| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23269 | κάστα | κά-στα ουσ. (θηλ.) {καστ-ών} 1. (αρνητ. συνυποδ.) στενός κύκλος ανθρώπων που ανήκουν σε ανώτερα κοινωνικά στρώματα ή στην ίδια επαγγελματική τάξη, έχουν κοινά συμφέροντα και αρχές καθώς και αλληλεγγύη μεταξύ τους και δεν αφήνουν εύκολα κάποιον ξένο να εισχωρήσει σε αυτόν: γραφειοκρατική/εξουσιαστική/πολιτική/προνομιούχα ~. Ανήκει σε ~. Πβ. κλίκα, συντεχνία, φατρία. Βλ. μασονία, σέχτα. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. καθεμιά από τις κλειστές τάξεις στις οποίες είναι ιεραρχικά δομημένες ορισμένες κοινωνίες, κυρ. η ινδουιστική: ανώτερη (: ~ των βραχμάνων)/ιερατική/κατώτερη (βλ. παρίας) ~. Το σύστημα των ~ών. [< ιταλ. casta, γαλλ. caste] | |
| 23270 | καστανάς | κα-στα-νάς ουσ. (αρσ.): υπαίθριος πωλητής καστάνων τα οποία ψήνει επιτόπου σε ειδική εστία. Βλ. -άς, φουφού. | |
| 23271 | καστανί | κα-στα-νί επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το καφέ χρώμα του κελύφους του κάστανου. | |
| 23272 | καστάνια | κα-στά-νια ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο σύσφιξης· εξάρτημα που εμποδίζει την αντίστροφη κίνηση ενός τροχού ή μοχλού: αναστρεφόμενη ~. Κατσαβίδι-~. Βλ. καρυδάκι, κλειδί.|| Ρελέ ~ιας. Ιμάντας/κιβώτιο γραναζιών με ~. [< ιταλ. castagna] | |
| 23273 | καστανιά | κα-στα-νι-ά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αιωνόβιο, ψηλό, φυλλοβόλο δέντρο των εύκρατων περιοχών του Β. Ημισφαιρίου (επιστ. ονομασ. Castanea sativa), με εδώδιμο καρπό (κάστανο) και ξύλο που χρησιμοποιείται σε διάφορες κατασκευές· συνεκδ. το ξύλο του: δάσος με ~ιές.|| Βαρέλια/κουφώματα από ~. [< μεσν. καστανιά] | |
| 23274 | καστανιέρα | κα-στα-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): σκεύος για ψήσιμο κάστανων στο τζάκι: ~ σπαστή. Βλ. -ιέρα, πυροστιά, φουφού. | |
| 23275 | καστανιέτες | κα-στα-νιέ-τες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. καστανιέτα}: ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο, κυρ. της ισπανικής μουσικής, αποτελούμενο από δύο μικρά, συνήθ. στρογγυλά κρόταλα τα οποία κρούει μεταξύ τους χορευτής ή μουσικός στην παλάμη του: μεταλλικές/ξύλινες ~. Βλ. ζίλια, κύμβαλο, φλαμένγκο. [< ισπ. castañeta] | |
| 23276 | κάστανο | κά-στα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου}: ο καρπός της καστανιάς, ο οποίος έχει αμυλώδη ψίχα, καφετί, λείο φλοιό και αρχικά αναπτύσσεται μέσα σε ξυλώδες και ακανθώδες περίβλημα που σπάει κατά την ωρίμανση: βραστά/καθαρισμένα/ψημένα ~α. Γλυκό (κουταλιού)/μαρμελάδα/παγωτό/τούρτα ~. Κρέμα ~ου. Γαλοπούλα (γεμιστή) με ~α. Τσουρέκι με γέμιση ~. Βλ. κάρυο. ● Υποκ.: καστανάκι (το) ● ΦΡ.: βγάζω τα κάστανα απ' τη φωτιά (μτφ.): αναλαμβάνω δύσκολο έργο προς όφελος του συνόλου: Καλείται να βγάλει ~ ~. Πάλι εγώ θα βγάλω ~ ~; ΣΥΝ. βγάζω το φίδι απ' την τρύπα, δεν τρέχει κάστανο (προφ.): δεν συμβαίνει τίποτα (το ανησυχητικό): Μια χαρά είμαι, ~ ~!, δεν χαρίζει κάστανα (μτφ.): είναι ανυποχώρητος, αυστηρός: ~ ~ σε κανέναν!, δεν την παλεύω (κάστανο) βλ. παλεύω [< μτγν. κάστανα] | |
