Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23900-23920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23148καρπικός, ή, ό καρ-πι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ. καρπιαίος: ~ή: σήραγγα. Βλ. πηχεο~. 2. (σπάν.) που αναφέρεται στους καρπούς των φυτών: ~ά: οξέα.
23149κάρπισμακάρ-πι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): καρποφορία: ~ του αγρού/της γης. [< μεσν. κάρπισμα]
23150καρπο- & καρπό-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον καρπό φυτού: καρπο-φόρος (= οπωροφόρος).|| Καρπό-σωμα.
23151καρπόδεσηκαρ-πό-δε-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. δέσιμο, μέστωμα του καρπού: ~ της ελιάς. Άνθιση, ~, καρπόπτωση. Βλ. ακαρπία.
23153καρπόπτωσηκαρ-πό-πτω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. πτώση των καρπών: πρόωρη ~ . ~ λόγω δάκου/κακοκαιρίας. Βλ. ακαρπία, ανθόρροια, -πτωση.
23154καρπόςκαρ-πός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. το εδώδιμο συνήθ. προϊόν των αγγειόσπερμων· ειδικότ. η αναπτυγμένη ωοθήκη του άνθους του φυτού, η οποία συνήθ. περιέχει τους σπόρους: σαρκώδεις ~οί (βλ. δρύπη, ράγα2). Απλοί/σύνθετοι (βλ. ηλίανθος) ~οί. Βλ. γονιμοποίηση, γύρη, ενδο-, επι-, μεσο-, περι-κάρπιο.|| Άγουροι/άγριοι/ξινοί/όξινοι/πικροί/φρέσκοι/χυμώδεις/ώριμοι ~οί. Ο ~ του αμπελιού (= σταφύλι)/της ελιάς (= ελαιόκαρπος)/του καλαμποκιού/των σιτηρών. Οι ~οί των αναρριχητικών (βλ. κολοκύθι) ή ποωδών φυτών (βλ. αγγούρι, ντομάτα, φράουλα· βλ. λαχανικά)/εσπεριδοειδών/οπωροφόρων (= φρούτα)/τροπικών δέντρων (βλ. αβοκάντο, ανανάς, καρύδα). Οι ~οί της γης. Οι ~οί έδεσαν (βλ. καρπόδεση)/έπεσαν (βλ. καρπόπτωση). Βλ. κοτσάνι, κουκούτσι. 2. (μτφ.) το θετικό αποτέλεσμα μιας διαδικασίας ή δραστηριότητας· γέννημα, δημιούργημα: οι ~οί της ανάπτυξης/ελευθερίας. Το έργο αποτελεί ~ό (= προϊόν) εμπειρίας/πολυετούς προσπάθειας/σκληρής δουλειάς. Η έρευνα απέφερε πλούσιους ~ούς. Απολαμβάνουν/θερίζουν τους ~ούς των κόπων τους.|| (ΝΟΜ.) Πολιτικοί/φυσικοί ~οί δικαιώματος (: πρόσοδοι και ωφελήματα). Βλ. επικαρπία. 3. (μτφ.) παιδί, τέκνο: ~ του γάμου/έρωτά τους. 4. ΑΝΑΤ. η άρθρωση ανάμεσα στο αντιβράχιο και την παλάμη: Λυγίζω τον ~ό. Έσπασε τον ~ό του αριστερού του χεριού. Υπέστη κάταγμα στον ~ό. Βλ. αστράγαλος, μετα-, περι-κάρπιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αγλαοί καρποί βλ. αγλαός, απαγορευμένος καρπός/απαγορευμένο φρούτο βλ. απαγορευμένος, ξηροί καρποί βλ. ξηρός ● ΦΡ.: αποδίδει καρπούς (μτφ.): έχει καλή έκβαση· ευοδώνεται, τελεσφορεί: Η συνεργασία μας ~σε ~. ΣΥΝ. καρποφορεί (1), δρέπω (τους) καρπούς βλ. δρέπω [< 1: αρχ. καρπός 2,3: γαλλ. fruit 4: αρχ. ~, γαλλ. carpe, αγγλ. carpus]
23155καρπόσωμακαρ-πό-σω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. το αναπαραγωγικό όργανο των μυκήτων που περιέχει τα σπόρια τους: σαρκώδες ~. ~ατα με ξυλώδη ή φελλώδη σύσταση. Βλ. θαλλός, ίσκα, μανιτάρι, μυκήλιο, στύπος.
