Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [23820-23840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23056καρδίτιδακαρ-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. καρδιακή φλεγμονή. Πβ. ενδο~, μυο~, περι~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. cardite, αγγλ. carditis]
23057Καρδιτσιώτης, ΚαρδιτσιώτισσαΚαρ-δι-τσιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Καρδίτσα.
23058καρδιτσιώτικος, η, ο καρ-δι-τσιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την Καρδίτσα ή/και τους Καρδιτσιώτες.
23059καρδούλαβλ. καρδιά
23061καρέκα-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. τετράδα: ~ νικών/τίτλων. Συμπληρώθηκε το ~ (: μαζεύτηκαν τέσσερα άτομα).|| (σε χαρτοπαίγνια) ~ του δέκα/της ντάμας/του ρήγα. ~ με βαλέδες. ~ για πρέφα. Κάνω ~ (: έχω τέσσερα τραπουλόχαρτα με το ίδιο νούμερο ή συνεχόμενα τραπουλόχαρτα με το ίδιο χρώμα). 2. τετράγωνο· τετράγωνος: (ΖΑΧΑΡ.) ~ σοκολάτας.|| (ως επίθ.) ~ τραπεζομάντιλο. Κέντημα ~.|| Μπλοκ/χαρτί ~ (: με τετραγωνάκια). Βλ. μιλιμετρέ.|| (ως επίρρ.) Ντομάτα/πιπεριά κομμένη ~ (: σε κυβάκια). 3. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καθένα από τα πλαίσια με εικόνες (στο φιλμ) ή με σχέδια (στα κόμικς): κινηματογραφικά ~. Πάγωμα ~. Λήψη τριών ~ ανά δευτερόλεπτο.|| Τα ~ της ιστορίας. ΣΥΝ. βινιέτα. 4. κοντό, σχετικά, κούρεμα με ίσο μήκος μαλλιών. Βλ. καπελάκι. 5. (στο ποδόσφαιρο) ο χώρος της μεγάλης και της μικρής περιοχής γύρω από το τέρμα: Η μπάλα παίζεται στα ~ των γηπεδούχων. 6. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κομμάτι σφαγίου από τη σπονδυλική στήλη ζώου, κομμένο κατάλληλα για μαγείρεμα: ~ αρνιού/μοσχαριού/χοιρινού. Πβ. μπριζόλα, παϊδάκι. Βλ. κόντρα, λαιμός, σπάλα. 7. η περιοχή πάνω από το στήθος· κατ' επέκτ. ντεκολτέ. 8. (σε πλοίο) σάλα που χρησιμεύει ως εντευκτήριο ή εστιατόριο για αξιωματικούς. ● Υποκ.: καρεδάκι (το): στις σημ. 1,2,4. ● ΦΡ.: καρέ του άσου (μτφ.): για επιτυχία σε τέσσερα σημεία: Με ~ ~ άγγιξε την κορυφή η ομάδα., καρέ-καρέ 1. ΚΙΝΗΜ. αναπαραγωγή του φιλμ με σταμάτημα σε καθένα από τα καρέ του: ~ ~ ανάλυση του βίντεο. Φωτογράφιση/ψηφιακή επεξεργασία εικόνας ~ ~. 2. (μτφ.) ανά εικόνα, στιγμιότυπο ή σκηνή· στιγμή προς στιγμή: ~ ~ τα γεγονότα/η επιχείρηση διάσωσης (= λεπτό προς λεπτό). Παρακολουθήστε ~ ~ το χρονικό της ... Είδε τη ζωή να περνάει ~ ~ από μπροστά του. Οι κάμερες κατέγραψαν ~ ~ τη ληστεία., στοπ καρέ βλ. στοπ [< γαλλ. carré]
