| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23068 | καρεκλοπόδαρο | κα-ρε-κλο-πό-δα-ρο ουσ. (ουδ.): στη ● ΦΡ.: βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες βλ. βρέχω | |
| 23069 | καρένα | βλ. καρίνα | |
| 23070 | καρέτα καρέτα | κα-ρέ-τα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. άκλ.} & καρέτα-καρέτα: ΖΩΟΛ. είδος μεγαλόσωμης θαλάσσιας χελώνας (επιστ. ονομασ. Caretta caretta) με καβούκι που αποτελείται από κεράτινες πλάκες καφε-κόκκινου χρώματος: βιότοποι/εκκολαπτήρια/προστασία της ~ ~. Η ~ ~ απειλείται με εξαφάνιση. Βλ. μεσογειακή φώκια. [< νεολατ. caretta-caretta, ιταλ. caretta, 1931] | |
| 23071 | καρηβαρία | κα-ρη-βα-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αίσθημα βάρους στο κεφάλι. Πβ. κεφαλαλγία. Βλ. αστάθεια, ζάλη, ίλιγγος. [< αρχ. καρηβαρία] | |
| 23072 | κάρι | κά-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. μείγμα, συνήθ. καυτερό, από τριμμένα αρωματικά μπαχαρικά, κυρ. κουρκουμά, κύμινο, πιπέρι, χαρακτηριστικό της ινδικής κουζίνας: πάστα/σκόνη ~. Κοτόπουλο/ρύζι με ~. Βλ. καρύκευμα. [< αγγλ. curry] | |
| 23073 | καριέρα | κα-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.): σταδιοδρομία ή ειδικότ. επαγγελματική εξέλιξη, καταξίωση: ακαδημαϊκή/διεθνής/δισκογραφική/επιστημονική/επιτυχημένη/κινηματογραφική/λαμπρή/μουσική/πολιτική ~. Έκανε ~ στο εξωτερικό. Επιλογή/ευκαιρίες/σύμβουλος ~ας. Διπλωμάτης/πολιτικός ~ας. Στο ξεκίνημα/στο τέλος της ~ας του. Θέλει/φιλοδοξεί να κάνει ~ στο θέατρο/στον στρατό. Συνδυάζει άψογα ~ και οικογένεια/προσωπική ζωή. (για τραγουδιστή:) Ακολούθησε σόλο ~. Έκανε στροφή στην ~ της (: άλλαξε ~). Σκέφτεται μόνο την ~ του (βλ. καριερίστας). ● ΣΥΜΠΛ.: ημέρα καριέρας/σταδιοδρομίας: εκδήλωση κατά την οποία γίνεται ενημέρωση σε συγκεκριμένο χώρο σχετικά με τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά εργασίας. [< αγγλ. career day] [< ιταλ. carriera, γαλλ. carrière] | |
| 23074 | καριερισμός | κα-ριε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): υπερβολική έμφαση στην καριέρα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. carriérisme, 1908, ιταλ. carrierismo, 1918] | |
| 23075 | καριερίστας, καριερίστα | κα-ριε-ρί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπανιότ. θηλ. καριερίστρια} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): άτομο που ενδιαφέρεται για την άνοδο της καριέρας του με κάθε τρόπο: αδίστακτος/επιτυχημένος/φιλόδοξος ~.|| (ως επίθ.) ~ας: δημοσιογράφος/πολιτικός. [< γαλλ. carriériste, 1909, ιταλ. carrierista, 1918] | |
| 23076 | καριερίστικος | , η, ο κα-ριε-ρί-στι-κος επίθ. (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με την καριέρα: ~ες: βλέψεις/φιλοδοξίες. Προωθούν ωφελιμιστικούς και ~ους στόχους. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: καριερίστικα [ιταλ. carrieristico, πριν από το 1937] | |
| 23077 | καρικατούρα | κα-ρι-κα-τού-ρα ουσ. (θηλ.): γελοιογραφία· (μτφ.) κάθε είδους χιουμοριστική απεικόνιση προσώπου, πράγματος ή κατάστασης: κωμική/συμβολική ~. Πορτρέτα-~ες διάσημων ηθοποιών.|| ~ της δημοκρατίας/πραγματικότητας (πβ. παρωδία, σάτιρα). Ήρωες/χαρακτήρες-~ες. [< ιταλ. caricatura, γαλλ. caricature] | |
| 23078 | καρίκωμα | κα-ρί-κω-μα ουσ. (ουδ.) {καρικώμ-ατος | -ατα} (λαϊκό): μαντάρισμα. Βλ. μπάλωμα. | |
| 23079 | καρικώνω | κα-ρι-κώ-νω ρ. (μτβ.) {σπάν. καρίκω-σε, καρικώ-σει} (λαϊκό) 1. μαντάρω. Βλ. μπαλώνω. 2. ράβω τις άκρες υφάσματος για να μην ξεφτίσει. Βλ. στρίφωμα. [< ιταλ. carico] | |
