| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23119 | καρντάσης | καρ-ντά-σης ουσ. (αρσ.) {καρντάσ-ηδες} & αρκαντάσης & καρντάσι (το) (ιδιωμ.) 1. αδελφικός, καρδιακός φίλος. Πβ. μακαντάσης. 2. ως φιλική προσφώνηση. Βλ. κουμπάρος, σύντεκνος. [< τουρκ. kardaş] | |
| 23120 | κάρο | κά-ρο ουσ. (ουδ.) & κάρρο (παλαιότ.) : όχημα με ξύλινα και μεταλλικά μέρη, συρόμενο από ζώο, για μεταφορά φορτίου: (δί-/τετρά-)τροχο ~. ~ με άλογο. Ο οδηγός του ~ου (βλ. καροτσιέρης). ~ που έσερνε βόδια. Πβ. άμαξα, αραμπάς, καρότσα.|| (μτφ.-μειωτ., για μεταφορικό μέσο, συνήθ. αργό, παλιό και σε κακή κατάσταση) Εγώ με τέτοιο ~ δεν έρχομαι! Πβ. καρούλι, σακαράκα, σαράβαλο. ● ΦΡ.: βάζει το κάρο/την άμαξα μπροστά από το άλογο: κάνει κάτι με λάθος σειρά, ενεργεί αντίθετα με τη λογική [< πβ. αγγλ. put the cart before the horse, αρχ. ἡ ἅμαξα τὸν βοῦν (ἕλκει)] , ένα κάρο (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για δήλωση πλήθους, μεγάλης ποσότητας: ~ ~ λεφτά/προβλήματα. ~ ~ ανοησίες! Πβ. μάτσο, σωρό. ΣΥΝ. ένα(ν) σκασμό ... [< μτγν. κάρρον] | |
| 23121 | καρό | κα-ρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. συμμετρικό σχέδιο που έχει διαμορφωθεί με διασταύρωση κάθετων και οριζόντιων γραμμών· συνεκδ. καθένα από τα σχηματισμένα τετράγωνα: ύφασμα σε χρώμα μπλε ~.|| (κυρ. ως επίθ.) ~ πουκάμισο/τραπεζομάντιλο.|| (ως ουσ.) Τα ~ (ενν. ρούχα).|| (στον μηχανοκίνητο αθλητισμό:) Τρεις γύροι πριν πέσει η ~ σημαία (: η ασπρόμαυρη ~ σημαία του τερματισμού). 2. μία από τις τέσσερις κατηγορίες χαρτιών στην τράπουλα με διακριτικό σύμβολο έναν ρόμβο· ειδικότ. το ίδιο το σύμβολο: το δέκα ~. Βλ. κούπα, μπαστούνι, σπαθί. ● Υποκ.: καρουδάκι (το): σημ. 1: φούστα με λεπτό/ψιλό ~. [< γαλλ. carreau] | |
| 55238 | κάρο | φόρ-μου-λα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) προκαθορισμένος, συστηματικός τρόπος βάσει του οποίου γίνεται κάτι: νομική/συμβιβαστική ~. ~ συνεργασίας. Η αντιμετώπιση του προβλήματος θα στηριχτεί σε μια αποδεκτή/κοινή ~. Το υπουργείο αναζητά ~ για την καταβολή των αποζημιώσεων. Πβ. σχήμα. 2. ΑΘΛ. {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Φ) πρωτάθλημα αγώνων με μονοθέσια αυτοκίνητα που διακρίνεται σε κατηγορίες (1, 2, 3), ανάλογα με τις προδιαγραφές των αυτοκινήτων που συμμετέχουν σε αυτό· το αντίστοιχο μηχανοκίνητο σπορ: οδηγός/πιλότος/πίστα/πρωτάθλημα της ~ 1 (F1). Σημαίες της ~ (: άσπρη, καρό, κίτρινη, κόκκινη, πράσινη, ριγέ, μαύρες, μπλε). Βλ. γκραν πρι. 3. μαθηματικός ή φυσικοχημικός τύπος: ~ για τον υπολογισμό του ... 4. σύνθεση, παρασκεύασμα: επαναστατική/μυστική/πατενταρισμένη/πρωτοποριακή ~. Αντιγηραντική ~ για την περιοχή των ματιών. [< ιταλ. formula 1,3,4: αγγλ. formula, γαλλ. formule 2: αγγλ. ~, 1927] | |
| 23122 | καρολίνα | κα-ρο-λί-να ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία ρυζιού: ~ για γεμιστά. Βλ. μπασμάτι, νυχάκι. [< αμερικ. Carolina (rice)] | |
| 23123 | καροσερί | κα-ρο-σε-ρί ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: αμάξωμα αυτοκινήτου. [< γαλλ. carrosserie] | |
