Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [24040-24060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23281καστανός, ή, ό κα-στα-νός επίθ.: που έχει το χρώμα του κάστανου· (για πρόσ.) καστανομάλλης: ~ή: ζάχαρη. ~ά: μάτια (= καστανόχρωμα). Πβ. καφετής.|| Έγινε ~ή (: έβαψε τα μαλλιά της ~ά). (ως ουσ.) Οι ~οί. Βλ. μελαχρινός, ξανθός. ● Ουσ.: καστανό (το): το αντίστοιχο χρώμα: αποχρώσεις του ~ού (: ανοιχτό, σκούρο). [< μεσν. καστανός]
23282καστανόχρωμος, η, ο κα-στα-νό-χρω-μος επίθ.: που έχει καστανό χρώμα: ~α: μαλλιά. Πβ. καστανωπός. Βλ. -χρωμος.
23283καστανόχωμακα-στα-νό-χω-μα ουσ. (ουδ.): φυλλόχωμα που έχει διαμορφωθεί από αποσυντεθειμένα φύλλα καστανιάς: βιολογικό/καθαρό ~. ~ εξωτερικού χώρου/για γαρδένιες. Βλ. -χωμα.
23284καστανωπός, ή, ό κα-στα-νω-πός επίθ.: που το χρώμα του πλησιάζει το καστανό: ~ή: απόχρωση. ~ές: κηλίδες. Πβ. καστανόχρωμος. Βλ. -ωπός.
23285καστέλικα-στέ-λι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) καστέλο (διαλεκτ.): μικρό κάστρο. [< μεσν. καστέλ(λ)ι(ν)]
23286κάστινγκκά-στινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: επιλογή προσώπων, κυρ. καλλιτεχνών, για συμμετοχή τους σε τηλεοπτική, κινηματογραφική, θεατρική, μουσική ή άλλη παραγωγή· η αντίστοιχη διαδικασία, π.χ. μέσω δοκιμαστικής ακρόασης· καστ: Πέρασα από ~. Κάνουν ~ για μια ταινία. Πβ. διανομή ρόλων, οντισιόν. [< αγγλ. casting, γαλλ. ~, πριν από το 1972]
23287κάστοραςκά-στο-ρας ουσ. (αρσ.) {καστόρων} 1. ΖΩΟΛ. αμφίβιο τρωκτικό θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Castor canadensis, C. fiber), με κοντόχοντρο σώμα, παχύ λείο τρίχωμα καφέ-κόκκινου ή καφέ-μαύρου χρώματος, κοφτερά δόντια για να ροκανίζει το ξύλο, μακριά πίσω πόδια με νηκτική μεμβράνη και πλατιά ουρά, το οποίο έχει την ικανότητα να φράσσει υδάτινα ρεύματα (ποτάμια) με κορμούς και κλαδιά δέντρων και να κατασκευάζει υπόγειες φωλιές: ευρωπαϊκός/καναδικός ~. Γούνα από ~α (= καστόρινη· βλ. καστόρι). Βλ. βίδρα, σκίουρος. 2. ΑΣΤΡΟΝ. (με κεφαλ. Κ) το δεύτερο σε λαμπρότητα αστέρι του αστερισμού των Διδύμων. [< αρχ. κάστωρ, γαλλ.-αγγλ. castor]
23288καστορέλαιοκα-στο-ρέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ρετσινόλαδο. Βλ. -έλαιο. [< γαλλ. castoréum]
23289καστόρικα-στό-ρι ουσ. (ουδ.) & καστόρ {άκλ.}: επεξεργασμένο δέρμα κάστορα ή κατ' επέκτ. αρνιού, με βελούδινη και ελαφρώς γυαλιστερή υφή: τσάντα από ~ (= καστόρινη). Βλ. νάπα, σαμουά, σουέτ.|| (ως επίθ.) Καφέ ~ μποτάκια. [< μεσν. καστόρι(ο)ν, γαλλ.-αγγλ. castor]
23290καστοριανός, ή, ό κα-στο-ρια-νός επίθ.: που σχετίζεται με την Καστοριά ή/και τους Καστοριανούς.
23291Καστοριανός, ΚαστοριανήΚα-στο-ρια-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Καστοριά.
23292καστόρινος, η, ο κα-στό-ρι-νος επίθ.: κατασκευασμένος από καστόρι: ~η: τσάντα. ~α: μποτάκια. Πβ. σουέτ.|| ~ο: δέρμα (: από κάστορα).
23293καστράτοκα-στρά-το ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & καστράτος (παλαιότ.): ΜΟΥΣ. τραγουδιστής της λυρικής σκηνής, που είχε ευνουχιστεί κατά την παιδική του ηλικία, με φωνή σοπράνο ή άλτο. Βλ. μπελκάντο. [< μεσν. καστράτος < ιταλ. castrato]
23294καστρινός, ή, ό κα-στρι-νός επίθ. (παλαιότ.): που σχετίζεται με τα κάστρα: ~ή: αρχιτεκτονική. ~ά: σπίτια. ● Ουσ.: καστρινοί (οι) (συχνά με κεφαλ. Κ): κάτοικοι κάστρου., καστρινός (ο): μαλεβιζιώτης. [< μεσν. καστρινός]
23295κάστροκά-στρο ουσ. (ουδ.) 1. (παλαιότ.) φρούριο ή πύργος: ιστορικό/πέτρινο ~. ~ με τάφρο/χτισμένο σε λόφο. Τα ερείπια/οι πολεμίστρες/η πύλη ενός ~ου. || (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αρχαίο/βυζαντινό/ενετικό/ιστορικό/μεσαιωνικό/ρωμαϊκό/φράγκικο ~. Τα ~α του Μοριά. Ανάδειξη/συντήρηση των ~ων μιας περιοχής. Βλ. ακρόπολη. 2. (μτφ.) ό,τι αντιστέκεται σθεναρά σε εξωτερικές πιέσεις ή λειτουργεί ως μέσο προστασίας: (για περιοχή) άπαρτο/απόρθητο ~ της Επανάστασης.|| Το ~ της Ορθοδοξίας (: το Άγιο Όρος). Πβ. προμαχώνας, προπύργιο. ● ΦΡ.: το τελευταίο οχυρό/κάστρο βλ. οχυρό [< 1: μεσν. κάστρον 2: γαλλ. forteresse]
23296καστρόπορτακα-στρό-πορ-τα ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): πύλη κάστρου: βαριά ~.
23297καστρούποληκα-στρού-πο-λη ουσ. (θηλ.): παλιά πόλη, συνήθ. μεσαιωνική, χτισμένη πάνω σε λόφο και οχυρωμένη, η οποία αποτελεί συνήθ. το ιστορικό κέντρο σύγχρονης πόλης: η ~ της Πράγας. Πβ. ακρόπολη. Βλ. -ούπολη.
23298κάσωμακά-σω-μα ουσ. (ουδ.) {κασώμ-ατος}: κάσα.
23299ΚΑΤ(το): Κέντρο Αποκατάστασης Τραυματιών.
23300κατουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. αποκοπή δεδομένων· συνεκδ. η αντίστοιχη επιλογή. [< αγγλ. cut]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.