| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23290 | καστοριανός | , ή, ό κα-στο-ρια-νός επίθ.: που σχετίζεται με την Καστοριά ή/και τους Καστοριανούς. | |
| 23291 | Καστοριανός, Καστοριανή | Κα-στο-ρια-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Καστοριά. | |
| 23292 | καστόρινος | , η, ο κα-στό-ρι-νος επίθ.: κατασκευασμένος από καστόρι: ~η: τσάντα. ~α: μποτάκια. Πβ. σουέτ.|| ~ο: δέρμα (: από κάστορα). | |
| 23293 | καστράτο | κα-στρά-το ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & καστράτος (παλαιότ.): ΜΟΥΣ. τραγουδιστής της λυρικής σκηνής, που είχε ευνουχιστεί κατά την παιδική του ηλικία, με φωνή σοπράνο ή άλτο. Βλ. μπελκάντο. [< μεσν. καστράτος < ιταλ. castrato] | |
| 23294 | καστρινός | , ή, ό κα-στρι-νός επίθ. (παλαιότ.): που σχετίζεται με τα κάστρα: ~ή: αρχιτεκτονική. ~ά: σπίτια. ● Ουσ.: καστρινοί (οι) (συχνά με κεφαλ. Κ): κάτοικοι κάστρου., καστρινός (ο): μαλεβιζιώτης. [< μεσν. καστρινός] | |
| 23295 | κάστρο | κά-στρο ουσ. (ουδ.) 1. (παλαιότ.) φρούριο ή πύργος: ιστορικό/πέτρινο ~. ~ με τάφρο/χτισμένο σε λόφο. Τα ερείπια/οι πολεμίστρες/η πύλη ενός ~ου. || (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αρχαίο/βυζαντινό/ενετικό/ιστορικό/μεσαιωνικό/ρωμαϊκό/φράγκικο ~. Τα ~α του Μοριά. Ανάδειξη/συντήρηση των ~ων μιας περιοχής. Βλ. ακρόπολη. 2. (μτφ.) ό,τι αντιστέκεται σθεναρά σε εξωτερικές πιέσεις ή λειτουργεί ως μέσο προστασίας: (για περιοχή) άπαρτο/απόρθητο ~ της Επανάστασης.|| Το ~ της Ορθοδοξίας (: το Άγιο Όρος). Πβ. προμαχώνας, προπύργιο. ● ΦΡ.: το τελευταίο οχυρό/κάστρο βλ. οχυρό [< 1: μεσν. κάστρον 2: γαλλ. forteresse] | |
| 23296 | καστρόπορτα | κα-στρό-πορ-τα ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): πύλη κάστρου: βαριά ~. | |
| 23297 | καστρούπολη | κα-στρού-πο-λη ουσ. (θηλ.): παλιά πόλη, συνήθ. μεσαιωνική, χτισμένη πάνω σε λόφο και οχυρωμένη, η οποία αποτελεί συνήθ. το ιστορικό κέντρο σύγχρονης πόλης: η ~ της Πράγας. Πβ. ακρόπολη. Βλ. -ούπολη. | |
| 23298 | κάσωμα | κά-σω-μα ουσ. (ουδ.) {κασώμ-ατος}: κάσα. | |
| 23299 | ΚΑΤ | (το): Κέντρο Αποκατάστασης Τραυματιών. | |
| 23300 | κατ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. αποκοπή δεδομένων· συνεκδ. η αντίστοιχη επιλογή. [< αγγλ. cut] | |
| 23301 | κατά | κα-τά πρόθ. (+ αιτ.) & κατ' (μπροστά από φωνήεν) & καθ' (μπροστά από λέξη που παλαιότ. δασυνόταν) δηλώνει: 1. τόπο: (κατεύθυνση) Κατευθύνομαι ~ (= προς) τον βορρά/την πόλη. ~ πού πέφτει αυτό το μέρος; ~ δω/κει.|| (έκταση) ~ γη και ~ θάλασσα. 2. χρόνο: (συχνότητα, επανάληψη) ~ περιόδους.|| (διάρκεια) ~ την απουσία του/τους ελληνιστικούς χρόνους/τις εργάσιμες μέρες και ώρες/τους θερινούς μήνες/τον 3ο π.Χ. αι. Καθ' όλο το 24ωρο.|| (προσέγγιση) ~ την άνοιξη. Θα βρεθούμε ~ το βραδάκι/τις οκτώ. Πβ. περίπου.