Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [23940-23960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23180καρτερικός, ή, ό καρ-τε-ρι-κός επίθ.: που δείχνει καρτερία: ~ή: αναμονή. Με ~ό ύφος.|| (για πρόσ.) Παραμένει ήρεμος και ~ παρά τις δυσκολίες. Πβ. υπομονετικός. ● επίρρ.: καρτερικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: με καρτερία: Υπομένουν ~ τη μοίρα τους. Περίμενε ~ να έρθει η σειρά του. Πβ. αγόγγυστα, αδιαμαρτύρητα, στωικά, υπομονετικά. ΑΝΤ. ανυπόμονα [< αρχ. καρτερικός]
23181καρτερικότητακαρ-τε-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καρτερία. Βλ. -ότητα.
23182καρτερώ[καρτερῶ] καρ-τε-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καρτερ-είς κ. -άς ... | -ώντας} (συνήθ. λογοτ.): περιμένω καρτερικά και συνήθ. για μεγάλο χρονικό διάστημα να συμβεί κάτι που επιθυμώ πολύ: ~ούν να επιστρέψουν στην πατρίδα/για τον γυρισμό. Σε ~ούσα μια ολάκερη ζωή! Πβ. ανα-, προσ-μένω. ● ΦΡ.: κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει βλ. κάλλιο [< αρχ. καρτερῶ]
23183καρτεσιανισμόςκαρ-τε-σι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΦΙΛΟΣ. η θεωρία του Γάλλου μαθηματικού και φιλοσόφου Καρτέσιου, με την οποία εισήγαγε τη ριζική αμφιβολία στην προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας. Πβ. σκεπτικισμός. Βλ. ορθολογισμός, -ισμός. [< γαλλ. cartésianisme]
23184καρτεσιανός, ή, ό καρ-τε-σι-α-νός επίθ.: που σχετίζεται με τον Γάλλο φιλόσοφο Καρτέσιο και τις θεωρίες του: (ΦΙΛΟΣ.) ~ός: δυϊσμός (: διαχωρισμός σώματος-ψυχής)/ορθολογισμός. ~ή: αμφιβολία/λογική.|| (ΜΑΘ.) ~ή: εξίσωση/γεωμετρία. ~ό: γινόμενο. ~οί: τανυστές. ~ό (: ορθογώνιο) σύστημα συντεταγμένων. ● Ουσ.: Καρτεσιανοί (οι): οπαδοί του καρτεσιανισμού. [< γαλλ. cartésien]
23185κάρτοκάρ-το ουσ. (ουδ.) {μόνο στην ονομαστ. κ. αιτ. εν.} (παλαιότ.): ΜΕΤΡΟΛ. το ένα τέταρτο μιας μονάδας· συνεκδ. ξύλινο δοχείο μέτρησης, αντίστοιχης χωρητικότητας: ένα ~ λάδι. ΣΥΝ. κουάρτο (1) [< ιταλ. quarto
23186καρτοδέκτηςκαρ-το-δέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός σε κοινόχρηστη συσκευή, ο οποίος τίθεται σε λειτουργία ύστερα από την εισαγωγή μαγνητικής κάρτας σε ειδική υποδοχή (σχισμή): τηλέφωνο (= καρτοτηλέφωνο)/φωτοτυπικό με ~η. Βλ. κερματοδέκτης. [< αγγλ. card receiver]
23187καρτοκινητόκαρ-το-κι-νη-τό ουσ. (ουδ.): ΤΗΛΕΠ. κινητό που λειτουργεί με χρονοκάρτα: ανανέωση χρόνου ομιλίας ~ού. Μετατροπή ~ού σε συμβόλαιο/σύνδεση. Εθνική περιαγωγή και σε ~ά. Βλ. καρτοσυμβόλαιο.
23188καρτοκινητός, ή, ό καρ-το-κι-νη-τός επίθ.: ΤΗΛΕΠ. που σχετίζεται με τα καρτοκινητά: ~ή: σύνδεση (= αλά καρτ).|| (ως ουσ.) Εταιρείες/πακέτα/συνδρομητές ~ής (ενν. τηλεφωνίας).
