| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23160 | καρποφορία | καρ-πο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. παραγωγή καρπών: μειωμένη/πλούσια ~. ~ της γης (πβ. κάρπισμα)/των οπωροφόρων. Δέντρο (που έχει εισέλθει) σε (πλήρη) ~. Βλ. ακαρπία, ανθο-, ευ-φορία.|| (μτφ.) Πνευματική ~ (= ακμή, ανάπτυξη, άνθιση). ~ της προσπάθειας (= ευόδωση).|| (σε ασθένειες φυτών:) ~ες του μύκητα στους βλαστούς/στο ξύλο/στα φύλλα με τη μορφή μαύρων στιγμάτων. [< μτγν. καρποφορία] | |
| 23161 | καρποφόρος | , α/ος, ο καρ-πο-φό-ρος επίθ. ΑΝΤ. άκαρπος 1. ΓΕΩΠ. που φέρει καρπούς· κατ' επέκτ. γόνιμος, εύφορος: ~ος: βλαστός. ~α: δέντρα (= οπωροφόρα)/όργανα (φυτού).|| ~α: γη. ~ο: έδαφος. ΣΥΝ. καρπερός. Βλ. -φόρος. 2. (μτφ.) αποτελεσματικός, παραγωγικός: ~ος: διάλογος. ~α: προσπάθεια (= επιτυχημένη)/σχέση. ~ο: έργο. Η συνάντηση/συνεργασία υπήρξε ~α. Εύχομαι ~ο και δημιουργικό το νέο έτος! Βλ. ατελέσφορος. [< 1: αρχ. καρποφόρος] | |
| 23162 | καρπώνομαι | καρ-πώ-νο-μαι ρ. (μτβ.) {καρπώ-θηκε, -θεί} & (λόγ.) καρπούμαι {καρπ-ούται} (αρνητ. συνυποδ.): νέμομαι, οικειοποιούμαι: ~ονται τις εισπράξεις/τα κέρδη. ~ονται τα οφέλη από ... για το ατομικό τους συμφέρον. ~θηκε τη δόξα χωρίς να το αξίζει. Προσπαθούν να ~θούν τους αγώνες άλλων. Πβ. απολαμβάνω, εκμεταλλεύομαι, επωφελούμαι. [< αρχ. καρποῦμαι] | |
| 23163 | κάρπωση | κάρ-πω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. εξασφάλιση θηράματος και συνεκδ. το ποσοστό των σκοτωμένων θηραμάτων ανά κυνηγετική ημέρα ή περίοδο: ~ του λαγού.|| Ημερήσια/μέση συνολική ~. Αύξηση/μείωση της ~ης της πέρδικας. Βλ. θήρα. 2. οικειοποίηση: ~ των εσόδων.|| (ΝΟΜ.) Δικαίωμα ~ώσεως ακινήτου/περιουσιακού στοιχείου. Πβ. εκμετάλλευση, νομή. Βλ. επικαρπία. ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή της αειφορίας των καρπώσεων: ΟΙΚΟΛ. δέσμη μέτρων που αποσκοπούν στη διατήρηση και βελτίωση της συνολικής παραγωγικής ικανότητας ενός (δασικού) οικοσυστήματος. [< αρχ. κάρπωσις ‘απόλαυση, όφελος’] | |
| 23164 | καρπωτής | καρ-πω-τής ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που καρπώνεται κάτι: ~ές των φόρων. Βλ. επι~. | |
| 23165 | κάρρο | βλ. κάρο | |
| 23166 | καρσί | καρ-σί επίρρ. (ιδιωμ.): αντίκρυ, απέναντι. [< τουρκ. karşι] | |
| 23167 | καρσιλαμάς | καρ-σι-λα-μάς ουσ. (αρσ.): αντικριστός ζευγαρωτός χορός μικρασιατικής προέλευσης, σε ρυθμό 9/8. Πβ. κοτσάκι. Βλ. ζεϊμπέκ-, χασάπ-ικο. [< τουρκ. karşιlama] | |
| 23168 | καρστ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΓΕΩΜΟΡΦ. κάθε γεωλογικός σχηματισμός (ρωγμές, καταβόθρες, σπήλαια με σταλακτίτες και σταλαγμίτες, φαράγγια) που έχει προκύψει από τη χημική αποσάθρωση ασβεστολιθικών πετρωμάτων, λόγω της διαβρωτικής δράσης του νερού: επιφανειακό/υπόγειο ~. Ανάπτυξη ~. Εκτενείς περιοχές/σύμπλεγμα ~. Βλ. φλύσχης. [< γερμ. Karst, γαλλ. karst, 1928] | |