23062καρέκλακα-ρέ-κλα ουσ. (θηλ.) {καρεκλών} 1. κάθισμα συνήθ. ατομικό, με στήριγμα στην πλάτη: δερμάτινη/μπαμπού/ξύλινη/πλαστική/σιδερένια/ψάθινη ~. Κουνιστή/ορθοπαιδική ~. Περιστρεφόμενη ~ γραφείου (με ροδάκια). Τα μπράτσα/τα πόδια της ~ας. Κάλυμμα ~ας. Το τραπέζι και οι ~ες της κουζίνας. ~ες καφενείου. Σηκώνομαι από την ~. Βλ. σεζλόγκ, σκαμπό.|| Αναπηρική (= αμαξίδιο)/γυναικολογική/εξεταστική/οδοντιατρική ~. ~ αιμοληψίας. 2. (συνεκδ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) αξίωμα, θέση: διευθυντική/κυβερνητική/προεδρική/υπουργική ~ (πβ. θώκος). Η διεκδίκηση/η μάχη της ~ας. Πριονίζω την ~ κάποιου (= τον υπονομεύω). Βλ. έδρα. ● Υποκ.: καρεκλάκι (το): στη σημ. 1: παιδικό ~., καρεκλίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: η πολιτική της άδειας καρέκλας: τακτική υπονόμευσης μιας συνέλευσης που συνίσταται σε εσκεμμένη απουσία ενός προσώπου από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. [< γαλλ. la politique de la chaise vide] , καρέκλα σκηνοθέτη & πολυθρόνα σκηνοθέτη: πάνινο πτυσσόμενο κάθισμα με ξύλινο ή μεταλλικό σκελετό. [< αγγλ. director's chair, 1953] , μουσικές καρέκλες: παιχνίδι με καρέκλες τοποθετημένες πλάτη με πλάτη σε δύο σειρές, ο αριθμός των οποίων είναι κατά μία μικρότερος από τον αριθμό των παικτών, που γυρίζουν γύρω από αυτές όσο ακούγεται μουσική και τρέχουν να καθίσουν, όταν αυτή σταματήσει· αυτός που μένει όρθιος αποκλείεται από το παιχνίδι, ενώ νικητής αναδεικνύεται όποιος από τους δύο τελευταίους παίκτες προλάβει να καθίσει στη μία και μοναδική καρέκλα που θα έχει απομείνει. [< γαλλ. chaises musicales] , ηλεκτρική καρέκλα βλ. ηλεκτρικός ● ΦΡ.: τρίζει η καρέκλα (κάποιου): κινδυνεύει να χάσει τη θέση του: ~ ~ του αρχηγού., βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες βλ. βρέχω, ζεσταίνω την καρέκλα (μου) βλ. ζεσταίνω [< μεσν. καρέκλα]
23063καρεκλάδικοκα-ρε-κλά-δι-κο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) κατάστημα πώλησης ή εργαστήριο κατασκευής και επισκευής καρεκλών. Βλ. -άδικο. 2. (παλαιότ.-αργκό) κέντρο διασκέδασης με μουσική ντίσκο.
23064καρεκλάςκα-ρε-κλάς ουσ. (αρσ.) 1. (προφ.) κατασκευαστής, επιδιορθωτής ή/και πωλητής καρεκλών. Βλ. -άς. 2. (παλαιότ.-αργκό) πρόσωπο που ακούει ντίσκο μουσική. Βλ. ροκάς.
23065καρεκλιάκα-ρε-κλιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): χτύπημα με καρέκλα: ~ στο κεφάλι. Έπαιξαν/έπεσαν ~ιές στο γήπεδο.
23066καρεκλοθήραςκα-ρε-κλο-θή-ρας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που επιδιώκει να καταλάβει μια θέση ή ένα αξίωμα, συνήθ. με αθέμιτα μέσα. Βλ. αριβίστας, καιροσκόπος, τυχοδιώκτης, -θήρας.
