Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [23800-23820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23036καρδιοειδής, ής, ές καρ-δι-ο-ει-δής επίθ. (επιστ.): καρδιόσχημος: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ής: κάψα. ~ές: μικρόφωνο.|| (ΜΑΘ.-ΦΥΣ.) ~ής: καμπύλη. Βλ. -ειδής. [< μτγν. καρδιοειδής, γαλλ. cardioïde , αγγλ. cardioid]
23037καρδιοκατακτητήςκαρ-δι-ο-κα-τα-κτη-τής ουσ. (αρσ.): γοητευτικός άνδρας με πολλές ερωτικές επιτυχίες: Έχει τη φήμη μεγάλου ~ή! Πβ. γκομενιάρης, γόης, γυναικάς, δον Ζουάν, ερωτύλος, καζανόβας, κορτάκιας, κυνηγός, μουρντάρης, μπερμπάντης. Βλ. ζεν πρεμιέ. ΣΥΝ. γυναικοκατακτητής [< γαλλ. bourreau des cœurs]
23038καρδιοκλέφτρακαρ-διο-κλέ-φτρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ερωτεύσιμη γυναίκα. Πβ. πλανεύτρα.
23039καρδιοκτύπιβλ. καρδιοχτύπι
23040καρδιοκτυπώβλ. καρδιοχτυπώ
23041καρδιολογίακαρ-δι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΙΑΤΡ. κλάδος με αντικείμενο την ανατομία και φυσιολογία της καρδιάς, καθώς και τη διάγνωση και θεραπεία των καρδιακών παθήσεων· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα: διαγνωστική/επεμβατική/κλινική/μοριακή/παιδιατρική/προληπτική/πρωτοβάθμια/πυρηνική ~. Βλ. καρδιοχειρουργική, τηλε~, -λογία. [< γαλλ. cardiologie, γερμ. Kardiologie, αγγλ. cardiology]
23042καρδιολογικός, ή, ό καρ-δι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την καρδιολογία ή την καρδιά: ~ή: εξέταση (βλ. καρδιογράφημα, τρίπλεξ)/επέμβαση (βλ. καρδιοχειρουργική)/κλινική/μονάδα. ~ό: ιατρείο. ~οί: ασθενείς. ~ές: παθήσεις (= καρδιοπάθειες). ~ά: μηχανήματα (βλ. απινιδωτής, βηματοδότης)/περιστατικά/προβλήματα. Πβ. καρδιακός.|| (ως ουσ.) Διευθυντής ~ού (ενν. τμήματος κλινικής ή νοσοκομείου). [< γαλλ. cardiologique, γερμ. kardiologisch, αγγλ. cardiological]
23043καρδιολόγοςκαρ-δι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στην καρδιολογία: ειδικός/επεμβατικός ~. Βεβαίωση ~ου για εγγραφή σε κολυμβητήριο. Βλ. καρδιοχειρουργός, -λόγος. [< γερμ. Kardiologe, αγγλ. cardiologist, γαλλ. cardiologue, περ. 1920]
23044καρδιομεγαλίακαρ-δι-ο-με-γα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεγαλοκαρδία. [< αγγλ. cardiomegaly, 1910, γαλλ. cardiomégalie, 1924]
23045καρδιομυοπάθειακαρ-δι-ο-μυ-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μυοκαρδιοπάθεια. [< αγγλ. cardiomyopathy, 1957]
23046καρδιοπάθειακαρ-δι-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε καρδιακό νόσημα: ισχαιμική (= στεφανιαία νόσος)/κυανωτική/οργανική/ρευματική/χρόνια ~. Συγγενείς ~ες. Ασπιρίνη για πρόληψη ~ών. Ο ρόλος των γονιδίων στην εμφάνιση ~ών. Βλ. (ταχυ)αρρυθμία, βραδυ-, ταχυ-καρδία, έμφραγμα, καρδιακή ανεπάρκεια, καρδίτιδα, μαρμαρυγή, μυο~, -πάθεια, στένωση, στηθάγχη, υπέρταση. [< γαλλ. cardiopathie, αγγλ. cardiopathy]
23047καρδιοπαθής, ής, ές καρ-δι-ο-πα-θής επίθ./ουσ.: που πάσχει από καρδιακό νόσημα: ~είς: ασθενείς.|| Φάρμακα για ~είς. Πβ. καρδιακός, καρδιακή. Βλ. -παθής.
