Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23920-23940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23169καρστικοποίησηκαρ-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. σχηματισμός καρστ: ~ των ανθρακικών πετρωμάτων. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. karstification, 1958]
23170καρστικός, ή, ό καρ-στι-κός επίθ.: ΓΕΩΜΟΡΦ. που σχετίζεται με το καρστ: ~ός: υδροφόρος ορίζοντας. ~ή: διάβρωση/λίμνη/υδρογεωλογία. ~ό: σύστημα. ~ές: μορφές (: καταβόθρες, σπήλαια, φαράγγια). ~ά: έγκοιλα. Υφάλμυρες ~ές πηγές. [< γαλλ. karstique, 1906]
23171καρτουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρό, αγωνιστικό, κυρ. μονοθέσιο αυτοκίνητο: αγώνες/διεθνές τουρνουά/πίστα/πρωτάθλημα ~. [< αγγλ. go-kart, 1957]
23172καρτ ποστάλκαρτ πο-στάλ ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} & καρτποστάλ: ταχυδρομική κάρτα, η οποία στην μπροστινή της όψη έχει φωτογραφία ή ζωγραφική απεικόνιση συνήθ. κάποιου από τα αξιοθέατα ενός τόπου, ενώ στην πίσω όψη χώρο για να γράψει ο αποστολέας τα στοιχεία του και σύντομο κείμενο στον παραλήπτη: συλλεκτικές/τουριστικές ~. ~ εποχής. Έκθεση ~. ~ από διάφορα μέρη του κόσμου/με θέμα τα ελληνικά νησιά. Κάνει συλλογή (από)/μαζεύει ~. Του έστειλε μια ~ απ' τις διακοπές.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Ηλεκτρονικές ~. [< γαλλ. carte postale]
23173κάρτακάρ-τα ουσ. (θηλ.) {καρτ-ών} 1. δελτίο από σκληρό χαρτί ή πλαστικό που φέρει συνήθ. τα στοιχεία του κατόχου του, πιστοποιώντας την ταυτότητά του ή παρέχοντάς του κάποιο δικαίωμα: διαφημιστική/εκπτωτική/επαγγελματική/ταξιδιωτική ~. Μειωμένη/μηνιαία/προσωποποιημένη ~ απεριορίστων διαδρομών για όλα τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (βλ. πάσο). Ευρωπαϊκή ~ ασφάλισης ασθένειας. Ισόβια/προσωρινή ~ αναπηρίας. ~ αλληλεγγύης/ανεργίας/αποδείξεων/εργασίας/σίτισης. ~ νέων. ~ες επισκεπτηρίου (= μπιλιέτα). Έκδοση ~ας. Σας αφήνω την ~ μου με το τηλέφωνο και τη διεύθυνσή μου. 2. (ειδικότ.) μικρό ορθογώνιο κομμάτι από πλαστικό, με μηχανικά αναγνώσιμα δεδομένα για ποικίλες χρήσεις: τραπεζική ~. Βλ. φορο~.|| ~ θορύβου (: για δίκυκλα και τρίκυκλα).|| (με προπληρωμένο χρόνο ομιλίας:) Τηλεφωνική ~. (για κινητό) ~ ανανέωσης (χρόνου ομιλίας). (συνεκδ.) Δεν έχω πολλή ~ (= δεν μου μένουν πολλές μονάδες). Υπόλοιπο ~ας. Πβ. τηλε~, χρονο~.|| ~ δώρου (= δωρο~· βλ. κουπόνι). Βλ. τσιπ. 3. (ειδικότ.) κομμάτι από χοντρό χαρτί, εικονογραφημένο και διπλωμένο στα δύο, που φέρει μήνυμα και αποστέλλεται ή δίνεται σε κάποιον, συνήθ. σε ειδικές περιστάσεις: αναμνηστική/εορταστική/ευχαριστήρια/ευχετήρια/πασχαλινή/ταχυδρομική (= καρτ ποστάλ)/χριστουγεννιάτικη ~. Ανθοδέσμη/δώρο με ~. Έλαβε ~ για τα γενέθλιά της (= ~ γενεθλίων)/τον καινούργιο χρόνο/ταχεία ανάρρωση.