Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [23780-23800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23015κάργακάρ-γα επίρρ. (λαϊκό): πάρα πολύ: ~ (= φουλ) ερωτευμένος. Γουστάρω/συμφωνώ ~! Έχει πέσει δουλειά ~! Πβ. λίαν.|| Το λεωφορείο ήταν ~ γεμάτο (πβ. πήχτρα, τίγκα, φίσκα). [< μεσν. κάργα ‘φορτίο, γέμιση όπλου’< βεν. carga]
23016καργάρωκαρ-γά-ρω ρ. (μτβ.) {σπάν. κάργαρ-ε κ. καργάρ-ισε, καργαρ-ισμένος} (λαϊκό) 1. σφίγγω ή τεντώνω πολύ: ~ τις βίδες.|| ~ το σχοινί (πβ. παρατραβώ, τεζάρω, τσιτώνω). 2. γεμίζω εντελώς: ~ε το ντεπόζιτο. Πβ. τιγκ-, φισκ-, φουλ-άρω. [< βεν. cargar]
23017κάργιακάρ-για ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. πτηνό της οικογένειας των κορακοειδών (επιστ. ονομασ. Corvus monedula), με μέτριο μέγεθος, σκούρο γκρι φτέρωμα και μαύρο ράμφος. Βλ. καλιακούδα. 2. (μτφ.-μειωτ.) άσχημη, κακιά και ύπουλη γυναίκα. Πβ. γκιόσα, καρακάξα, κουρούνα, λάμια, στρίγκλα. [< μεσν. κάργα < τουρκ. karga]
23018κάργκοκάρ-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. πλοίο ή αεροπλάνο που μεταφέρει εμπορεύματα· κυρ. συνεκδ. το ίδιο το φορτίο: (ως επίθ.) πτήσεις ~. Βλ. φορτηγό. 2. είδος φαρδιού παντελονιού με μεγάλες εξωτερικές τσέπες στο πλάι των μηρών: (ως επίθ.) ~ κάπρι. [< 1: αγγλ. cargo, γαλλ. ~, 1906]
23019κάρδαμοκάρ-δα-μο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άμου}: ΒΟΤ. ποώδες αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Lepidium sativum), του οποίου τα φύλλα έχουν δυνατή πικάντικη γεύση και χρησιμοποιούνται ως σαλατικό ή γαρνιτούρα. Πβ. νερο~. Βλ. πιπερόριζα. [< αρχ. κάρδαμον]
23020καρδάμωμακαρ-δά-μω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του καρδαμώνω: Καλό φαγητό για ~.
23021καρδάμωμοκαρ-δά-μω-μο ουσ. (ουδ.) & (καταχρ.) κάρδαμο: ΒΟΤ. πολυετής πόα (επιστ. ονομασ. Elettaria cardamomum), κυρ. ο αποξηραμένος καρπός του ως μπαχαρικό: τριμμένο ~. Εκχύλισμα/σκόνη ~ου. Λάδι από σπόρους ~ου. Πράσινο τσάι με ~. ΣΥΝ. κακουλέ [< αρχ. καρδάμωμον, ιταλ. cardamom, γαλλ. cardamome, αγγλ. cardamom]
23022καρδαμώνωκαρ-δα-μώ-νω ρ. (αμτβ.) {καρδάμω-σε, -μένος} (λαϊκό): δυναμώνω: Φάε να ~σεις (= τονωθείς· πβ. αναρρώνω)! Το μωρό βγήκε πολύ ~μένο (= ανεπτυγμένο, εύρωστο).