23048καρδιοπνευμονικός, ή, ό καρ-δι-ο-πνευ-μο-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη λειτουργία της καρδιάς και των πνευμόνων: ~ές: παθήσεις (σε καπνιστές). Πβ. καρδιοαναπνευστικός. ● ΣΥΜΠΛ.: καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση/ανάνηψη & καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση/ανάνηψη (ακρ. ΚΑΡΠΑ): πρώτες βοήθειες, κυρ. τεχνητή αναπνοή και καρδιακές μαλάξεις, σε άτομο που έχει σταματήσει να αναπνέει: βασική/εξειδικευμένη ~ ~. ~ ~ σε ενήλικες και παιδιά. Βλ. φιλί (της) ζωής. [< αγγλ. cardiopulmonary resuscitation (CPR), 1958] [< γαλλ. cardiopulmonaire]
23049καρδιόσχημος, η/ος, ο καρ-δι-ό-σχη-μος επίθ. (επιστ.): που μοιάζει στο σχήμα με καρδιά: ~α: φύλλα. ΣΥΝ. καρδιοειδής
23050καρδιοτονωτικός, ή, ό καρ-δι-ο-το-νω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει τονωτική επίδραση στην καρδιά: ~ή: ένεση.|| ~ές: γλυκοσίδες. Βότανο με ~ές ιδιότητες. Βλ. δακτυλίτιδα.|| Το γέλιο είναι ~ό! ● Ουσ.: καρδιοτονωτικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακα που ενισχύουν τη λειτουργία του μυοκαρδίου. Βλ. αντι-αρρυθμικός, -υπερτασικό. [< γαλλ. cardiotonique, περ. 1920]
23051καρδιοχειρουργικήκαρ-δι-ο-χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΙΑΤΡ. κλάδος της θωρακοχειρουργικής με αντικείμενο τις επεμβάσεις για την αποκατάσταση της καρδιακής λειτουργίας (π.χ. αγγειοπλαστική, αλλαγή βαλβίδων, μεταμόσχευση καρδιάς, μπαϊπάς, τοποθέτηση στεντ)· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη ειδίκευση. Βλ. καρδιολογία. [< αγγλ. cardiosurgery]
23052καρδιοχειρουργικός, ή, ό καρ-δι-ο-χει-ρουρ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την καρδιοχειρουργική: ~ή: αναισθησία/μονάδα. ~ό: κέντρο. ~ές: επεμβάσεις. ~ά: περιστατικά.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα κλινικής ή νοσοκομείου). [< αγγλ. cardiosurgical]
23053καρδιοχειρουργόςκαρ-δι-ο-χει-ρουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.) & καρδιοχειρούργος (κ. με κεφαλ. Κ): γιατρός ειδικευμένος στην καρδιοχειρουργική. Βλ. καρδιολόγος.
23054καρδιοχτύπικαρ-διο-χτύ-πι ουσ. (ουδ.) & καρδιοκτύπι (προφ.): χτυποκάρδι.
23055καρδιοχτυπώ[καρδιοχτυπῶ] καρ-διο-χτυ-πώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καρδιοχτυπ-ά ... | καρδιοχτύπ-ησα, καρδιοχτυπ-ήσει, -ώντας} & καρδιοχτυπάω & (σπάν.) καρδιοκτυπώ (προφ.): χτυπά γρήγορα η καρδιά μου εξαιτίας έντονου συναισθήματος, κυρ. ανησυχίας, φόβου ή έρωτα· κατ' επέκτ. αγωνιώ ή σκιρτώ: Μας έκανε να ~ήσουμε (= να λαχταρήσουμε, να τρομάξουμε).|| Τον βλέπει και ~ά.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.