Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23960-23980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23209καρυδόψιχακα-ρυ-δό-ψι-χα ουσ. (θηλ.) ΖΑΧΑΡ.-ΜΑΓΕΙΡ.: ψίχα καρυδιού: αλεσμένη/τριμμένη/(χοντρο)κοπανισμένη/ψιλοκομμένη ~. Βλ. αμυγδαλόψιχα.
23210καρυδώνωκα-ρυ-δώ-νω ρ. (μτβ.) {καρύδω-σα, καρυδώ-σω} (προφ.-απειλητ.): πνίγω, στραγγαλίζω: Αν το ξανακάνει, θα τον ~σω! Όποιος σε πειράξει, τον ~σα! [< μεσν. καρυδώ 'ευνουχίζω άλογο']
23211καρύκευμακα-ρύ-κευ-μα ουσ. (ουδ.) {καρυκεύμ-ατος | -ατα, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κάθε φυσική ουσία ή μείγμα, που προστίθεται στο φαγητό (ή το γλυκό) σε μικρές ποσότητες, για να δώσει άρωμα, να ενισχύσει τη γεύση του ή/και σπανιότ. να του δώσει χρώμα: εξωτικά/πικάντικα (βλ. ταμπάσκο) ~ατα. Τα μπαχαρικά και τα μυρωδικά χρησιμοποιούνται ως ~ατα. Βλ. γαρίφαλο, κάρδαμο, κολίανδρος, μάραθο, μπούκοβο, ρίγανη.|| (μτφ.) Το ~ (= αλατοπίπερο, νοστιμιά) της ζωής. ΣΥΝ. άρτυμα (1) [< μτγν. καρύκευμα ‘σάλτσα’]
23212καρύκευσηκα-ρύ-κευ-ση ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. η ενέργεια του καρυκεύω. Βλ. αρωματισμός. [< μεσν. καρύκευσις]
23213καρυκεύωκα-ρυ-κεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καρύκευ-σα, καρυκεύ-εται, -τεί, -μένος} 1. ΜΑΓΕΙΡ. προσθέτω καρυκεύματα στο φαγητό ή το κάνω πιο νόστιμο, του δίνω άρωμα: κοτόπουλο ~μένο με αλατοπίπερο. Πβ. αρταίνω, αρωματίζω, νοστιμεύω. 2. (μτφ.) διανθίζω, στολίζω: αφήγηση ~μένη με συναρπαστικές λεπτομέρειες. [< μτγν. καρυκεύω ‘μαγειρεύω με σάλτσα, προετοιμάζω με φροντίδα (για αφηγήσεις)’]
23214κάρυοκά-ρυ-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. κάθε καρπός που αποτελείται από ξυλώδες περίβλημα και εδώδιμη ψίχα. Βλ. αμύγδαλο, βελανίδι, κάστανο, φουντούκι. 2. (επιστ.) καρύδι. [< αρχ. κάρυον]
23215καρυοθραύστηςκα-ρυ-ο-θραύ-στης ουσ. (αρσ.) 1. μικρό εργαλείο που μοιάζει με πένσα και χρησιμοποιείται για το σπάσιμο του σκληρού περιβλήματος των καρυδιών και άλλων ξηρών καρπών. 2. ΟΡΝΙΘ. πουλί (επιστ. ονομασ. Nucifraga caryocatactes) που έχει σκούρο καστανό τρίχωμα με άσπρα στίγματα, μαύρες φτερούγες και μακρύ ράμφος. [< 1: γαλλ. casse-noisette]
23216καρυότυποςκα-ρυ-ό-τυ-πος ουσ. (αρσ.) : ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η χρωμοσωμική σύσταση ενός ατόμου· ειδικότ. μικροφωτογραφία των χρωμοσωμάτων ενός ατόμου ανά ζεύγη σύμφωνα με το μέγεθος και τη μορφολογία τους, στην οποία διαφαίνεται η σύνθεσή τους καθώς και κάθε πιθανή ανωμαλία του αριθμού ή της δομής τους: φυσιολογικός ~ άρρενος/θήλεος. ~ εμβρύου/μυελού των οστών. Εξέταση ~ου (: για τη μεταγεννητική διάγνωση γενετικών νοσημάτων, π.χ. συνδρόμου ντάουν). Βλ. κυτταρογενετική, φαινότυπος, -τυπος1. [< αγγλ. karyotype, 1929, γαλλ. caryotype, 1961]