23023καρδάρακαρ-δά-ρα ουσ. (θηλ.) & καρδάρι (το) (λαϊκό): κάδος, δοχείο κυρ. για άρμεγμα ζώων. ● ΦΡ.: χύνει/κλοτσά την καρδάρα με το γάλα (μτφ.-προφ.): για κάποιον που από απροσεξία, βιασύνη, επιπολαιότητα ή ανυπομονησία καταστρέφει ό,τι έχει επιτύχει προηγουμένως: Είχαν τη νίκη στα χέρια τους, αλλά στο τέλος έχυσαν/κλότσησαν ~ ~. [< μεσν. καρδάρα, καρδάρι]
23024καρδερίνακαρ-δε-ρί-να ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό αποδημητικό ωδικό πτηνό της τάξης των στρουθιόμορφων (επιστ. ονομασ. Carduelis carduelis), με πολύχρωμες φτερούγες, κυρ. μαύρες και κίτρινες, και κόκκινη ζώνη (μάσκα) γύρω από το ράμφος: ζευγάρωμα ~ας με κανάρα. Βλ. σπίζα. ΣΥΝ. γαρδέλι ● Υποκ.: καρδερινούλα (η) [< γενοβέζικο carderina]
23025καρδιάκαρ-διά ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. κοίλο μυώδες κεντρικό όργανο του κυκλοφορικού συστήματος· (ειδικότ. στον άνθρωπο) βρίσκεται ανάμεσα στους πνεύμονες προς το αριστερό μέρος του θώρακα και τροφοδοτεί με αίμα όλο το σώμα: οι βαλβίδες/οι κοιλότητες (: κόλποι και κοιλίες)/ο μυς (= μυοκάρδιο)/τα τοιχώματα (: ενδο-, περι-κάρδιο) της ~ιάς. Συστολή και διαστολή της ~ιάς (: παλμός, σφυγμός). Η ~ δέχεται το αίμα που προέρχεται από τις φλέβες και το ωθεί προς τις αρτηρίες. Βλ. αορτή, διάφραγμα, μεσοθωράκιο, προκάρδιο, τριχοειδή αγγεία.|| Τεχνητή ~. Εξέταση (= καρδιογράφημα, τρίπλεξ)/μεταμόσχευση ~ιάς. Ανακοπή/συγκοπή ~ιάς. Επέμβαση στην ~ (βλ. βηματοδότης, μπαϊπάς, μπαλονάκι, στεντ, χόλτερ). Βλ. καρδιοπάθεια, στηθοσκόπιο.|| Αδύναμη/γερή ~. Έχει/υποφέρει από την ~ του. Σταμάτησε η ~ του (= πέθανε). Το στρες και το κάπνισμα κάνουν κακό στην ~. Βλ. καρδιο-. 2. (κατ' επέκτ.) σύμβολο έρωτα ή αγάπης, κατά το σχήμα του συγκεκριμένου οργάνου: κόσμημα/μαξιλαράκι/τούρτα ~. Ζωγραφίζω μια ~ με βέλος. Χάραξαν μια ~ με τα ονόματά τους στο δέντρο. Βλ. καρδιόσχημος. 3. (μτφ.) ψυχή· χαρακτήρας: τα μυστικά της ~ιάς. Από τα μύχια της ~ιάς μου. Άνθρωπος χωρίς ~ (= άκαρδος). Η ~ μου πάει να σπάσει/χοροπηδάει (: από την αγωνία, τον φόβο ή την ταραχή). Έχει αγνή/ανοιχτή/άπονη/άστατη/ευαίσθητη/ευγενική/καθαρή/καλή/πονετική/σκληρή/τρυφερή/χρυσή ~ (βλ. -καρδος). (για αγαπημένο πρόσ.) Θα του έδινα/πρόσφερα/χάριζα (και) την ~ μου!|| (για μεγάλη στενοχώρια) Αγκάθι/μαχαίρι/μαχαιριά/πόνος/χτύπημα στην ~. Καίγεται/κλαίει/σκίζεται/σπάει/σπαράζει/σφίγγεται η ~ μου (= στενοχωριέμαι πολύ) να/όταν τον βλέπω να υποφέρει! Μου πίκρανες την ~ (= με πλήγωσες πολύ).|| Τα λόγια της άγγιξαν την (ή τις χορδές της ~ιάς)/μίλησαν στην ~ μου (= με συγκίνησαν).|| Άκου την ~ σου! ΣΥΝ. συναίσθημα. ΑΝΤ. λογική.|| (για νεκρό) Θα ζει για πάντα στις ~ιές μας (= θα τον θυμόμαστε). Βλ. μυαλό. ΣΥΝ. στήθος (3) 4. (ειδικότ.-μτφ.) διάθεση, όρεξη, προθυμία· κουράγιο, υπομονή: Πάρε ό,τι θέλει/λαχταράει/ποθεί η ~ σου!