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Ηλεκτρονική ~. 4. ΠΛΗΡΟΦ. πλακέτα με αποθηκευμένες πληροφορίες ή ηλεκτρονικό κύκλωμα που εισάγεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, παρέχοντάς του πρόσθετες δυνατότητες: ~ βίντεο/δικτύου/ήχου/οθόνης. Ενσωματωμένη ~ ραδιοφώνου/τηλεόρασης. 5. τραπουλόχαρτο. ● Υποκ.: καρτούλα (η) & καρτάκι (το): κυρ. στη σημ. 3. ● ΣΥΜΠΛ.: κάρτα (ελέγχου) καυσαερίων: αυτή που πιστοποιεί ότι ένα όχημα εκπέμπει καυσαέρια που δεν υπερβαίνουν τα επιτρεπόμενα όρια., κάρτα SIM: ΤΕΧΝΟΛ. ειδική κάρτα με μικροεπεξεργαστή για αποθήκευση των στοιχείων αναγνώρισης του συνδρομητή και μνήμη για αποθήκευση μηνυμάτων και επαφών καθώς και για εκτέλεση ποικίλων άλλων εφαρμογών: ~ ~ κινητού. Πρόσβαση στην ~ ~ μέσω κωδικού PIN. [< αγγλ. Subscriber Identity Module (SIM) card, 1989] , κάρτα αναλήψεων/μετρητών: ΟΙΚΟΝ. που εκδίδεται από τράπεζα και επιτρέπει στον κάτοχό της κυρ. την ανάληψη χρημάτων από ΑΤΜ. Βλ. χρεωστική (κάρτα). [< αγγλ. cash card, 1967] , κάρτα διαρκείας: η οποία παρέχει για ορισμένη χρονική περίοδο ελεύθερη είσοδο σε αθλητικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις: ~ ~ για τα ματς του ... Διατίθενται/κυκλοφόρησαν οι ~ες ~. ΣΥΝ. εισιτήριο διαρκείας.|| ~ες ~ για το φεστιβάλ., κάρτα επέκτασης: ΠΛΗΡΟΦ. που μπορεί να προσαρμοστεί σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και να αυξήσει τις δυνατότητές του: ~ ~ μνήμης. ~ ~ που μετατρέπει αναλογικά σήματα σε ψηφιακή μορφή. [< αγγλ. expansion card, 1982] , κάρτα μέλους: που εξασφαλίζει στον κάτοχό της δικαίωμα πρόσβασης σε παρεχόμενες υπηρεσίες ή συμμετοχής σε δραστηριότητα: ~ ~ της βιβλιοθήκης/της λέσχης/του συλλόγου., κάρτα μνήμης: ΠΛΗΡΟΦ. εξωτερική κάρτα αποθήκευσης δεδομένων, μεγάλης συνήθ. χωρητικότητας: αφαιρούμενη/ψηφιακή ~ ~. ~ ~ κινητού τηλεφώνου/συσκευής. ~ ~ βίντεο/MP3/φωτογραφιών. Θύρα/υποδοχή για ~ ~. Πβ. μνήμη RAM.|| Εσωτερική ~ ~ (= ενσωματωμένη). Πβ. σκληρός δίσκος. [< αγγλ. memory card, 1974] , κάρτα-κλειδί: ηλεκτρονική κάρτα που λειτουργεί ως κλειδί για το άνοιγμα ή κλείσιμο πόρτας ή για την ενεργοποίηση και απενεργοποίηση συστημάτων, συσκευών και μηχανημάτων: μαγνητική ~ ~. ~ ~ ξενοδοχείου. [< αγγλ. key-card] , κίτρινη κάρτα: ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο κ. στο βόλεϊ) αυτή που δείχνει ο διαιτητής σε αθλητή ως ποινή για αρκετά σοβαρό (ή κατ' εξακολούθηση) παράπτωμα· η ίδια η απόφαση του διαιτητή και η ποινή στον αθλητή: Δέχτηκε/πήρε ~ ~ για αντιαθλητικό φάουλ/διαμαρτυρία/σκληρό μαρκάρισμα. Ο ποδοσφαιριστής τιμωρήθηκε με ~ ~, γιατί έπιασε την μπάλα με τα χέρια. Αποβλήθηκε με δεύτερη ~ ~.