|| (στιγμή) Έλεγχος ~ την αναχώρηση/έναρξη. Προβλήματα ~ την εγκατάσταση. 3. τρόπο: κατ' αλφαβητική σειρά. 4. (+ γεν.) εναντίωση: πάλη ~ του εγκλήματος. Εκστρατεία ~ του καπνίσματος. Παγκόσμια Ημέρα ~ των Ναρκωτικών. Είμαι ~ του πολέμου (: αντίθετος με τον πόλεμο). Πβ. εναντίον.|| (εχθρική διάθεση) Έρχονταν ~ πάνω μας.|| (ως επίρρ.) Ψηφίζω ~. Πόσοι είναι ~; ΑΝΤ. υπέρ (1) 5. επιμερισμό: τοποθέτηση/χωρισμός ~ ηλικία/φύλο. Εργασία ~ ομάδες. Χρέωση ... ευρώ κατ' άτομο. Φάλαγγα κατ' άνδρα (: ο ένας πίσω από τον άλλο). Κατ' άρθρο ερμηνεία του νόμου. Παραταχθείτε ~ τριάδες! ΣΥΝ. ανά (1) 6. συμφωνία: ~ τη γνώμη μου/τις διατάξεις του νόμου/τα λεγόμενα/τον συγγραφέα ... Πράττω ~ συνείδηση.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Το ~ Λουκάν/Ματθαίον Ευαγγέλιο. 7. αναφορά, σχέση, αναλογία: ταξινόμηση ~ μέγεθος. Προαγωγή κατ' αρχαιότητα. Κάθισμα οδηγού ρυθμιζόμενο καθ' ύψος, απόσταση και κλίση. Διαφέρουν ~ την ηλικία. ΣΥΝ. ως προς.|| (προφ.) ~ τον γονιό κι ο γιος. 8. ποσότητα: ~ δύο κιλά πιο βαρύς/τρία χρόνια μεγαλύτερος. Κατ' ελάχιστο. Πτώση ~ δύο μονάδες. Πουλάει τα προϊόντα ~ πολύ φτηνότερα.|| (έναρθρο) Αξιολογείται/ελέγχεται το ~ πόσο έχει τα προσόντα. ● Ουσ.: κατά (τα): αρνητικά στοιχεία, μειονεκτήματα: τα υπέρ και τα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κατά κορυφήν γωνίες βλ. γωνία ● ΦΡ.: κατά πώς βλ. καταπώς., κατά τι: σε μικρό βαθμό, λίγο, κάπως: Ο πληθυσμός είναι ~ ~ περισσότερος σε σχέση με ... ~ ~ ακριβότερο από πέρσι θα είναι το γιορτινό τραπέζι. Τα έξοδα προβλέπεται να αυξηθούν ~ ~., (αυτός) καθ' (ε)αυτόν/καθ(ε)αυτόν, (αυτοί) καθ' (ε)αυτούς/καθ(ε)αυτούς βλ. εαυτός, (τα) κατά συνθήκη(ν) ψεύδη βλ. ψεύδος, ακολουθώ κατά βήμα/βήμα προς βήμα βλ. βήμα, ακολουθώ κατά πόδας βλ. πους, ανά/κατ' έτος βλ. έτος, ανά/κατά ζεύγη βλ. ζεύγος, από/κατά σύμπτωση βλ. σύμπτωση, εκ συστήματος/κατά σύστημα βλ. σύστημα, εν πρώτοις/κατά πρώτον βλ. πρώτος, επί λέξει βλ. λέξη, καθ' εκάστην βλ. έκαστος, καθ' έξιν βλ. έξη, καθ' οδόν βλ. οδός, καθ' ολοκληρία(ν) βλ. ολοκληρία, καθ' υπαγόρευση βλ. υπαγόρευση, καθ' υπέρβαση βλ. υπέρβαση, καθ' υπόδειξη βλ. υπόδειξη, καθ΄ο/καθ' α βλ. ος, η, ο, καθ’ υποβολή(ν) βλ. υποβολή, καθαυτό & καθεαυτό & καθ' αυτό & καθ' εαυτό βλ. εαυτός, κατ' ακολουθία(ν) βλ. ακολουθία, κατ' ανάγκη(ν)/εξ ανάγκης βλ. ανάγκη, κατ' αναλογία βλ. αναλογία, κατ' αντιζυγία βλ. αντιζυγία, κατ' αντιμωλία(ν) βλ. αντιμωλία, κατ' αντιπαράθεση βλ. αντιπαράθεση, κατ' αντιπαράσταση βλ. αντιπαράσταση, κατ' αποκοπή(ν) βλ. αποκοπή, κατ' απομίμηση βλ. απομίμηση, κατ' έγκληση βλ. έγκληση, κατ' έθος βλ. έθος, κατ' εικόνα και (καθ') ομοίωσιν βλ. εικόνα, κατ' εκλογή(ν) βλ. εκλογή, κατ' εκτίμηση βλ. εκτίμηση, κατ' εμέ βλ. εγώ, κατ' εντολή(ν)/βάσει εντολής/εντολών βλ. εντολή, κατ' εξαίρεση