| 23124 | καροτένιο | βλ. καροτίνη | |
| 23125 | καροτενοειδή | [καροτενοειδῆ] κα-ρο-τε-νο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. καροτενοειδές}: ΒΙΟΧ. ομάδα ερυθρών, πορτοκαλί ή κίτρινων χρωστικών ουσιών που βρίσκονται στα καρότα, τις γλυκοπατάτες, τα πράσινα φύλλα και σε ορισμένους ζωικούς ιστούς και έχουν ισχυρή αντιοξειδωτική δράση: παραγωγή ~ών με εφαρμογή της βιοτεχνολογίας/στη φύση. Υψηλά επίπεδα ~ών στο αίμα. Τα ~ είναι γνωστά και ως προβιταμίνες Α. Βλ. β-/βήτα καροτίνη/καροτένιο, λυκοπένιο, ξανθοφύλλη. [< γερμ. Karotinoïd, αγγλ. carotenoid, carotinoid, 1911, γαλλ. caroténoïde, 1913] | |
| 23126 | καροτίνη | κα-ρο-τί-νη ουσ. (θηλ.) & καροτένιο (το): ΒΙΟΧ. οργανική χρωστική ουσία (C40H56), πρόδρομος της βιταμίνης Α, που βρίσκεται σε φυτά και φυτοφάγα ζώα: άλφα (α-)/γάμα (γ-) ~. Βλ. πιγμέντο, προβιταμίνη, ρετινόλη, -ίνη. ● ΣΥΜΠΛ.: β-/βήτα καροτίνη/καροτένιο: καροτενοειδές με αντιοξειδωτική δράση που περιέχεται κυρ. στο καρότο, σε σκούρα πράσινα και κίτρινα λαχανικά και φρούτα: Η β-καροτίνη προστατεύει την καρδιά. Τα δαμάσκηνα αποτελούν καλή πηγή β-καροτένιου. [< γερμ. Karotin, αγγλ. carotene, carotin, γαλλ. carotène, 1924] | |
| 23127 | καρότο | κα-ρό-το ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. εδώδιμη, σαρκώδης, κωνοειδής ρίζα με πορτοκαλί, κίτρινο ή λευκό χρώμα· το αντίστοιχο φυτό (επιστ. ονομασ. Daucus carota): άγριο ~. Χυμός ~ου. Βλ. παστινάκη, γεώφυτα, κόνδυλος.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Βραστά/καθαρισμένα/τριμμένα/ψιλοκομμένα ~α. Σαλάτα λάχανο-~. Πουρές ~ου.|| (ΖΑΧΑΡ.) Γλυκό κουταλιού ~. Κέικ ~ου. 2. (μτφ.) δέλεαρ: το ~ της βοήθειας/των παροχών. Πετάει/ρίχνει το ~ της μονιμότητας για προσέλκυση ψήφων. ● Υποκ.: καροτάκι (το) ● ΦΡ.: καρότο και μαστίγιο & μαστίγιο και καρότο: εναλλάξ χρήση, συνδυασμός αφενός της υπόσχεσης για ανταμοιβή και αφετέρου της απειλής για τιμωρία: η μέθοδος/η πολιτική/η τακτική του ~ου ~ου. Κυβερνά με ~ ~. Βλ. μια στο καρφί (και) μια στο πέταλο. [< αγγλ. carrot-and-stick] , πυρήνας/(σπάν.) καρότο γεώτρησης, βλ. γεώτρηση. [< μτγν. καρωτόν, ιταλ. carota, γαλλ. carotte] | |
| 23128 | καρότσα | κα-ρό-τσα ουσ. (θηλ.) 1. χώρος στο πίσω μέρος οχήματος, κυρ. φορτηγού, για τοποθέτηση και μεταφορά φορτίου: ανατρεπόμενη/ανοιχτή/κλειστή/ρυμουλκούμενη/συρόμενη ~. ~ αγροτικού. ~ με μουσαμά. Κάλυμμα/πόρτα ~ας. Πβ. κόφα. Βλ. τρέιλερ. 2. (παλαιότ.) ιππήλατη άμαξα. Πβ. κάρο. [< μεσν. καρότσα < ιταλ. carrozza] | |
| 23129 | καρότσι | κα-ρό-τσι ουσ. (ουδ.) {καροτσ-ιού}: μικρό όχημα για μετακίνηση ανθρώπων ή για μεταφορά αντικειμένων: αναπηρικό ~. Ηλεκτροκίνητο/χειροκίνητο ~ για άτομα με ειδικές ανάγκες. Μπάσκετ/τένις με ~.|| Βρεφικό/παιδικό ~. ~ για δίδυμα/που κλείνει σαν ομπρέλα. Το μωρό είναι ακόμα στο ~ (: δεν περπατάει).|| ~ ασθενών.|| ~ μεταφοράς κιβωτίων/οικοδομικών υλικών/φορτίων. Κουβάλησε έξι ~ια χώμα. Πβ. χειράμαξα.|| ~ καθαρισμού/σφουγγαρίσματος (με κουβά).|| Το ~ της λαϊκής (: ~ για ψώνια)/του σούπερ-μάρκετ. ~ αποσκευών. Σπρώχνω το ~. ● Υποκ.: καροτσάκι (το): παραδοσιακό ~ με μαλλί της γριάς/παγωτό/ποπ κορν.|| Έμεινε καθηλωμένος σε ~ (: ανάπηρος). ΣΥΝ. (αναπηρικό) αμαξίδιο. ● ΦΡ.: πάω/σέρνω (κάποιον) καροτσάκι (μτφ.-προφ.): τον οδηγώ (βίαια) κάπου· (για προπορευόμενο όχημα ή τον οδηγό του) εμποδίζω τους οδηγούς των οχημάτων που ακολουθούν να αναπτύξουν ταχύτητα για μεγάλο μέρος της διαδρομής: Μπορεί δικαστικά να με πάει ~.|| Δυο φορτηγά μας πήγαν ~ στην εθνική. | |