|| (μτφ.) ~ ~ έβγαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση στη χώρα λόγω καθυστέρησης στην εφαρμογή των μέτρων. [< αγγλ. yellow card, 1976] , κόκκινη κάρτα: ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) αυτή που δείχνει ο διαιτητής σε αθλητή ως ποινή για πολύ σοβαρό παράπτωμα και σημαίνει την αποβολή του αθλητή από τον συγκεκριμένο αγώνα και την απουσία του από ένα ή περισσότερα παιχνίδια της ομάδας του για την ίδια συνήθ. διοργάνωση· η ίδια η απόφαση του διαιτητή και η ποινή που επιβάλλει: ~ ~ για χτύπημα εκτός φάσης. Αποβολή με απευθείας ~ ~ (: δηλ. όχι με δύο κίτρινες). Ο ποδοσφαιριστής τιμωρήθηκε με/πήρε ~ ~.|| (μτφ.) Ο διευθυντής του έβγαλε ~ ~ (= τον απέλυσε). [< αγγλ. red card, 1976] , λευκή κάρτα: αυτή που χορηγεί το ελληνικό κράτος σε πρόσφυγες, μέχρι να ξεκινήσουν τη διαδικασία για τη λήψη της αντίστοιχης ροζ, για να εξασφαλίσουν την προσωρινή διαμονή τους στη χώρα., μαγνητική κάρτα: ΤΕΧΝΟΛ. κάθε πλαστική κάρτα με ενσωματωμένη μαγνητική ταινία που φέρει αποθηκευμένα προσωπικά ή άλλα δεδομένα: ~ ~ εισόδου/ελέγχου/πρόσβασης., μπλε κάρτα 1. επίσημη κάρτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία επιτρέπει σε εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό από τρίτες χώρες να εργάζεται νόμιμα και να διαμένει σε αυτή για δύο χρόνια με δυνατότητα ανανέωσης. Βλ. πράσινη κάρτα. 2. ΑΘΛ. διεθνές πιστοποιητικό μεταγραφής παίκτη σε ομάδα. [< 1: αγγλ. (EU) Blue Card, 2007] , πράσινη κάρτα 1. η οποία βεβαιώνει ότι ο κάτοχός της είναι αλλοδαπός μόνιμα εγκατεστημένος και νόμιμα εργαζόμενος σε μια χώρα· ειδικότ. κάρτα περιορισμένης χρονικής διάρκειας που χορηγεί το ελληνικό κράτος σε οικονομικούς μετανάστες: ~ ~ εργασίας/παραμονής. Απέκτησε την πολυπόθητη ~ ~. Βλ. ταυτότητα. 2. απαιτούμενο δικαιολογητικό για ταξίδι στο εξωτερικό με αυτοκίνητο, το οποίο παρέχει διεθνή ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση που ο οδηγός εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα: δελτίο αυτοκινητιστικής εξυπηρέτησης, διεθνές δίπλωμα οδήγησης, ~ ~, πολύπτυχο και σήμα εθνικότητας. Βλ. ΕΛΠΑ. [< 1: αμερικ. green card, 1969] , ροζ κάρτα: που χορηγείται από το ελληνικό κράτος στους αιτούντες πολιτικό άσυλο, παρέχοντάς τους το δικαίωμα προσωρινής παραμονής, έκδοσης άδειας εργασίας, δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και διαμονής σε κέντρα υποδοχής προσφύγων., κάρτα αναπηρίας βλ. αναπηρία, κάρτα γραφικών βλ. γραφικά, μητρική (κάρτα/πλακέτα) βλ. μητρικός1, πιστωτική (κάρτα) βλ. πιστωτικός, χρεωστική (κάρτα) βλ. χρεωστικός, χρυσή κάρτα βλ. χρυσός ● ΦΡ.: φάτσα κάρτα βλ. φάτσα, χτυπάω κάρτα βλ. χτυπώ [< 1-3: ιταλ. carta 4: αγγλ. (sound, memory) card]
23174καρταναγνώστηςκαρ-τα-να-γνώ-στης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα αναγνώρισης, ανάγνωσης και κωδικοποίησης καρτών ασφαλείας, πολυμέσων ή μνήμης, για πρόσβαση σε δεδομένα ή επιβεβαίωση στοιχείων. [< αγγλ. card reader]