23189καρτολίνακαρ-το-λί-να ουσ. (θηλ.): κάρτα κυρ. για προώθηση προϊόντων ή προβολή γεγονότων: διαφημιστικές ~ες. Βλ. αφίσα. [< ιταλ. cartolina]
23190καρτολίνοκαρ-το-λί-νο ουσ. (ουδ.): κάρτα, συνήθ. με ζωγραφικό έργο: ~ σπουδής για ζωγραφική με λάδι και ακρυλικό. [< ιταλ. cartolino]
23191καρτοσυμβόλαιοκαρ-το-συμ-βό-λαι-ο ουσ. (ουδ.): συμβόλαιο για καρτοκινητό: οικονομικά ~α.
23192καρτοτηλέφωνοκαρ-το-τη-λέ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. κοινόχρηστη τηλεφωνική συσκευή που λειτουργεί με τηλεκάρτα: δημόσια ~α. Θάλαμος με ~. Βλ. καρτοδέκτης. [< αγγλ. cardphone, 1978]
23193καρτούνκαρ-τούν ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} ΚΙΝΗΜ.-ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.: ήρωας κινουμένων σχεδίων ή κόμικς· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη σειρά ή ταινία: αστεία ~. Βλ. Μίκυ Μάους, σούπερμαν.|| Ψηφιακά ~. Χαρακτήρες ~. [< αγγλ. cartoon]
23194καρτουνίσταςκαρ-του-νί-στας ουσ. (αρσ.): σχεδιαστής καρτούν. Βλ. γελοιο-, εικονο-, σκιτσο-γράφος, κομίστας, -ίστας. [< αγγλ. cartoonist]
23195καρτουνίστικος, η, ο καρ-του-νί-στι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τα καρτούν ή που έχει τα χαρακτηριστικά τους: ~ος: χαρακτήρας. ~η: φιγούρα. ~α: γραφικά.|| (για ηθοποιό) Παίζει με ~ο τρόπο. Πβ. αστείος, κωμικός. Βλ. -ίστικος. [< αγγλ. cartoonish]
23196καρτούτσο[καρτοῦτσο] καρ-τού-τσο ουσ. (ουδ.) & κατρούτσο (παλαιότ.-λαϊκό): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης υγρών, ίση με 460 γραμμάρια· συνεκδ. δοχείο αντίστοιχης χωρητικότητας: ένα ~ κρασί. [< ιταλ. quartuccio, βεν. quartuzzo]
23197καρτποστάλβλ. καρτ ποστάλ
23198ΚαρυάτιδαΚα-ρυ-ά-τι-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) Καρυάτις {-ιδος} 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. {συνήθ. στον πληθ.} άγαλμα κόρης που υποκαθιστά κίονα ή υποστύλωμα (παραστάδα ή πεσσό). Βλ. άτλας, πρόσταση. 2. (μετωνυμ.) γυναίκα με ωραίο παράστημα. [< μτγν. Καρυᾶτις, γαλλ. cariatide , αγγλ. caryatid, γερμ. Karyatide]
23199καρύδακα-ρύ-δα ουσ. (θηλ.) & ινδική καρύδα: καρπός του κοκοφοίνικα με σκληρό ξυλώδες περίβλημα, εδώδιμη λευκή σάρκα και υπόλευκο υγρό που χρησιμοποιείται ευρύτατα στην ζαχαροπλαστική και την κοσμετολογία: το νερό της ~ας. Ρόφημα ~ας. Γάλα ~ας (: από ανάμειξη της ψίχας της με ζεστό νερό).|| (ΖΑΧΑΡ., με αναφορά στην τριμμένη ψίχα της) Κέικ με ~. Παγωτό ~. (συνεκδ.) ~ες (: τα αντίστοιχα γλυκίσματα).|| Λάδι ~ας (: αιθέριο έλαιο). Αφρόλουτρο με άρωμα ~ας. ΣΥΝ. ινδοκάρυδο [< πβ. μεσν. καρύδα 'καρύδι', γαλλ. noix de coco]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.