| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23200 | καρυδάκι | κα-ρυ-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΖΑΧΑΡ. γλυκό του κουταλιού που παρασκευάζεται από άγουρα καρύδια. 2. ΤΕΧΝΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} εργαλείο για (ξε)βίδωμα: εξάγωνα/μαγνητικά/σπαστά ~ια. ~ια για βίδες. ~ια αέρος. Σετ ~ια. Βλ. καστάνια, κατσαβίδι, κλειδί. 3. (υποκ.) μικρό καρύδι. | |
| 23201 | καρυδάτος | , η, ο [καρυδᾶτος] κα-ρυ-δά-τος επίθ. ΖΑΧΑΡ.-ΜΑΓΕΙΡ.: παρασκευασμένος με καρυδόψιχα: ~ος: μπακλαβάς.|| (ως ουσ.) Σπιτικό ~ο (ενν. γλυκό). Βλ. -άτος. [< μεσν. καρυδάτον] | |
| 23202 | καρυδέλαιο | κα-ρυ-δέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): έλαιο που εξάγεται από την καρυδόψιχα: κρέμα σώματος/σαπούνι με ~. Βλ. -έλαιο. [< μεσν. καρυέλαιον] | |
| 23203 | καρυδένιος | , ια, ιο κα-ρυ-δέ-νιος επίθ.: κατασκευασμένος από ξύλο καρυδιάς: ~ια: έπιπλα. Βλ. -ένιος. [< μεσν. καρυδένιος] | |
| 23204 | καρύδι | κα-ρύ-δι ουσ. (ουδ.) {καρυδ-ιού | -ιών} 1. ο σφαιροειδής καρπός της καρυδιάς, ο οποίος αποτελείται από πράσινο περικάρπιο, που σπάει κατά την ωρίμανση, και σκληρό κέλυφος με εδώδιμα σπέρματα· (κυρ. συνεκδ.) καρυδόψιχα: αμύγδαλα και ~ια. Σπάω ~ια (βλ. καρυοθραύστης). Βλ. μοσχοκάρυδο, ξηροί καρποί, πεκάν.|| (ΖΑΧΑΡ.-ΜΑΓΕΙΡ.) Αλεσμένα/καβουρδισμένα/κοπανισμένα/τριμμένα/(χοντρο/ψιλο)κομμένα ~ια. Γλυκό-~ (= καρυδάκι). Μπακλαβάς/σοκολατάκια με ~ια (βλ. καρυδάτος). Γιαούρτι με μέλι και ~ια. Σαλάτα με ~ια. ΣΥΝ. κάρυο (2) 2. (προφ.) το μήλο του Αδάμ. ● ΣΥΜΠΛ.: κούφια καρύδια (μτφ.-προφ.): αερολογίες., σκληρό καρύδι (μτφ.): πρόσωπο που δύσκολα κάμπτεται ή υποχωρεί. ● ΦΡ.: σπάει καρύδια (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί αρνητική ιδιότητα στον μέγιστο βαθμό: Η ηλιθιότητά/ημιμάθειά του ~ ~., κάθε καρυδιάς καρύδι βλ. καρυδιά [< μεσν. καρύδι] | |
| 23205 | καρυδί | κα-ρυ-δί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το καφέ χρώμα του ξύλου της καρυδιάς. | |
| 23206 | καρυδιά | κα-ρυ-διά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μεγάλο φυλλοβόλο δέντρο των εύκρατων περιοχών (επιστ. ονομασ. Juglans regia), που καλλιεργείται για τον εδώδιμο καρπό του (καρύδι) και την εξαιρετικής ποιότητας ξυλεία του· (κυρ. συνεκδ.) το ξύλο του: δάσος με ~ιές.|| Γραφείο/κρεβατοκάμαρα/τραπέζι από (μασίφ) ~. Βλ. βελανιδιά, κερασιά, οξιά. ● ΦΡ.: κάθε καρυδιάς καρύδι (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): άνθρωποι όλων των ειδών, ιδ. χαμηλού επιπέδου: Κάνει παρέα με ~ ~. | |
| 23207 | καρυδόπιτα | κα-ρυ-δό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. σιροπιαστό γλυκό ταψιού που γίνεται με καρυδόψιχα: ~ με παγωτό/σιμιγδάλι/σοκολάτα. Βλ. -πιτα. | |