| 23080 | καρίνα | κα-ρί-να ουσ. (θηλ.) & καρένα 1. ΝΑΥΤ. το κατώτερο τμήμα του σκελετού σκάφους: γυάλινη/διπλή/κινητή/ξύλινη/πολυεστερική/σταθερή/φουσκωτή ~. Βάρκα/λέμβος με/χωρίς ~. Βλ. κύτος, ύφαλα. ΣΥΝ. τρόπιδα (1) 2. ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα που τοποθετείται στο κάτω μέρος μοτοσικλέτας κυρ. για την προστασία του από πρόσκρουση στο έδαφος. [< 1: μτγν. καρῖνα < ιταλ. carena < λατ. carina < αρχ. καρύϊνος ‘φτιαγμένος από ξύλο καρυδιάς’] | |
| 23081 | καριόκα | κα-ριό-κα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. μικρό γλύκισμα με σοκολάτα και καρύδια ή αμύγδαλα, τυλιγμένο συνήθ. σε αλουμινόχαρτο. [< ισπ. ή πορτ. carioca] | |
| 23082 | καριόλα | κα-ριό-λα ουσ. (θηλ.) 1. {αρσ. καριόλης} υβριστικός χαρακτηρισμός. 2. (παλαιότ.) είδος ξύλινου κρεβατιού. [< 2: μεσν. καριόλα ‘σκελετός κρεβατιού’ < ιταλ. carriola ‘κρεβάτι’] | |
| 23083 | καριοφίλι | κα-ριο-φί-λι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): μακρύκαννο εμπροσθογεμές τουφέκι: τα ~ια των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821. Βλ. γιαταγάνι, πιστόλι, σπάθα. [< πιθ. ιταλ. Carlo e figli] | |
| 23084 | καριτέ | κα-ρι-τέ {άκλ.}: ΒΟΤ. τροπικό δέντρο (επιστ. ονομασ. Vitellaria paradoxa) από τους σπόρους του οποίου παράγεται λιπαρή ουσία, που χρησιμοποιείται κυρ. για την παρασκευή καλλυντικών: βούτυρο ~. [< γαλλ. karité] | |
| 23085 | καρκινικός | , ή, ό καρ-κι-νι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον καρκίνο: ~ός: ιστός/πόνος (βλ. κορτικοστερο-, οπιο-ειδή). ~ή: ανάπτυξη/εστία/καχεξία. ~ό: αντιγόνο/γονίδιο. ~ές: αλλοιώσεις. Χειρουργική αφαίρεση ~ού όγκου (= κακοήθους νεοπλάσματος). Ασθενείς σε προχωρημένο ~ό στάδιο (βλ. μετάσταση). Καταστροφή ~ών κυττάρων (βλ. νανοτεχνολογία, χημειοθεραπεία). Βλ. αντι~, προ~. 2. ΦΙΛΟΛ. που διαβάζεται και από τα αριστερά προς τα δεξιά αποδίδοντας το ίδιο νόημα: ~ή: επιγραφή (: νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν)/λέξη (π.χ. σοφός)/φράση. ~ό: έτος (π.χ. 2002). Πβ. παλινδρομικός. ● ΣΥΜΠΛ.: καρκινικοί δείκτες: ΒΙΟΧ. ουσίες (π.χ. αντιγόνα, ένζυμα, ορμόνες, πρωτεΐνες) των οποίων η ποσοτική μέτρηση και ποιοτική εκτίμηση, μέσω αιματολογικών εξετάσεων, παρέχει πληροφορίες σχετικά με την παρουσία, το είδος, το μέγεθος, την υποτροπή ή την εξάπλωση ενός καρκίνου: οι ~ ~ CA 15-3 (: μαστός)/CEA (: ήπαρ, μαστός, νεφρά, όρχεις, ουροδόχος κύστη, πάγκρεας, παχύ έντερο, πνεύμονες, στομάχι, τράχηλος μήτρας, χολή, ωοθήκες)/PSA (: προστάτης). [< αγγλ. tumo(u)r markers] [< 1: γαλλ. cancéreux] | |
| 23086 | καρκινοβατώ | [καρκινοβατῶ] καρ-κι-νο-βα-τώ ρ. (αμτβ.) {στο ενεστ. θ., συνήθ. στο γ' πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): καθυστερώ, κινούμαι με αργούς ρυθμούς: Η υλοποίηση του σχεδίου ~εί εδώ και χρόνια (= αργο-, βραδυ-πορεί). Οι συνομιλίες ~ούν. Το έργο ~ούσε. Πβ. οπισθοδρομώ. Βλ. σαν τον κάβουρα. [< μεσν. καρκινοβατώ ΄πηγαίνω όπως το καβούρι΄, γαλλ. marcher en crabe] | |
| 23087 | καρκινογένεση | καρ-κι-νο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαδικασία ανάπτυξης καρκίνου: γαστρική/ηπατική/πνευμονική/χημική ~. ~ του παχέος εντέρου. Τοξικές ουσίες ύποπτες για ~. (συνεκδ.) Η έκθεση στη ραδιενεργό ακτινοβολία μπορεί να προκαλέσει ~έσεις. Βλ. -γένεση, ογκογονίδιο, φωτο~. ΣΥΝ. ογκογένεση [< αγγλ. carcinogenesis, 1923, γαλλ. carcinogenèse, 1968] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