23217καρυόφυλλοκα-ρυ-ό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαρίφαλο (ως καρύκευμα). ΣΥΝ. μοσχοκάρφι [< μτγν. καρυόφυλλον]
23218καρφίκαρ-φί ουσ. (ουδ.) {καρφ-ιού | -ιών} 1. εξάρτημα, συνήθ. μεταλλικό, σε σχήμα μικρής ράβδου, συχνά με επίπεδη στρογγυλή κεφαλή και αιχμηρή άκρη, που χρησιμοποιείται ως συνδετικό υλικό δύο επιφανειών ή για το κρέμασμα ενός αντικειμένου· κατ' επέκτ. καθετί με παρόμοιο σχήμα: σκουριασμένο/χοντρό ~. Ξύλινα/σιδερένια ~ιά. ~ με γάντζο/κρίκο. Η μύτη του ~ιού. Σανίδες ενωμένες με ~ιά. Βάζω ένα ~ στον τοίχο με σφυρί (βλ. καρφώνω). Βγάζω το ~ με λοστό/τανάλια. ΣΥΝ. ήλος. Πβ. πρόκα. Βλ. βίδα, καβίλια, καρφοβελόνα, μπετονόκαρφο, πινέζα, πριτσίνι, τζινέτι.|| Ελαστικά/(αθλητικά/ορειβατικά) παπούτσια με ~ιά (= τάπες). (ΜΑΓΕΙΡ.-ΖΑΧΑΡ.) ~ιά γαρίφαλο (βλ. μοσχοκάρφι). (ΙΑΤΡ., ορθοπαιδικό υλικό για την αντιμετώπιση καταγμάτων:) Έχει ~ιά στα πόδια (βλ. λάμα). 2. (μτφ.) οτιδήποτε ενοχλεί πάρα πολύ ή πληγώνει κάποιον: ~ στην καρδιά. 3. (μτφ.-προφ.-μειωτ.) καταδότης: Δεν τον εμπιστεύομαι, είναι μεγάλο ~. Πβ. προδότης, σπιούνος, χαφιές.|| (οικ.) Τι ~ που είσαι! Πβ. μαρτυριάρης. 4. (μτφ.-προφ.) υπονοούμενο: Πβ. ταβανόπροκα. ΣΥΝ. καρφωτή (2), μπηχτή, σπόντα (1), υπαινιγμός 5. ΑΘΛ. (συνήθ. στο βόλεϊ κ. στο τένις) δυνατό ευθύβολο χτύπημα της μπάλας, με κατεύθυνση προς το τερέν του αντιπάλου· συνεκδ. η αντίστοιχη ικανότητα παίκτη. Βλ. κάρφωμα, σερβίς.|| Έχει πολύ δυνατό ~. ● Υποκ.: καρφάκι (το): στη σημ. 1: (μτφ.) μαλλιά ~ια. ● Μεγεθ.: καρφάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: καρφιά ρόκα βλ. ρόκα1 ● ΦΡ.: δεν μου καίγεται καρφί & καρφί/καρφάκι δεν μου καίγεται: (προφ.) δεν μ' ενδιαφέρει καθόλου, αδιαφορώ πλήρως: Ας κάνει ό,τι θέλει· ~ ~! ~ ~ τι λένε οι άλλοι για μένα! ~ ~ γι' αυτόν πια! Πβ. ζαμανφού. ΣΥΝ. (δεν μου κάνει) ούτε κρύο ούτε ζέστη, είχα μια φαγούρα/καούρα/σκοτούρα/καΐλα, σκασίλα μου/είχα μια σκασίλα, το ίδιο είναι/(μου) κάνει, καρφί (ως επίρρ., μτφ.-προφ.): κατευθείαν: Πάμε ~ (= καρφωτοί) για πρωτιά! Πβ. ντουγρού., καρφί στο μάτι: αιτία φθόνου ή πρόξενος προβλημάτων. Πβ. αγκάθι., μια στο καρφί (και) μια στο πέταλο: εναλλαγή επίκρισης και επαίνου: Βαράει/χτυπάει ~ ~. Βλ. καρότο και μαστίγιο., αφήνω/πετάω/ρίχνω σπόντες/μπηχτές/καρφιά βλ. σπόντα, κάθομαι (πάνω) σε/σ' αναμμένα κάρβουνα βλ. κάρβουνο, τα κάνω γυαλιά καρφιά/λίμπα/λαμπόγυαλο/μπίλιες βλ. γυαλί, το τελευταίο καρφί στο φέρετρο βλ. φέρετρο [< μεσν. καρφί(ν) 5: αγγλ. smash]
23219καρφίδακαρ-φί-δα ουσ. (θηλ.): μικρό καρφί: (στην οδοντιατρική:) ~ες οδοντίνης.