βλ. εξαίρεση, κατ' εξακολούθηση βλ. εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα βλ. επάγγελμα, κατ' επανάληψη βλ. επανάληψη, κατ' επέκταση βλ. επέκταση, κατ' επιλογή(ν) βλ. επιλογή, κατ' επίφαση βλ. επίφαση, κατ' έτος βλ. έτος, κατ' ευφημισμό(ν) βλ. ευφημισμός, κατ' ευχήν βλ. ευχή, κατ' εφαρμογή βλ. εφαρμογή, κατ' ιδίαν βλ. ίδιος1, κατ' ισομοιρία βλ. ισομοιρία, κατ' οίκον βλ. οίκος, κατ' οίκον έρευνα βλ. έρευνα, κατ' οικονομία(ν) βλ. οικονομία, κατ' όνομα βλ. όνομα, κατ' ουδένα(ν) τρόπο βλ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν, κατά (/στο) βάθος βλ. βάθος, κατά (γενικό) κανόνα βλ. κανόνας, κατά (ένα) μεγάλο μέρος βλ. μέρος, κατά βάση βλ. βάση, κατά βούληση βλ. βούληση, κατά γράμμα βλ. γράμμα, κατά δεύτερο λόγο/κατά δεύτερον βλ. δεύτερος, κατά διαλείμματα βλ. διάλειμμα, κατά διαστήματα βλ. διάστημα, κατά καιρούς βλ. καιρός, κατά κάποιο(ν) τρόπο βλ. τρόπος, κατά κεφαλή(ν) βλ. κεφαλή, κατά κόρον βλ. κόρος1, κατά κόσμον βλ. κόσμος, κατά κράτος βλ. κράτος, κατά κρημνών βλ. κρημνός, κατά κύματα βλ. κύμα, κατά κύριο/πρώτο/μείζονα λόγο βλ. κύριος, κατά κυριολεξία βλ. κυριολεξία, κατά λάθος βλ. λάθος, κατά μάνα κατά κύρη (κατά γιο και θυγατέρα) βλ. μάνα, κατά μέσο(ν) όρο βλ. μέσος, κατά μέτωπο(ν) βλ. μέτωπο, κατά μήκος βλ. μήκος, κατά μόνας βλ. μόνας, κατά νόμο/κατά παράβαση του νόμου βλ. νόμος, κατά παντός κινδύνου βλ. κίνδυνος, κατά παντός υπευθύνου βλ. υπεύθυνος, κατά παράβαση βλ. παράβαση, κατά παραγγελία βλ. παραγγελία, κατά παράδοση βλ. παράδοση, κατά παράλειψη βλ. παράλειψη, κατά παραχώρηση βλ. παραχώρηση, κατά πάσα πιθανότητα βλ. πιθανότητα, κατά περίεργο τρόπο βλ. περίεργος, κατά περίπτωση βλ. περίπτωση, κατά περίσταση/κατά τις περιστάσεις βλ. περίσταση, κατά πλειοψηφία βλ. πλειοψηφία, κατά προέκταση βλ. προέκταση, κατά προσέγγιση βλ. προσέγγιση, κατά πρόσωπο βλ. πρόσωπο, κατά προτεραιότητα βλ. προτεραιότητα, κατά προτίμηση βλ. προτίμηση, κατά στάδια βλ. στάδιο, κατά σύμβαση βλ. σύμβαση, κατά συνεκδοχή βλ. συνεκδοχή1, κατά συνέπεια βλ. συνέπεια, κατά συνθήκη(ν) βλ. συνθήκη, κατά συρροή(ν) βλ. συρροή, κατά τα άλλα βλ. άλλος, κατά τα φαινόμενα βλ. φαινόμενο, κατά τα/στα μέσα βλ. μέσα, κατά ταύτα βλ. ταύτα, κατά τεκμήριο βλ. τεκμήριο, κατά τη διάρκεια βλ. διάρκεια, κατά την άσκηση βλ. άσκηση, κατά το δέον/τα δέοντα βλ. δέων, κατά το δοκούν βλ. δοκούν, κατά το δυνατό(ν)/όσο είναι δυνατό(ν)/στο μέτρο του δυνατού/(μέσα) στα όρια/πλαίσια του δυνατού βλ. δυνατός, κατά το εικός βλ. εικός, κατά το ειωθός/κατά τα ειωθότα βλ. ειωθός, κατά το ήμισυ βλ. ήμισυς, κατά το κοινώς λεγόμενο(ν) βλ. λεγόμενος, κατά το μάλλον ή ήττον βλ. μάλλον, κατά το πλείστον βλ. πλείστοι, κατά το πρέπον βλ. πρέπων, κατά το σύνηθες βλ. συνήθης, κατά τόπο(ν) αρμοδιότητα βλ. αρμοδιότητα, κατά