|| Χρειάζεται ~ (= θάρρος, τόλμη) για να τα βγάλει πέρα. Το κάνω με την ~ μου! Με τι ~ (: ψυχική δύναμη) να ...; 5. (μτφ.) κέντρο, μέσο: Στην ~ των γεγονότων/των εξελίξεων (= στο επίκεντρο)/του καλοκαιριού (= κατακαλόκαιρο)/της νύχτας/της πόλης (πβ. πυρήνας, ομφαλός). Μείνε στην ~ (= ουσία) του ζητήματος/του θέματος/του προβλήματος.|| Η ~ του καρπουζιού/του μαρουλιού (= εντεριώνη).|| Η ~ του αντιδραστήρα (: το μέρος όπου βρίσκονται τα καύσιμα και γίνονται οι αντιδράσεις σχάσης). ● Υποκ.: καρδούλα (η) [< μεσν. καρδούλα] ● ΣΥΜΠΛ.: αθλητική καρδιά βλ. αθλητικός, εγχείρηση ανοιχτής/ανοικτής καρδιάς βλ. εγχείρηση, μεγάλη καρδιά βλ. μεγάλος ● ΦΡ.: από καρδιάς & (λόγ.) από/εκ καρδίας: ειλικρινά, ολόψυχα: Συγχαρητήρια ~ ~! (Σας) ευχαριστώ (θερμά) ~ ~! Εύχομαι/θα ήθελα ~ ~ να ...|| Εξομολόγηση/συνέντευξη ~ ~ (= ειλικρινής). ΣΥΝ. από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου), με όλη μου την ψυχή/την καρδιά, αφήνω την καρδιά μου να μιλήσει: εκφράζομαι με βάση τα πραγματικά μου αισθήματα., βάζω το χέρι/με το χέρι στην καρδιά: για να δηλωθεί απόλυτη ειλικρίνεια ή τιμιότητα., βγαίνει/πηδάει/σπαρταράει/τρέμει η καρδιά μου: ανησυχώ, αγωνιώ ή φοβάμαι πολύ: Όποτε ακούω θόρυβο τη νύχτα, τρέμει η ~ (= ψυχή) μου. Μέχρι την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων θα έχει βγει η ~ μου!, δεν μου κάνει καρδιά να ... (προφ.): δεν θέλω με τίποτα: ~ ~ την αφήσω μόνη της/φύγω. Τέτοιες μέρες δεν σου ~ ~ μείνεις σπίτι!, ελαφρά τη καρδία (λόγ.) & με ελαφριά (την) καρδιά: με επιπολαιότητα, απερισκεψία. Βλ. με βαριά καρδιά., έξω καρδιά (προφ.): (για πρόσ.) ανοιχτόκαρδος, απλόχερος, καλοσυνάτος, πρόσχαρος: Είναι (άνθρωπος/χαρακτήρας) ~ ~!, έχω (κάποιον)/έχει μπει (κάποιος) (μες) στην καρδιά μου (προφ.): του έχω ιδιαίτερη αγάπη ή συμπάθεια., η καρδιά μου χτυπάει σαν ταμπούρλο (προφ.): χτυπάει πολύ δυνατά και γρήγορα, συνήθ. από ξάφνιασμα, φόβο, αγωνία ή έντονη συγκίνηση., καίω/κατακτώ/κερδίζω/κλέβω/παίρνω την καρδιά κάποιου {συνήθ. στον αόρ.}: τον γοητεύω ερωτικά, τον κάνω να με ερωτευτεί., καλή καρδιά! (προφ.): προτροπή για αισιόδοξη, καλοπροαίρετη, φιλική διάθεση: ~ ~ (να υπάρχει) κι όλα θα φτιάξουν! Υγεία και ~ ~!, καρδιά/καρδούλα μου: ως οικεία προσφώνηση: Μη στενοχωριέσαι, ~ ~, όλα θα πάνε καλά! Τι έχεις, ~ ~, και κλαις; ~ ~ μου εσύ! ΣΥΝ. ψυχή/ψυχούλα μου!, με βαριά/κρύα/μισή καρδιά (προφ.): απρόθυμα: Ήρθε/το έκανε ~ ~. Βλ. ελαφρά τη καρδία., μου βαραίνει την καρδιά/το έχω βάρος στην καρδιά (μου) (προφ.): μου δημιουργεί αίσθημα ευθύνης, στενοχώρια ή τύψεις., πήγε/ήρθε η καρδιά μου στη θέση της (προφ.): ηρέμησα ύστερα από μεγάλη αγωνία, αναστάτωση: Μου τηλεφώνησε πως είναι καλά και ~ ~. ΑΝΤ. πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη, τον/την πρόδωσε η καρδιά του/της: πέθανε από καρδιά., (έχει) καρδιά αγκινάρα βλ. αγκινάρα, ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου βλ. ανοίγω, ανοίγω την καρδιά μου/την ψυχή μου (σε κάποιον) βλ. ανοίγω, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) βλ. βάθος, βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του) βλ. γύφτος, γύφτισσα, γελάω