| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23047 | καρδιοπαθής | , ής, ές καρ-δι-ο-πα-θής επίθ./ουσ.: που πάσχει από καρδιακό νόσημα: ~είς: ασθενείς.|| Φάρμακα για ~είς. Πβ. καρδιακός, καρδιακή. Βλ. -παθής. | |
| 23048 | καρδιοπνευμονικός | , ή, ό καρ-δι-ο-πνευ-μο-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη λειτουργία της καρδιάς και των πνευμόνων: ~ές: παθήσεις (σε καπνιστές). Πβ. καρδιοαναπνευστικός. ● ΣΥΜΠΛ.: καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση/ανάνηψη & καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση/ανάνηψη (ακρ. ΚΑΡΠΑ): πρώτες βοήθειες, κυρ. τεχνητή αναπνοή και καρδιακές μαλάξεις, σε άτομο που έχει σταματήσει να αναπνέει: βασική/εξειδικευμένη ~ ~. ~ ~ σε ενήλικες και παιδιά. Βλ. φιλί (της) ζωής. [< αγγλ. cardiopulmonary resuscitation (CPR), 1958] [< γαλλ. cardiopulmonaire] | |
| 23049 | καρδιόσχημος | , η/ος, ο καρ-δι-ό-σχη-μος επίθ. (επιστ.): που μοιάζει στο σχήμα με καρδιά: ~α: φύλλα. ΣΥΝ. καρδιοειδής | |
| 23050 | καρδιοτονωτικός | , ή, ό καρ-δι-ο-το-νω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει τονωτική επίδραση στην καρδιά: ~ή: ένεση.|| ~ές: γλυκοσίδες. Βότανο με ~ές ιδιότητες. Βλ. δακτυλίτιδα.|| Το γέλιο είναι ~ό! ● Ουσ.: καρδιοτονωτικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακα που ενισχύουν τη λειτουργία του μυοκαρδίου. Βλ. αντι-αρρυθμικός, -υπερτασικό. [< γαλλ. cardiotonique, περ. 1920] | |
| 23051 | καρδιοχειρουργική | καρ-δι-ο-χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΙΑΤΡ. κλάδος της θωρακοχειρουργικής με αντικείμενο τις επεμβάσεις για την αποκατάσταση της καρδιακής λειτουργίας (π.χ. αγγειοπλαστική, αλλαγή βαλβίδων, μεταμόσχευση καρδιάς, μπαϊπάς, τοποθέτηση στεντ)· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη ειδίκευση. Βλ. καρδιολογία. [< αγγλ. cardiosurgery] | |
| 23052 | καρδιοχειρουργικός | , ή, ό καρ-δι-ο-χει-ρουρ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την καρδιοχειρουργική: ~ή: αναισθησία/μονάδα. ~ό: κέντρο. ~ές: επεμβάσεις. ~ά: περιστατικά.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα κλινικής ή νοσοκομείου). [< αγγλ. cardiosurgical] | |
| 23053 | καρδιοχειρουργός | καρ-δι-ο-χει-ρουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.) & καρδιοχειρούργος (κ. με κεφαλ. Κ): γιατρός ειδικευμένος στην καρδιοχειρουργική. Βλ. καρδιολόγος. | |
| 23054 | καρδιοχτύπι | καρ-διο-χτύ-πι ουσ. (ουδ.) & καρδιοκτύπι (προφ.): χτυποκάρδι. | |
| 23055 | καρδιοχτυπώ | [καρδιοχτυπῶ] καρ-διο-χτυ-πώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καρδιοχτυπ-ά ... | καρδιοχτύπ-ησα, καρδιοχτυπ-ήσει, -ώντας} & καρδιοχτυπάω & (σπάν.) καρδιοκτυπώ (προφ.): χτυπά γρήγορα η καρδιά μου εξαιτίας έντονου συναισθήματος, κυρ. ανησυχίας, φόβου ή έρωτα· κατ' επέκτ. αγωνιώ ή σκιρτώ: Μας έκανε να ~ήσουμε (= να λαχταρήσουμε, να τρομάξουμε).|| Τον βλέπει και ~ά. | |
