Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23940-23960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23189καρτολίνακαρ-το-λί-να ουσ. (θηλ.): κάρτα κυρ. για προώθηση προϊόντων ή προβολή γεγονότων: διαφημιστικές ~ες. Βλ. αφίσα. [< ιταλ. cartolina]
23190καρτολίνοκαρ-το-λί-νο ουσ. (ουδ.): κάρτα, συνήθ. με ζωγραφικό έργο: ~ σπουδής για ζωγραφική με λάδι και ακρυλικό. [< ιταλ. cartolino]
23191καρτοσυμβόλαιοκαρ-το-συμ-βό-λαι-ο ουσ. (ουδ.): συμβόλαιο για καρτοκινητό: οικονομικά ~α.
23192καρτοτηλέφωνοκαρ-το-τη-λέ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. κοινόχρηστη τηλεφωνική συσκευή που λειτουργεί με τηλεκάρτα: δημόσια ~α. Θάλαμος με ~. Βλ. καρτοδέκτης. [< αγγλ. cardphone, 1978]
23193καρτούνκαρ-τούν ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} ΚΙΝΗΜ.-ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.: ήρωας κινουμένων σχεδίων ή κόμικς· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη σειρά ή ταινία: αστεία ~. Βλ. Μίκυ Μάους, σούπερμαν.|| Ψηφιακά ~. Χαρακτήρες ~. [< αγγλ. cartoon]
23194καρτουνίσταςκαρ-του-νί-στας ουσ. (αρσ.): σχεδιαστής καρτούν. Βλ. γελοιο-, εικονο-, σκιτσο-γράφος, κομίστας, -ίστας. [< αγγλ. cartoonist]
23195καρτουνίστικος, η, ο καρ-του-νί-στι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τα καρτούν ή που έχει τα χαρακτηριστικά τους: ~ος: χαρακτήρας. ~η: φιγούρα. ~α: γραφικά.|| (για ηθοποιό) Παίζει με ~ο τρόπο. Πβ. αστείος, κωμικός. Βλ. -ίστικος. [< αγγλ. cartoonish]
23196καρτούτσο[καρτοῦτσο] καρ-τού-τσο ουσ. (ουδ.) & κατρούτσο (παλαιότ.-λαϊκό): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης υγρών, ίση με 460 γραμμάρια· συνεκδ. δοχείο αντίστοιχης χωρητικότητας: ένα ~ κρασί. [< ιταλ. quartuccio, βεν. quartuzzo]
23197καρτποστάλβλ. καρτ ποστάλ
23198ΚαρυάτιδαΚα-ρυ-ά-τι-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) Καρυάτις {-ιδος} 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. {συνήθ. στον πληθ.} άγαλμα κόρης που υποκαθιστά κίονα ή υποστύλωμα (παραστάδα ή πεσσό). Βλ. άτλας, πρόσταση. 2. (μετωνυμ.) γυναίκα με ωραίο παράστημα. [< μτγν. Καρυᾶτις, γαλλ. cariatide , αγγλ. caryatid, γερμ. Karyatide]
23199καρύδακα-ρύ-δα ουσ. (θηλ.) & ινδική καρύδα: καρπός του κοκοφοίνικα με σκληρό ξυλώδες περίβλημα, εδώδιμη λευκή σάρκα και υπόλευκο υγρό που χρησιμοποιείται ευρύτατα στην ζαχαροπλαστική και την κοσμετολογία: το νερό της ~ας. Ρόφημα ~ας. Γάλα ~ας (: από ανάμειξη της ψίχας της με ζεστό νερό).|| (ΖΑΧΑΡ., με αναφορά στην τριμμένη ψίχα της) Κέικ με ~. Παγωτό ~. (συνεκδ.) ~ες (: τα αντίστοιχα γλυκίσματα).|| Λάδι ~ας (: αιθέριο έλαιο). Αφρόλουτρο με άρωμα ~ας. ΣΥΝ. ινδοκάρυδο [< πβ. μεσν. καρύδα 'καρύδι', γαλλ. noix de coco]
23200καρυδάκικα-ρυ-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΖΑΧΑΡ. γλυκό του κουταλιού που παρασκευάζεται από άγουρα καρύδια. 2. ΤΕΧΝΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} εργαλείο για (ξε)βίδωμα: εξάγωνα/μαγνητικά/σπαστά ~ια. ~ια για βίδες. ~ια αέρος. Σετ ~ια. Βλ. καστάνια, κατσαβίδι, κλειδί. 3. (υποκ.) μικρό καρύδι.