| 23208 | καρυδότσουφλο | κα-ρυ-δό-τσου-φλο ουσ. (ουδ.): το περίβλημα του καρυδιού. Κυρ. στη ● ΦΡ.: σαν καρυδότσουφλο (προφ.): για πλεούμενο που κουνιέται πολύ από τον αέρα και τα κύματα: Η βάρκα πήγαινε πέρα-δώθε ~ ~. [< μεσν. καρυδότσουφλον] | |
| 23209 | καρυδόψιχα | κα-ρυ-δό-ψι-χα ουσ. (θηλ.) ΖΑΧΑΡ.-ΜΑΓΕΙΡ.: ψίχα καρυδιού: αλεσμένη/τριμμένη/(χοντρο)κοπανισμένη/ψιλοκομμένη ~. Βλ. αμυγδαλόψιχα. | |
| 23210 | καρυδώνω | κα-ρυ-δώ-νω ρ. (μτβ.) {καρύδω-σα, καρυδώ-σω} (προφ.-απειλητ.): πνίγω, στραγγαλίζω: Αν το ξανακάνει, θα τον ~σω! Όποιος σε πειράξει, τον ~σα! [< μεσν. καρυδώ 'ευνουχίζω άλογο'] | |
| 23211 | καρύκευμα | κα-ρύ-κευ-μα ουσ. (ουδ.) {καρυκεύμ-ατος | -ατα, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κάθε φυσική ουσία ή μείγμα, που προστίθεται στο φαγητό (ή το γλυκό) σε μικρές ποσότητες, για να δώσει άρωμα, να ενισχύσει τη γεύση του ή/και σπανιότ. να του δώσει χρώμα: εξωτικά/πικάντικα (βλ. ταμπάσκο) ~ατα. Τα μπαχαρικά και τα μυρωδικά χρησιμοποιούνται ως ~ατα. Βλ. γαρίφαλο, κάρδαμο, κολίανδρος, μάραθο, μπούκοβο, ρίγανη.|| (μτφ.) Το ~ (= αλατοπίπερο, νοστιμιά) της ζωής. ΣΥΝ. άρτυμα (1) [< μτγν. καρύκευμα ‘σάλτσα’] | |
| 23212 | καρύκευση | κα-ρύ-κευ-ση ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. η ενέργεια του καρυκεύω. Βλ. αρωματισμός. [< μεσν. καρύκευσις] | |
| 23213 | καρυκεύω | κα-ρυ-κεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καρύκευ-σα, καρυκεύ-εται, -τεί, -μένος} 1. ΜΑΓΕΙΡ. προσθέτω καρυκεύματα στο φαγητό ή το κάνω πιο νόστιμο, του δίνω άρωμα: κοτόπουλο ~μένο με αλατοπίπερο. Πβ. αρταίνω, αρωματίζω, νοστιμεύω. 2. (μτφ.) διανθίζω, στολίζω: αφήγηση ~μένη με συναρπαστικές λεπτομέρειες. [< μτγν. καρυκεύω ‘μαγειρεύω με σάλτσα, προετοιμάζω με φροντίδα (για αφηγήσεις)’] | |
| 23214 | κάρυο | κά-ρυ-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. κάθε καρπός που αποτελείται από ξυλώδες περίβλημα και εδώδιμη ψίχα. Βλ. αμύγδαλο, βελανίδι, κάστανο, φουντούκι. 2. (επιστ.) καρύδι. [< αρχ. κάρυον] | |
| 23215 | καρυοθραύστης | κα-ρυ-ο-θραύ-στης ουσ. (αρσ.) 1. μικρό εργαλείο που μοιάζει με πένσα και χρησιμοποιείται για το σπάσιμο του σκληρού περιβλήματος των καρυδιών και άλλων ξηρών καρπών. 2. ΟΡΝΙΘ. πουλί (επιστ. ονομασ. Nucifraga caryocatactes) που έχει σκούρο καστανό τρίχωμα με άσπρα στίγματα, μαύρες φτερούγες και μακρύ ράμφος. [< 1: γαλλ. casse-noisette] | |
| 23216 | καρυότυπος | κα-ρυ-ό-τυ-πος ουσ. (αρσ.) : ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η χρωμοσωμική σύσταση ενός ατόμου· ειδικότ. μικροφωτογραφία των χρωμοσωμάτων ενός ατόμου ανά ζεύγη σύμφωνα με το μέγεθος και τη μορφολογία τους, στην οποία διαφαίνεται η σύνθεσή τους καθώς και κάθε πιθανή ανωμαλία του αριθμού ή της δομής τους: φυσιολογικός ~ άρρενος/θήλεος. ~ εμβρύου/μυελού των οστών. Εξέταση ~ου (: για τη μεταγεννητική διάγνωση γενετικών νοσημάτων, π.χ. συνδρόμου ντάουν). Βλ. κυτταρογενετική, φαινότυπος, -τυπος1. [< αγγλ. karyotype, 1929, γαλλ. caryotype, 1961] | |
