| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1406 | αίνος | [αἶνος] αί-νος ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): εγκώμιο, ύμνος, λόγος που αποδίδει τιμή και δόξα (συνήθ. στον Θεό). ● αίνοι (οι): ΕΚΚΛΗΣ. οι δοξαστικοί ψαλμοί του Δαβίδ, οι τρεις τελευταίοι που ψάλλονται στο τέλος του όρθρου: στιχηρά/τροπάρια των ~ων. [< αρχ. αἶνος] | |
| 1407 | αϊνσταΐνιο | [ἀινσταΐνιο] α-ϊν-στα-ΐ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Es, Z 99), που ανήκει στη σειρά των ακτινίδων: Το ~ προκύπτει συχνά από τον βομβαρδισμό πλουτωνίου με νετρόνια. [< αγγλ. einsteinium, 1955] | |
| 1408 | άιντε | βλ. άντε | |
| 1410 | αινώ | [αἰνῶ] αι-νώ ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.): ΕΚΚΛΗΣ. εξυμνώ, δοξολογώ: ~είτε τον Κύριον. [< αρχ. αἰνῶ] | |
| 1412 | αιολικός1 | , ή, ό [αἰολικός] αι-ο-λι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο αρχαίο φύλο των Αιολέων ή στην Αιολίδα, περιοχή εγκατάστασης των Αιολέων, η οποία αποτελείται από τα νησιά του ΒΑ Αιγαίου και τα απέναντι μικρασιατικά παράλια: ~ή: διάλεκτος. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ό: κιονόκρανο (: αποτελείται από δύο αντιθετικές έλικες, ανάμεσα στις οποίες φύεται ανθέμιο). [< αρχ. αἰολικός] | |
| 1413 | αιολικός2 | , ή, ό [αἰολικός] αι-ο-λι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον άνεμο και ειδικότ. την ενέργειά του: ~ή: δύναμη.|| ~ή: ισχύς. ~ό: δυναμικό/ρεύμα. ~ές: γεωμορφές.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ός: χάρτης. ~ό: κλίμα. 2. που λειτουργεί με την ενέργεια του ανέμου ή συντελεί στην παραγωγή της: ~ή: αντλία/βιομηχανία/γεννήτρια (= ανεμογεννήτρια)/τεχνολογία. ~ό: εργοστάσιο/σύστημα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (βλ. φωτοβολταïκός)/χωριό. ~οί: συλλέκτες. ~ές: μονάδες/τουρμπίνες. 3. που προκαλείται από τον άνεμο ή οφείλεται σε αυτόν: (ΓΕΩΛ.) ~ή: άμμος (: που μεταφέρθηκε από τον άνεμο)/λείανση. ~ές: αποθέσεις. ~ά: ιζήματα/πετρώματα. ● ΣΥΜΠΛ.: αιολική διάβρωση/αποσάθρωση: ΓΕΩΛ. φθορά των πετρωμάτων που προξενείται από την κίνηση του αέρα: Μέτρα προστασίας εδαφών από την υδατική και ~ ~., αιολική ενέργεια: ΦΥΣ. που προέρχεται από τη μετακίνηση αέριων μαζών της ατμόσφαιρας και μετατρέπεται σε ηλεκτρική με ανεμογεννήτριες: Η ~ ~ αποτελεί ανανεώσιμη πηγή ενέργειας., αιολικό πάρκο: ΤΕΧΝΟΛ. μεγάλη έκταση με συστοιχία ανεμογεννητριών για την αξιοποίηση της αιολικής ενέργειας: ~ ~ στη θάλασσα. Ηλεκτροπαραγωγή από ~ά ~α., αιολικός σταθμός: ΤΕΧΝΟΛ. εγκαταστάσεις παραγωγής αιολικής ενέργειας: ~ ~ ισχύος ... ΜW. ΑΝΤ. συμβατικός σταθμός. [< γαλλ. éolien, αγγλ. eolic, aeolian] | |
| 1414 | αιολοδωρικός | , ή, ό [αἰολοδωρικός] αι-ο-λο-δω-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αιολοδωρική θεωρία: ΓΛΩΣΣ. θεωρία του 18ου και 19ου αι. σύμφωνα με την οποία η Νέα Ελληνική προήλθε από την αρχαία αιολική και δωρική διάλεκτο. | |
| 1415 | αίολος | , η, ο (εσφαλμ.) βλ. έωλος | |
| 1416 | Αίολος | [Αἴολος] Α-ί-ο-λος ουσ. (αρσ.): ΜΥΘ. ο θεός των ανέμων. Κυρ. στη ● ΦΡ.: ανοίγει τους ασκούς/τον ασκό του Αιόλου βλ. ασκός [< αρχ. Αἴολος] | |
| 1419 | άιπαντ | [ἄιπαντ] ά-ι-παντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & άι-παντ & iPad: ΤΕΧΝΟΛ. σύγχρονος υπολογιστής τσέπης με οθόνη αφής. Βλ. άιποντ. [< αγγλ. iPad, 2010] | |
| 1420 | άιποντ | [ἄιποντ] ά-ι-ποντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & άι-ποντ & iPod: ΤΕΧΝΟΛ. φορητή ψηφιακή συσκευή αναπαραγωγής πολυμέσων. Βλ. γουόκμαν, άιπαντ, άιφον, εμ-πι-θρι. [< αγγλ. iPod, 2001] | |
| 1421 | αϊράνι | βλ. αριάνι | |
