Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [24000-24020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23240κασελάκικα-σε-λά-κι ουσ. (ουδ.): μικρό, συνήθ. φορητό κιβώτιο διαφόρων χρήσεων· μπαουλάκι: διακοσμητικό ~.|| Το ~ του λούστρου/ψαρά (βλ. εργαλειοθήκη).
23241κασέρικα-σέ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ελληνικό παραδοσιακό ημίσκληρο τυρί χωρίς τρύπες, ανοιχτού κίτρινου χρώματος, συνήθ. επιτραπέζιο, το οποίο παρασκευάζεται από πρόβειο (και ελάχιστο κατσικίσιο) γάλα: καπνιστό/λιωμένο/τριμμένο ~. ~ σαγανάκι. Κεφάλι/φέτες ~. Μπιφτέκι γεμιστό/τοστ με ~. Βλ. γκούντα, ένταμ, κασκαβάλι, κεφαλο-γραβιέρα, -τύρι. Βλ. ΠΟΠ. ● Υποκ.: κασεράκι (το) [< βλάχικο caşere, τουρκ. kaşer]
23242κασερόπιτακα-σε-ρό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με βασικό συστατικό το κασέρι. Βλ. -πιτα. ● Υποκ.: κασεροπιτάκι (το)
23243κασέτακα-σέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. παλαιότ.) ορθογώνια πλαστική θήκη, μικρή και κλειστή, μέσα στην οποία υπάρχουν δύο μπομπίνες με περιστρεφόμενη μαγνητική ταινία, για εγγραφή και αναπαραγωγή εικόνας και ήχου: άγραφη/άδεια/ηχογραφημένη/ψηφιακή ~. ~ βιντεοκάμερας/μαγνητοφώνου. Έβαλε μια ~ με τραγούδια στο κασετόφωνο. Βλ. βιντεο~, μικρο~. 2. (κατ' επέκτ.) πλαστική θήκη αντίστοιχου σχήματος: (για εκτυπωτή:) ~ μελανιού (: έγχρωμη/μαύρη ~)/(τροφοδοσίας) χαρτιού (: ~ ... φύλλων). Βλ. -έτα. ● Υποκ.: κασετούλα (η) [< αγγλ. cassette, 1960, γαλλ. ~, περ. 1960]
23244κασετίνακα-σε-τί-να ουσ. (θηλ.) 1. θήκη για είδη γραφικής ύλης, π.χ. μολύβια, στιλό, γόμα, ξύστρα, χάρακα: διαφανής/πλαστική/σχολική ~. ~ με φερμουάρ. ~ με μαρκαδόρους. Βλ. σάκα. 2. μικρό κουτί που περιέχει συνήθ. ομοειδή αντικείμενα και χρησιμοποιείται για τη φύλαξη και μεταφορά τους: βελούδινη/δερμάτινη/ξύλινη ~. ~ με είδη μακιγιάζ (βλ. νεσεσέρ)/μάρκες πόκερ/πούρα/σοκολατάκια. ~ εργαλείων (βλ. κιτ). Έξι σιντί που κυκλοφορούν σε συλλεκτική/χρυσή ~. || ~ με τριαντάφυλλα. [< ιταλ. cassettina]
23245κασετόφωνοκα-σε-τό-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου} (παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. μαγνητόφωνο που λειτουργεί με κασέτα: διπλό/στερεοφωνικό/φορητό/ψηφιακό ~. Το ~ του αυτοκινήτου. ~ εγγραφής. Συνέντευξη με ~ (= δημοσιογραφικό ~). Πβ. ραδιο~. Βλ. άι-ποντ, εμ-πι-θρι, σιντί. ● Υποκ.: κασετοφωνάκι (το) [< αγγλ. cassette player/recorder, 1967]
23246κασίδακα-σί-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. αλωπεκία. 2. κεφάλι. [< μεσν. κασίδα]
23247κασίδηςκα-σί-δης ουσ. (αρσ.) & κασιδιάρης (λαϊκό-συνήθ. μειωτ.): άνδρας που έχει αλωπεκία· φαλακρός. Κυρ. στη ● ΦΡ.: στου κασίδη/κασιδιάρη το κεφάλι: για άπειρο ή αρχάριο που οι προσπάθειές του έχουν συνήθ. αρνητικές επιπτώσεις στους άλλους: Αυτοσχεδιάζει/μαθαίνει/πειραματίζεται ~ ~.