23156καρπούζικαρ-πού-ζι ουσ. (ουδ.) {καρπουζ-ιού}: ΒΟΤ. μεγάλος καρπός με σκούρες και ανοιχτές κάθετες ραβδώσεις (ή στίγματα), λεία και χοντρή φλούδα και χυμώδη κοκκινωπή σάρκα συνήθ. με πολλά μικρά μαύρα (ή και άσπρα) κουκούτσια· σπανιότ. καρπουζιά: δροσερό/ζουμερό/παγωμένο ~. ‘Ασπορο ~. Μια φέτα ~. Γλυκό (του κουταλιού)/γρανίτα ~. Η καρδιά/τα σπόρια του ~ιού. ~ια υπαίθρια και υπό κάλυψη. Το ~ είναι καλοκαιρινό φρούτο. Βλ. με τη βούλα, πεπόνι. ● Υποκ.: καρπουζάκι (το) ● ΦΡ.: (δεν χωράνε) δύο καρπούζια σε μία/στην ίδια μασχάλη (παροιμ.): είναι ανέφικτο ή δύσκολο να γίνουν ή να κάνει κάποιος δύο ή περισσότερα πράγματα ταυτόχρονα και με επιτυχία., (σκάει) σαν καρπούζι (ειρων.-χιουμορ.): για κάποιον ή κάτι που πέφτει με δύναμη στο έδαφος., και το μαχαίρι και το καρπούζι/και το καρπούζι και το μαχαίρι βλ. μαχαίρι, μάπα το καρπούζι βλ. μάπα [< τουρκ. karpuz]
23157καρπουζιάκαρ-που-ζιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ετήσιο ποώδες, έρπον φυτό αφρικανικής προέλευσης (επιστ. ονομασ. Citrullus lanatus), που ευδοκιμεί σε μέρη με θερμό κλίμα, έχει πλατιά φύλλα και καλλιεργείται για τον ογκώδη, εδώδιμο καρπό του (καρπούζι). Βλ. -ιά1.
23158καρπούμαιβλ. καρπώνομαι
23159καρποφορεί[καρποφορεῖ] καρ-πο-φο-ρεί ρ. (αμτβ.) {καρποφόρ-ησε, -ήσει} 1. (μτφ.) ευοδώνεται, πετυχαίνει, τελεσφορεί: Οι κόποι τόσων ετών άρχισαν να ~ούν. Ελπίζουμε ότι το σχέδιό τους θα ~ήσει. Οι προσπάθειές τους δεν ~ησαν. ΣΥΝ. αποδίδει καρπούς 2. βγάζει, φέρει καρπούς: Τα δέντρα χρειάζονται νερό, για να ~ήσουν. Βλ. ανθοφορεί. ΣΥΝ. καρπίζει [< 2: αρχ. καρποφορῶ]
23160καρποφορίακαρ-πο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. παραγωγή καρπών: μειωμένη/πλούσια ~. ~ της γης (πβ. κάρπισμα)/των οπωροφόρων. Δέντρο (που έχει εισέλθει) σε (πλήρη) ~. Βλ. ακαρπία, ανθο-, ευ-φορία.|| (μτφ.) Πνευματική ~ (= ακμή, ανάπτυξη, άνθιση). ~ της προσπάθειας (= ευόδωση).|| (σε ασθένειες φυτών:) ~ες του μύκητα στους βλαστούς/στο ξύλο/στα φύλλα με τη μορφή μαύρων στιγμάτων. [< μτγν. καρποφορία]
