Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24000-24020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23249κάσκακά-σκα ουσ. (θηλ.) 1. κράνος: η ~ του πιλότου. ~ προπόνησης (πυγμαχίας). 2. (σε κομμωτήριο) στεγνωτήρας μαλλιών, συνήθ. τυλιγμένων σε ρόλεϊ. Βλ. σεσουάρ. [< γαλλ. casque]
23250κασκαβάλικα-σκα-βά-λι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος κασεριού. [< τουρκ. kaşkaval]
23251κασκαντέρκα-σκα-ντέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. πρόσωπο που αντικαθιστά ηθοποιό σε επικίνδυνες σκηνές: ατρόμητος/επαγγελματίας ~. Μοτοσικλετιστής ~. Βλ. ντουμπλάρω. [< γαλλ. cascadeur]
23252κασκαρίκακα-σκα-ρί-κα ουσ. (θηλ.) (προφ.): πάθημα, χουνέρι· φάρσα, δολοπλοκία: Έπαθε μια/τέτοια ~! Πβ. κάζο, φιάσκο.|| Του έκαναν ~. [< πιθ. τουρκ. kaşkariko]
23253κασκέτοκα-σκέ-το ουσ. (ουδ.): είδος χαμηλού καπέλου με γείσο: βαμβακερό/δερμάτινο ~. Ναυτικό ~. ~ του μπέιζμπολ. Πβ. τραγιάσκα. Βλ. πηλήκιο, τζόκεϊ. [< ιταλ. caschetto]
23254κασκόλκα-σκόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μακρόστενο κομμάτι υφάσματος που φοριέται ή τυλίγεται στον λαιμό, κυρ. για να προστατεύει από το κρύο: γούνινο/ζεστό/μάλλινο/πλεκτό ~. ~ σωλήνας. Βάζω/φοράω ~, σκουφάκι και γάντια. Δένω το ~. Βλ. εσάρπα, μαντίλι, πασμίνα, φουλάρι.|| Φίλαθλοι με ~ της ομάδας τους. [< γαλλ. cache-col]
23255κασμάςκα-σμάς ουσ. (αρσ.) & γκασμάς (λαϊκό) 1. αξίνα. Πβ. σκαπάνη. 2. (σπανιότ.-μειωτ., για πρόσ.) γελοίος, καραγκιόζης. Πβ. τζουτζές. [< τουρκ. kazma]
23256κασμιρένιος, ια, ιο κα-σμι-ρέ-νιος επίθ.: φτιαγμένος από κασμίρι: ~ιο: κασκόλ/κουστούμι/παλτό/πουλόβερ.|| (μτφ.) ~ιο: άγγιγμα (: πολύ απαλό). Πβ. μεταξένιος. Βλ. -ένιος.
23257κασμίρικα-σμί-ρι ουσ. (ουδ.) {κασμιρ-ιού} & κασμίρ {άκλ.}: λεπτό και ακριβό μάλλινο ύφασμα, με χαρακτηριστική στιλπνή επιφάνεια και διαγώνια ύφανση· συνεκδ. τα αντίστοιχα ρούχα: ινδικό ~. Κοστούμι/πουλόβερ από ~. Βλ. αγκορά, βελούδο, καμηλό, μετάξι, μοχέρ. [< γαλλ. cachemire]
23258κασόνικα-σό-νι ουσ. (ουδ.): ξύλινο, συνήθ. ανοιχτό κιβώτιο: ένα ~ μπίρες. Φρούτα και λαχανικά σε ~ια (= καφάσια, τελάρα· βλ. παλέτα). (Ξε)φορτώνουν ~ια. ΣΥΝ. κάσα (3) ● Υποκ.: κασονάκι (το) ● Μεγεθ.: κασόνα (η) [< μεσν. κασόνι < ιταλ. cassone]
23259κασόπιτακα-σό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα χωρίς φύλλο, που παρασκευάζεται γρήγορα και εύκολα και έχει ως κύρια συστατικά αλεύρι, αβγά, φέτα και γάλα: ηπειρώτικη ~. Πβ. αλευρό-, ζυμαρό-, κουρκουτό-πιτα.