23248κάσιουςκά-σι-ους ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ξηρός καρπός (ψίχα) από τροπικό αειθαλές δέντρο (επιστ. ονομασ. Anacardium occidentale): ανάλατα ~. Κοτόπουλο με ~. Φιστίκια ~. [< αγγλ. cashew (nut)]
23249κάσκακά-σκα ουσ. (θηλ.) 1. κράνος: η ~ του πιλότου. ~ προπόνησης (πυγμαχίας). 2. (σε κομμωτήριο) στεγνωτήρας μαλλιών, συνήθ. τυλιγμένων σε ρόλεϊ. Βλ. σεσουάρ. [< γαλλ. casque]
23250κασκαβάλικα-σκα-βά-λι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος κασεριού. [< τουρκ. kaşkaval]
23251κασκαντέρκα-σκα-ντέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. πρόσωπο που αντικαθιστά ηθοποιό σε επικίνδυνες σκηνές: ατρόμητος/επαγγελματίας ~. Μοτοσικλετιστής ~. Βλ. ντουμπλάρω. [< γαλλ. cascadeur]
23252κασκαρίκακα-σκα-ρί-κα ουσ. (θηλ.) (προφ.): πάθημα, χουνέρι· φάρσα, δολοπλοκία: Έπαθε μια/τέτοια ~! Πβ. κάζο, φιάσκο.|| Του έκαναν ~. [< πιθ. τουρκ. kaşkariko]
23253κασκέτοκα-σκέ-το ουσ. (ουδ.): είδος χαμηλού καπέλου με γείσο: βαμβακερό/δερμάτινο ~. Ναυτικό ~. ~ του μπέιζμπολ. Πβ. τραγιάσκα. Βλ. πηλήκιο, τζόκεϊ. [< ιταλ. caschetto]
23254κασκόλκα-σκόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μακρόστενο κομμάτι υφάσματος που φοριέται ή τυλίγεται στον λαιμό, κυρ. για να προστατεύει από το κρύο: γούνινο/ζεστό/μάλλινο/πλεκτό ~. ~ σωλήνας. Βάζω/φοράω ~, σκουφάκι και γάντια. Δένω το ~. Βλ. εσάρπα, μαντίλι, πασμίνα, φουλάρι.|| Φίλαθλοι με ~ της ομάδας τους. [< γαλλ. cache-col]
23255κασμάςκα-σμάς ουσ. (αρσ.) & γκασμάς (λαϊκό) 1. αξίνα. Πβ. σκαπάνη. 2. (σπανιότ.-μειωτ., για πρόσ.) γελοίος, καραγκιόζης. Πβ. τζουτζές. [< τουρκ. kazma]
23256κασμιρένιος, ια, ιο κα-σμι-ρέ-νιος επίθ.: φτιαγμένος από κασμίρι: ~ιο: κασκόλ/κουστούμι/παλτό/πουλόβερ.|| (μτφ.) ~ιο: άγγιγμα (: πολύ απαλό). Πβ. μεταξένιος. Βλ. -ένιος.
23257κασμίρικα-σμί-ρι ουσ. (ουδ.) {κασμιρ-ιού} & κασμίρ {άκλ.}: λεπτό και ακριβό μάλλινο ύφασμα, με χαρακτηριστική στιλπνή επιφάνεια και διαγώνια ύφανση· συνεκδ. τα αντίστοιχα ρούχα: ινδικό ~. Κοστούμι/πουλόβερ από ~. Βλ. αγκορά, βελούδο, καμηλό, μετάξι, μοχέρ. [< γαλλ. cachemire]
23258κασόνικα-σό-νι ουσ. (ουδ.): ξύλινο, συνήθ. ανοιχτό κιβώτιο: ένα ~ μπίρες. Φρούτα και λαχανικά σε ~ια (= καφάσια, τελάρα· βλ. παλέτα). (Ξε)φορτώνουν ~ια. ΣΥΝ. κάσα (3) ● Υποκ.: κασονάκι (το) ● Μεγεθ.: κασόνα (η) [< μεσν. κασόνι < ιταλ. cassone]
23259κασόπιτακα-σό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα χωρίς φύλλο, που παρασκευάζεται γρήγορα και εύκολα και έχει ως κύρια συστατικά αλεύρι, αβγά, φέτα και γάλα: ηπειρώτικη ~. Πβ. αλευρό-, ζυμαρό-, κουρκουτό-πιτα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.