τόπους βλ. τόπος, κατά τύχη βλ. τύχη, κατά φαντασία(ν) βλ. φαντασία, κατά φαντασία(ν) ασθενής βλ. φαντασία, κατά φύσιν/φύση βλ. φύση, κατά φωνή κι ο γάιδαρος βλ. γάιδαρος, κατά χάριν/χάρη βλ. χάρις, κατά Χριστόν βλ. Χριστός, κατά χώραν βλ. χώρα, καταρχάς βλ. αρχή, καταρχήν βλ. αρχή, με/κατά/σε σειρά βλ. σειρά, μέχρι κεραίας βλ. κεραία, ολίγον κατ' ολίγον βλ. ολίγον, ούτε κατά διάνοια βλ. διάνοια, πάει κατά δια(β)όλου βλ. διάβολος, παίρνω (κάποιον) κατά μέρος βλ. μέρος, σε αντιδιαστολή με/προς βλ. αντιδιαστολή, σε όλο το μήκος και (το) πλάτος βλ. μήκος, σε/(λόγ.) κατ' αποκλειστικότητα βλ. αποκλειστικότητα, σε/ανά/κατά τακτά χρονικά διαστήματα βλ. διάστημα, τα καθ' ημάς βλ. ημείς, το ελάχιστο(ν) βλ. ελάχιστο, το κατά δύναμη βλ. δύναμη [< αρχ. κατά] | |
| 23302 | κάτα | κά-τα ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (στις ιαπωνικές πολεμικές τέχνες): σειρά προκαθορισμένων αμυντικών και επιθετικών τεχνικών εναντίον πολλών εικονικών αντιπάλων. [< γαλλ. kata, 1944, αγγλ. ~, 1945] | |
| 40223 | Κατά ριπάς | πέ-φτω ρ. (αμτβ.) {έπε-σα, πέ-σει, προστ. πέσε, πέστε, μτχ. πε-σμένος, πέφτ-οντας} 1. κινούμαι καθοδικά, από ένα ανώτερο σε ένα κατώτερο σημείο, λόγω της βαρύτητας: ~σα (από τη σκάλα) και χτύπησα. ~σε στο πάτωμα.|| Το βάζο ~σε και έσπασε. Το κινητό τού ~σε από τα χέρια. Αεροπλάνο που ~σε λόγω βλάβης.|| (για άψυχο που αποσπάται ή αποκολλάται από κάπου) ~ουν τα φύλλα. ~σαν βράχοι στο οδόστρωμα.|| (για καιρικά φαινόμενα) ~ει (= ρίχνει) βροχή/χαλάζι/χιόνι. ~ουν αστραπές και κεραυνοί/ψιχάλες. Βλ. προσ~. ΣΥΝ. πίπτω 2. (+ σε) προσκρούω, χτυπώ πάνω σε κάτι: Πρόσεχε μην ~σεις σε καμιά λακκούβα! Έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και ~σε με δύναμη/ταχύτητα (πάνω) σε μια κολόνα (= τράκαρε). 3. βουτώ, πηδώ: ~σε με τα ρούχα στη θάλασσα. 4. (προφ.) ξαπλώνω, πλαγιάζω: ~σε για ύπνο/να κοιμηθεί.|| ~σε βαριά άρρωστος. 5. (για πρόσ.) σωριάζομαι στο έδαφος: ~σε κάτω ανάσκελα/μπρούμυτα (πβ. οριζοντιώνομαι). ~σε λιπόθυμος. ~σε ηρωικά στο πεδίο της μάχης (= σκοτώθηκε)/νεκρός/τραυματισμένος. Βλ. πεσών. 6. (προφ.) ορμώ, ρίχνομαι: ~σαν πάνω τους και άρχισαν να τους χτυπούν. 7. (συνήθ. + σε, μτφ.-προφ.) περιέρχομαι σε μια κατάσταση, συνήθ. αρνητική: ~σε σε αντιφάσεις (= περιέπεσε)/κατάθλιψη/μελαγχολία/στα ναρκωτικά. ~σαν θύματα κακομεταχείρισης/ρατσισμού. Βλ. κατα~, κακο~, ξε~.|| Ζώα που ~ουν σε χειμερία νάρκη. 8. (συνήθ. + σε, μτφ.-προφ.) υποβαθμίζομαι, υποβιβάζομαι: ~σε στη δεύτερη θέση. Η ομάδα ~σε κατηγορία. 9. (+ σε, μτφ.-προφ.) μου τυχαίνει: Έχεις ~σει σε κακή περίοδο/στιγμή/συγκυρία.|| ~σα σε προβληματική συσκευή. 10. (μτφ.-προφ.) ενδίδω, υποχωρώ, υποκύπτω: Δεν ~ (= δεν με ρίχνεις) με κάτι τέτοια! 11. (μτφ.