Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23860-23880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23109καρμπόνκαρ-μπόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. πολύ λεπτό χαρτί επικαλυμμένο στη μια πλευρά με μελάνι, το οποίο τοποθετείται ανάμεσα σε δύο φύλλα για μεταφορά στο δεύτερο των στοιχείων που αναγράφονται στο πρώτο: μαύρο/μπλε ~. Βλ. αποτύπωση, ξεπατικωτούρα, τσιγαρόχαρτο. 2. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) για να δηλωθεί μεγάλη ή απόλυτη ομοιότητα: (ως επίθ.) ~ απαντήσεις (= πανομοιότυπες, ακριβώς οι ίδιες). (Σαν σε) ~ επανάληψη της ιστορίας! Είναι ~ ίδιοι (: δίδυμοι, φτυστοί)! (ως παραθετικό σύνθ.) Γκολ/φάση-~. [< γαλλ. (papier) carbone]
23110καρμπονάρακαρ-μπο-νά-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μακαρονάδα με σάλτσα κυρ. από αβγά, μπέικον, τυρί και κρέμα γάλακτος· συνεκδ. η συγκεκριμένη σάλτσα: ιταλική ~. ~ φούρνου.|| Πένες/πίτσα ~. Σπαγγέτι αλά ~. Βλ. μπολονέζ, ναπολιτέν. [< ιταλ. (alla) carbonara]
23111καρμπονιζέκαρ-μπο-νι-ζέ επίθ. {άκλ.}: χαρτί ή έντυπο με ενσωματωμένο καρμπόν στην πίσω πλευρά του. [< γαλλ. (papier) carbonisé]
23112καρναβάλικαρ-να-βά-λι ουσ. (ουδ.) {καρναβαλ-ιού}: ετήσια γιορτή της Αποκριάς αμέσως πριν από τη μεγάλη Σαρακοστή, με φαγητό και ποτό, μουσική, χορό και παρελάσεις μεταμφιεσμένων και αρμάτων στους δρόμους· συνεκδ. η αντίστοιχη εορταστική περίοδος, διάρκειας τριών εβδομάδων: βραζιλιάνικο/παιδικό/παραδοσιακό/πατρινό/τρελό ~. Η ατµόσφαιρα του ~ιού. Η πόλη ζει στους ρυθμούς του ~ιού. Βλ. μασκαράτα.|| Πρόγραμμα εκδηλώσεων κατά τη διάρκεια του ~ιού. Πβ. τριώδιο.|| (στον πληθ.) Οι δρόμοι είναι γεμάτοι ~ια (= μασκαράδες).|| (μτφ.-μειωτ.) Η βιτρίνα του μαγαζιού είναι σκέτο ~ (= γελοία, κακόγουστη). Πβ. τσίρκο. [< ιταλ. carnevale]
23113καρναβαλικός, ή, ό καρ-να-βα-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το καρναβάλι: ~ός: σύλλογος/χορός (βλ. σάμπα). ~ή: ατμόσφαιρα/γιορτή/παρέλαση/πομπή/στολή. ~ό: άρμα/εργαστήριο/κλίμα/ξεφάντωμα. ~ά: έθιμα/κουστούμια/τραγούδια. Σε ~ούς ρυθμούς. Κορυφώνονται την Κυριακή οι ~ές εκδηλώσεις. Πβ. αποκριάτικος.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ές: εξελίξεις (= γελοίες, φαιδρές). ΣΥΝ. καρναβαλίστικος
23114καρναβαλιστήςκαρ-να-βα-λι-στής ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ. | σπάν. θηλ. καρναβαλίστρια}: μασκαράς, μεταμφιεσμένος: λιλιπούτειοι ~ές. Ομάδες/παρέλαση ~ών. Χιλιάδες ~ές ξεχύθηκαν στους δρόμους. [< γερμ. Karnevalist]
23115καρναβαλίστικος, η, ο καρ-να-βα-λί-στι-κος επίθ.: καρναβαλικός.