23175καρτέλκαρ-τέλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. παράνομη σύμπραξη μεγάλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο, με σκοπό τη μείωση του μεταξύ τους ανταγωνισμού, μέσω της διαμόρφωσης ενιαίων τιμών στα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσφέρουν: το πετρελαϊκό ~. Τα διεθνή/τουριστικά/τραπεζικά ~. Το ~ γάλακτος/καυσίμων. Δημιουργία/σύσταση ~. Πβ. κοινοπραξία, κονσόρτσιουμ, τραστ. Βλ. ελεύθερη αγορά, Επιτροπή Ανταγωνισμού, συνασπισμός, συνεταιρισμός.|| Τα ~ (διακίνησης) ναρκωτικών. [< γερμ. Kartell, γαλλ. cartel, 1901]
23176καρτέλακαρ-τέ-λα ουσ. (θηλ.) {καρτελ-ών}: κάρτα καταγραφής δεδομένων ή προσωπικών στοιχείων: ατομική/λογιστική ~. Διάτρητες ~ες. ~ αθλητή/ασθενούς (= φάκελος)/εγγραφής μέλους. (παλαιότ.) ~ες ενσήμων. ~ες με ονόματα. Ο πελάτης συμπληρώνει ειδική ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Άνοιγμα/εμφάνιση ~ας. Επιλέξτε την/κάντε κλικ στην ~ "για προχωρημένους". Διαχείριση των ~ών. Πβ. παράθυρο.|| (χάρτινη θήκη) Μια ~ αβγά. ● Υποκ.: καρτελάκι (το), καρτελίτσα (η) [< ιταλ. cartella]
23177κάρτερκάρ-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. το δοχείο όπου συσσωρεύονται τα λάδια αυτοκινήτου: αλουμινένιο/ξηρό ~. ~ κινητήρα. Ποδιά/τάπες ~. Πβ. ελαιολεκάνη. [< γαλλ. carter, αγγλ. ανθρ. J. Harisson Carter]
23178καρτέρικαρ-τέ-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ενέδρα: Της φύλαγε ~ και της άρπαξε την τσάντα.|| (μτφ.) ~ θανάτου σε επιχειρηματία (: δολοφονική απόπειρα). Πβ. παραφύλαξη. 2. αντίστοιχη τεχνική κυνηγιού ή υποβρύχιου ψαρέματος· το μέρος όπου παραφυλάει ο κυνηγός ή ο ψαράς: ~ια τσίχλας. Βλ. παγάνα.|| Βαθύ/ρηχό/στατικό/συρτό ~ για λαβράκια. ● ΦΡ.: στήνω ενέδρα/καρτέρι/παγίδα βλ. στήνω [< μεσν. καρτέρι]
23179καρτερίακαρ-τε-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υπομονή που επιδεικνύει κάποιος σε αρνητικές ή επώδυνες καταστάσεις: ψυχική ~. ~ στην αρρώστια/στον πόνο. Αντοχή/δύναμη/θάρρος και ~. (για πρόσ.) Σύμβολο/υπόδειγμα ~ας. Αντιμετώπισε/υπέμεινε με θαυμαστή ~ (= καρτερικά) τις δοκιμασίες. Πβ. εγκαρτέρηση, στωικότητα. ΣΥΝ. καρτερικότητα [< αρχ. καρτερία]
23180καρτερικός, ή, ό καρ-τε-ρι-κός επίθ.: που δείχνει καρτερία: ~ή: αναμονή. Με ~ό ύφος.|| (για πρόσ.) Παραμένει ήρεμος και ~ παρά τις δυσκολίες. Πβ. υπομονετικός. ● επίρρ.: καρτερικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: με καρτερία: Υπομένουν ~ τη μοίρα τους. Περίμενε ~ να έρθει η σειρά του. Πβ. αγόγγυστα, αδιαμαρτύρητα, στωικά, υπομονετικά. ΑΝΤ. ανυπόμονα [< αρχ. καρτερικός]
23181καρτερικότητακαρ-τε-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καρτερία. Βλ. -ότητα.