-προφ.) χάνω την καλή μου διάθεση, μελαγχολώ: Έχω ~σει τον τελευταίο καιρό (πβ. νιώθω/αισθάνομαι/είμαι κάπως, είμαι στα ντάουν μου). ~σμένος ψυχολογικά. ~σμένο: ηθικό (= κλονισμένο). Βλ. καταπίπτω. ΑΝΤ. ανεβαίνω (5), είμαι στα πάνω μου 12. (μτφ.-προφ.) αδυνατίζω: Θέλει να ~σει από τα ... στα ... κιλά.|| Έχει ~σει η κοιλιά του (: έχασε το λίπος). ● πέφτει (προφ.) 1. γκρεμίζεται, καταρρέει: Το κτίριο ~σε (από τον σεισμό).|| (μτφ.) ~σαν τα τείχη που υψώνονταν ανάμεσά τους. 2. (μτφ.) παύει να αντιστέκεται (σε εξωτερικές δυνάμεις), κυριεύεται· καταργείται: ~σε το κάστρο/οχυρό/φρούριο.|| ~σαν τα εμπόδια/σύνορα. 3. κρέμεται: Πουκάμισο που ~ (= εφαρμόζει, στέκεται, στρώνει) τέλεια στο σώμα.|| Τα μαλλιά έπεφταν στο πρόσωπό/στους ώμους της (= χύνονταν). 4. (μτφ.) μειώνεται, ελαττώνεται: ~ουν οι αποδοχές (= λιγοστεύουν, μετριάζονται)/(σχολικές) βάσεις/πωλήσεις/στροφές του κινητήρα/τιμές (πβ. κατρακυλώ). ~σε (= κατέβηκε) ο γενικός δείκτης ανάπτυξης. ~σμένος ο τζίρος/τουρισμός (= μειωμένος) φέτος.|| ~σε ο αέρας (= καταλάγιασε, κόπασε)/η θερμοκρασία/στάθμη του νερού (= υποχώρησε).|| Προσπαθεί να ρίξει τη χοληστερίνη, αλλά δεν (του) ~. Του ~σε η πίεση και λιποθύμησε.|| ~ η μπαταρία/ο φακός (= αποφορτίζεται).|| ~ σιγά-σιγά το φως (= βραδιάζει). 5. (μτφ.) εκδηλώνεται έντονα ή/και αλλεπάλληλα: ~ άφθονο γέλιο. ~ουν πρόστιμα (σωρηδόν). ~σε μεγάλη εκμετάλλευση/πολλή δουλειά/πολύ ξύλο. Βλ. παρα~.|| Άρχισαν να ~ουν πιστολιές/πυροβολισμοί.|| ~σαν (= δόθηκαν) πολλά χρήματα. Να δω να ~ το παραδάκι! 6. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) απλώνεται, επικρατεί: ~σε βουβαμάρα/θλίψη/σιωπή/το σκοτάδι (= νύχτωσε). 7. (μτφ.) ανατρέπεται, εκπίπτει: ~σε το καθεστώς/η κυβέρνηση. 8. (μτφ.) ξεσπά: ~σε (= πλάκωσε) αρρώστια/πείνα/(μεγάλη) φτώχεια. Πβ. ενσκήπτει. 9. (μτφ.) διακόπτεται (απότομα) η λειτουργία του: ~σε η ασφάλεια/ο διακόπτης/το ρεύμα/το σήμα (του σταθμού)/το φως. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~σε το διαδίκτυο (: δεν έχω πρόσβαση). Ο σέρβερ είναι ~σμένος (= δεν λειτουργεί). 10. (μτφ.) εστιάζεται, κατευθύνεται, στρέφεται: Όλη της η προσοχή/φροντίδα ~ (πάνω) στα παιδιά της. Οι προβολείς (= η δημοσιότητα)/υποψίες ~ουν πάνω του. ΣΥΝ. επικεντρώνεται. 11. (μτφ.) βαρύνει: Οι ευθύνες ~ουν (= αναλογούν) στους αρμόδιους. Έχουν ~σει στους ώμους του τα οικογενειακά βάρη. 12. (μτφ.) προβάλλεται: ~ουν διαφημίσεις. 13. (μτφ.) τοποθετείται χρονικά ή στον χώρο: Ποια μέρα ~ η γιορτή; Το σπίτι ~ (= βρίσκεται) κοντά στη θάλασσα. (Προς τα) πού ~ το ...; ● ΦΡ.: δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω (προφ.): δίνει υπερβολική σημασία σε καθετί που λέγεται ή γίνεται: Θέλει να έχει τον τελευταίο λόγο, ~ ~. Ελέγχει τους πάντες και τα πάντα, ~ ~., μου πέφτει (προφ.): παύω να έχω στύση. ΑΝΤ. μου σηκώνεται, μου πέφτει ... (προφ.): είναι πάνω