23116καρνάβαλοςκαρ-νά-βα-λος ουσ. (αρσ.) 1. (συνήθ. με κεφαλ. Κ) κωμικό ομοίωμα, συνήθ. ανθρώπινο, πάνω σε άρμα, το οποίο προπορεύεται της πομπής του καρναβαλιού: (ως έθιμο) κάψιμο του (βασιλιά) ~ου. Μεγάλη παρέλαση ~ου και αρμάτων. 2. καρναβάλι: αποκριάτικος ~. Εορτασμός του ~ου. 3. (μτφ.-μειωτ., για πρόσ.) γελοίος, φαιδρός: Σκέτος ~ κατάντησε. Ντύθηκε σαν ~. [< γαλλ. carnaval]
23117καρνάγιοκαρ-νά-γιο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): χώρος επισκευής και συντήρησης σκαφών. Πβ. ναυπηγείο, νεώριο, ταρσανάς. [< ιταλ. carenaggio]
23118καρνέκαρ-νέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. μικρό σημειωματάριο όπου καταγράφονται ονοματεπώνυμα, τηλεφωνικοί αριθμοί, διευθύνσεις και ραντεβού: προσωπικό ~. Διαγράφω από/συμβουλεύομαι το ~ μου.|| Ηλεκτρονικό ~. ΣΥΝ. ατζέντα (1) 2. τεύχος με μικρά φύλλα ή δελτία που αποσπώνται εύκολα: ~ (= μπλοκ) επιταγών. [< γαλλ. carnet]
23119καρντάσηςκαρ-ντά-σης ουσ. (αρσ.) {καρντάσ-ηδες} & αρκαντάσης & καρντάσι (το) (ιδιωμ.) 1. αδελφικός, καρδιακός φίλος. Πβ. μακαντάσης. 2. ως φιλική προσφώνηση. Βλ. κουμπάρος, σύντεκνος. [< τουρκ. kardaş]
23120κάροκά-ρο ουσ. (ουδ.) & κάρρο (παλαιότ.) : όχημα με ξύλινα και μεταλλικά μέρη, συρόμενο από ζώο, για μεταφορά φορτίου: (δί-/τετρά-)τροχο ~. ~ με άλογο. Ο οδηγός του ~ου (βλ. καροτσιέρης). ~ που έσερνε βόδια. Πβ. άμαξα, αραμπάς, καρότσα.|| (μτφ.-μειωτ., για μεταφορικό μέσο, συνήθ. αργό, παλιό και σε κακή κατάσταση) Εγώ με τέτοιο ~ δεν έρχομαι! Πβ. καρούλι, σακαράκα, σαράβαλο. ● ΦΡ.: βάζει το κάρο/την άμαξα μπροστά από το άλογο: κάνει κάτι με λάθος σειρά, ενεργεί αντίθετα με τη λογική [< πβ. αγγλ. put the cart before the horse, αρχ. ἡ ἅμαξα τὸν βοῦν (ἕλκει)] , ένα κάρο (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για δήλωση πλήθους, μεγάλης ποσότητας: ~ ~ λεφτά/προβλήματα. ~ ~ ανοησίες! Πβ. μάτσο, σωρό. ΣΥΝ. ένα(ν) σκασμό ... [< μτγν. κάρρον]
23121καρόκα-ρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. συμμετρικό σχέδιο που έχει διαμορφωθεί με διασταύρωση κάθετων και οριζόντιων γραμμών· συνεκδ. καθένα από τα σχηματισμένα τετράγωνα: ύφασμα σε χρώμα μπλε ~.|| (κυρ. ως επίθ.) ~ πουκάμισο/τραπεζομάντιλο.|| (ως ουσ.) Τα ~ (ενν. ρούχα).|| (στον μηχανοκίνητο αθλητισμό:) Τρεις γύροι πριν πέσει η ~ σημαία (: η ασπρόμαυρη ~ σημαία του τερματισμού). 2. μία από τις τέσσερις κατηγορίες χαρτιών στην τράπουλα με διακριτικό σύμβολο έναν ρόμβο· ειδικότ. το ίδιο το σύμβολο: το δέκα ~. Βλ. κούπα, μπαστούνι, σπαθί. ● Υποκ.: καρουδάκι (το): σημ. 1: φούστα με λεπτό/ψιλό ~. [< γαλλ. carreau]
55238κάρο