23260κασπιακός, ή, ό κα-σπι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Κασπία Θάλασσα, η οποία βρίσκεται μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, ανατολικά του Καυκάσου: ~ός: αγωγός (πετρελαίου/φυσικού αερίου). [< μτγν. κασπιακός]
23261κασπόκα-σπό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: διακοσμητικό δοχείο, συνήθ. μικρό, που χρησιμεύει κυρ. ως γλάστρα ή για την τοποθέτηση γλάστρας μέσα σε αυτό: κεραμικό/πήλινο/πορσελάνινο ~. Μεταλλικό ~ με ορχιδέα. ~ διαδρόμου για στολισμό γάμου (βλ. ανθοστήλη). Βλ. ζαρντινιέρα. [< γαλλ. cache-pot]
23262ΚασσάνδραΚασ-σάν-δρα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (μετωνυμ.): πρόσωπο που κάνει συνεχώς δυσοίωνες προβλέψεις και εκτιμήσεις, οι οποίες συνήθ. δεν επαληθεύονται: Οι ~ες διαψεύστηκαν/έπεσαν έξω. Μην ακούς/πιστεύεις τις ~ες! Πβ. καταστροφο-, κινδυνο-λόγος. Βλ. μάντης. [< αρχ. Κασ(σ)άνδρα, γαλλ. Cassandre, αγγλ. Cassandra, γερμ. Kassandra]
23264κασσιτερίτηςκασ-σι-τε-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. το κυριότερο ορυκτό του κασσίτερου (σύμβ. SnO2). Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. cassitérite]
23265κασσιτεροκόλλησηκασ-σι-τε-ρο-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μαλακή συγκόλληση με τη χρήση κράματος κασσίτερου και μολύβδου: ~ σωλήνων. Βλ. ηλεκτροσυγ-, οξυγονο-κόλληση, καλάι. [< γαλλ. soudure]
23266κασσίτεροςκασ-σί-τε-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έρου}: ΧΗΜ. αργυρόλευκο, μαλακό, ελατό και στιλπνό μέταλλο (σύμβ. Sn, Ζ 50), που χρησιμοποιείται για την επικάλυψη μετάλλων, με σκοπό την προστασία τους από την οξείδωση, και για τη δημιουργία κραμάτων: καθαρός/χλωριούχος ~. Οξείδιο του ~ου. Πβ. καλάι. Βλ. γάνωμα, επικασσιτέρωση, μπρούντζος. [< αρχ. κασσίτερος]
23267κασσιτερωτήςκασ-σι-τε-ρω-τής ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): γανωματής.
23268καστουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το σύνολο των ηθοποιών που συμμετέχουν σε μια κινηματογραφική, τηλεοπτική ή θεατρική παραγωγή: το (γυναικείο/πρωταγωνιστικό) ~ μιας ταινίας. Επιλογή του ~ (= κάστινγκ). Βραβείο καλύτερου ~. Σειρά με αξιόλογο/διάσημο/δυνατό/εξαιρετικό/λαμπερό/νεανικό ~. Αλλαγές στο ~. Πβ. τιμ. [< αγγλ. cast]
23269κάστακά-στα ουσ. (θηλ.) {καστ-ών} 1. (αρνητ. συνυποδ.) στενός κύκλος ανθρώπων που ανήκουν σε ανώτερα κοινωνικά στρώματα ή στην ίδια επαγγελματική τάξη, έχουν κοινά συμφέροντα και αρχές καθώς και αλληλεγγύη μεταξύ τους και δεν αφήνουν εύκολα κάποιον ξένο να εισχωρήσει σε αυτόν: γραφειοκρατική/εξουσιαστική/πολιτική/προνομιούχα ~. Ανήκει σε ~. Πβ. κλίκα, συντεχνία, φατρία. Βλ. μασονία, σέχτα. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. καθεμιά από τις κλειστές τάξεις στις οποίες είναι ιεραρχικά δομημένες ορισμένες κοινωνίες, κυρ. η ινδουιστική: ανώτερη (: ~ των βραχμάνων)/ιερατική/κατώτερη (βλ. παρίας) ~. Το σύστημα των ~ών. [< ιταλ. casta, γαλλ. caste]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.