλεκτροκαρδιογράφου): ΙΑΤΡ. συσκευή λήψης καρδιογραφήματος: φορητός ~. Βεντούζες/μανταλάκια/χαρτί ~ου. Βλ. απινιδωτής, στηθοσκόπιο, τηλε~, χόλτερ, -γράφος. [< γαλλ. cardiographe, αγγλ. cardiograph] | |
| 23036 | καρδιοειδής | , ής, ές καρ-δι-ο-ει-δής επίθ. (επιστ.): καρδιόσχημος: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ής: κάψα. ~ές: μικρόφωνο.|| (ΜΑΘ.-ΦΥΣ.) ~ής: καμπύλη. Βλ. -ειδής. [< μτγν. καρδιοειδής, γαλλ. cardioïde , αγγλ. cardioid] | |
| 23037 | καρδιοκατακτητής | καρ-δι-ο-κα-τα-κτη-τής ουσ. (αρσ.): γοητευτικός άνδρας με πολλές ερωτικές επιτυχίες: Έχει τη φήμη μεγάλου ~ή! Πβ. γκομενιάρης, γόης, γυναικάς, δον Ζουάν, ερωτύλος, καζανόβας, κορτάκιας, κυνηγός, μουρντάρης, μπερμπάντης. Βλ. ζεν πρεμιέ. ΣΥΝ. γυναικοκατακτητής [< γαλλ. bourreau des cœurs] | |
| 23038 | καρδιοκλέφτρα | καρ-διο-κλέ-φτρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ερωτεύσιμη γυναίκα. Πβ. πλανεύτρα. | |
| 23039 | καρδιοκτύπι | βλ. καρδιοχτύπι | |
| 23040 | καρδιοκτυπώ | βλ. καρδιοχτυπώ | |
| 23041 | καρδιολογία | καρ-δι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΙΑΤΡ. κλάδος με αντικείμενο την ανατομία και φυσιολογία της καρδιάς, καθώς και τη διάγνωση και θεραπεία των καρδιακών παθήσεων· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα: διαγνωστική/επεμβατική/κλινική/μοριακή/παιδιατρική/προληπτική/πρωτοβάθμια/πυρηνική ~. Βλ. καρδιοχειρουργική, τηλε~, -λογία. [< γαλλ. cardiologie, γερμ. Kardiologie, αγγλ. cardiology] | |
| 23042 | καρδιολογικός | , ή, ό καρ-δι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την καρδιολογία ή την καρδιά: ~ή: εξέταση (βλ. καρδιογράφημα, τρίπλεξ)/επέμβαση (βλ. καρδιοχειρουργική)/κλινική/μονάδα. ~ό: ιατρείο. ~οί: ασθενείς. ~ές: παθήσεις (= καρδιοπάθειες). ~ά: μηχανήματα (βλ. απινιδωτής, βηματοδότης)/περιστατικά/προβλήματα. Πβ. καρδιακός.|| (ως ουσ.) Διευθυντής ~ού (ενν. τμήματος κλινικής ή νοσοκομείου). [< γαλλ. cardiologique, γερμ. kardiologisch, αγγλ. cardiological] | |
| 23043 | καρδιολόγος | καρ-δι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στην καρδιολογία: ειδικός/επεμβατικός ~. Βεβαίωση ~ου για εγγραφή σε κολυμβητήριο. Βλ. καρδιοχειρουργός, -λόγος. [< γερμ. Kardiologe, αγγλ. cardiologist, γαλλ. cardiologue, περ. 1920] | |
| 23044 | καρδιομεγαλία | καρ-δι-ο-με-γα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεγαλοκαρδία. [< αγγλ. cardiomegaly, 1910, γαλλ. cardiomégalie, 1924] | |
| 23045 | καρδιομυοπάθεια | καρ-δι-ο-μυ-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μυοκαρδιοπάθεια. [< αγγλ. cardiomyopathy, 1957] | |
| 23046 | καρδιοπάθεια | καρ-δι-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε καρδιακό νόσημα: ισχαιμική (= στεφανιαία νόσος)/κυανωτική/οργανική/ρευματική/χρόνια ~. Συγγενείς ~ες. Ασπιρίνη για πρόληψη ~ών. Ο ρόλος των γονιδίων στην εμφάνιση ~ών. Βλ. (ταχυ)αρρυθμία, βραδυ-, ταχυ-καρδία, έμφραγμα, καρδιακή ανεπάρκεια, καρδίτιδα, μαρμαρυγή, μυο~, -πάθεια, στένωση, στηθάγχη, υπέρταση. [< γαλλ. cardiopathie, αγγλ. cardiopathy] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