με την καρδιά μου/με την ψυχή μου/μέχρι δακρύων βλ. γελώ, δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) βλ. βαστώ, εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας (το στόμα λαλεί) βλ. περίσσευμα, έχει καρδιά μπαξέ βλ. μπαξές, καίει καρδιές βλ. καίω, κάνω πέτρα την καρδιά (μου)/κάνω την καρδιά (μου) πέτρα βλ. πέτρα, κλείνω στην καρδιά μου (κάποιον/κάτι) βλ. κλείνω, κρύα χέρια, ζεστή καρδιά βλ. χέρι, ματώνει η καρδιά μου βλ. ματώνω, μαυρίζει/μαύρισε η ψυχή μου βλ. μαυρίζω, με όλη μου την ψυχή/την καρδιά βλ. ψυχή, μου έκανε την καρδιά/μου έγινε η καρδιά περιβόλι βλ. περιβόλι, ο εκλεκτός/η εκλεκτή της καρδιάς της/του βλ. εκλεκτός, πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη βλ. Κούλουρη, ραγίζω την καρδιά κάποιου/ραγίζει η καρδιά μου βλ. ραγίζω, το λέει η ψυχή/καρδιά/καρδούλα/περδικούλα του βλ. περδικούλα, το χέρι της καρδιάς βλ. χέρι, τραβάει η ψυχή/η καρδιά μου (κάτι) βλ. τραβώ, χαλάω τη ζαχαρένια/την καρδιά μου βλ. ζαχαρένια [< μεσν. καρδιά, γαλλ. cœur, αγγλ. heart]
23026καρδιαγγειακός, ή, ό καρ-δι-αγ-γει-α-κός επίθ. & καρδιοαγγειακός: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία: ~ός: έλεγχος (βλ. τεστ/δοκιμασία κοπώσεως)/κίνδυνος. ~ή: απεικόνιση/άσκηση/χειρουργική. ~ά: επεισόδια/νοσήματα (βλ. εγκεφαλικό, έμφραγμα, υπέρταση). Παθήσεις (βλ. καρδιοπάθεια)/φυσιολογία του ~ού συστήματος. [< αγγλ. cardiovascular, γαλλ. cardiovasculaire, 1910]
23027καρδιακός, ή, ό καρ-δι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την καρδιά: ~ός: κύκλος/μυς (= μυοκάρδιο)/πόνος (βλ. στηθάγχη)/ρυθμός (βλ. αρρυθμία). ~ή: ανακοπή/κοιλία/συχνότητα (: ο αριθμός των ~ών παλμών ανά λεπτό· βλ. βραδυ-, ταχυ-καρδία)/χώρα/ώση. ~ό: μόσχευμα (βλ. βαλβίδα). ~ές: μαλάξεις/παθήσεις (πβ. καρδιοπάθεια). ~ά: συμπτώματα. Αιφνίδιος ~ θάνατος. Πβ. καρδιολογικός. Βλ. αρτηριακός, ενδο~, εξω~, περι~, καρδιογενής. ● Ουσ.: καρδιακός, καρδιακή (ο/η) & (σπανιότ. θηλ.) καρδιακιά (προφ.): καρδιοπαθής: (συνήθ. χιουμορ.) Θα γίνω ~/θα με κάνεις ~ό με τις τρέλες σου! ● ΣΥΜΠΛ.: καρδιακή ανεπάρκεια: αδυναμία της καρδιάς να εφοδιάσει τους ιστούς με την απαραίτητη ποσότητα αίματος: οξεία/συμφορητική/χρόνια ~ ~. Ασθενείς με προχωρημένη ~ ~/~ ~ τελικού σταδίου. [< γαλλ. insuffisance cardiaque] , καρδιακή προσβολή: έμφραγμα του μυοκαρδίου. [< αγγλ. heart attack, 1935] , καρδιακό επεισόδιο & (προφ.) καρδιακό: κάθε μορφής διαταραχή της καρδιακής λειτουργίας: Υπέστη (βαρύτατο/οξύ) ~ ~., καρδιακοί τόνοι βλ. τόνος1, καρδιακός επιπωματισμός βλ. επιπωματισμός, καρδιακός/εγκάρδιος φίλος βλ. φίλος [< μτγν. καρδιακός, γαλλ. cardiaque, αγγλ. cardiac]
23029καρδιο- & καρδι- & καρδιό-: το ουσιαστικό καρδιά ως α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις: (κυρ. ΙΑΤΡ.) καρδιο-γράφος/~χειρουργός. Καρδι(ο)-αγγειακός.|| (αναφορικά με το σχήμα:) Καρδιο-ειδής.|| (για συναισθήματα:) Καρδιο-χτύπι.