| 23056 | καρδίτιδα | καρ-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. καρδιακή φλεγμονή. Πβ. ενδο~, μυο~, περι~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. cardite, αγγλ. carditis] | |
| 23057 | Καρδιτσιώτης, Καρδιτσιώτισσα | Καρ-δι-τσιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Καρδίτσα. | |
| 23058 | καρδιτσιώτικος | , η, ο καρ-δι-τσιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την Καρδίτσα ή/και τους Καρδιτσιώτες. | |
| 23059 | καρδούλα | βλ. καρδιά | |
| 23061 | καρέ | κα-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. τετράδα: ~ νικών/τίτλων. Συμπληρώθηκε το ~ (: μαζεύτηκαν τέσσερα άτομα).|| (σε χαρτοπαίγνια) ~ του δέκα/της ντάμας/του ρήγα. ~ με βαλέδες. ~ για πρέφα. Κάνω ~ (: έχω τέσσερα τραπουλόχαρτα με το ίδιο νούμερο ή συνεχόμενα τραπουλόχαρτα με το ίδιο χρώμα). 2. τετράγωνο· τετράγωνος: (ΖΑΧΑΡ.) ~ σοκολάτας.|| (ως επίθ.) ~ τραπεζομάντιλο. Κέντημα ~.|| Μπλοκ/χαρτί ~ (: με τετραγωνάκια). Βλ. μιλιμετρέ.|| (ως επίρρ.) Ντομάτα/πιπεριά κομμένη ~ (: σε κυβάκια). 3. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καθένα από τα πλαίσια με εικόνες (στο φιλμ) ή με σχέδια (στα κόμικς): κινηματογραφικά ~. Πάγωμα ~. Λήψη τριών ~ ανά δευτερόλεπτο.|| Τα ~ της ιστορίας. ΣΥΝ. βινιέτα. 4. κοντό, σχετικά, κούρεμα με ίσο μήκος μαλλιών. Βλ. καπελάκι. 5. (στο ποδόσφαιρο) ο χώρος της μεγάλης και της μικρής περιοχής γύρω από το τέρμα: Η μπάλα παίζεται στα ~ των γηπεδούχων. 6. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κομμάτι σφαγίου από τη σπονδυλική στήλη ζώου, κομμένο κατάλληλα για μαγείρεμα: ~ αρνιού/μοσχαριού/χοιρινού. Πβ. μπριζόλα, παϊδάκι. Βλ. κόντρα, λαιμός, σπάλα. 7. η περιοχή πάνω από το στήθος· κατ' επέκτ. ντεκολτέ. 8. (σε πλοίο) σάλα που χρησιμεύει ως εντευκτήριο ή εστιατόριο για αξιωματικούς. ● Υποκ.: καρεδάκι (το): στις σημ. 1,2,4. ● ΦΡ.: καρέ του άσου (μτφ.): για επιτυχία σε τέσσερα σημεία: Με ~ ~ άγγιξε την κορυφή η ομάδα., καρέ-καρέ 1. ΚΙΝΗΜ. αναπαραγωγή του φιλμ με σταμάτημα σε καθένα από τα καρέ του: ~ ~ ανάλυση του βίντεο. Φωτογράφιση/ψηφιακή επεξεργασία εικόνας ~ ~. 2. (μτφ.) ανά εικόνα, στιγμιότυπο ή σκηνή· στιγμή προς στιγμή: ~ ~ τα γεγονότα/η επιχείρηση διάσωσης (= λεπτό προς λεπτό). Παρακολουθήστε ~ ~ το χρονικό της ... Είδε τη ζωή να περνάει ~ ~ από μπροστά του. Οι κάμερες κατέγραψαν ~ ~ τη ληστεία., στοπ καρέ βλ. στοπ [< γαλλ. carré] | |