| 23169 | καρστικοποίηση | καρ-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. σχηματισμός καρστ: ~ των ανθρακικών πετρωμάτων. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. karstification, 1958] | |
| 23170 | καρστικός | , ή, ό καρ-στι-κός επίθ.: ΓΕΩΜΟΡΦ. που σχετίζεται με το καρστ: ~ός: υδροφόρος ορίζοντας. ~ή: διάβρωση/λίμνη/υδρογεωλογία. ~ό: σύστημα. ~ές: μορφές (: καταβόθρες, σπήλαια, φαράγγια). ~ά: έγκοιλα. Υφάλμυρες ~ές πηγές. [< γαλλ. karstique, 1906] | |
| 23171 | καρτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρό, αγωνιστικό, κυρ. μονοθέσιο αυτοκίνητο: αγώνες/διεθνές τουρνουά/πίστα/πρωτάθλημα ~. [< αγγλ. go-kart, 1957] | |
| 23172 | καρτ ποστάλ | καρτ πο-στάλ ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} & καρτποστάλ: ταχυδρομική κάρτα, η οποία στην μπροστινή της όψη έχει φωτογραφία ή ζωγραφική απεικόνιση συνήθ. κάποιου από τα αξιοθέατα ενός τόπου, ενώ στην πίσω όψη χώρο για να γράψει ο αποστολέας τα στοιχεία του και σύντομο κείμενο στον παραλήπτη: συλλεκτικές/τουριστικές ~. ~ εποχής. Έκθεση ~. ~ από διάφορα μέρη του κόσμου/με θέμα τα ελληνικά νησιά. Κάνει συλλογή (από)/μαζεύει ~. Του έστειλε μια ~ απ' τις διακοπές.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Ηλεκτρονικές ~. [< γαλλ. carte postale] | |
| 23173 | κάρτα | κάρ-τα ουσ. (θηλ.) {καρτ-ών} 1. δελτίο από σκληρό χαρτί ή πλαστικό που φέρει συνήθ. τα στοιχεία του κατόχου του, πιστοποιώντας την ταυτότητά του ή παρέχοντάς του κάποιο δικαίωμα: διαφημιστική/εκπτωτική/επαγγελματική/ταξιδιωτική ~. Μειωμένη/μηνιαία/προσωποποιημένη ~ απεριορίστων διαδρομών για όλα τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (βλ. πάσο). Ευρωπαϊκή ~ ασφάλισης ασθένειας. Ισόβια/προσωρινή ~ αναπηρίας. ~ αλληλεγγύης/ανεργίας/αποδείξεων/εργασίας/σίτισης. ~ νέων. ~ες επισκεπτηρίου (= μπιλιέτα). Έκδοση ~ας. Σας αφήνω την ~ μου με το τηλέφωνο και τη διεύθυνσή μου. 2. (ειδικότ.) μικρό ορθογώνιο κομμάτι από πλαστικό, με μηχανικά αναγνώσιμα δεδομένα για ποικίλες χρήσεις: τραπεζική ~. Βλ. φορο~.|| ~ θορύβου (: για δίκυκλα και τρίκυκλα).|| (με προπληρωμένο χρόνο ομιλίας:) Τηλεφωνική ~. (για κινητό) ~ ανανέωσης (χρόνου ομιλίας). (συνεκδ.) Δεν έχω πολλή ~ (= δεν μου μένουν πολλές μονάδες). Υπόλοιπο ~ας. Πβ. τηλε~, χρονο~.|| ~ δώρου (= δωρο~· βλ. κουπόνι). Βλ. τσιπ. 3. (ειδικότ.) κομμάτι από χοντρό χαρτί, εικονογραφημένο και διπλωμένο στα δύο, που φέρει μήνυμα και αποστέλλεται ή δίνεται σε κάποιον, συνήθ. σε ειδικές περιστάσεις: αναμνηστική/εορταστική/ευχαριστήρια/ευχετήρια/πασχαλινή/ταχυδρομική (= καρτ ποστάλ)/χριστουγεννιάτικη ~. Ανθοδέσμη/δώρο με ~. Έλαβε ~ για τα γενέθλιά της (= ~ γενεθλίων)/τον καινούργιο χρόνο/ταχεία ανάρρωση.