Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23880-23900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23128καρότσακα-ρό-τσα ουσ. (θηλ.) 1. χώρος στο πίσω μέρος οχήματος, κυρ. φορτηγού, για τοποθέτηση και μεταφορά φορτίου: ανατρεπόμενη/ανοιχτή/κλειστή/ρυμουλκούμενη/συρόμενη ~. ~ αγροτικού. ~ με μουσαμά. Κάλυμμα/πόρτα ~ας. Πβ. κόφα. Βλ. τρέιλερ. 2. (παλαιότ.) ιππήλατη άμαξα. Πβ. κάρο. [< μεσν. καρότσα < ιταλ. carrozza]
23129καρότσικα-ρό-τσι ουσ. (ουδ.) {καροτσ-ιού}: μικρό όχημα για μετακίνηση ανθρώπων ή για μεταφορά αντικειμένων: αναπηρικό ~. Ηλεκτροκίνητο/χειροκίνητο ~ για άτομα με ειδικές ανάγκες. Μπάσκετ/τένις με ~.|| Βρεφικό/παιδικό ~. ~ για δίδυμα/που κλείνει σαν ομπρέλα. Το μωρό είναι ακόμα στο ~ (: δεν περπατάει).|| ~ ασθενών.|| ~ μεταφοράς κιβωτίων/οικοδομικών υλικών/φορτίων. Κουβάλησε έξι ~ια χώμα. Πβ. χειράμαξα.|| ~ καθαρισμού/σφουγγαρίσματος (με κουβά).|| Το ~ της λαϊκής (: ~ για ψώνια)/του σούπερ-μάρκετ. ~ αποσκευών. Σπρώχνω το ~. ● Υποκ.: καροτσάκι (το): παραδοσιακό ~ με μαλλί της γριάς/παγωτό/ποπ κορν.|| Έμεινε καθηλωμένος σε ~ (: ανάπηρος). ΣΥΝ. (αναπηρικό) αμαξίδιο. ● ΦΡ.: πάω/σέρνω (κάποιον) καροτσάκι (μτφ.-προφ.): τον οδηγώ (βίαια) κάπου· (για προπορευόμενο όχημα ή τον οδηγό του) εμποδίζω τους οδηγούς των οχημάτων που ακολουθούν να αναπτύξουν ταχύτητα για μεγάλο μέρος της διαδρομής: Μπορεί δικαστικά να με πάει ~.|| Δυο φορτηγά μας πήγαν ~ στην εθνική.
23130καροτσιέρηςκα-ρο-τσιέ-ρης ουσ. (αρσ.) & καροτσέρης (παλαιότ.): οδηγός κάρου ή καρότσας. Πβ. αμαξάς. Βλ. -ιέρης. [< ιταλ. carrozziere]
23131καρούλακα-ρού-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. καρούλι. 2. φουσκάλα ή σημάδι στο δέρμα: ~ες στα χέρια.
23132καρούλικα-ρού-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. αντικείμενο, συνήθ. κυλινδρικό ή κωνικό, γύρω από το οποίο τυλίγεται κάτι: ~ με κλωστή/νήμα (= κουβαρίστρα· βλ. ανέμη). ~ με αλυσίδα/ιμάντα/σχοινί (= μακαράς, τροχαλία). ~ πετονιάς/ποτίσματος. Φιλμ σε ~ (= μπομπίνα). Δέκα ~ια σύρμα. ΣΥΝ. πηνίο (2) 2. (μειωτ.) παλιό αυτοκίνητο. Πβ. κάρο, σακαράκα, σαράβαλο.καρούλια (τα): μικρές ρόδες στο κάτω μέρος επίπλων ή άλλων αντικειμένων, που επιτρέπουν ή διευκολύνουν τη μετακίνησή τους. Βλ. τροχήλατος. ● Υποκ.: καρουλάκι (το) ● ΦΡ.: αν η γιαγιά μου είχε καρούλια, (θα ήταν πατίνι/τρόλεϊ/τρένο) (ειρων.): ως απάντηση σε αβάσιμη και ανυπόστατη υπόθεση. [< μεσν. καρούλι]
23133καρούλιασμακα-ρού-λια-σμα ουσ. (ουδ.) {καρουλιάσμ-ατος} (λαϊκό): συστροφή των φύλλων ορισμένων φυτών προς τα πάνω ή κάτω, ως σύμπτωμα προσβολής από ασθένεια: (ΓΕΩΠ.) ο ιός του κίτρινου ~ατος των φύλλων της ντομάτας/πατάτας. [< γαλλ. enroulement]
23134καρούμπαλοκα-ρού-μπα-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μικρό σχετικά εξόγκωμα που προκαλείται σε σημείο κυρ. του κεφαλιού ύστερα από χτύπημα: ~ στο μέτωπο. Έκανα ~. Μου έμεινε ένα ~. Τη γλίτωσε φτηνά μόνο μ' ένα ~. Έβαλε πάγο πάνω στο ~. Βλ. οίδημα. ● Υποκ.: καρουμπαλάκι (το)
23135καρουσέλ & καρουζέλκα-ρου-σέλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αλογάκια· συνεκδ. το αντίστοιχο συνήθ. κουρδιστό παιδικό παιχνίδι ή διακοσμητικό αντικείμενο: το ~ του λούνα παρκ. [< γαλλ. carrousel]
23136ΚΑΡΠΑ(η): βλ. καρδιοπνευμονικός
23137καρπαζιάκαρ-πα-ζιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. δυνατό χτύπημα, συνήθ. στον αυχένα, με την παλάμη: Έφαγε μια (γερή/δυνατή) ~ στον σβέρκο. Του 'δωσε/'ριξε μια ~ (= τον καρπάζωσε). Έπεσαν ~ιές (= κατραπακιές, σφαλιάρες, φάπες). Βλ. αγκωνιά, κεφαλιά, κλοτσιά, κουτουλιά, μπουνιά.|| (μτφ.) Δεν παίζουμε και ~ιές (: δεν είμαστε φίλοι, δεν υπάρχει μεγάλη οικειότητα μεταξύ μας)! 2. (μτφ.-μειωτ.) κοροϊδία, πείραγμα: παιδί της ~ιάς (: για καζούρα ή/και εκμετάλλευση). Ομάδα της ~ιάς (: που αποτελεί εύκολο αντίπαλο, γιατί χάνει συνεχώς). Είναι για ~ιές. 3. (μτφ.) ισχυρό πλήγμα: Δέχτηκαν ηχηρή ~. Πβ. γροθιά, κόλαφος, χαστούκι.