| 23217 | καρυόφυλλο | κα-ρυ-ό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαρίφαλο (ως καρύκευμα). ΣΥΝ. μοσχοκάρφι [< μτγν. καρυόφυλλον] | |
| 23218 | καρφί | καρ-φί ουσ. (ουδ.) {καρφ-ιού | -ιών} 1. εξάρτημα, συνήθ. μεταλλικό, σε σχήμα μικρής ράβδου, συχνά με επίπεδη στρογγυλή κεφαλή και αιχμηρή άκρη, που χρησιμοποιείται ως συνδετικό υλικό δύο επιφανειών ή για το κρέμασμα ενός αντικειμένου· κατ' επέκτ. καθετί με παρόμοιο σχήμα: σκουριασμένο/χοντρό ~. Ξύλινα/σιδερένια ~ιά. ~ με γάντζο/κρίκο. Η μύτη του ~ιού. Σανίδες ενωμένες με ~ιά. Βάζω ένα ~ στον τοίχο με σφυρί (βλ. καρφώνω). Βγάζω το ~ με λοστό/τανάλια. ΣΥΝ. ήλος. Πβ. πρόκα. Βλ. βίδα, καβίλια, καρφοβελόνα, μπετονόκαρφο, πινέζα, πριτσίνι, τζινέτι.|| Ελαστικά/(αθλητικά/ορειβατικά) παπούτσια με ~ιά (= τάπες). (ΜΑΓΕΙΡ.-ΖΑΧΑΡ.) ~ιά γαρίφαλο (βλ. μοσχοκάρφι). (ΙΑΤΡ., ορθοπαιδικό υλικό για την αντιμετώπιση καταγμάτων:) Έχει ~ιά στα πόδια (βλ. λάμα). 2. (μτφ.) οτιδήποτε ενοχλεί πάρα πολύ ή πληγώνει κάποιον: ~ στην καρδιά. 3. (μτφ.-προφ.-μειωτ.) καταδότης: Δεν τον εμπιστεύομαι, είναι μεγάλο ~. Πβ. προδότης, σπιούνος, χαφιές.|| (οικ.) Τι ~ που είσαι! Πβ. μαρτυριάρης. 4. (μτφ.-προφ.) υπονοούμενο: Πβ. ταβανόπροκα. ΣΥΝ. καρφωτή (2), μπηχτή, σπόντα (1), υπαινιγμός 5. ΑΘΛ. (συνήθ. στο βόλεϊ κ. στο τένις) δυνατό ευθύβολο χτύπημα της μπάλας, με κατεύθυνση προς το τερέν του αντιπάλου· συνεκδ. η αντίστοιχη ικανότητα παίκτη. Βλ. κάρφωμα, σερβίς.|| Έχει πολύ δυνατό ~. ● Υποκ.: καρφάκι (το): στη σημ. 1: (μτφ.) μαλλιά ~ια. ● Μεγεθ.: καρφάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: καρφιά ρόκα βλ. ρόκα1 ● ΦΡ.: δεν μου καίγεται καρφί & καρφί/καρφάκι δεν μου καίγεται: (προφ.) δεν μ' ενδιαφέρει καθόλου, αδιαφορώ πλήρως: Ας κάνει ό,τι θέλει· ~ ~! ~ ~ τι λένε οι άλλοι για μένα! ~ ~ γι' αυτόν πια! Πβ. ζαμανφού. ΣΥΝ. (δεν μου κάνει) ούτε κρύο ούτε ζέστη, είχα μια φαγούρα/καούρα/σκοτούρα/καΐλα, σκασίλα μου/είχα μια σκασίλα, το ίδιο είναι/(μου) κάνει, καρφί (ως επίρρ., μτφ.-προφ.): κατευθείαν: Πάμε ~ (= καρφωτοί) για πρωτιά! Πβ. ντουγρού., καρφί στο μάτι: αιτία φθόνου ή πρόξενος προβλημάτων. Πβ. αγκάθι., μια στο καρφί (και) μια στο πέταλο: εναλλαγή επίκρισης και επαίνου: Βαράει/χτυπάει ~ ~. Βλ. καρότο και μαστίγιο., αφήνω/πετάω/ρίχνω σπόντες/μπηχτές/καρφιά βλ. σπόντα, κάθομαι (πάνω) σε/σ' αναμμένα κάρβουνα βλ. κάρβουνο, τα κάνω γυαλιά καρφιά/λίμπα/λαμπόγυαλο/μπίλιες βλ. γυαλί, το τελευταίο καρφί στο φέρετρο βλ. φέρετρο [< μεσν. καρφί(ν) 5: αγγλ. smash] | |
| 23219 | καρφίδα | καρ-φί-δα ουσ. (θηλ.): μικρό καρφί: (στην οδοντιατρική:) ~ες οδοντίνης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