23220καρφίτσακαρ-φί-τσα ουσ. (θηλ.) {καρφιτσ-ών} 1. κόσμημα, συνήθ. γυναικείο, στην πίσω πλευρά του οποίου υπάρχει μικρή παραμάνα για να στερεώνεται: ασημένια ~. ~ πέτου. Βλ. περόνη, πόρπη.|| ~ γραβάτας.|| Συλλεκτικές ~ες των Ολυμπιακών Αγώνων. Πβ. κονκάρδα. 2. μικρό, λεπτό και στενόμακρο μεταλλικό αντικείμενο, με σφαιρικό το ένα του άκρο και αιχμηρό το άλλο, που χρησιμοποιείται για να συνδέει ή να συγκρατεί πρόχειρα κυρ. υφάσματα ή χαρτιά: το κεφάλι της ~ας. Μαξιλαράκι για ~ες (= πελότα). Έπιασε το παντελόνι/τη φούστα με ~ες (: για να το/την κοντύνει). ● Υποκ.: καρφιτσούλα (η) ● ΦΡ.: δεν πέφτει καρφίτσα & δεν πέφτει βελόνα (προφ.-επιτατ.): για χώρο που είναι ασφυκτικά γεμάτος: Δεν έπεφτε ~ στην αίθουσα.
23221καρφίτσωμακαρ-φί-τσω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του καρφιτσώνω: ~ του προγράμματος στον πίνακα ανακοινώσεων.
23222καρφιτσώνωκαρ-φι-τσώ-νω ρ. (μτβ.) {καρφίτσω-σα, καρφιτσώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, καρφιτσών-οντας}: στερεώνω ή συνδέω κάτι, συνήθ. με καρφίτσα: Τα αποτελέσματα ~θηκαν στον πίνακα ανακοινώσεων. Λουλούδι ~μένο στο πέτο. Μετάλλια ~μένα στο στήθος.
23223καρφοβελόνακαρ-φο-βε-λό-να ουσ. (θηλ.): λεπτό σιδερένιο καρφί που χρησιμοποιείται σε ξυλουργικές και οικοδομικές εργασίες. Πβ. πρόκα. [< μεσν. καρφοβελόνι]
23224κάρφωμακάρ-φω-μα ουσ. (ουδ.) {καρφώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καρφώνω: ~ καμβά σε ξύλινο πλαίσιο. Πιστόλι ~ατος. Πβ. ήλωση, πριτσίνωμα. Βλ. βίδωμα, τρύπημα. ΑΝΤ. ξεκάρφωμα (2) 2. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) κατακόρυφη ρίψη της μπάλας, με δύναμη, στο καλάθι των αντιπάλων· (κατ' επέκτ., σπανιότ. σε άλλα αθλήματα) δυνατό κοντινό σουτ προς την αντίπαλη περιοχή ή εστία: ανάποδο/εντυπωσιακό/θεαματικό ~. ~ στον αιφνιδιασμό. ~ και φάουλ. Με φόλοου ~. Διαγωνισμός ~άτων.|| (στο βόλεϊ) ~ στο τερέν. Βλ. καρφί.|| (στο ποδόσφαιρο) ~ στα δίχτυα. 3. (μτφ.-προφ.) αποκάλυψη, κατάδοση: πισώπλατο ~. Εσωκομματικά/συναδελφικά ~ατα. Πβ. μαχαίρωμα, ρουφιανιά, σπιουνιά, χαφιεδισμός. Βλ. αλληλοκαρφώματα. ΣΥΝ. καρφωτή (1) 4. (σπανιότ.-μτφ.) επίμονο και σταθερό, συνήθ. ερωτικό βλέμμα: ~ με τα μάτια. 5. (μτφ.) ακινητοποίηση: ~ στο κρεβάτι για μήνες. ΣΥΝ. καθήλωση [< μεσν. κάρφωμα 2: αμερικ. slamdunk, 1976, 5: γαλλ. clouage]
23225καρφώνωκαρ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {κάρφω-σα, καρφώ-σει, -θηκε, -θεί, καρφών-οντας, καρφω-μένος} 1. τοποθετώ καρφί σε μια επιφάνεια· στερεώνω κάτι με καρφιά: ~σε την πρόκα στον τοίχο/στο ξύλο.|| ~σε το κασόνι/παράθυρο. Βλ. βιδώνω, τρυπώ. ΑΝΤ. ξεκαρφώνω 2. (κατ' επέκτ.) μπήγω: ~σε τον πάσσαλο στο χώμα.|| Του ~σε μια μαχαιριά στο στομάχι. Η σφαίρα τού ~θηκε στο στήθος. Το αυτοκίνητο ~θηκε (: έπεσε, προσέκρουσε) με δύναμη στην κολόνα. 3. ΑΘΛ. στέλνω από μικρή απόσταση και με δύναμη την μπάλα στο καλάθι, την περιοχή ή την εστία των αντιπάλων: (στο μπάσκετ) ~σε ανάποδα/με το ένα χέρι.