| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23228 | καρχαρίας | καρ-χα-ρί-ας ουσ. (αρσ.) {καρχαρι-ών} 1. ΙΧΘΥΟΛ. κοινή ονομασία αρπακτικών ψαριών (π.χ. γένη Carcharias, Carcharodon) με χόνδρινο σκελετό, μακρόστενο δυνατό σώμα, συνήθ. σταχτί στη ράχη και καστανό-λευκό στην κοιλιά, βραγχιακές σχισμές σε κάθε πλευρό του, πελώριο κεφάλι με μεγάλο στόμα στο κάτω μέρος του ρύγχους, δύο-τρεις σειρές τριγωνικών και πριονωτών δοντιών σε κάθε σαγόνι και πτερύγια: γαλάζιος (ή μπλε)/κίτρινος/λευκός ~. ~-αλεπού/τίγρης. ~ βάρους πέντε τόνων/μήκους δύο μέτρων. Τα σαγόνια του ~α. Δέρμα/λάδι (: παράγεται από το λίπος του και χρησιμοποιείται στη βυρσοδεψία) ~α. ~ες-δολοφόνοι. Ο ~ έχει πολύ αναπτυγμένη όσφρηση. Βλ. γαλέος, ζύγαινα, λάμια, σαλάχι, σκυλόψαρο, σφύρνα, φαλαινο~, χονδριχθύες. 2. (μτφ.) πρόσωπο άπληστο, σκληρό και αδίστακτο στις οικονομικές συναλλαγές του: οι ~ες (= τα αρπακτικά) της αγοράς. Δανειολήπτες-~ες. Βλ. μεγαλο~. [< 1: αρχ. καρχαρίας 2: γαλλ. requin] | |
| 23229 | καρχαριοειδή | [καρχαριοειδῆ] καρ-χα-ρι-ο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΙΧΘΥΟΛ. μεγάλη οικογένεια ψαριών (Carcharhinidae), στην οποία ανήκουν οι καρχαρίες. | |
| 23230 | καρχηδονιακός | , ή, ό καρ-χη-δο-νι-α-κός επίθ. & καρχηδονικός: ΙΣΤ. που σχετίζεται με την αρχαία Καρχηδόνα ή/και τους Καρχηδόνιους: οι ~οί πόλεμοι. [< μτγν. Kαρχηδονιακός] | |
| 23231 | καρωτίδα | κα-ρω-τί-δα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. καθεμία από τις δύο μεγάλες αρτηρίες στον λαιμό που τροφοδοτούν με αίμα το κεφάλι: αριστερή/δεξιά (κοινή) ~ (: καθεμιά τους διαιρείται σε έξω και έσω ~). Στένωση ~ας (: λόγω αθηροσκλήρωσης). Τρίπλεξ ~ων. Βλ. σφαγίτιδα.|| Του έκοψε την ~. [< μτγν. καρωτίς, γαλλ. carotide, αγγλ. carotid, γερμ. Karotis] | |
| 23232 | καρωτιδικός | , ή, ό κα-ρω-τι-δι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την καρωτίδα: ~ή: αρτηρία/νόσος/στένωση. Ψηλαφητός ~ σφυγμός (βλ. κερκιδικός). Σύνδρομο υπερευαίσθητου (ενν. στην πίεση του αίματος) ~ού κόλπου (: αιτία συγκοπής). Βλ. αορτικός, αρτηριακός. [< γαλλ. carotidien, αγγλ. carotidal, carotidean] | |
| 23233 | ΚΑΣ | (το): Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. | |
| 23234 | κας | επίρρ. {άκλ.} (προφ.): τοις μετρητοίς. [< αγγλ. cash, γαλλ. ~, 1916] | |
| 23235 | κάσα | κά-σα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) φέρετρο. Πβ. κιβούρι. 2. πλαίσιο κυρ. πόρτας ή παραθύρου: μεταλλική/ξύλινη ~. ΣΥΝ. τελάρο. Πβ. κάσωμα, κούφωμα. Βλ. ανω-, κατω-κάσι, περβάζι, σκελετός, ψευτόκασα.|| Ρολόι χειρός με ατσάλινη/τετράγωνη ~ (= καντράν). 3. κασόνι. 4. ΜΟΥΣ. μπάσο τύμπανο. Βλ. γκραν~. 5. (σε χαρτοπαίγνιο) το συνολικό χρηματικό ποσό που έχει συγκεντρωθεί, σε κάθε παρτίδα, στο κέντρο του τραπεζιού. Βλ. καπίκι. ΣΥΝ. μάνα (2), μπάνκα (2) [< ιταλ. cassa] | |
| 23236 | κασάσα | κα-σά-σα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. βραζιλιάνικο λευκό ρούμι που παράγεται από ζαχαροκάλαμο. Βλ. βότκα, ουίσκι, τεκίλα. [< αγγλ.-γαλλ. cachaça] | |
| 23237 | κασάτο | κα-σά-το ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. τυποποιημένο παγωτό σε ορθογώνια κυρ. φόρμα με ζαχαρωμένα φρούτα: ~, κυπελλάκι, χωνάκι ή οικογενειακό. [< ιταλ. cassata, 1905, γαλλ. cassate, περ. 1950] | |