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Ηλεκτρονική ~. 4. ΠΛΗΡΟΦ. πλακέτα με αποθηκευμένες πληροφορίες ή ηλεκτρονικό κύκλωμα που εισάγεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, παρέχοντάς του πρόσθετες δυνατότητες: ~ βίντεο/δικτύου/ήχου/οθόνης. Ενσωματωμένη ~ ραδιοφώνου/τηλεόρασης. 5. τραπουλόχαρτο. ● Υποκ.: καρτούλα (η) & καρτάκι (το): κυρ. στη σημ. 3. ● ΣΥΜΠΛ.: κάρτα (ελέγχου) καυσαερίων: αυτή που πιστοποιεί ότι ένα όχημα εκπέμπει καυσαέρια που δεν υπερβαίνουν τα επιτρεπόμενα όρια., κάρτα SIM: ΤΕΧΝΟΛ. ειδική κάρτα με μικροεπεξεργαστή για αποθήκευση των στοιχείων αναγνώρισης του συνδρομητή και μνήμη για αποθήκευση μηνυμάτων και επαφών καθώς και για εκτέλεση ποικίλων άλλων εφαρμογών: ~ ~ κινητού. Πρόσβαση στην ~ ~ μέσω κωδικού PIN. [< αγγλ. Subscriber Identity Module (SIM) card, 1989] , κάρτα αναλήψεων/μετρητών: ΟΙΚΟΝ. που εκδίδεται από τράπεζα και επιτρέπει στον κάτοχό της κυρ. την ανάληψη χρημάτων από ΑΤΜ. Βλ. χρεωστική (κάρτα). [< αγγλ. cash card, 1967] , κάρτα διαρκείας: η οποία παρέχει για ορισμένη χρονική περίοδο ελεύθερη είσοδο σε αθλητικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις: ~ ~ για τα ματς του ... Διατίθενται/κυκλοφόρησαν οι ~ες ~. ΣΥΝ. εισιτήριο διαρκείας.|| ~ες ~ για το φεστιβάλ., κάρτα επέκτασης: ΠΛΗΡΟΦ. που μπορεί να προσαρμοστεί σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και να αυξήσει τις δυνατότητές του: ~ ~ μνήμης. ~ ~ που μετατρέπει αναλογικά σήματα σε ψηφιακή μορφή. [< αγγλ. expansion card, 1982] , κάρτα μέλους: που εξασφαλίζει στον κάτοχό της δικαίωμα πρόσβασης σε παρεχόμενες υπηρεσίες ή συμμετοχής σε δραστηριότητα: ~ ~ της βιβλιοθήκης/της λέσχης/του συλλόγου., κάρτα μνήμης: ΠΛΗΡΟΦ. εξωτερική κάρτα αποθήκευσης δεδομένων, μεγάλης συνήθ. χωρητικότητας: αφαιρούμενη/ψηφιακή ~ ~. ~ ~ κινητού τηλεφώνου/συσκευής. ~ ~ βίντεο/MP3/φωτογραφιών. Θύρα/υποδοχή για ~ ~. Πβ. μνήμη RAM.|| Εσωτερική ~ ~ (= ενσωματωμένη). Πβ. σκληρός δίσκος. [< αγγλ. memory card, 1974] , κάρτα-κλειδί: ηλεκτρονική κάρτα που λειτουργεί ως κλειδί για το άνοιγμα ή κλείσιμο πόρτας ή για την ενεργοποίηση και απενεργοποίηση συστημάτων, συσκευών και μηχανημάτων: μαγνητική ~ ~. ~ ~ ξενοδοχείου. [< αγγλ. key-card] , κίτρινη κάρτα: ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο κ. στο βόλεϊ) αυτή που δείχνει ο διαιτητής σε αθλητή ως ποινή για αρκετά σοβαρό (ή κατ' εξακολούθηση) παράπτωμα· η ίδια η απόφαση του διαιτητή και η ποινή στον αθλητή: Δέχτηκε/πήρε ~ ~ για αντιαθλητικό φάουλ/διαμαρτυρία/σκληρό μαρκάρισμα. Ο ποδοσφαιριστής τιμωρήθηκε με ~ ~, γιατί έπιασε την μπάλα με τα χέρια. Αποβλήθηκε με δεύτερη ~ ~.