23201καρυδάτος, η, ο [καρυδᾶτος] κα-ρυ-δά-τος επίθ. ΖΑΧΑΡ.-ΜΑΓΕΙΡ.: παρασκευασμένος με καρυδόψιχα: ~ος: μπακλαβάς.|| (ως ουσ.) Σπιτικό ~ο (ενν. γλυκό). Βλ. -άτος. [< μεσν. καρυδάτον]
23202καρυδέλαιοκα-ρυ-δέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): έλαιο που εξάγεται από την καρυδόψιχα: κρέμα σώματος/σαπούνι με ~. Βλ. -έλαιο. [< μεσν. καρυέλαιον]
23203καρυδένιος, ια, ιο κα-ρυ-δέ-νιος επίθ.: κατασκευασμένος από ξύλο καρυδιάς: ~ια: έπιπλα. Βλ. -ένιος. [< μεσν. καρυδένιος]
23204καρύδικα-ρύ-δι ουσ. (ουδ.) {καρυδ-ιού | -ιών} 1. ο σφαιροειδής καρπός της καρυδιάς, ο οποίος αποτελείται από πράσινο περικάρπιο, που σπάει κατά την ωρίμανση, και σκληρό κέλυφος με εδώδιμα σπέρματα· (κυρ. συνεκδ.) καρυδόψιχα: αμύγδαλα και ~ια. Σπάω ~ια (βλ. καρυοθραύστης). Βλ. μοσχοκάρυδο, ξηροί καρποί, πεκάν.|| (ΖΑΧΑΡ.-ΜΑΓΕΙΡ.) Αλεσμένα/καβουρδισμένα/κοπανισμένα/τριμμένα/(χοντρο/ψιλο)κομμένα ~ια. Γλυκό-~ (= καρυδάκι). Μπακλαβάς/σοκολατάκια με ~ια (βλ. καρυδάτος). Γιαούρτι με μέλι και ~ια. Σαλάτα με ~ια. ΣΥΝ. κάρυο (2) 2. (προφ.) το μήλο του Αδάμ. ● ΣΥΜΠΛ.: κούφια καρύδια (μτφ.-προφ.): αερολογίες., σκληρό καρύδι (μτφ.): πρόσωπο που δύσκολα κάμπτεται ή υποχωρεί. ● ΦΡ.: σπάει καρύδια (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί αρνητική ιδιότητα στον μέγιστο βαθμό: Η ηλιθιότητά/ημιμάθειά του ~ ~., κάθε καρυδιάς καρύδι βλ. καρυδιά [< μεσν. καρύδι]
23205καρυδίκα-ρυ-δί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το καφέ χρώμα του ξύλου της καρυδιάς.
23206καρυδιάκα-ρυ-διά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μεγάλο φυλλοβόλο δέντρο των εύκρατων περιοχών (επιστ. ονομασ. Juglans regia), που καλλιεργείται για τον εδώδιμο καρπό του (καρύδι) και την εξαιρετικής ποιότητας ξυλεία του· (κυρ. συνεκδ.) το ξύλο του: δάσος με ~ιές.|| Γραφείο/κρεβατοκάμαρα/τραπέζι από (μασίφ) ~. Βλ. βελανιδιά, κερασιά, οξιά. ● ΦΡ.: κάθε καρυδιάς καρύδι (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): άνθρωποι όλων των ειδών, ιδ. χαμηλού επιπέδου: Κάνει παρέα με ~ ~.
23207καρυδόπιτακα-ρυ-δό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. σιροπιαστό γλυκό ταψιού που γίνεται με καρυδόψιχα: ~ με παγωτό/σιμιγδάλι/σοκολάτα. Βλ. -πιτα.
23208καρυδότσουφλοκα-ρυ-δό-τσου-φλο ουσ. (ουδ.): το περίβλημα του καρυδιού. Κυρ. στη ● ΦΡ.: σαν καρυδότσουφλο (προφ.): για πλεούμενο που κουνιέται πολύ από τον αέρα και τα κύματα: Η βάρκα πήγαινε πέρα-δώθε ~ ~. [< μεσν. καρυδότσουφλον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.