| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23077 | καρικατούρα | κα-ρι-κα-τού-ρα ουσ. (θηλ.): γελοιογραφία· (μτφ.) κάθε είδους χιουμοριστική απεικόνιση προσώπου, πράγματος ή κατάστασης: κωμική/συμβολική ~. Πορτρέτα-~ες διάσημων ηθοποιών.|| ~ της δημοκρατίας/πραγματικότητας (πβ. παρωδία, σάτιρα). Ήρωες/χαρακτήρες-~ες. [< ιταλ. caricatura, γαλλ. caricature] | |
| 23078 | καρίκωμα | κα-ρί-κω-μα ουσ. (ουδ.) {καρικώμ-ατος | -ατα} (λαϊκό): μαντάρισμα. Βλ. μπάλωμα. | |
| 23079 | καρικώνω | κα-ρι-κώ-νω ρ. (μτβ.) {σπάν. καρίκω-σε, καρικώ-σει} (λαϊκό) 1. μαντάρω. Βλ. μπαλώνω. 2. ράβω τις άκρες υφάσματος για να μην ξεφτίσει. Βλ. στρίφωμα. [< ιταλ. carico] | |
| 23080 | καρίνα | κα-ρί-να ουσ. (θηλ.) & καρένα 1. ΝΑΥΤ. το κατώτερο τμήμα του σκελετού σκάφους: γυάλινη/διπλή/κινητή/ξύλινη/πολυεστερική/σταθερή/φουσκωτή ~. Βάρκα/λέμβος με/χωρίς ~. Βλ. κύτος, ύφαλα. ΣΥΝ. τρόπιδα (1) 2. ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα που τοποθετείται στο κάτω μέρος μοτοσικλέτας κυρ. για την προστασία του από πρόσκρουση στο έδαφος. [< 1: μτγν. καρῖνα < ιταλ. carena < λατ. carina < αρχ. καρύϊνος ‘φτιαγμένος από ξύλο καρυδιάς’] | |
| 23081 | καριόκα | κα-ριό-κα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. μικρό γλύκισμα με σοκολάτα και καρύδια ή αμύγδαλα, τυλιγμένο συνήθ. σε αλουμινόχαρτο. [< ισπ. ή πορτ. carioca] | |
| 23082 | καριόλα | κα-ριό-λα ουσ. (θηλ.) 1. {αρσ. καριόλης} υβριστικός χαρακτηρισμός. 2. (παλαιότ.) είδος ξύλινου κρεβατιού. [< 2: μεσν. καριόλα ‘σκελετός κρεβατιού’ < ιταλ. carriola ‘κρεβάτι’] | |
| 23083 | καριοφίλι | κα-ριο-φί-λι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): μακρύκαννο εμπροσθογεμές τουφέκι: τα ~ια των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821. Βλ. γιαταγάνι, πιστόλι, σπάθα. [< πιθ. ιταλ. Carlo e figli] | |
| 23084 | καριτέ | κα-ρι-τέ {άκλ.}: ΒΟΤ. τροπικό δέντρο (επιστ. ονομασ. Vitellaria paradoxa) από τους σπόρους του οποίου παράγεται λιπαρή ουσία, που χρησιμοποιείται κυρ. για την παρασκευή καλλυντικών: βούτυρο ~. [< γαλλ. karité] | |
| 23085 | καρκινικός | , ή, ό καρ-κι-νι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον καρκίνο: ~ός: ιστός/πόνος (βλ. κορτικοστερο-, οπιο-ειδή). ~ή: ανάπτυξη/εστία/καχεξία. ~ό: αντιγόνο/γονίδιο. ~ές: αλλοιώσεις. Χειρουργική αφαίρεση ~ού όγκου (= κακοήθους νεοπλάσματος). Ασθενείς σε προχωρημένο ~ό στάδιο (βλ. μετάσταση). Καταστροφή ~ών κυττάρων (βλ. νανοτεχνολογία, χημειοθεραπεία). Βλ. αντι~, προ~. 2. ΦΙΛΟΛ. που διαβάζεται και από τα αριστερά προς τα δεξιά αποδίδοντας το ίδιο νόημα: ~ή: επιγραφή (: νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν)/λέξη (π.χ. σοφός)/φράση. ~ό: έτος (π.χ. 2002). Πβ. παλινδρομικός. ● ΣΥΜΠΛ.: καρκινικοί δείκτες: ΒΙΟΧ. ουσίες (π.