μου: Το παντελόνι ~ ~ (κάπως/λίγο) μεγάλο/φαρδύ (= μου είναι, μου έρχεται). Τα παπούτσια ~ ~ουν στενά., μου πέφτει λίγος/πολύς (προφ.): θεωρώ ότι κάποιος/κάτι δεν μου αξίζει (συνήθ. ως σύντροφος), είναι κατώτερός μου ή το αντίθετο: Τόσο ωραία γυναίκα και σου ~ λίγη; (ειρων.) Και πάρα πολύ της ~ (= της είναι υπεραρκετό)., πέφτει/πέφτουν βροχή (μτφ.): για κάτι που γίνεται με αδιάκοπη διαδοχή: ~αν ~ οι καταγγελίες/πέτρες (: η μία μετά την άλλη). Πβ. κατά ριπάς. ΣΥΝ. πάει καπνός, πάει/πηγαίνει/πέφτει σύννεφο, πέφτουν οι τίτλοι: (στο τέλος ή σπανιότ. στην αρχή ταινίας ή εκπομπής) εμφανίζονται στην οθόνη ο τίτλος και τα ονόματα των συντελεστών· κατ' επέκτ. τελειώνει κάτι: Το έργο αρχίζει απότομα, πριν καν πέσουν ~. Έφυγα πριν πέσουν ~ (του) τέλους.|| (μτφ.) ~ ~ τέλους για τον ... (: τελειώνει η καριέρα του)., πέφτω (και) στη φωτιά & (σπάν.) ρίχνομαι στη φωτιά (για κάποιον) (μτφ.): θυσιάζομαι: Για την οικογένειά μου είμαι έτοιμος να πέσω ~., την πέφτω (αργκό) 1. ξαπλώνω, πλαγιάζω: Πάω να την πέσω (λιγάκι) (= να κοιμηθώ). 2. προσεγγίζω ερωτικά: Της την έπεσε. ΣΥΝ. καμακώνω (1), τα ρίχνω, φλερτάρω (1) 3. επιτίθεμαι: Της την πέσανε τρεις τύποι, για να της πάρουν την τσάντα.|| (μτφ.) Μου την έπεσε άγρια (= μου επιτέθηκε λεκτικά, μου την είπε)., ανεβαίνουν/πέφτουν οι μετοχές κάποιου βλ. μετοχή, βούλιαξαν/έπεσαν έξω τα καράβια (κάποιου) βλ. καράβι, δεν θα (πέσω να) πεθάνω (κιόλας) βλ. πεθαίνω, δεν μου πέφτει λόγος βλ. λόγος, δεν πέφτει καρφίτσα βλ. καρφίτσα, έπεσαν σαν (τις) ακρίδες βλ. ακρίδα, έπεσε από την Ακρόπολη και στάθηκε όρθιος βλ. ακρόπολη, έπεσε από το βάθρο του βλ. βάθρο, έπεσε από τον θρόνο βλ. θρόνος, έπεσε περονόσπορος βλ. περονόσπορος, έπεσε στα μάτια (κάποιου) βλ. μάτι, έπεσε στη μαρμίτα βλ. μαρμίτα, έπεσε/έλαχε ο κλήρος (σε κάποιον) βλ. κλήρος, έπεσε/έχει πέσει να πεθάνει βλ. πεθαίνω, έρχομαι/πέφτω/βρίσκομαι μούρη με μούρη με κάποιον βλ. μούρη, έχει πέσει στα πατώματα βλ. πάτωμα, η μύτη του να πέσει, δεν θα σκύψει να τη σηκώσει/να την πιάσει βλ. μύτη, θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει! βλ. πλακώνω, θα πέσουν κορμιά βλ. κορμί, κλείνει/πέφτει η αυλαία βλ. αυλαία, κολυμπάει/έπεσε σε βαθιά νερά/στα βαθιά (νερά) βλ. κολυμπώ, κόπηκε/έπεσε η γραμμή βλ. γραμμή, με κομμένα/πεσμένα (τα) φτερά βλ. φτερό, μου έπεσαν τα νεφρά βλ. νεφρά, μου ήρθε λουκούμι βλ. λουκούμι, μου πέφτει το λαχείο βλ. λαχείο, μου πέφτουν τα μούτρα βλ. μούτρο, μου τρέχουν τα σάλια/τρέχουν τα σάλια μου βλ. σάλιο, να πέσει το ταβάνι να με πλακώσει βλ. ταβάνι, όποιος σκάβει το(ν) λάκκο του άλλου/αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα βλ. λάκκος, όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος βλ. πίπτω, πάει/πηγαίνει/πέφτει σύννεφο βλ. σύννεφο, περνώ κάποιον από