| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23098 | καρκίνωμα | καρ-κί-νω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος επιθηλιακής προέλευσης: διηθητικό/θηλώδες/λοβιακό/νεφροκυτταρικό/πορογενές ~. Μεταστατικά ~ατα. ~ του ενδομητρίου/λάρυγγα/μαστού/παχέος εντέρου. Πβ. επιθηλίωμα. Βλ. αδενο~, μελάνωμα, χολαγγειο~, χοριο~, -ωμα2. 2. (μτφ.) καθετί αρνητικό και επιζήμιο, που παρουσιάζει ταχεία ανάπτυξη και ευρεία εξάπλωση και είναι δύσκολο να εξαλειφθεί: το ~ της διαφθοράς/τρομοκρατίας. Πβ. πληγή. ΣΥΝ. καρκίνος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα βλ. ακανθοκυτταρικός, βασικοκυτταρικό καρκίνωμα βλ. βασικοκυτταρικός [< 1: αρχ. καρκίνωμα, γαλλ. carcinome, γερμ. Karzinom, αγγλ. carcinoma 2: γαλλ.-αγγλ. cancer] | |
| 23099 | καρκινωματώδης | , ης, ες καρ-κι-νω-μα-τώ-δης επίθ. {καρκινωματώδ-ους, -η | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το καρκίνωμα ή μοιάζει με αυτό ως προς τη φύση του: ~η: κύτταρα (= καρκινικά). Βλ. προ~, -ώδης. [< γαλλ. carcinomateux] | |
| 23100 | καρκίνωση | καρ-κί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. ασθένεια που προσβάλλει κυρ. την ελιά, οφείλεται στο βακτήριο Pseudomonas savastanoi και χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση μικρών εξογκωμάτων (φυματίων) στα νεαρά κυρ. κλαδιά, αλλά και στον κορμό και τις ρίζες: αντιμετώπιση της ~ης με ψεκασμό. Πβ. βακτηρίωση. Βλ. δάκος. ΣΥΝ. φυματίωση (2) [< μτγν. καρκίνωσις ‘σχηματισμός καρκινικού όγκου’] | |
| 23101 | κάρμα | κάρ-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. σπάν. γεν. -ατος}: ΘΡΗΣΚ. (στον ινδουισμό και βουδισμό) δόγμα σύμφωνα με το οποίο η συμπεριφορά και οι πράξεις του ανθρώπου σε μία από τις διαδοχικές φάσεις της ύπαρξής του (μετενσαρκώσεις), καθορίζουν τη μοίρα του στην επόμενη· κατ' επέκτ. πεπρωμένο: κακό/καλό ~. Ο νόμος του ~ (βλ. η αρχή/ο νόμος της αιτιότητας). Βλ. κισμέτ, νιρβάνα, ντάρμα, σαμσάρα. [< αγγλ. karma, γαλλ. ~, 1899] | |
| 23102 | καρμανιόλα | καρ-μα-νιό-λα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) ό,τι είναι πολύ επικίνδυνο για τη ζωή, κυρ. σημείο ή τμήμα του οδικού δικτύου, όπου έχουν συμβεί πολλά δυστυχήματα: (ως παραθετικό σύνθ.) διασταύρωση/δρόμος/στροφή-~. Φορτηγά-~ες. 2. (μτφ.) ό,τι θεωρείται ότι έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα τον αποκλεισμό ή την τιμωρία κάποιου: (ως παραθετικό σύνθ.) απόφαση/σύστημα-~. ~ τα θέματα των πανελλαδικών. 3. γκιλοτίνα: (παλαιότ.) Στήθηκε ~. ΣΥΝ. λαιμητόμος.|| (κατ' επέκτ.) Κοπτικό ~. ● ΦΡ.: στέλνω κάποιον στο απόσπασμα/στην κρεμάλα βλ. στέλνω [< γαλλ. carmagnole ‘κοντό χιτώνιο’, ‘τραγούδι και χορός’ της γαλλικής επανάστασης] | |
| 23103 | καρμικός | , ή, ό καρ-μι-κός επίθ. 1. μοιραίος (να συμβεί): ~ός: έρωτας. ~ές: σχέσεις. Ήταν ~ό να συναντηθούν. 2. που σχετίζεται με το κάρμα: ο ~ νόμος.|| ~ή: αστρολογία (: βασίζεται στη θεωρία των μετενσαρκώσεων). ~ό: ωροσκόπιο. ● επίρρ.: καρμικά: στη σημ. 1. [< αγγλ. karmic, γαλλ. karmique] | |
| 23104 | καρμίνιο | καρ-μί-νι-ο ουσ. {καρμινί-ου} & καρμίνη (η): ΧΗΜ. κόκκινη χρωστική που χρησιμοποιείται κυρ. στην κοσμετολογία και τη ζαχαροπλαστική. Βλ. κρεμέζι. [< γαλλ. carmin] | |
| 23105 | καρμίρης | καρ-μί-ρης ουσ. (αρσ.) {καρμίρ-ηδες} (λαϊκό): τσιγκούνης ή/και μίζερος. Πβ. κακομοίρης, σπαγγοραμμένος, τσιφούτης. | |
| 23107 | καρμπιρατέρ | καρ-μπι-ρα-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχανικό σύστημα που αναμειγνύει το καύσιμο με αέρα και το διοχετεύει στον κινητήρα: διπλό/μονό ~. (κυρ. σε μηχανάκια:) Καθάρισμα/ρύθμιση/φίλτρο ~. Βλ. μπεκ ψεκασμού. ΣΥΝ. εξαερωτήρας [< γαλλ. carburateur] | |
