Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23840-23860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23088καρκινογενετικός, ή, ό καρ-κι-νο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί καρκινογένεση: ~ός: παράγοντας. ~ή: διαδικασία/δράση. Πβ. καρκινογόνος. [< αγγλ. carcinogenetic, γαλλ. carcinogénétique]
23089καρκινογόνος, ος/α, ο καρ-κι-νο-γό-νος επίθ. & καρκινογενής, ής, ές: που προκαλεί καρκίνο ή ευνοεί την ανάπτυξή του: ~ος/~α: ακτινοβολία (βλ. υπεριώδης)/καύση απορριμμάτων/χρωστική. ~ο: υλικό (βλ. αμίαντος, υαλοβάμβακας)/χρώμιο. ~οι: ρύποι (βλ. βενζόλιο)/υδρογονάνθρακες. ~α: συντηρητικά/χημικά. Ενδείξεις ~ου δράσης. ~ες, μεταλλαξιογόνες ή τοξικές ουσίες (βλ. αρσενικό, διοξίνη, κάδμιο, μόλυβδος, νικέλιο, υδράργυρος, υδροκυάνιο, φορμαλδεΰδη). Το παθητικό κάπνισμα είναι ~ο. Πβ. καρκινογενετικός, ογκογόνος. Βλ. ανθυγιεινός, επιβλαβής.|| ~α: κύτταρα (= καρκινικά). Βλ. -γόνος. ● Ουσ.: καρκινογόνο (το): ουσία ή παράγοντας που προξενεί καρκίνο. [< αγγλ. carcinogen, γερμ. Karzinogen] [< αγγλ. carcinogenic, 1916, γερμ. karzinogen, γαλλ. carcinogène, περ. 1920]
23090καρκινοειδέςκαρ-κι-νο-ει-δές ουσ. (ουδ.) & καρκινοειδής όγκος (ο): ΙΑΤΡ. όγκος χαμηλής κακοήθειας του γαστρεντερικού συστήματος: ~ του εντέρου/της σκωληκοειδούς απόφυσης. Σύνδρομο ~ούς (: διάρροια, δύσπνοια, εμετός, εξάψεις, ναυτία, πυρετός). Βλ. πολύποδας. [< γερμ. Karzinoid, αγγλ. carcinoid, 1925, γαλλ. carcinoïde]
23091καρκινοειδή[καρκινοειδῆ] καρ-κι-νο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. καρκινοειδές}: ΖΩΟΛ. ομοταξία αρθρόποδων οστρακοειδών (επιστ. ονομασ. Crustacea) με δύο ζεύγη κεραιών: δεκάποδα ~. Βλ. αστακός, γαρίδα, κάβουρας, καραβίδα, πάγουρας. [< αρχ. καρκινοειδῆ, γαλλ. crustacés]
23092καρκινολογικός, ή, ό καρ-κι-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. ογκολογικός. [< γαλλ. carcinologique, 1960]
23093καρκινολόγοςκαρ-κι-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (σπάν.): ΙΑΤΡ. ογκολόγος. [< γαλλ. cancérologue, 1920, γερμ. Karzinologe]
23094καρκινοπάθειακαρ-κι-νο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η πάθηση του καρκίνου: ιστορικό/κίνδυνος ~ας. Βλ. -πάθεια.