φόρ-μου-λα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) προκαθορισμένος, συστηματικός τρόπος βάσει του οποίου γίνεται κάτι: νομική/συμβιβαστική ~. ~ συνεργασίας. Η αντιμετώπιση του προβλήματος θα στηριχτεί σε μια αποδεκτή/κοινή ~. Το υπουργείο αναζητά ~ για την καταβολή των αποζημιώσεων. Πβ. σχήμα. 2. ΑΘΛ. {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Φ) πρωτάθλημα αγώνων με μονοθέσια αυτοκίνητα που διακρίνεται σε κατηγορίες (1, 2, 3), ανάλογα με τις προδιαγραφές των αυτοκινήτων που συμμετέχουν σε αυτό· το αντίστοιχο μηχανοκίνητο σπορ: οδηγός/πιλότος/πίστα/πρωτάθλημα της ~ 1 (F1). Σημαίες της ~ (: άσπρη, καρό, κίτρινη, κόκκινη, πράσινη, ριγέ, μαύρες, μπλε). Βλ. γκραν πρι. 3. μαθηματικός ή φυσικοχημικός τύπος: ~ για τον υπολογισμό του ... 4. σύνθεση, παρασκεύασμα: επαναστατική/μυστική/πατενταρισμένη/πρωτοποριακή ~. Αντιγηραντική ~ για την περιοχή των ματιών. [< ιταλ. formula 1,3,4: αγγλ. formula, γαλλ. formule 2: αγγλ. ~, 1927]

23122καρολίνακα-ρο-λί-να ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία ρυζιού: ~ για γεμιστά. Βλ. μπασμάτι, νυχάκι. [< αμερικ. Carolina (rice)]
23123καροσερίκα-ρο-σε-ρί ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: αμάξωμα αυτοκινήτου. [< γαλλ. carrosserie]
23124καροτένιοβλ. καροτίνη
23125καροτενοειδή[καροτενοειδῆ] κα-ρο-τε-νο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. καροτενοειδές}: ΒΙΟΧ. ομάδα ερυθρών, πορτοκαλί ή κίτρινων χρωστικών ουσιών που βρίσκονται στα καρότα, τις γλυκοπατάτες, τα πράσινα φύλλα και σε ορισμένους ζωικούς ιστούς και έχουν ισχυρή αντιοξειδωτική δράση: παραγωγή ~ών με εφαρμογή της βιοτεχνολογίας/στη φύση. Υψηλά επίπεδα ~ών στο αίμα. Τα ~ είναι γνωστά και ως προβιταμίνες Α. Βλ. β-/βήτα καροτίνη/καροτένιο, λυκοπένιο, ξανθοφύλλη. [< γερμ. Karotinoïd, αγγλ. carotenoid, carotinoid, 1911, γαλλ. caroténoïde, 1913]
23126καροτίνηκα-ρο-τί-νη ουσ. (θηλ.) & καροτένιο (το): ΒΙΟΧ. οργανική χρωστική ουσία (C40H56), πρόδρομος της βιταμίνης Α, που βρίσκεται σε φυτά και φυτοφάγα ζώα: άλφα (α-)/γάμα (γ-) ~. Βλ. πιγμέντο, προβιταμίνη, ρετινόλη, -ίνη. ● ΣΥΜΠΛ.: β-/βήτα καροτίνη/καροτένιο: καροτενοειδές με αντιοξειδωτική δράση που περιέχεται κυρ. στο καρότο, σε σκούρα πράσινα και κίτρινα λαχανικά και φρούτα: Η β-καροτίνη προστατεύει την καρδιά. Τα δαμάσκηνα αποτελούν καλή πηγή β-καροτένιου. [< γερμ. Karotin, αγγλ. carotene, carotin, γαλλ. carotène, 1924]
23127καρότοκα-ρό-το ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. εδώδιμη, σαρκώδης, κωνοειδής ρίζα με πορτοκαλί, κίτρινο ή λευκό χρώμα· το αντίστοιχο φυτό (επιστ. ονομασ. Daucus carota): άγριο ~. Χυμός ~ου. Βλ. παστινάκη, γεώφυτα, κόνδυλος.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Βραστά/καθαρισμένα/τριμμένα/ψιλοκομμένα ~α. Σαλάτα λάχανο-~. Πουρές ~ου.|| (ΖΑΧΑΡ.) Γλυκό κουταλιού ~. Κέικ ~ου. 2. (μτφ.) δέλεαρ: το ~ της βοήθειας/των παροχών. Πετάει/ρίχνει το ~ της μονιμότητας για προσέλκυση ψήφων. ● Υποκ.: καροτάκι (το) ● ΦΡ.: καρότο και μαστίγιο & μαστίγιο και καρότο: εναλλάξ χρήση, συνδυασμός αφενός της υπόσχεσης για ανταμοιβή και αφετέρου της απειλής για τιμωρία: η μέθοδος/η πολιτική/η τακτική του ~ου ~ου. Κυβερνά με ~ ~. Βλ. μια στο καρφί (και) μια στο πέταλο. [< αγγλ. carrot-and-stick] , πυρήνας/(σπάν.) καρότο γεώτρησης, βλ. γεώτρηση.  [< μτγν. καρωτόν, ιταλ. carota, γαλλ. carotte]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.