χ. αντιγόνα, ένζυμα, ορμόνες, πρωτεΐνες) των οποίων η ποσοτική μέτρηση και ποιοτική εκτίμηση, μέσω αιματολογικών εξετάσεων, παρέχει πληροφορίες σχετικά με την παρουσία, το είδος, το μέγεθος, την υποτροπή ή την εξάπλωση ενός καρκίνου: οι ~ ~ CA 15-3 (: μαστός)/CEA (: ήπαρ, μαστός, νεφρά, όρχεις, ουροδόχος κύστη, πάγκρεας, παχύ έντερο, πνεύμονες, στομάχι, τράχηλος μήτρας, χολή, ωοθήκες)/PSA (: προστάτης). [< αγγλ. tumo(u)r markers] [< 1: γαλλ. cancéreux] | |
| 23087 | καρκινογένεση | καρ-κι-νο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαδικασία ανάπτυξης καρκίνου: γαστρική/ηπατική/πνευμονική/χημική ~. ~ του παχέος εντέρου. Τοξικές ουσίες ύποπτες για ~. (συνεκδ.) Η έκθεση στη ραδιενεργό ακτινοβολία μπορεί να προκαλέσει ~έσεις. Βλ. -γένεση, ογκογονίδιο, φωτο~. ΣΥΝ. ογκογένεση [< αγγλ. carcinogenesis, 1923, γαλλ. carcinogenèse, 1968] | |
| 23088 | καρκινογενετικός | , ή, ό καρ-κι-νο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί καρκινογένεση: ~ός: παράγοντας. ~ή: διαδικασία/δράση. Πβ. καρκινογόνος. [< αγγλ. carcinogenetic, γαλλ. carcinogénétique] | |
| 23089 | καρκινογόνος | , ος/α, ο καρ-κι-νο-γό-νος επίθ. & καρκινογενής, ής, ές: που προκαλεί καρκίνο ή ευνοεί την ανάπτυξή του: ~ος/~α: ακτινοβολία (βλ. υπεριώδης)/καύση απορριμμάτων/χρωστική. ~ο: υλικό (βλ. αμίαντος, υαλοβάμβακας)/χρώμιο. ~οι: ρύποι (βλ. βενζόλιο)/υδρογονάνθρακες. ~α: συντηρητικά/χημικά. Ενδείξεις ~ου δράσης. ~ες, μεταλλαξιογόνες ή τοξικές ουσίες (βλ. αρσενικό, διοξίνη, κάδμιο, μόλυβδος, νικέλιο, υδράργυρος, υδροκυάνιο, φορμαλδεΰδη). Το παθητικό κάπνισμα είναι ~ο. Πβ. καρκινογενετικός, ογκογόνος. Βλ. ανθυγιεινός, επιβλαβής.|| ~α: κύτταρα (= καρκινικά). Βλ. -γόνος. ● Ουσ.: καρκινογόνο (το): ουσία ή παράγοντας που προξενεί καρκίνο. [< αγγλ. carcinogen, γερμ. Karzinogen] [< αγγλ. carcinogenic, 1916, γερμ. karzinogen, γαλλ. carcinogène, περ. 1920] | |
| 23090 | καρκινοειδές | καρ-κι-νο-ει-δές ουσ. (ουδ.) & καρκινοειδής όγκος (ο): ΙΑΤΡ. όγκος χαμηλής κακοήθειας του γαστρεντερικού συστήματος: ~ του εντέρου/της σκωληκοειδούς απόφυσης. Σύνδρομο ~ούς (: διάρροια, δύσπνοια, εμετός, εξάψεις, ναυτία, πυρετός). Βλ. πολύποδας. [< γερμ. Karzinoid, αγγλ. carcinoid, 1925, γαλλ. carcinoïde] | |
| 23091 | καρκινοειδή | [καρκινοειδῆ] καρ-κι-νο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. καρκινοειδές}: ΖΩΟΛ. ομοταξία αρθρόποδων οστρακοειδών (επιστ. ονομασ. Crustacea) με δύο ζεύγη κεραιών: δεκάποδα ~. Βλ. αστακός, γαρίδα, κάβουρας, καραβίδα, πάγουρας. [< αρχ. καρκινοειδῆ, γαλλ. crustacés] | |
| 23092 | καρκινολογικός | , ή, ό καρ-κι-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. ογκολογικός. [< γαλλ. carcinologique, 1960] | |
| 23093 | καρκινολόγος | καρ-κι-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (σπάν.): ΙΑΤΡ. ογκολόγος. [< γαλλ. cancérologue, 1920, γερμ. Karzinologe] | |
