| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23138 | καρπαζοεισπράκτορας | καρ-πα-ζο-ει-σπρά-κτο-ρας ουσ. (αρσ.) & καρπαζοεισπράχτορας (μειωτ.): για κάποιον που δέχεται συνεχείς κοροϊδίες και εξευτελισμούς, χωρίς να διαμαρτύρεται. | |
| 23139 | καρπαζώνω | καρ-πα-ζώ-νω ρ. (μτβ.) {καρπάζω-σα} (προφ.): ρίχνω καρπαζιά· (μτφ.-μειωτ.) κοροϊδεύω, πειράζω: Μου 'ρθε να τον ~σω.|| Τον έχουν για να τον ~ουν. ΣΥΝ. σφαλιαρίζω | |
| 23140 | Καρπάθιος, Καρπάθια | Καρ-πά-θι-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Κάρπαθο. [< αρχ. Καρπάθιος] | |
| 23141 | καρπάτσιο | καρ-πά-τσι-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καρπάτσο: ΜΑΓΕΙΡ. ιταλικό πιάτο με κύριο συστατικό ωμό κρέας, συνήθ. λεπτοκομμένο μπον φιλέ, ή ψάρι, που σερβίρεται με ελαιόλαδο και σάλτσα λεμονιού: μοσχαρίσιο ~. ~ σολομού.|| ~ λαχανικών. [< ιταλ. carpaccio, 1963, γαλλ. ~, 1973, αγγλ. ~, 1974 < ανθρ. Vittore Carpaccio, λόγω του ότι το χρώμα του φιλέτου μοιάζει με το έντονο κόκκινο χρώμα που χρησιμοποιούσε ο αναγεννησιακός ζωγράφος στους πίνακές του] | |
| 23142 | Καρπενησιώτης, Καρπενησιώτισσα | Καρ-πε-νη-σιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Καρπενήσι. [< μεσν. Καρπενησιώτης] | |
| 23143 | καρπενησιώτικος | , η, ο καρ-πε-νη-σιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με το Καρπενήσι ή/και τους Καρπενησιώτες. | |
| 23144 | καρπερός | , ή, ό καρ-πε-ρός επίθ. (προφ.) ΑΝΤ. άκαρπος 1. γόνιμος, εύφορος: ~ός: κάμπος. ~ή: γη. ~ό: χώμα/χωράφι.|| ~ά: δέντρα. Βλ. -ερός. ΣΥΝ. καρποφόρος (1) 2. (μτφ.) δημιουργικός, παραγωγικός: ~ή: συνεργασία/χρονιά. ΣΥΝ. καρποφόρος (2) 3. (μτφ.-συχνά ειρων., για άνθρωπο ή ζώο) που γονιμοποιεί ή γονιμοποιείται εύκολα. Βλ. πολύτοκος. [< μεσν. καρπερός] | |
| 23145 | καρπέτα | καρ-πέ-τα ουσ. (θηλ.) & καρπέτο (το) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): χοντρό μάλλινο υφαντό χωρίς χνούδι που χρησιμοποιείται κυρ. ως χαλί ή κλινοσκέπασμα. Βλ. βελέντζα, κιλίμι, κουρελού, μπατανία, φλοκάτη, -έτα. [< μεσν. καρπέτα < βεν. carpeta, γαλλ. carpette] | |
| 23146 | καρπιαίος | , α, ο [καρπιαῖος] καρ-πι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον καρπό του χεριού: ~ος: σωλήνας (: στενό κανάλι μέσα από το οποίο διέρχεται το μέσο νεύρο και οι τένοντες των καμπτήρων μυών των δαχτύλων). ~α: άρθρωση. ~α: οστά. Βλ. -ιαίος. ΣΥΝ. καρπικός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα (ακρ. ΣΚΣ): ΙΑΤΡ. διαταραχή η οποία προκαλείται από την παρατεταμένη πίεση του μέσου νεύρου στο ύψος του καρπού και χαρακτηρίζεται κυρ. από πόνο και μούδιασμα των τριών πρώτων δακτύλων: ~ ~ στους χρήστες Η/Υ. Βλ. γάγγλιο. [< αγγλ. carpal tunnel syndrome, 1954] [< γαλλ. carpien, αγγλ. carpal, γερμ. karpal] | |
| 23147 | καρπίζει | καρ-πί-ζει ρ. (αμτβ.) {κάρπι-σε, καρπί-σει, (σπάν.) -σμένος} (λαϊκό-λογοτ.): καρποφορεί. [< αρχ. καρπίζω] | |
| 23148 | καρπικός | , ή, ό καρ-πι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ. καρπιαίος: ~ή: σήραγγα. Βλ. πηχεο~. 2. (σπάν.) που αναφέρεται στους καρπούς των φυτών: ~ά: οξέα. | |
| 23149 | κάρπισμα | κάρ-πι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): καρποφορία: ~ του αγρού/της γης. [< μεσν. κάρπισμα] | |
| 23150 | καρπο- & καρπό- | : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον καρπό φυτού: καρπο-φόρος (= οπωροφόρος).|| Καρπό-σωμα. | |
| 23151 | καρπόδεση | καρ-πό-δε-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. δέσιμο, μέστωμα του καρπού: ~ της ελιάς. Άνθιση, ~, καρπόπτωση. Βλ. ακαρπία. | |