| 23130 | καροτσιέρης | κα-ρο-τσιέ-ρης ουσ. (αρσ.) & καροτσέρης (παλαιότ.): οδηγός κάρου ή καρότσας. Πβ. αμαξάς. Βλ. -ιέρης. [< ιταλ. carrozziere] | |
| 23131 | καρούλα | κα-ρού-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. καρούλι. 2. φουσκάλα ή σημάδι στο δέρμα: ~ες στα χέρια. | |
| 23132 | καρούλι | κα-ρού-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. αντικείμενο, συνήθ. κυλινδρικό ή κωνικό, γύρω από το οποίο τυλίγεται κάτι: ~ με κλωστή/νήμα (= κουβαρίστρα· βλ. ανέμη). ~ με αλυσίδα/ιμάντα/σχοινί (= μακαράς, τροχαλία). ~ πετονιάς/ποτίσματος. Φιλμ σε ~ (= μπομπίνα). Δέκα ~ια σύρμα. ΣΥΝ. πηνίο (2) 2. (μειωτ.) παλιό αυτοκίνητο. Πβ. κάρο, σακαράκα, σαράβαλο. ● καρούλια (τα): μικρές ρόδες στο κάτω μέρος επίπλων ή άλλων αντικειμένων, που επιτρέπουν ή διευκολύνουν τη μετακίνησή τους. Βλ. τροχήλατος. ● Υποκ.: καρουλάκι (το) ● ΦΡ.: αν η γιαγιά μου είχε καρούλια, (θα ήταν πατίνι/τρόλεϊ/τρένο) (ειρων.): ως απάντηση σε αβάσιμη και ανυπόστατη υπόθεση. [< μεσν. καρούλι] | |
| 23133 | καρούλιασμα | κα-ρού-λια-σμα ουσ. (ουδ.) {καρουλιάσμ-ατος} (λαϊκό): συστροφή των φύλλων ορισμένων φυτών προς τα πάνω ή κάτω, ως σύμπτωμα προσβολής από ασθένεια: (ΓΕΩΠ.) ο ιός του κίτρινου ~ατος των φύλλων της ντομάτας/πατάτας. [< γαλλ. enroulement] | |
| 23134 | καρούμπαλο | κα-ρού-μπα-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μικρό σχετικά εξόγκωμα που προκαλείται σε σημείο κυρ. του κεφαλιού ύστερα από χτύπημα: ~ στο μέτωπο. Έκανα ~. Μου έμεινε ένα ~. Τη γλίτωσε φτηνά μόνο μ' ένα ~. Έβαλε πάγο πάνω στο ~. Βλ. οίδημα. ● Υποκ.: καρουμπαλάκι (το) | |
| 23135 | καρουσέλ & καρουζέλ | κα-ρου-σέλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αλογάκια· συνεκδ. το αντίστοιχο συνήθ. κουρδιστό παιδικό παιχνίδι ή διακοσμητικό αντικείμενο: το ~ του λούνα παρκ. [< γαλλ. carrousel] | |
| 23136 | ΚΑΡΠΑ | (η): βλ. καρδιοπνευμονικός | |
| 23137 | καρπαζιά | καρ-πα-ζιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. δυνατό χτύπημα, συνήθ. στον αυχένα, με την παλάμη: Έφαγε μια (γερή/δυνατή) ~ στον σβέρκο. Του 'δωσε/'ριξε μια ~ (= τον καρπάζωσε). Έπεσαν ~ιές (= κατραπακιές, σφαλιάρες, φάπες). Βλ. αγκωνιά, κεφαλιά, κλοτσιά, κουτουλιά, μπουνιά.|| (μτφ.) Δεν παίζουμε και ~ιές (: δεν είμαστε φίλοι, δεν υπάρχει μεγάλη οικειότητα μεταξύ μας)! 2. (μτφ.-μειωτ.) κοροϊδία, πείραγμα: παιδί της ~ιάς (: για καζούρα ή/και εκμετάλλευση). Ομάδα της ~ιάς (: που αποτελεί εύκολο αντίπαλο, γιατί χάνει συνεχώς). Είναι για ~ιές. 3. (μτφ.) ισχυρό πλήγμα: Δέχτηκαν ηχηρή ~. Πβ. γροθιά, κόλαφος, χαστούκι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