23161καρποφόρος, α/ος, ο καρ-πο-φό-ρος επίθ. ΑΝΤ. άκαρπος 1. ΓΕΩΠ. που φέρει καρπούς· κατ' επέκτ. γόνιμος, εύφορος: ~ος: βλαστός. ~α: δέντρα (= οπωροφόρα)/όργανα (φυτού).|| ~α: γη. ~ο: έδαφος. ΣΥΝ. καρπερός. Βλ. -φόρος. 2. (μτφ.) αποτελεσματικός, παραγωγικός: ~ος: διάλογος. ~α: προσπάθεια (= επιτυχημένη)/σχέση. ~ο: έργο. Η συνάντηση/συνεργασία υπήρξε ~α. Εύχομαι ~ο και δημιουργικό το νέο έτος! Βλ. ατελέσφορος. [< 1: αρχ. καρποφόρος]
23162καρπώνομαικαρ-πώ-νο-μαι ρ. (μτβ.) {καρπώ-θηκε, -θεί} & (λόγ.) καρπούμαι {καρπ-ούται} (αρνητ. συνυποδ.): νέμομαι, οικειοποιούμαι: ~ονται τις εισπράξεις/τα κέρδη. ~ονται τα οφέλη από ... για το ατομικό τους συμφέρον. ~θηκε τη δόξα χωρίς να το αξίζει. Προσπαθούν να ~θούν τους αγώνες άλλων. Πβ. απολαμβάνω, εκμεταλλεύομαι, επωφελούμαι. [< αρχ. καρποῦμαι]
23163κάρπωσηκάρ-πω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. εξασφάλιση θηράματος και συνεκδ. το ποσοστό των σκοτωμένων θηραμάτων ανά κυνηγετική ημέρα ή περίοδο: ~ του λαγού.|| Ημερήσια/μέση συνολική ~. Αύξηση/μείωση της ~ης της πέρδικας. Βλ. θήρα. 2. οικειοποίηση: ~ των εσόδων.|| (ΝΟΜ.) Δικαίωμα ~ώσεως ακινήτου/περιουσιακού στοιχείου. Πβ. εκμετάλλευση, νομή. Βλ. επικαρπία. ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή της αειφορίας των καρπώσεων: ΟΙΚΟΛ. δέσμη μέτρων που αποσκοπούν στη διατήρηση και βελτίωση της συνολικής παραγωγικής ικανότητας ενός (δασικού) οικοσυστήματος. [< αρχ. κάρπωσις ‘απόλαυση, όφελος’]
23164καρπωτήςκαρ-πω-τής ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που καρπώνεται κάτι: ~ές των φόρων. Βλ. επι~.
23165κάρροβλ. κάρο
23166καρσίκαρ-σί επίρρ. (ιδιωμ.): αντίκρυ, απέναντι. [< τουρκ. karşι]
23167καρσιλαμάςκαρ-σι-λα-μάς ουσ. (αρσ.): αντικριστός ζευγαρωτός χορός μικρασιατικής προέλευσης, σε ρυθμό 9/8. Πβ. κοτσάκι. Βλ. ζεϊμπέκ-, χασάπ-ικο. [< τουρκ. karşιlama]
23168καρστουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΓΕΩΜΟΡΦ. κάθε γεωλογικός σχηματισμός (ρωγμές, καταβόθρες, σπήλαια με σταλακτίτες και σταλαγμίτες, φαράγγια) που έχει προκύψει από τη χημική αποσάθρωση ασβεστολιθικών πετρωμάτων, λόγω της διαβρωτικής δράσης του νερού: επιφανειακό/υπόγειο ~. Ανάπτυξη ~. Εκτενείς περιοχές/σύμπλεγμα ~. Βλ. φλύσχης. [< γερμ. Karst, γαλλ. karst, 1928]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.