|| (μτφ.) ~ ~ έβγαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση στη χώρα λόγω καθυστέρησης στην εφαρμογή των μέτρων. [< αγγλ. yellow card, 1976] , κόκκινη κάρτα: ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) αυτή που δείχνει ο διαιτητής σε αθλητή ως ποινή για πολύ σοβαρό παράπτωμα και σημαίνει την αποβολή του αθλητή από τον συγκεκριμένο αγώνα και την απουσία του από ένα ή περισσότερα παιχνίδια της ομάδας του για την ίδια συνήθ. διοργάνωση· η ίδια η απόφαση του διαιτητή και η ποινή που επιβάλλει: ~ ~ για χτύπημα εκτός φάσης. Αποβολή με απευθείας ~ ~ (: δηλ. όχι με δύο κίτρινες). Ο ποδοσφαιριστής τιμωρήθηκε με/πήρε ~ ~.|| (μτφ.) Ο διευθυντής του έβγαλε ~ ~ (= τον απέλυσε). [< αγγλ. red card, 1976] , λευκή κάρτα: αυτή που χορηγεί το ελληνικό κράτος σε πρόσφυγες, μέχρι να ξεκινήσουν τη διαδικασία για τη λήψη της αντίστοιχης ροζ, για να εξασφαλίσουν την προσωρινή διαμονή τους στη χώρα., μαγνητική κάρτα: ΤΕΧΝΟΛ. κάθε πλαστική κάρτα με ενσωματωμένη μαγνητική ταινία που φέρει αποθηκευμένα προσωπικά ή άλλα δεδομένα: ~ ~ εισόδου/ελέγχου/πρόσβασης., μπλε κάρτα 1. επίσημη κάρτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία επιτρέπει σε εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό από τρίτες χώρες να εργάζεται νόμιμα και να διαμένει σε αυτή για δύο χρόνια με δυνατότητα ανανέωσης. Βλ. πράσινη κάρτα. 2. ΑΘΛ. διεθνές πιστοποιητικό μεταγραφής παίκτη σε ομάδα. [< 1: αγγλ. (EU) Blue Card, 2007] , πράσινη κάρτα 1. η οποία βεβαιώνει ότι ο κάτοχός της είναι αλλοδαπός μόνιμα εγκατεστημένος και νόμιμα εργαζόμενος σε μια χώρα· ειδικότ. κάρτα περιορισμένης χρονικής διάρκειας που χορηγεί το ελληνικό κράτος σε οικονομικούς μετανάστες: ~ ~ εργασίας/παραμονής. Απέκτησε την πολυπόθητη ~ ~. Βλ. ταυτότητα. 2. απαιτούμενο δικαιολογητικό για ταξίδι στο εξωτερικό με αυτοκίνητο, το οποίο παρέχει διεθνή ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση που ο οδηγός εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα: δελτίο αυτοκινητιστικής εξυπηρέτησης, διεθνές δίπλωμα οδήγησης, ~ ~, πολύπτυχο και σήμα εθνικότητας. Βλ. ΕΛΠΑ. [< 1: αμερικ. green card, 1969] , ροζ κάρτα: που χορηγείται από το ελληνικό κράτος στους αιτούντες πολιτικό άσυλο, παρέχοντάς τους το δικαίωμα προσωρινής παραμονής, έκδοσης άδειας εργασίας, δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και διαμονής σε κέντρα υποδοχής προσφύγων., κάρτα αναπηρίας βλ. αναπηρία, κάρτα γραφικών βλ. γραφικά, μητρική (κάρτα/πλακέτα) βλ. μητρικός1, πιστωτική (κάρτα) βλ. πιστωτικός, χρεωστική (κάρτα) βλ. χρεωστικός, χρυσή κάρτα βλ. χρυσός ● ΦΡ.: φάτσα κάρτα βλ. φάτσα, χτυπάω κάρτα βλ. χτυπώ [< 1-3: ιταλ. carta 4: αγγλ. (sound, memory) card] | |