| 23062 | καρέκλα | κα-ρέ-κλα ουσ. (θηλ.) {καρεκλών} 1. κάθισμα συνήθ. ατομικό, με στήριγμα στην πλάτη: δερμάτινη/μπαμπού/ξύλινη/πλαστική/σιδερένια/ψάθινη ~. Κουνιστή/ορθοπαιδική ~. Περιστρεφόμενη ~ γραφείου (με ροδάκια). Τα μπράτσα/τα πόδια της ~ας. Κάλυμμα ~ας. Το τραπέζι και οι ~ες της κουζίνας. ~ες καφενείου. Σηκώνομαι από την ~. Βλ. σεζλόγκ, σκαμπό.|| Αναπηρική (= αμαξίδιο)/γυναικολογική/εξεταστική/οδοντιατρική ~. ~ αιμοληψίας. 2. (συνεκδ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) αξίωμα, θέση: διευθυντική/κυβερνητική/προεδρική/υπουργική ~ (πβ. θώκος). Η διεκδίκηση/η μάχη της ~ας. Πριονίζω την ~ κάποιου (= τον υπονομεύω). Βλ. έδρα. ● Υποκ.: καρεκλάκι (το): στη σημ. 1: παιδικό ~., καρεκλίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: η πολιτική της άδειας καρέκλας: τακτική υπονόμευσης μιας συνέλευσης που συνίσταται σε εσκεμμένη απουσία ενός προσώπου από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. [< γαλλ. la politique de la chaise vide] , καρέκλα σκηνοθέτη & πολυθρόνα σκηνοθέτη: πάνινο πτυσσόμενο κάθισμα με ξύλινο ή μεταλλικό σκελετό. [< αγγλ. director's chair, 1953] , μουσικές καρέκλες: παιχνίδι με καρέκλες τοποθετημένες πλάτη με πλάτη σε δύο σειρές, ο αριθμός των οποίων είναι κατά μία μικρότερος από τον αριθμό των παικτών, που γυρίζουν γύρω από αυτές όσο ακούγεται μουσική και τρέχουν να καθίσουν, όταν αυτή σταματήσει· αυτός που μένει όρθιος αποκλείεται από το παιχνίδι, ενώ νικητής αναδεικνύεται όποιος από τους δύο τελευταίους παίκτες προλάβει να καθίσει στη μία και μοναδική καρέκλα που θα έχει απομείνει. [< γαλλ. chaises musicales] , ηλεκτρική καρέκλα βλ. ηλεκτρικός ● ΦΡ.: τρίζει η καρέκλα (κάποιου): κινδυνεύει να χάσει τη θέση του: ~ ~ του αρχηγού., βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες βλ. βρέχω, ζεσταίνω την καρέκλα (μου) βλ. ζεσταίνω [< μεσν. καρέκλα] | |
| 23063 | καρεκλάδικο | κα-ρε-κλά-δι-κο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) κατάστημα πώλησης ή εργαστήριο κατασκευής και επισκευής καρεκλών. Βλ. -άδικο. 2. (παλαιότ.-αργκό) κέντρο διασκέδασης με μουσική ντίσκο. | |
| 23064 | καρεκλάς | κα-ρε-κλάς ουσ. (αρσ.) 1. (προφ.) κατασκευαστής, επιδιορθωτής ή/και πωλητής καρεκλών. Βλ. -άς. 2. (παλαιότ.-αργκό) πρόσωπο που ακούει ντίσκο μουσική. Βλ. ροκάς. | |
| 23065 | καρεκλιά | κα-ρε-κλιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): χτύπημα με καρέκλα: ~ στο κεφάλι. Έπαιξαν/έπεσαν ~ιές στο γήπεδο. | |
| 23066 | καρεκλοθήρας | κα-ρε-κλο-θή-ρας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που επιδιώκει να καταλάβει μια θέση ή ένα αξίωμα, συνήθ. με αθέμιτα μέσα. Βλ. αριβίστας, καιροσκόπος, τυχοδιώκτης, -θήρας. | |
| 23067 | καρεκλοκένταυρος | κα-ρε-κλο-κέ-νταυ-ρος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): πρόσωπο που κατέχει μόνιμη και συνήθ. ανώτερη θέση σε δημόσια υπηρεσία, την οποία επιδιώκει πάση θυσία να διατηρήσει· γραφειοκράτης: ~οι και πολυθεσίτες.|| (ως επίθ.) ~οι: υπάλληλοι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