| 23108 | καρμπολάχανο | βλ. κραμπολάχανο | |
| 23109 | καρμπόν | καρ-μπόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. πολύ λεπτό χαρτί επικαλυμμένο στη μια πλευρά με μελάνι, το οποίο τοποθετείται ανάμεσα σε δύο φύλλα για μεταφορά στο δεύτερο των στοιχείων που αναγράφονται στο πρώτο: μαύρο/μπλε ~. Βλ. αποτύπωση, ξεπατικωτούρα, τσιγαρόχαρτο. 2. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) για να δηλωθεί μεγάλη ή απόλυτη ομοιότητα: (ως επίθ.) ~ απαντήσεις (= πανομοιότυπες, ακριβώς οι ίδιες). (Σαν σε) ~ επανάληψη της ιστορίας! Είναι ~ ίδιοι (: δίδυμοι, φτυστοί)! (ως παραθετικό σύνθ.) Γκολ/φάση-~. [< γαλλ. (papier) carbone] | |
| 23110 | καρμπονάρα | καρ-μπο-νά-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μακαρονάδα με σάλτσα κυρ. από αβγά, μπέικον, τυρί και κρέμα γάλακτος· συνεκδ. η συγκεκριμένη σάλτσα: ιταλική ~. ~ φούρνου.|| Πένες/πίτσα ~. Σπαγγέτι αλά ~. Βλ. μπολονέζ, ναπολιτέν. [< ιταλ. (alla) carbonara] | |
| 23111 | καρμπονιζέ | καρ-μπο-νι-ζέ επίθ. {άκλ.}: χαρτί ή έντυπο με ενσωματωμένο καρμπόν στην πίσω πλευρά του. [< γαλλ. (papier) carbonisé] | |
| 23112 | καρναβάλι | καρ-να-βά-λι ουσ. (ουδ.) {καρναβαλ-ιού}: ετήσια γιορτή της Αποκριάς αμέσως πριν από τη μεγάλη Σαρακοστή, με φαγητό και ποτό, μουσική, χορό και παρελάσεις μεταμφιεσμένων και αρμάτων στους δρόμους· συνεκδ. η αντίστοιχη εορταστική περίοδος, διάρκειας τριών εβδομάδων: βραζιλιάνικο/παιδικό/παραδοσιακό/πατρινό/τρελό ~. Η ατµόσφαιρα του ~ιού. Η πόλη ζει στους ρυθμούς του ~ιού. Βλ. μασκαράτα.|| Πρόγραμμα εκδηλώσεων κατά τη διάρκεια του ~ιού. Πβ. τριώδιο.|| (στον πληθ.) Οι δρόμοι είναι γεμάτοι ~ια (= μασκαράδες).|| (μτφ.-μειωτ.) Η βιτρίνα του μαγαζιού είναι σκέτο ~ (= γελοία, κακόγουστη). Πβ. τσίρκο. [< ιταλ. carnevale] | |
| 23113 | καρναβαλικός | , ή, ό καρ-να-βα-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το καρναβάλι: ~ός: σύλλογος/χορός (βλ. σάμπα). ~ή: ατμόσφαιρα/γιορτή/παρέλαση/πομπή/στολή. ~ό: άρμα/εργαστήριο/κλίμα/ξεφάντωμα. ~ά: έθιμα/κουστούμια/τραγούδια. Σε ~ούς ρυθμούς. Κορυφώνονται την Κυριακή οι ~ές εκδηλώσεις. Πβ. αποκριάτικος.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ές: εξελίξεις (= γελοίες, φαιδρές). ΣΥΝ. καρναβαλίστικος | |
| 23114 | καρναβαλιστής | καρ-να-βα-λι-στής ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ. | σπάν. θηλ. καρναβαλίστρια}: μασκαράς, μεταμφιεσμένος: λιλιπούτειοι ~ές. Ομάδες/παρέλαση ~ών. Χιλιάδες ~ές ξεχύθηκαν στους δρόμους. [< γερμ. Karnevalist] | |
| 23115 | καρναβαλίστικος | , η, ο καρ-να-βα-λί-στι-κος επίθ.: καρναβαλικός. | |
| 23116 | καρνάβαλος | καρ-νά-βα-λος ουσ. (αρσ.) 1. (συνήθ. με κεφαλ. Κ) κωμικό ομοίωμα, συνήθ. ανθρώπινο, πάνω σε άρμα, το οποίο προπορεύεται της πομπής του καρναβαλιού: (ως έθιμο) κάψιμο του (βασιλιά) ~ου. Μεγάλη παρέλαση ~ου και αρμάτων. 2. καρναβάλι: αποκριάτικος ~. Εορτασμός του ~ου. 3. (μτφ.-μειωτ., για πρόσ.) γελοίος, φαιδρός: Σκέτος ~ κατάντησε. Ντύθηκε σαν ~. [< γαλλ. carnaval] | |
| 23117 | καρνάγιο | καρ-νά-γιο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): χώρος επισκευής και συντήρησης σκαφών. Πβ. ναυπηγείο, νεώριο, ταρσανάς. [< ιταλ. carenaggio] | |
| 23118 | καρνέ | καρ-νέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. μικρό σημειωματάριο όπου καταγράφονται ονοματεπώνυμα, τηλεφωνικοί αριθμοί, διευθύνσεις και ραντεβού: προσωπικό ~. Διαγράφω από/συμβουλεύομαι το ~ μου.|| Ηλεκτρονικό ~. ΣΥΝ. ατζέντα (1) 2. τεύχος με μικρά φύλλα ή δελτία που αποσπώνται εύκολα: ~ (= μπλοκ) επιταγών. [< γαλλ. carnet] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