23095καρκινοπαθής, ής, ές καρ-κι-νο-πα-θής επίθ./ουσ.: που πάσχει από καρκίνο: ~ή: παιδιά.|| ~είς σε προχωρημένο/τελικό στάδιο. Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης λοιμώξεων σε ~είς. Βλ. -παθής. [< γαλλ. cancéreux]
23096καρκίνοςκαρ-κί-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος που προκαλείται από ανεξέλεγκτο κυτταρικό πολλαπλασιασμό σε μια περιοχή του σώματος, αναπτύσσεται γρήγορα, εμποδίζοντας τη φυσιολογική λειτουργία του συγκεκριμένου μέρους του οργανισμού και συχνά κάνει μεταστάσεις: επιθετικός/μεταστατικός~. ~  του αίματος (βλ. λευχαιμία)/δέρματος (βλ. μελάνωμα)/εγκεφάλου/της ουροδόχου κύστης. ~ (του) ήπατος (: κυρ. λόγω ηπατίτιδας ή κίρρωσης)/λάρυγγα (βλ. αμίαντος)/μαστού (βλ. ταμοξιφένη)/παγκρέατος/παχέος εντέρου/πνεύμονα (κυρ. λόγω του καπνίσματος)/προστάτη/στομάχου (βλ. καρκινοειδές). (Οικογενειακό) ιστορικό ~ου. Εμβόλιο κατά του ~ου (του τραχήλου της μήτρας). Ανίχνευση/διάγνωση (βλ. αξονική/μαγνητική τομογραφία, βιοψία, καρκινικοί δείκτες)/εκδήλωση/εμφάνιση ~ου. Αντιμετώπιση (βλ. γαστρ-, κυστ-, ογκ-, προστατ-εκτομή)/θεραπεία (βλ. ορμονο-, ραδιο-, χημειο-θεραπεία, κυτταροστατικά)/καταπολέμηση/πρόληψη (βλ. μαστογραφία, Παπ τεστ) του ~ου. Έχει/της βρήκαν ~ο στις ωοθήκες. Έχασε την άνιση μάχη με τον ~ο (= την επάρατη νόσο). Νικημένος από τον ~. Πβ. κακοήθεια. Βλ. επιθηλίωμα, νεόπλασμα, νευροβλάστωμα, ογκοκατασταλτικά (γονίδια), πολυφαινόλες, σάρκωμα.|| (κατ' επέκτ.) ~ της ελιάς (= καρκίνωση). 2. (μτφ.) αρνητικό φαινόμενο με ταχεία εξέλιξη και εξάπλωση και βλαβερές επιπτώσεις: ο ~ της βίας. Πβ. καρκίνωμα, πληγή. 3. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) αστερισμός του βορείου ημισφαιρίου· το τέταρτο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (21 Ιουνίου-22 Ιουλίου) μεταξύ Διδύμων και Λέοντος· συνεκδ. ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί αυτή την περίοδο: (ΑΣΤΡΟΛ.) Η Σελήνη στον ~ο. Με ωροσκόπο ~ο.|| Είναι ~. Βλ. τα ζώδια του νερού. 4. ΖΩΟΛ. (επίσ.) κάβουρας. ● ΣΥΜΠΛ.: Τροπικός του Καρκίνου βλ. τροπικός ● ΦΡ.: μου έβγαλε/έχει βγάλει τον καρκίνο (προφ.-εμφατ.): με ταλαιπώρησε πολύ: Μου έβγαλε ~ μέχρι να το καταλάβει! Αυτό το μηχάνημα μου έχει βγάλει ~! Πβ. μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία. [< 1,4: αρχ. καρκίνος 2: γαλλ.-αγγλ. cancer 3: μτγν. ~]
23097καρκινώδης, ης, ες καρ-κι-νώ-δης επίθ. {καρκινώδ-ους, -η | -εις (ουδ. -η)} (σπάν.): ΙΑΤΡ. που φέρει στοιχεία χαρακτηριστικά του καρκίνου: ~ης: όγκος (βλ. καρκινοειδές). ~η: κύτταρα (= καρκινικά). Βλ. -ώδης. [< μτγν. καρκινώδης]
23098καρκίνωμακαρ-κί-νω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος επιθηλιακής προέλευσης: διηθητικό/θηλώδες/λοβιακό/νεφροκυτταρικό/πορογενές ~. Μεταστατικά ~ατα. ~ του ενδομητρίου/λάρυγγα/μαστού/παχέος εντέρου. Πβ. επιθηλίωμα. Βλ. αδενο~, μελάνωμα, χολαγγειο~, χοριο~, -ωμα2. 2. (μτφ.) καθετί αρνητικό και επιζήμιο, που παρουσιάζει ταχεία ανάπτυξη και ευρεία εξάπλωση και είναι δύσκολο να εξαλειφθεί: το ~ της διαφθοράς/τρομοκρατίας. Πβ. πληγή. ΣΥΝ. καρκίνος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα βλ. ακανθοκυτταρικός, βασικοκυτταρικό καρκίνωμα βλ. βασικοκυτταρικός [< 1: αρχ. καρκίνωμα, γαλλ. carcinome, γερμ. Karzinom, αγγλ. carcinoma 2: γαλλ.-αγγλ. cancer]