23138καρπαζοεισπράκτοραςκαρ-πα-ζο-ει-σπρά-κτο-ρας ουσ. (αρσ.) & καρπαζοεισπράχτορας (μειωτ.): για κάποιον που δέχεται συνεχείς κοροϊδίες και εξευτελισμούς, χωρίς να διαμαρτύρεται.
23139καρπαζώνωκαρ-πα-ζώ-νω ρ. (μτβ.) {καρπάζω-σα} (προφ.): ρίχνω καρπαζιά· (μτφ.-μειωτ.) κοροϊδεύω, πειράζω: Μου 'ρθε να τον ~σω.|| Τον έχουν για να τον ~ουν. ΣΥΝ. σφαλιαρίζω
23140Καρπάθιος, ΚαρπάθιαΚαρ-πά-θι-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Κάρπαθο. [< αρχ. Καρπάθιος]
23141καρπάτσιοκαρ-πά-τσι-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καρπάτσο: ΜΑΓΕΙΡ. ιταλικό πιάτο με κύριο συστατικό ωμό κρέας, συνήθ. λεπτοκομμένο μπον φιλέ, ή ψάρι, που σερβίρεται με ελαιόλαδο και σάλτσα λεμονιού: μοσχαρίσιο ~. ~ σολομού.|| ~ λαχανικών. [< ιταλ. carpaccio, 1963, γαλλ. ~, 1973, αγγλ. ~, 1974 < ανθρ. Vittore Carpaccio, λόγω του ότι το χρώμα του φιλέτου μοιάζει με το έντονο κόκκινο χρώμα που χρησιμοποιούσε ο αναγεννησιακός ζωγράφος στους πίνακές του]
23142Καρπενησιώτης, ΚαρπενησιώτισσαΚαρ-πε-νη-σιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Καρπενήσι. [< μεσν. Καρπενησιώτης]
23143καρπενησιώτικος, η, ο καρ-πε-νη-σιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με το Καρπενήσι ή/και τους Καρπενησιώτες.
23144καρπερός, ή, ό καρ-πε-ρός επίθ. (προφ.) ΑΝΤ. άκαρπος 1. γόνιμος, εύφορος: ~ός: κάμπος. ~ή: γη. ~ό: χώμα/χωράφι.|| ~ά: δέντρα. Βλ. -ερός. ΣΥΝ. καρποφόρος (1) 2. (μτφ.) δημιουργικός, παραγωγικός: ~ή: συνεργασία/χρονιά. ΣΥΝ. καρποφόρος (2) 3. (μτφ.-συχνά ειρων., για άνθρωπο ή ζώο) που γονιμοποιεί ή γονιμοποιείται εύκολα. Βλ. πολύτοκος. [< μεσν. καρπερός]
23145καρπέτακαρ-πέ-τα ουσ. (θηλ.) & καρπέτο (το) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): χοντρό μάλλινο υφαντό χωρίς χνούδι που χρησιμοποιείται κυρ. ως χαλί ή κλινοσκέπασμα. Βλ. βελέντζα, κιλίμι, κουρελού, μπατανία, φλοκάτη, -έτα. [< μεσν. καρπέτα < βεν. carpeta, γαλλ. carpette]
23146καρπιαίος, α, ο [καρπιαῖος] καρ-πι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον καρπό του χεριού: ~ος: σωλήνας (: στενό κανάλι μέσα από το οποίο διέρχεται το μέσο νεύρο και οι τένοντες των καμπτήρων μυών των δαχτύλων). ~α: άρθρωση. ~α: οστά. Βλ. -ιαίος. ΣΥΝ. καρπικός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα (ακρ. ΣΚΣ): ΙΑΤΡ. διαταραχή η οποία προκαλείται από την παρατεταμένη πίεση του μέσου νεύρου στο ύψος του καρπού και χαρακτηρίζεται κυρ. από πόνο και μούδιασμα των τριών πρώτων δακτύλων: ~ ~ στους χρήστες Η/Υ. Βλ. γάγγλιο. [< αγγλ. carpal tunnel syndrome, 1954] [< γαλλ. carpien, αγγλ. carpal, γερμ. karpal]
23147καρπίζεικαρ-πί-ζει ρ. (αμτβ.) {κάρπι-σε, καρπί-σει, (σπάν.) -σμένος} (λαϊκό-λογοτ.): καρποφορεί. [< αρχ. καρπίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.