λεπίδι/πέφτει λεπίδι βλ. λεπίδι, πέσαμε στην περίπτωση βλ. περίπτωση, πέσε πίτα να σε φάω βλ. πίτα, πέφτει η μύτη/η μούρη μου βλ. μύτη, πέφτει μούγκα/μουγκαμάρα βλ. μούγγα, πέφτει στα χέρια κάποιου βλ. χέρι, πέφτει στην αντίληψή μου βλ. αντίληψη, πέφτει στο κενό βλ. κενό, πέφτει σύρμα βλ. σύρμα, πέφτει το μάτι/η ματιά/το βλέμμα μου (κάπου) βλ. μάτι, πέφτει τσεκούρι βλ. τσεκούρι, πέφτει/θα πέσει παντόφλα βλ. παντόφλα, πέφτουν (οι) υπογραφές βλ. υπογραφή, πέφτουν (πολλά) κεφάλια βλ. κεφάλι, πέφτουν μύτες βλ. μύτη, πέφτουν οι μάσκες βλ. μάσκα, πέφτουν/χαμηλώνουν/κατεβαίνουν οι τόνοι & ρίχνω/χαμηλώνω/κατεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1, πέφτω από τα σύννεφα βλ. σύννεφο, πέφτω έξω βλ. έξω, πέφτω κάτω βλ. κάτω, πέφτω μέσα βλ. μέσα, πέφτω πάνω σε κάποιον/κάτι βλ. πάνω & επάνω, πέφτω στα γόνατα βλ. γόνατο, πέφτω στα μαλακά βλ. μαλακός, πέφτω στα τέσσερα βλ. τέσσερις, πέφτω στη λούμπα βλ. λούμπα, πέφτω στο κρεβάτι βλ. κρεβάτι, πέφτω στο στόμα κάποιου βλ. στόμα, πέφτω στον πειρασμό βλ. πειρασμός, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, πέφτω/πιάνομαι/μπλέκω/μπερδεύομαι στα δίχτυα/στα πλοκάμια κάποιου βλ. δίχτυ, πέφτω/ρίχνομαι με τα μούτρα σε κάτι βλ. μούτρο, πήγε/έπεσε να με φάει βλ. πηγαίνω & πάω, πιάστηκε (σαν τον ποντικό)/έπεσε στη φάκα βλ. φάκα, ρίχνει (νερό)/πέφτει νερό με το τουλούμι βλ. τουλούμι, ρίχνομαι/πέφτω/σέρνομαι στα πόδια (κάποιου) βλ. πόδι, ρίχνω/κατεβάζω/πέφτουν τ' αυτιά μου βλ. αυτί, στα/από τα νύχια κάποιου βλ. νύχι, τα χρήματα δεν πέφτουν από τον ουρανό βλ. χρήμα, την έπεσε/την έχει πέσει από δίπλα/από κοντά (σε κάποιον) βλ. δίπλα, το μήλο κάτω απ' τη μηλιά (θα πέσει) βλ. μήλο, φωτιά (να πέσει)/ο Θεός να με κάψει βλ. καίω [< μεσν. πέφτω < αρχ. πίπτω, γαλλ. tomber] | |
| 23303 | κατα- & κατ- & καθ- & κατά- & κάτ- & κάθ- | πρόθημα λέξεων που δηλώνει 1. επίταση: κατα-γάλανος/~κόκκινος (πβ. ολο-)/~σκότεινος (πβ. θεο-· βλ. ψιλο-). Κατά-κοπος. Βλ. καρα-, παν-.|| Κατα-καλόκαιρο (βλ. μεσο-)/~μεσήμερο. Κατά-βαθα.|| Κατα-καίω/~κλέβω. Κατα-γεμίζω (βλ. παρα-). Κατα-συγκινημένος.|| (λόγ.) Καθ-υβρίζω. 2. εναντίωση, πίεση: κατα-διώκω (βλ. εκ-)/~κρίνω/~φρονώ (βλ. περι-)/~ψηφίζω (ΑΝΤ. υπερ-).|| Κατ-αναγκασμός.|| Κατα-μήνυση. 3. κίνηση, φορά προς τα κάτω: κατά-βαση/~δυση. Κάθ-οδος. ΑΝΤ. ανά-.|| Κατα-ρροή. 4. κατάταξη, επιμερισμό: κατα-μέτρηση/~χώριση.|| Κατα-νομή. | |
| 23304 | κατάβαθα | κα-τά-βα-θα επίρρ. (μτφ.-επιτατ.): πολύ βαθιά: Πληγώσαμε ~ τις καρδιές μας. ● Ουσ.: κατάβαθα (τα): έγκατα: στα ~ της Γης.|| (μτφ.) Στα ~ του νου/της ύπαρξης. Προσευχόμουν από τα ~ της ψυχής μου να ... Πβ. μύχια. ΣΥΝ. τρίσβαθα | |