23067καρεκλοκένταυροςκα-ρε-κλο-κέ-νταυ-ρος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): πρόσωπο που κατέχει μόνιμη και συνήθ. ανώτερη θέση σε δημόσια υπηρεσία, την οποία επιδιώκει πάση θυσία να διατηρήσει· γραφειοκράτης: ~οι και πολυθεσίτες.|| (ως επίθ.) ~οι: υπάλληλοι.
23068καρεκλοπόδαροκα-ρε-κλο-πό-δα-ρο ουσ. (ουδ.): στη ● ΦΡ.: βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες βλ. βρέχω
23069καρέναβλ. καρίνα
23070καρέτα καρέτακα-ρέ-τα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. άκλ.} & καρέτα-καρέτα: ΖΩΟΛ. είδος μεγαλόσωμης θαλάσσιας χελώνας (επιστ. ονομασ. Caretta caretta) με καβούκι που αποτελείται από κεράτινες πλάκες καφε-κόκκινου χρώματος: βιότοποι/εκκολαπτήρια/προστασία της ~ ~. Η ~ ~ απειλείται με εξαφάνιση. Βλ. μεσογειακή φώκια. [< νεολατ. caretta-caretta, ιταλ. caretta, 1931]
23071καρηβαρίακα-ρη-βα-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αίσθημα βάρους στο κεφάλι. Πβ. κεφαλαλγία. Βλ. αστάθεια, ζάλη, ίλιγγος. [< αρχ. καρηβαρία]
23072κάρικά-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. μείγμα, συνήθ. καυτερό, από τριμμένα αρωματικά μπαχαρικά, κυρ. κουρκουμά, κύμινο, πιπέρι, χαρακτηριστικό της ινδικής κουζίνας: πάστα/σκόνη ~. Κοτόπουλο/ρύζι με ~. Βλ. καρύκευμα. [< αγγλ. curry]
23073καριέρακα-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.): σταδιοδρομία ή ειδικότ. επαγγελματική εξέλιξη, καταξίωση: ακαδημαϊκή/διεθνής/δισκογραφική/επιστημονική/επιτυχημένη/κινηματογραφική/λαμπρή/μουσική/πολιτική ~. Έκανε ~ στο εξωτερικό. Επιλογή/ευκαιρίες/σύμβουλος ~ας. Διπλωμάτης/πολιτικός ~ας. Στο ξεκίνημα/στο τέλος της ~ας του. Θέλει/φιλοδοξεί να κάνει ~ στο θέατρο/στον στρατό. Συνδυάζει άψογα ~ και οικογένεια/προσωπική ζωή. (για τραγουδιστή:) Ακολούθησε σόλο ~. Έκανε στροφή στην ~ της (: άλλαξε ~). Σκέφτεται μόνο την ~ του (βλ. καριερίστας). ● ΣΥΜΠΛ.: ημέρα καριέρας/σταδιοδρομίας: εκδήλωση κατά την οποία γίνεται ενημέρωση σε συγκεκριμένο χώρο σχετικά με τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά εργασίας. [< αγγλ. career day] [< ιταλ. carriera, γαλλ. carrière]
23074καριερισμόςκα-ριε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): υπερβολική έμφαση στην καριέρα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. carriérisme, 1908, ιταλ. carrierismo, 1918]
23075καριερίστας, καριερίστακα-ριε-ρί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπανιότ. θηλ. καριερίστρια} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): άτομο που ενδιαφέρεται για την άνοδο της καριέρας του με κάθε τρόπο: αδίστακτος/επιτυχημένος/φιλόδοξος ~.|| (ως επίθ.) ~ας: δημοσιογράφος/πολιτικός. [< γαλλ. carriériste, 1909, ιταλ. carrierista, 1918]
23076καριερίστικος, η, ο κα-ριε-ρί-στι-κος επίθ. (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με την καριέρα: ~ες: βλέψεις/φιλοδοξίες. Προωθούν ωφελιμιστικούς και ~ους στόχους. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: καριερίστικα [ιταλ. carrieristico, πριν από το 1937]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.