| 23277 | καστανοκόκκινος | , η, ο κα-στα-νο-κόκ-κι-νος επίθ. (προφ.): που έχει απόχρωση ανάμεσα στο καστανό και το κόκκινο: ~α: μαλλιά. ● Ουσ.: καστανοκόκκινο (το): το αντίστοιχο χρώμα. | |
| 23278 | καστανομάλλης | , α, ικο επίθ./ουσ.: που έχει καστανά μαλλιά. Βλ. -μάλλης. | |
| 23279 | καστανομάτης | βλ. -μάτης | |
| 23280 | καστανόξανθος | , η, ο κα-στα-νό-ξαν-θος επίθ./ουσ.: (κυρ. για μαλλιά, τρίχωμα ή φτέρωμα) ανοιχτός καστανός: ~ες: ανταύγειες/μπούκλες.|| Μπίρα με έντονο ~ο χρώμα.|| (για πρόσ.) ~η με πράσινα μάτια. Βλ. ξανθοκόκκινος. ● Ουσ.: καστανόξανθο (το): το αντίστοιχο χρώμα: Σου πηγαίνει πολύ το ~ (: για βαφή). Πβ. μελί. | |
| 23281 | καστανός | , ή, ό κα-στα-νός επίθ.: που έχει το χρώμα του κάστανου· (για πρόσ.) καστανομάλλης: ~ή: ζάχαρη. ~ά: μάτια (= καστανόχρωμα). Πβ. καφετής.|| Έγινε ~ή (: έβαψε τα μαλλιά της ~ά). (ως ουσ.) Οι ~οί. Βλ. μελαχρινός, ξανθός. ● Ουσ.: καστανό (το): το αντίστοιχο χρώμα: αποχρώσεις του ~ού (: ανοιχτό, σκούρο). [< μεσν. καστανός] | |
| 23282 | καστανόχρωμος | , η, ο κα-στα-νό-χρω-μος επίθ.: που έχει καστανό χρώμα: ~α: μαλλιά. Πβ. καστανωπός. Βλ. -χρωμος. | |
| 23283 | καστανόχωμα | κα-στα-νό-χω-μα ουσ. (ουδ.): φυλλόχωμα που έχει διαμορφωθεί από αποσυντεθειμένα φύλλα καστανιάς: βιολογικό/καθαρό ~. ~ εξωτερικού χώρου/για γαρδένιες. Βλ. -χωμα. | |
| 23284 | καστανωπός | , ή, ό κα-στα-νω-πός επίθ.: που το χρώμα του πλησιάζει το καστανό: ~ή: απόχρωση. ~ές: κηλίδες. Πβ. καστανόχρωμος. Βλ. -ωπός. | |
| 23285 | καστέλι | κα-στέ-λι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) καστέλο (διαλεκτ.): μικρό κάστρο. [< μεσν. καστέλ(λ)ι(ν)] | |
| 23286 | κάστινγκ | κά-στινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: επιλογή προσώπων, κυρ. καλλιτεχνών, για συμμετοχή τους σε τηλεοπτική, κινηματογραφική, θεατρική, μουσική ή άλλη παραγωγή· η αντίστοιχη διαδικασία, π.χ. μέσω δοκιμαστικής ακρόασης· καστ: Πέρασα από ~. Κάνουν ~ για μια ταινία. Πβ. διανομή ρόλων, οντισιόν. [< αγγλ. casting, γαλλ. ~, πριν από το 1972] | |
| 23287 | κάστορας | κά-στο-ρας ουσ. (αρσ.) {καστόρων} 1. ΖΩΟΛ. αμφίβιο τρωκτικό θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Castor canadensis, C. fiber), με κοντόχοντρο σώμα, παχύ λείο τρίχωμα καφέ-κόκκινου ή καφέ-μαύρου χρώματος, κοφτερά δόντια για να ροκανίζει το ξύλο, μακριά πίσω πόδια με νηκτική μεμβράνη και πλατιά ουρά, το οποίο έχει την ικανότητα να φράσσει υδάτινα ρεύματα (ποτάμια) με κορμούς και κλαδιά δέντρων και να κατασκευάζει υπόγειες φωλιές: ευρωπαϊκός/καναδικός ~. Γούνα από ~α (= καστόρινη· βλ. καστόρι). Βλ. βίδρα, σκίουρος. 2. ΑΣΤΡΟΝ. (με κεφαλ. Κ) το δεύτερο σε λαμπρότητα αστέρι του αστερισμού των Διδύμων. [< αρχ. κάστωρ, γαλλ.-αγγλ. castor] | |
| 23288 | καστορέλαιο | κα-στο-ρέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ρετσινόλαδο. Βλ. -έλαιο. [< γαλλ. castoréum] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