23182καρτερώ[καρτερῶ] καρ-τε-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καρτερ-είς κ. -άς ... | -ώντας} (συνήθ. λογοτ.): περιμένω καρτερικά και συνήθ. για μεγάλο χρονικό διάστημα να συμβεί κάτι που επιθυμώ πολύ: ~ούν να επιστρέψουν στην πατρίδα/για τον γυρισμό. Σε ~ούσα μια ολάκερη ζωή! Πβ. ανα-, προσ-μένω. ● ΦΡ.: κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει βλ. κάλλιο [< αρχ. καρτερῶ]
23183καρτεσιανισμόςκαρ-τε-σι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΦΙΛΟΣ. η θεωρία του Γάλλου μαθηματικού και φιλοσόφου Καρτέσιου, με την οποία εισήγαγε τη ριζική αμφιβολία στην προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας. Πβ. σκεπτικισμός. Βλ. ορθολογισμός, -ισμός. [< γαλλ. cartésianisme]
23184καρτεσιανός, ή, ό καρ-τε-σι-α-νός επίθ.: που σχετίζεται με τον Γάλλο φιλόσοφο Καρτέσιο και τις θεωρίες του: (ΦΙΛΟΣ.) ~ός: δυϊσμός (: διαχωρισμός σώματος-ψυχής)/ορθολογισμός. ~ή: αμφιβολία/λογική.|| (ΜΑΘ.) ~ή: εξίσωση/γεωμετρία. ~ό: γινόμενο. ~οί: τανυστές. ~ό (: ορθογώνιο) σύστημα συντεταγμένων. ● Ουσ.: Καρτεσιανοί (οι): οπαδοί του καρτεσιανισμού. [< γαλλ. cartésien]
23185κάρτοκάρ-το ουσ. (ουδ.) {μόνο στην ονομαστ. κ. αιτ. εν.} (παλαιότ.): ΜΕΤΡΟΛ. το ένα τέταρτο μιας μονάδας· συνεκδ. ξύλινο δοχείο μέτρησης, αντίστοιχης χωρητικότητας: ένα ~ λάδι. ΣΥΝ. κουάρτο (1) [< ιταλ. quarto
23186καρτοδέκτηςκαρ-το-δέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός σε κοινόχρηστη συσκευή, ο οποίος τίθεται σε λειτουργία ύστερα από την εισαγωγή μαγνητικής κάρτας σε ειδική υποδοχή (σχισμή): τηλέφωνο (= καρτοτηλέφωνο)/φωτοτυπικό με ~η. Βλ. κερματοδέκτης. [< αγγλ. card receiver]
23187καρτοκινητόκαρ-το-κι-νη-τό ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΠ. κινητό που λειτουργεί με χρονοκάρτα: ανανέωση χρόνου ομιλίας ~ού. Μετατροπή ~ού σε συμβόλαιο/σύνδεση. Εθνική περιαγωγή και σε ~ά. Βλ. καρτοσυμβόλαιο.
23188καρτοκινητός, ή, ό καρ-το-κι-νη-τός επίθ.: ΤΗΛΕΠ. που σχετίζεται με τα καρτοκινητά: ~ή: σύνδεση (= αλά καρτ).|| (ως ουσ.) Εταιρείες/πακέτα/συνδρομητές ~ής (ενν. τηλεφωνίας).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.