| 23305 | καταβάλλω | κα-τα-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. κατέβαλλα, αόρ. κατέβαλα, καταβάλει, καταβλή-θηκε (λόγ. κατεβλή-θη, -θησαν, μτχ. καταβλη-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, καταβάλλ-οντας, καταβεβλημένος (σπάν.) καταβλημένος} 1. (επίσ.) εξοφλώ, πληρώνω: ~ αμοιβή/αντίτιμο/αποζημίωση/ασφάλιστρα/δαπάνη/δίδακτρα/εγγύηση/εισφορές/έξοδα/κόμιστρα/ποσό/πρόστιμο/συνδρομή/τέλη. ~εται η δόση/η επιδότηση/το παράβολο/η σύνταξη/ο τόκος/ο φόρος. Κατέβαλλε κανονικά το ενοίκιο κάθε μήνα. Η επιχορήγηση ~θηκε στην επιχείρηση. Δεν ~θησαν οι νόμιμοι δασμοί. Η οφειλή θα ~θεί εφάπαξ/μετρητοίς. ~θέν: κεφάλαιο. Βλ. καταθέτω, προ~. ΑΝΤ. εισπράττω (1) 2. (ως απολεξικοποιημένο ρήμα) διοχετεύω όλες μου τις δυνάμεις, δαπανώ ενέργεια για συγκεκριμένο σκοπό: ~ κόπο (= κοπιάζω)/μόχθο (= μοχθώ)/το μέγιστο των δυνατοτήτων μου. ~εται μέριμνα/φροντίδα. Κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια (= προσπάθησε πολύ). Πβ. καταναλώνω. 3. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} εξαντλώ, εξουθενώνω, καταπονώ: Το άγχος/η αρρώστια/η αϋπνία/η δίαιτα/η κούραση τον κατέβαλε (= εξασθένησε). Με έχει καταβάλει η ιδέα/σκέψη της αποτυχίας. Πβ. λυγίζω. ΑΝΤ. δυναμώνω, τονώνω. 4. (λόγ.) νικώ αντίπαλο, κάμπτω την αντίστασή του: Κατέβαλαν τα εχθρικά στρατεύματα. Πβ. εξουδετερώνω. ● ΦΡ.: αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά βλ. αχρεώστητος ● βλ. καταβεβλημένος [< αρχ. καταβάλλω, γαλλ. accabler] | |
| 23306 | καταβαραθρώνω | κα-τα-βα-ρα-θρώ-νω ρ. (μτβ.) {καταβαράθρω-σε, καταβαραθρώ-θηκε, -μένος, καταβαραθρών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): προκαλώ απότομη πτώση, ολοσχερή καταστροφή: ~σε τα οικονομικά της επιχείρησης. Φήμες ικανές να ~σουν υπολήψεις. Τον ~σαν (: τον έριξαν στα τάρταρα). Η δημοτικότητά της ~θηκε μετά τα τελευταία γεγονότα. Ανθρώπινες αξίες έχουν ~θεί στο όνομα της προόδου. ~μένο: ηθικό. Πβ. κατα-ρρακώνω, -στρέφω, χαντακώνω. [< γαλλ. abîmer] | |
| 23307 | καταβαράθρωση | κα-τα-βα-ρά-θρω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταβαραθρώνω: εκλογική/κοινωνική/οικονομική/πνευματική ~. ~ των θεσμών/της μετοχής/των οραμάτων/των τιμών/του χρηματιστηρίου. Πβ. κατάρρευση, καταστροφή, χαντάκωμα. | |
| 23308 | κατάβαση | κα-τά-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. μετακίνηση προς χαμηλότερο σημείο: απότομη/δύσκολη/επικίνδυνη/νυχτερινή ~. ~ πλαγιάς/φαραγγιού (πβ. καταρρίχηση, ραπέλ). ~ ποταμού (βλ. ράφτινγκ). ~ με βάρκα/έλκηθρο/κανό/ποδήλατο/τα πόδια/σχοινιά. Διαδρομή/τεχνικές ~ης. Πβ. κάθοδος, κατέβασμα. ΑΝΤ. ανέβασμα, άνοδος.|| (ειδικότ. στο σκι) Γιγαντιαία/ελεύθερη/τεχνική ~. Αγώνας/πίστα ~ης (βλ. σλάλομ). ΑΝΤ. ανάβαση (1) 2. ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) απαγγελία φθόγγων κλίμακας από τους υψηλότερους προς τους χαμηλότερους. [< 1: αρχ. κατάβασις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