23099καρκινωματώδης, ης, ες καρ-κι-νω-μα-τώ-δης επίθ. {καρκινωματώδ-ους, -η | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το καρκίνωμα ή μοιάζει με αυτό ως προς τη φύση του: ~η: κύτταρα (= καρκινικά). Βλ. προ~, -ώδης. [< γαλλ. carcinomateux]
23100καρκίνωσηκαρ-κί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. ασθένεια που προσβάλλει κυρ. την ελιά, οφείλεται στο βακτήριο Pseudomonas savastanoi και χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση μικρών εξογκωμάτων (φυματίων) στα νεαρά κυρ. κλαδιά, αλλά και στον κορμό και τις ρίζες: αντιμετώπιση της ~ης με ψεκασμό. Πβ. βακτηρίωση. Βλ. δάκος. ΣΥΝ. φυματίωση (2) [< μτγν. καρκίνωσις ‘σχηματισμός καρκινικού όγκου’]
23101κάρμακάρ-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. σπάν. γεν. -ατος}: ΘΡΗΣΚ. (στον ινδουισμό και βουδισμό) δόγμα σύμφωνα με το οποίο η συμπεριφορά και οι πράξεις του ανθρώπου σε μία από τις διαδοχικές φάσεις της ύπαρξής του (μετενσαρκώσεις), καθορίζουν τη μοίρα του στην επόμενη· κατ' επέκτ. πεπρωμένο: κακό/καλό ~. Ο νόμος του ~ (βλ. η αρχή/ο νόμος της αιτιότητας). Βλ. κισμέτ, νιρβάνα, ντάρμα, σαμσάρα. [< αγγλ. karma, γαλλ. ~, 1899]
23102καρμανιόλακαρ-μα-νιό-λα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) ό,τι είναι πολύ επικίνδυνο για τη ζωή, κυρ. σημείο ή τμήμα του οδικού δικτύου, όπου έχουν συμβεί πολλά δυστυχήματα: (ως παραθετικό σύνθ.) διασταύρωση/δρόμος/στροφή-~. Φορτηγά-~ες. 2. (μτφ.) ό,τι θεωρείται ότι έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα τον αποκλεισμό ή την τιμωρία κάποιου: (ως παραθετικό σύνθ.) απόφαση/σύστημα-~. ~ τα θέματα των πανελλαδικών. 3. γκιλοτίνα: (παλαιότ.) Στήθηκε ~. ΣΥΝ. λαιμητόμος.|| (κατ' επέκτ.) Κοπτικό ~. ● ΦΡ.: στέλνω κάποιον στο απόσπασμα/στην κρεμάλα βλ. στέλνω [< γαλλ. carmagnole ‘κοντό χιτώνιο’, ‘τραγούδι και χορός’ της γαλλικής επανάστασης]
23103καρμικός, ή, ό καρ-μι-κός επίθ. 1. μοιραίος (να συμβεί): ~ός: έρωτας. ~ές: σχέσεις. Ήταν ~ό να συναντηθούν. 2. που σχετίζεται με το κάρμα: ο ~ νόμος.|| ~ή: αστρολογία (: βασίζεται στη θεωρία των μετενσαρκώσεων). ~ό: ωροσκόπιο. ● επίρρ.: καρμικά: στη σημ. 1. [< αγγλ. karmic, γαλλ. karmique]
23104καρμίνιοκαρ-μί-νι-ο ουσ. {καρμινί-ου} & καρμίνη (η): ΧΗΜ. κόκκινη χρωστική που χρησιμοποιείται κυρ. στην κοσμετολογία και τη ζαχαροπλαστική. Βλ. κρεμέζι. [< γαλλ. carmin]
23105καρμίρηςκαρ-μί-ρης ουσ. (αρσ.) {καρμίρ-ηδες} (λαϊκό): τσιγκούνης ή/και μίζερος. Πβ. κακομοίρης, σπαγγοραμμένος, τσιφούτης.
23107καρμπιρατέρκαρ-μπι-ρα-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχανικό σύστημα που αναμειγνύει το καύσιμο με αέρα και το διοχετεύει στον κινητήρα: διπλό/μονό ~. (κυρ. σε μηχανάκια:) Καθάρισμα/ρύθμιση/φίλτρο ~. Βλ. μπεκ ψεκασμού. ΣΥΝ. εξαερωτήρας [< γαλλ. carburateur]
23108καρμπολάχανοβλ. κραμπολάχανο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.