| 1422 | αίρεση | [αἵρεση] αί-ρε-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -έσεως | -έσεις, -έσεων} 1. ΘΡΗΣΚ. διδαχή ή πεποίθηση που αποκλίνει από το επίσημο δόγμα και καταδικάζεται ως πλάνη· οι οπαδοί της και κατ' επέκτ. κάθε αντίληψη που έρχεται σε σύγκρουση με καθιερωμένες ιδεολογίες: ισλαμική/χριστιανική ~ (π.χ. αρειαν-, μονοφυσιτ-ισμός). Μυήθηκε στην ~ του ... Γνωστικές ~έσεις. Βλ. καλβιν-, λουθηραν-, μορμον-, προτεσταντ-ισμός.|| Κυνήγι των ~έσεων (= των αιρετικών).|| Επιστημονική/ιατρική/ιδεολογική/φιλοσοφική ~. Βλ. αποστασία, αφορισμός, ετεροδοξία, καθαίρεση, σέχτα, σχίσμα. 2. ΝΟΜ. όρος σε δικαιοπραξία, σύμφωνα με τον οποίο η ενέργειά της εξαρτάται από ένα μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός. Βλ. αν~, εξ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αναβλητική αίρεση: ΝΟΜ. ρητός ή σιωπηρός όρος, ο οποίος εξαρτά την ενεργοποίηση των αποτελεσμάτων της από μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός: Η μεταβίβαση τελεί υπό ~ ~., διαλυτική αίρεση: ΝΟΜ. όρος σύμφωνα με τον οποίο τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας παράγονται αμέσως, ανατρέπονται όμως και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση σε περίπτωση που συμβεί κάτι απρόβλεπτο: Με την παραίτηση του εργαζομένου, πληρούται η ~ ~ υπό την οποία τελεί η σύμβαση εργασίας. ● ΦΡ.: υπό αίρεση & (λόγ.) υπό αίρεσιν: με επιφύλαξη, σε εκκρεμότητα, σε καθεστώς αβεβαιότητας: Η προσφορά/συμφωνία είναι ~ ~. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς στις δασικές περιοχές τίθεται ~ ~ (= υπό αμφισβήτηση, υπό συζήτηση)., υπό την αίρεση (+ ότι/γεν.) (επιστ.): υπό την προϋπόθεση, υπό τον όρο: Η προκήρυξη ισχύει ~ ~ ότι ... Η παρούσα συμφωνία τελεί ~ ~ της έγκρισης της συγχώνευσης. [< 1: μτγν. αἵρεσις, γαλλ. hérésie 2: γαλλ. option] | |
| 1423 | αιρεσιάρχης | [αἱρεσιάρχης] αι-ρε-σι-άρ-χης ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. ιδρυτής ή αρχηγός θρησκευτικής κυρ. αίρεσης. Βλ. -άρχης. [< μτγν. αἱρεσιάρχης, γαλλ. hérésiarque] | |
| 1424 | αιρεσιμότητα | [αἱρεσιμότητα] αι-ρε-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. παροχή, χορήγηση συνήθ. χρημάτων ή προνομίων που γίνεται υπό όρους: πολιτική ~. Η αρχή της ~ας. Ρήτρα ~ας. [< γαλλ. conditionnalité, αγγλ. conditionality] | |
| 1425 | αιρετικός | , ή, ό [αἱρετικός] αι-ρε-τι-κός επίθ./ουσ. 1. ΘΡΗΣΚ. που ανήκει σε ή σχετίζεται με θρησκευτική αίρεση: ~ό: βιβλίο/δόγμα. ~ή: διδασκαλία. Πβ. σχισματικός.|| (ως ουσ.) Διωγμοί των ~ών. 2. που αποκλίνει έντονα από την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων: ~ός: λόγος/φιλόσοφος. ~ή: άποψη/θεωρία. ~ό: έργο/πνεύμα. Αντισυμβατικός/ριζοσπαστικός και ~ καλλιτέχνης.|| (ως ουσ.) Οι ~οί του κόμματος. Βλ. αν~, εξ~. ● επίρρ.: αιρετικά & (λόγ.) -ώς [ῶς] [< πβ. μτγν. αἱρετικός ‘φατριαστικός’] | |
| 1426 | αιρετικότητα | [αἱρετικότητα] αι-ρε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αιρετικού: ~ των απόψεων. Πβ. σεχταρισμός. Βλ. εξ~, -ότητα. | |
| 1427 | αιρετός | , ή, ό [αἱρετός] αι-ρε-τός επίθ. (επίσ.): που έχει εκλεγεί ή είναι δυνατόν να εκλεγεί με ψηφοφορία: ~ός: άρχοντας/δήμαρχος/εκπρόσωπος/περιφερειάρχης. ~ή: διοίκηση (ΑΝΤ. διορισμένη). ~ό: συμβούλιο. ~ά: μέλη (ΑΝΤ. κληρωτά).|| (κατ' επέκτ.) ~ή: θέση. ~ό: αξίωμα. Πβ. εκλέξιμος, εκλόγιμος. ● Ουσ.: αιρετός, αιρετή (ο/η): εκλεγμένο μέλος συλλογικού οργάνου: Οι ~οί (εκπρόσωποι) των δασκάλων/των καθηγητών. [< αρχ. αἱρετός ‘επιλεγμένος’] | |
| 1428 | αιρκοντίσιον | [αἰρκοντίσιον] αιρ-κο-ντί-σι-ον ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) ερκοντίσιον: συσκευή κλιματισμού, κλιματιστικό (μηχάνημα). [< αγγλ. air-conditioner, 1933] | |
| 1429 | αίρμπας & αιρμπάς | [αἴρμπας] αίρ-μπας ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) έρμπας: ΑΕΡΟΝ. τύπος υποηχητικών επιβατικών αεροσκαφών για ταξίδια μικρών, μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων, προϊόν της ομώνυμης αεροναυπηγικής εταιρείας. Βλ. τζάμπο-τζετ. [< αγγλ. airbus, 1945, γαλλ. ~, 1966] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