| 23238 | κασέ | κα-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (προφ.) αμοιβή καλλιτέχνη ή αθλητή: παίκτης/σταρ με πολύ μεγάλο/υψηλό ~. Το (ετήσιο) ~ του αγγίζει τα/ανέρχεται στα ... χιλιάδες ευρώ. Αυξήθηκε το ~ της. Έχει υψηλό/χαμηλό ~. Η τελευταία κινηματογραφική της επιτυχία ανέβασε το ~ της στα ύψη. Αναγκάστηκε να ρίξει το ~ του. 2. ΤΥΠΟΓΡ. λεπτομερές προσχέδιο εντύπου με όλες τις απαραίτητες οδηγίες για τη σελιδοποίησή του (π.χ. αρίθμηση, γραμματοσειρά, περιθώρια): υπεύθυνος ~. Σχεδιασμός ~ βιβλίου από γραφίστα. Βλ. μακέτα. [< γαλλ. cachet] | |
| 23239 | κασέλα | κα-σέ-λα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): μπαούλο, σεντούκι: ζωγραφιστή/σκαλιστή ~. Ναυτικές ~ες. ~ με κεντήματα/κοσμήματα. Βλ. λάρνακα.|| Ποτά σε ξύλινη ~. [< μεσν. κασέλα < βεν. cassela] | |
| 23240 | κασελάκι | κα-σε-λά-κι ουσ. (ουδ.): μικρό, συνήθ. φορητό κιβώτιο διαφόρων χρήσεων· μπαουλάκι: διακοσμητικό ~.|| Το ~ του λούστρου/ψαρά (βλ. εργαλειοθήκη). | |
| 23241 | κασέρι | κα-σέ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ελληνικό παραδοσιακό ημίσκληρο τυρί χωρίς τρύπες, ανοιχτού κίτρινου χρώματος, συνήθ. επιτραπέζιο, το οποίο παρασκευάζεται από πρόβειο (και ελάχιστο κατσικίσιο) γάλα: καπνιστό/λιωμένο/τριμμένο ~. ~ σαγανάκι. Κεφάλι/φέτες ~. Μπιφτέκι γεμιστό/τοστ με ~. Βλ. γκούντα, ένταμ, κασκαβάλι, κεφαλο-γραβιέρα, -τύρι. Βλ. ΠΟΠ. ● Υποκ.: κασεράκι (το) [< βλάχικο caşere, τουρκ. kaşer] | |
| 23242 | κασερόπιτα | κα-σε-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με βασικό συστατικό το κασέρι. Βλ. -πιτα. ● Υποκ.: κασεροπιτάκι (το) | |
| 23243 | κασέτα | κα-σέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. παλαιότ.) ορθογώνια πλαστική θήκη, μικρή και κλειστή, μέσα στην οποία υπάρχουν δύο μπομπίνες με περιστρεφόμενη μαγνητική ταινία, για εγγραφή και αναπαραγωγή εικόνας και ήχου: άγραφη/άδεια/ηχογραφημένη/ψηφιακή ~. ~ βιντεοκάμερας/μαγνητοφώνου. Έβαλε μια ~ με τραγούδια στο κασετόφωνο. Βλ. βιντεο~, μικρο~. 2. (κατ' επέκτ.) πλαστική θήκη αντίστοιχου σχήματος: (για εκτυπωτή:) ~ μελανιού (: έγχρωμη/μαύρη ~)/(τροφοδοσίας) χαρτιού (: ~ ... φύλλων). Βλ. -έτα. ● Υποκ.: κασετούλα (η) [< αγγλ. cassette, 1960, γαλλ. ~, περ. 1960] | |
| 23244 | κασετίνα | κα-σε-τί-να ουσ. (θηλ.) 1. θήκη για είδη γραφικής ύλης, π.χ. μολύβια, στιλό, γόμα, ξύστρα, χάρακα: διαφανής/πλαστική/σχολική ~. ~ με φερμουάρ. ~ με μαρκαδόρους. Βλ. σάκα. 2. μικρό κουτί που περιέχει συνήθ. ομοειδή αντικείμενα και χρησιμοποιείται για τη φύλαξη και μεταφορά τους: βελούδινη/δερμάτινη/ξύλινη ~. ~ με είδη μακιγιάζ (βλ. νεσεσέρ)/μάρκες πόκερ/πούρα/σοκολατάκια. ~ εργαλείων (βλ. κιτ). Έξι σιντί που κυκλοφορούν σε συλλεκτική/χρυσή ~. || ~ με τριαντάφυλλα. [< ιταλ. cassettina] | |
| 23245 | κασετόφωνο | κα-σε-τό-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου} (παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. μαγνητόφωνο που λειτουργεί με κασέτα: διπλό/στερεοφωνικό/φορητό/ψηφιακό ~. Το ~ του αυτοκινήτου. ~ εγγραφής. Συνέντευξη με ~ (= δημοσιογραφικό ~). Πβ. ραδιο~. Βλ. άι-ποντ, εμ-πι-θρι, σιντί. ● Υποκ.: κασετοφωνάκι (το) [< αγγλ. cassette player/recorder, 1967] | |
| 23246 | κασίδα | κα-σί-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. αλωπεκία. 2. κεφάλι. [< μεσν. κασίδα] | |
| 23247 | κασίδης | κα-σί-δης ουσ. (αρσ.) & κασιδιάρης (λαϊκό-συνήθ. μειωτ.): άνδρας που έχει αλωπεκία· φαλακρός. Κυρ. στη ● ΦΡ.: στου κασίδη/κασιδιάρη το κεφάλι: για άπειρο ή αρχάριο που οι προσπάθειές του έχουν συνήθ. αρνητικές επιπτώσεις στους άλλους: Αυτοσχεδιάζει/μαθαίνει/πειραματίζεται ~ ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