| 23094 | καρκινοπάθεια | καρ-κι-νο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η πάθηση του καρκίνου: ιστορικό/κίνδυνος ~ας. Βλ. -πάθεια. | |
| 23095 | καρκινοπαθής | , ής, ές καρ-κι-νο-πα-θής επίθ./ουσ.: που πάσχει από καρκίνο: ~ή: παιδιά.|| ~είς σε προχωρημένο/τελικό στάδιο. Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης λοιμώξεων σε ~είς. Βλ. -παθής. [< γαλλ. cancéreux] | |
| 23096 | καρκίνος | καρ-κί-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος που προκαλείται από ανεξέλεγκτο κυτταρικό πολλαπλασιασμό σε μια περιοχή του σώματος, αναπτύσσεται γρήγορα, εμποδίζοντας τη φυσιολογική λειτουργία του συγκεκριμένου μέρους του οργανισμού και συχνά κάνει μεταστάσεις: επιθετικός/μεταστατικός~. ~ του αίματος (βλ. λευχαιμία)/δέρματος (βλ. μελάνωμα)/εγκεφάλου/της ουροδόχου κύστης. ~ (του) ήπατος (: κυρ. λόγω ηπατίτιδας ή κίρρωσης)/λάρυγγα (βλ. αμίαντος)/μαστού (βλ. ταμοξιφένη)/παγκρέατος/παχέος εντέρου/πνεύμονα (κυρ. λόγω του καπνίσματος)/προστάτη/στομάχου (βλ. καρκινοειδές). (Οικογενειακό) ιστορικό ~ου. Εμβόλιο κατά του ~ου (του τραχήλου της μήτρας). Ανίχνευση/διάγνωση (βλ. αξονική/μαγνητική τομογραφία, βιοψία, καρκινικοί δείκτες)/εκδήλωση/εμφάνιση ~ου. Αντιμετώπιση (βλ. γαστρ-, κυστ-, ογκ-, προστατ-εκτομή)/θεραπεία (βλ. ορμονο-, ραδιο-, χημειο-θεραπεία, κυτταροστατικά)/καταπολέμηση/πρόληψη (βλ. μαστογραφία, Παπ τεστ) του ~ου. Έχει/της βρήκαν ~ο στις ωοθήκες. Έχασε την άνιση μάχη με τον ~ο (= την επάρατη νόσο). Νικημένος από τον ~. Πβ. κακοήθεια. Βλ. επιθηλίωμα, νεόπλασμα, νευροβλάστωμα, ογκοκατασταλτικά (γονίδια), πολυφαινόλες, σάρκωμα.|| (κατ' επέκτ.) ~ της ελιάς (= καρκίνωση). 2. (μτφ.) αρνητικό φαινόμενο με ταχεία εξέλιξη και εξάπλωση και βλαβερές επιπτώσεις: ο ~ της βίας. Πβ. καρκίνωμα, πληγή. 3. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) αστερισμός του βορείου ημισφαιρίου· το τέταρτο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (21 Ιουνίου-22 Ιουλίου) μεταξύ Διδύμων και Λέοντος· συνεκδ. ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί αυτή την περίοδο: (ΑΣΤΡΟΛ.) Η Σελήνη στον ~ο. Με ωροσκόπο ~ο.|| Είναι ~. Βλ. τα ζώδια του νερού. 4. ΖΩΟΛ. (επίσ.) κάβουρας. ● ΣΥΜΠΛ.: Τροπικός του Καρκίνου βλ. τροπικός ● ΦΡ.: μου έβγαλε/έχει βγάλει τον καρκίνο (προφ.-εμφατ.): με ταλαιπώρησε πολύ: Μου έβγαλε ~ μέχρι να το καταλάβει! Αυτό το μηχάνημα μου έχει βγάλει ~! Πβ. μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία. [< 1,4: αρχ. καρκίνος 2: γαλλ.-αγγλ. cancer 3: μτγν. ~] | |
| 23097 | καρκινώδης | , ης, ες καρ-κι-νώ-δης επίθ. {καρκινώδ-ους, -η | -εις (ουδ. -η)} (σπάν.): ΙΑΤΡ. που φέρει στοιχεία χαρακτηριστικά του καρκίνου: ~ης: όγκος (βλ. καρκινοειδές). ~η: κύτταρα (= καρκινικά). Βλ. -ώδης. [< μτγν. καρκινώδης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