| 23174 | καρταναγνώστης | καρ-τα-να-γνώ-στης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα αναγνώρισης, ανάγνωσης και κωδικοποίησης καρτών ασφαλείας, πολυμέσων ή μνήμης, για πρόσβαση σε δεδομένα ή επιβεβαίωση στοιχείων. [< αγγλ. card reader] | |
| 23175 | καρτέλ | καρ-τέλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. παράνομη σύμπραξη μεγάλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο, με σκοπό τη μείωση του μεταξύ τους ανταγωνισμού, μέσω της διαμόρφωσης ενιαίων τιμών στα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσφέρουν: το πετρελαϊκό ~. Τα διεθνή/τουριστικά/τραπεζικά ~. Το ~ γάλακτος/καυσίμων. Δημιουργία/σύσταση ~. Πβ. κοινοπραξία, κονσόρτσιουμ, τραστ. Βλ. ελεύθερη αγορά, Επιτροπή Ανταγωνισμού, συνασπισμός, συνεταιρισμός.|| Τα ~ (διακίνησης) ναρκωτικών. [< γερμ. Kartell, γαλλ. cartel, 1901] | |
| 23176 | καρτέλα | καρ-τέ-λα ουσ. (θηλ.) {καρτελ-ών}: κάρτα καταγραφής δεδομένων ή προσωπικών στοιχείων: ατομική/λογιστική ~. Διάτρητες ~ες. ~ αθλητή/ασθενούς (= φάκελος)/εγγραφής μέλους. (παλαιότ.) ~ες ενσήμων. ~ες με ονόματα. Ο πελάτης συμπληρώνει ειδική ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Άνοιγμα/εμφάνιση ~ας. Επιλέξτε την/κάντε κλικ στην ~ "για προχωρημένους". Διαχείριση των ~ών. Πβ. παράθυρο.|| (χάρτινη θήκη) Μια ~ αβγά. ● Υποκ.: καρτελάκι (το), καρτελίτσα (η) [< ιταλ. cartella] | |
| 23177 | κάρτερ | κάρ-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. το δοχείο όπου συσσωρεύονται τα λάδια αυτοκινήτου: αλουμινένιο/ξηρό ~. ~ κινητήρα. Ποδιά/τάπες ~. Πβ. ελαιολεκάνη. [< γαλλ. carter, αγγλ. ανθρ. J. Harisson Carter] | |
| 23178 | καρτέρι | καρ-τέ-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ενέδρα: Της φύλαγε ~ και της άρπαξε την τσάντα.|| (μτφ.) ~ θανάτου σε επιχειρηματία (: δολοφονική απόπειρα). Πβ. παραφύλαξη. 2. αντίστοιχη τεχνική κυνηγιού ή υποβρύχιου ψαρέματος· το μέρος όπου παραφυλάει ο κυνηγός ή ο ψαράς: ~ια τσίχλας. Βλ. παγάνα.|| Βαθύ/ρηχό/στατικό/συρτό ~ για λαβράκια. ● ΦΡ.: στήνω ενέδρα/καρτέρι/παγίδα βλ. στήνω [< μεσν. καρτέρι] | |
| 23179 | καρτερία | καρ-τε-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υπομονή που επιδεικνύει κάποιος σε αρνητικές ή επώδυνες καταστάσεις: ψυχική ~. ~ στην αρρώστια/στον πόνο. Αντοχή/δύναμη/θάρρος και ~. (για πρόσ.) Σύμβολο/υπόδειγμα ~ας. Αντιμετώπισε/υπέμεινε με θαυμαστή ~ (= καρτερικά) τις δοκιμασίες. Πβ. εγκαρτέρηση, στωικότητα. ΣΥΝ. καρτερικότητα [< αρχ. καρτερία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