|| (στο βόλεϊ) ~ει στο μπλοκ των αντιπάλων/στο τερέν.|| (στο ποδόσφαιρο) ~σε την μπάλα στα δίχτυα. 4. (μτφ.) κοιτάζω έντονα, επίμονα ή με μεγάλο ενδιαφέρον και προσοχή: Την ~νε με το βλέμμα/τα μάτια του. ~μένος στην τηλεόραση (= απορροφημένος, προσηλωμένος). Τα μάτια του ήταν ~μένα στο ρολόι. 5. (μτφ.-προφ.) καταδίδω, μαρτυρώ, προδίδω: Τους ~σε στην Αστυνομία. ~σε (= αποκάλυψε) το μυστικό/σχέδιο. Πρόσεξε τι θα πεις, μην ~θούμε! 6. (μτφ.) ακινητοποιώ: ~μένος στη θέση του/στην καρέκλα. Πβ. κοκαλώνω, μαρμαρώνω. ΣΥΝ. καθηλώνω (1) ● ΦΡ.: μου την καρφώνει {συνήθ. στον αόρ.} (προφ.): μου γεννιέται ξαφνικά μια έντονη σκέψη ή επιθυμία για κάτι: Έτσι μου την ~σε και/να ... ΣΥΝ. μου καπνίζει, μου τη βιδώνει (1), μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι βλ. μυαλό [< μεσν. καρφώνω 3: αγγλ. slam, 1959, 6: γαλλ. clouer]
23226καρφωτικός, ή, ό καρ-φω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που χρησιμοποιείται για κάρφωμα: ~ό: πιστόλι. ~ές: μηχανές (για συσκευασίες). ● Ουσ.: καρφωτικό (το): ενν. εργαλείο: ηλεκτρικό ~. ~ μπαταρίας/χειρός. ~ πρόκας. Βλ. συρραπτικό. [< αγγλ. riveting]
23227καρφωτός, ή, ό καρ-φω-τός επίθ. (προφ.) 1. που στερεώνεται με καρφιά: ~ό: δάπεδο. ~ά: κεραμίδια. Βλ. βιδω-, κολλη-, περασ-τός, ξεκάρφωτος. 2. (μτφ.) κατευθείαν: Ερχόταν ~ καταπάνω μου.|| Πάνε ~οί (= καρφί, ντουγρού) για την κορυφή. 3. ΑΘΛ. (για ρίψη της μπάλας) δυνατός, συνήθ. κατακόρυφος και από κοντινή απόσταση: Με ~ή κεφαλιά πέτυχε το 2-0. 4. (μτφ.) που αποκαλύφθηκε, μαρτυρήθηκε, προδόθηκε: Η υπόθεση πήγε ~ή. 5. (μτφ.) έντονος, επίμονος, σταθερός: Μου έριχνε ~ές ματιές. 6. (μτφ., σε προγνωστικά π.χ. ποδοσφαίρου) εντελώς σίγουρος: ~ό: διπλό. ● Ουσ.: καρφωτή (η) (σπάν.-προφ.) 1. αποκάλυψη, κατάδοση: ~ στην Ασφάλεια. ΣΥΝ. κάρφωμα (3) 2. υπονοούμενο. ΣΥΝ. καρφί (4), μπηχτή, σπόντα (1) ● επίρρ.: καρφωτά [< μεσν. καρφωτός]
23228καρχαρίαςκαρ-χα-ρί-ας ουσ. (αρσ.) {καρχαρι-ών} 1. ΙΧΘΥΟΛ. κοινή ονομασία αρπακτικών ψαριών (π.χ. γένη Carcharias, Carcharodon) με χόνδρινο σκελετό, μακρόστενο δυνατό σώμα, συνήθ. σταχτί στη ράχη και καστανό-λευκό στην κοιλιά, βραγχιακές σχισμές σε κάθε πλευρό του, πελώριο κεφάλι με μεγάλο στόμα στο κάτω μέρος του ρύγχους, δύο-τρεις σειρές τριγωνικών και πριονωτών δοντιών σε κάθε σαγόνι και πτερύγια: γαλάζιος (ή μπλε)/κίτρινος/λευκός ~. ~-αλεπού/τίγρης. ~ βάρους πέντε τόνων/μήκους δύο μέτρων. Τα σαγόνια του ~α. Δέρμα/λάδι (: παράγεται από το λίπος του και χρησιμοποιείται στη βυρσοδεψία) ~α. ~ες-δολοφόνοι. Ο ~ έχει πολύ αναπτυγμένη όσφρηση. Βλ. γαλέος, ζύγαινα, λάμια, σαλάχι, σκυλόψαρο, σφύρνα, φαλαινο~, χονδριχθύες. 2. (μτφ.) πρόσωπο άπληστο, σκληρό και αδίστακτο στις οικονομικές συναλλαγές του: οι ~ες (= τα αρπακτικά) της αγοράς. Δανειολήπτες-~ες. Βλ. μεγαλο~. [< 1: αρχ. καρχαρίας 2: γαλλ. requin]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.