23030καρδιοαναπνευστικός, ή, ό καρ-δι-ο-α-να-πνευ-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την καρδιά και το αναπνευστικό σύστημα ή συμβάλλει στη βελτίωση της λειτουργίας τους: ~ή: ανακοπή/ανεπάρκεια/αντοχή (πβ. αερόβια ικανότητα)/κόπωση. ~ές: ασκήσεις (βλ. αεροβική, περπάτημα, τρέξιμο)/παθήσεις (βλ. υπνική άπνοια, υπέρταση). ~ά: μηχανήματα (βλ. διάδρομος, στατικό ποδήλατο, στεπ)/προβλήματα. Τεστ ~ής κόπωσης. ● ΣΥΜΠΛ.: καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση/ανάνηψη βλ. καρδιοπνευμονικός [< γαλλ. cardiorespiratoire, αγγλ. cardiorespiratory]
23031καρδιογενής, ής, ές καρ-δι-ο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. που προέρχεται από την καρδιά: ~ές: πνευμονικό οίδημα. ~είς: εμβολές. ~ής καταπληξία/~ές σοκ (: που οφείλεται σε ανεπαρκή καρδιακή λειτουργία, π.χ. λόγω εμφράγματος του μυοκαρδίου). Βλ. -γενής, καρδιακός. [< γαλλ. cardiogène, cardiogénique, αγγλ. cardiogenic]
23032καρδιογνώστηςκαρ-δι-ο-γνώ-στης ουσ. (αρσ.): (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) που γνωρίζει τις σκέψεις και τις επιθυμίες των ανθρώπων: ο ~ Θεός. Πβ. παντογνώστης. Βλ. -γνώστης. [< μτγν. καρδιογνώστης, αγγλ. cardiognost]
23033καρδιογράφημακαρ-δι-ο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) (κοιν. ονομασ. του ηλεκτροκαρδιογραφήματος): ΙΑΤΡ. γραφική αναπαράσταση των μεταβολών του ηλεκτρικού δυναμικού του μυοκαρδίου· συνεκδ. η αντίστοιχη εξέταση με τη χρήση καρδιογράφου: Βλ. έπαρμα.|| Βγάζω/κάνω ~. Βλ. απαγωγή, -γράφημα, εγκεφαλογράφημα, καρδιοπάθεια, (υπερη)ηχο~. [< γαλλ. cardiogramme, 1901, αγγλ. cardiogram]
23034καρδιογραφικός, ή, ό καρ-δι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. ηλεκτροκαρδιογραφικός.
23035καρδιογράφοςκαρ-δι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) (κοινή ονομασ. του ηλεκτροκαρδιογράφου): ΙΑΤΡ. συσκευή λήψης καρδιογραφήματος: φορητός ~. Βεντούζες/μανταλάκια/χαρτί ~ου. Βλ. απινιδωτής, στηθοσκόπιο, τηλε~, χόλτερ, -γράφος. [< γαλλ. cardiographe, αγγλ. cardiograph]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.