| 23153 | καρπόπτωση | καρ-πό-πτω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. πτώση των καρπών: πρόωρη ~ . ~ λόγω δάκου/κακοκαιρίας. Βλ. ακαρπία, ανθόρροια, -πτωση. | |
| 23154 | καρπός | καρ-πός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. το εδώδιμο συνήθ. προϊόν των αγγειόσπερμων· ειδικότ. η αναπτυγμένη ωοθήκη του άνθους του φυτού, η οποία συνήθ. περιέχει τους σπόρους: σαρκώδεις ~οί (βλ. δρύπη, ράγα2). Απλοί/σύνθετοι (βλ. ηλίανθος) ~οί. Βλ. γονιμοποίηση, γύρη, ενδο-, επι-, μεσο-, περι-κάρπιο.|| Άγουροι/άγριοι/ξινοί/όξινοι/πικροί/φρέσκοι/χυμώδεις/ώριμοι ~οί. Ο ~ του αμπελιού (= σταφύλι)/της ελιάς (= ελαιόκαρπος)/του καλαμποκιού/των σιτηρών. Οι ~οί των αναρριχητικών (βλ. κολοκύθι) ή ποωδών φυτών (βλ. αγγούρι, ντομάτα, φράουλα· βλ. λαχανικά)/εσπεριδοειδών/οπωροφόρων (= φρούτα)/τροπικών δέντρων (βλ. αβοκάντο, ανανάς, καρύδα). Οι ~οί της γης. Οι ~οί έδεσαν (βλ. καρπόδεση)/έπεσαν (βλ. καρπόπτωση). Βλ. κοτσάνι, κουκούτσι. 2. (μτφ.) το θετικό αποτέλεσμα μιας διαδικασίας ή δραστηριότητας· γέννημα, δημιούργημα: οι ~οί της ανάπτυξης/ελευθερίας. Το έργο αποτελεί ~ό (= προϊόν) εμπειρίας/πολυετούς προσπάθειας/σκληρής δουλειάς. Η έρευνα απέφερε πλούσιους ~ούς. Απολαμβάνουν/θερίζουν τους ~ούς των κόπων τους.|| (ΝΟΜ.) Πολιτικοί/φυσικοί ~οί δικαιώματος (: πρόσοδοι και ωφελήματα). Βλ. επικαρπία. 3. (μτφ.) παιδί, τέκνο: ~ του γάμου/έρωτά τους. 4. ΑΝΑΤ. η άρθρωση ανάμεσα στο αντιβράχιο και την παλάμη: Λυγίζω τον ~ό. Έσπασε τον ~ό του αριστερού του χεριού. Υπέστη κάταγμα στον ~ό. Βλ. αστράγαλος, μετα-, περι-κάρπιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αγλαοί καρποί βλ. αγλαός, απαγορευμένος καρπός/απαγορευμένο φρούτο βλ. απαγορευμένος, ξηροί καρποί βλ. ξηρός ● ΦΡ.: αποδίδει καρπούς (μτφ.): έχει καλή έκβαση· ευοδώνεται, τελεσφορεί: Η συνεργασία μας ~σε ~. ΣΥΝ. καρποφορεί (1), δρέπω (τους) καρπούς βλ. δρέπω [< 1: αρχ. καρπός 2,3: γαλλ. fruit 4: αρχ. ~, γαλλ. carpe, αγγλ. carpus] | |
| 23155 | καρπόσωμα | καρ-πό-σω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. το αναπαραγωγικό όργανο των μυκήτων που περιέχει τα σπόρια τους: σαρκώδες ~. ~ατα με ξυλώδη ή φελλώδη σύσταση. Βλ. θαλλός, ίσκα, μανιτάρι, μυκήλιο, στύπος. | |
| 23156 | καρπούζι | καρ-πού-ζι ουσ. (ουδ.) {καρπουζ-ιού}: ΒΟΤ. μεγάλος καρπός με σκούρες και ανοιχτές κάθετες ραβδώσεις (ή στίγματα), λεία και χοντρή φλούδα και χυμώδη κοκκινωπή σάρκα συνήθ. με πολλά μικρά μαύρα (ή και άσπρα) κουκούτσια· σπανιότ. καρπουζιά: δροσερό/ζουμερό/παγωμένο ~. ‘Ασπορο ~. Μια φέτα ~. Γλυκό (του κουταλιού)/γρανίτα ~. Η καρδιά/τα σπόρια του ~ιού. ~ια υπαίθρια και υπό κάλυψη. Το ~ είναι καλοκαιρινό φρούτο. Βλ. με τη βούλα, πεπόνι. ● Υποκ.: καρπουζάκι (το) ● ΦΡ.: (δεν χωράνε) δύο καρπούζια σε μία/στην ίδια μασχάλη (παροιμ.): είναι ανέφικτο ή δύσκολο να γίνουν ή να κάνει κάποιος δύο ή περισσότερα πράγματα ταυτόχρονα και με επιτυχία., (σκάει) σαν καρπούζι (ειρων.-χιουμορ.): για κάποιον ή κάτι που πέφτει με δύναμη στο έδαφος., και το μαχαίρι και το καρπούζι/και το καρπούζι και το μαχαίρι βλ. μαχαίρι, μάπα το καρπούζι βλ. μάπα [< τουρκ. karpuz] | |
| 23157 | καρπουζιά | καρ-που-ζιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ετήσιο ποώδες, έρπον φυτό αφρικανικής προέλευσης (επιστ. ονομασ. Citrullus lanatus), που ευδοκιμεί σε μέρη με θερμό κλίμα, έχει πλατιά φύλλα και καλλιεργείται για τον ογκώδη, εδώδιμο καρπό του (καρπούζι). Βλ. -ιά1. | |
| 23158 | καρπούμαι | βλ. καρπώνομαι |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