Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24060-24080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23309καταβασίακα-τα-βα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. ειρμός κανόνα που επαναλαμβάνεται στο τέλος των τροπαρίων κάθε ωδής: αργή ~ της Υπαπαντής του Κυρίου. Ιαμβικές ~ες. ~ες των Χριστουγέννων και του Πάσχα/της Πεντηκοστής. [< μεσν. καταβασία]
23310καταβάτηςκα-τα-βά-της επίθ./ουσ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καταβάτης/καταβατικός άνεμος: ΜΕΤΕΩΡ. καθοδικό ρεύμα αέρα κατά μήκος πλαγιάς, που δημιουργείται όταν το ψυχρό, τη νύχτα, έδαφος παγώνει τον αέρα που βρίσκεται πάνω από αυτό. ΑΝΤ. αναβατικός άνεμος [< αγγλ. katabatic wind, 1918] [< μτγν. καταβάτης 'αυτός που κατεβαίνει από άλογο ή άρμα']
23311καταβατικός, ή, ό κα-τα-βα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κατάβαση: ~ή: διαδρομή. ΑΝΤ. αναβατικός ● ΣΥΜΠΛ.: καταβάτης/καταβατικός άνεμος βλ. καταβάτης [< μτγν. καταβατικός]
23312καταβεβλημένος, η, ο κα-τα-βε-βλη-μέ-νος επίθ. (λόγ.) 1. εξαντλημένος, εξουθενωμένος, καταπονημένος: ~ και εξασθενημένος από τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. ΑΝΤ. ακατάβλητος (1) 2. & (σπάν.) καταβλημένος: που έχει πληρωθεί: ~οι: φόροι. ~ες: εισφορές. ● βλ. καταβάλλω [< 1: γαλλ. accablé]
23313καταβιβάζωκα-τα-βι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {κατεβίβα-σε, καταβιβά-σει} (λόγ.): κατεβάζω. [< αρχ. καταβιβάζω]
23314καταβίβασηκα-τα-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατέβασμα: ~ φορτίου. Ανύψωση-~ παροχής. Πβ. καταβιβασμός. ΑΝΤ. αναβίβαση [< μτγν. καταβίβασις 'μετακίνηση του τόνου δεξιά']
23315καταβιβασμόςκα-τα-βι-βα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) κατέβασμα: ~ της στάθμης των υπόγειων υδάτων. Πβ. καταβίβαση. ΑΝΤ. ανύψωση (1) 2. ΓΡΑΜΜ. (για τόνο λέξης) μετακίνησή του σε επόμενη συλλαβή. [< μτγν. καταβιβασμός]
23316καταβλήθηκεβλ. καταβάλλω
23317καταβλητέος, α, ο κα-τα-βλη-τέ-ος επίθ. (επίσ., για χρηματικό ποσό): που πρέπει να καταβληθεί: ~ος: τόκος. ~α: αποζημίωση/σύνταξη. ~ο: παράβολο. ~ες: αμοιβές/εισφορές. ~α: τέλη. Φόρος ~ εφάπαξ/σε δόσεις. Έξοδα συμμετοχής ~α μέχρι ... Βλ. εισπρακτέος, προ~, -τέος. ΣΥΝ. πληρωτέος [< αρχ. καταβλητέον]
23318καταβόθρακα-τα-βό-θρα ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. υπόγειος, συνήθ. φυσικός αγωγός (βάραθρο), απ' όπου χάνονται τα νερά λιμνών ή ποταμών και διοχετεύονται στη θάλασσα ή αναβλύζουν σε άλλο σημείο της ξηράς ως φυσική πηγή. 2. υπόνομος, οχετός. 3. (μτφ.-μειωτ.) για πρόσωπο αχόρταγο, λαίμαργο ή που βρίζει πολύ: Το στόμα της είναι ~. Πβ. βόθρος, οχετός, υπόνομος, χαβούζα. 4. (μτφ.-επιστ.) για κάτι που απορροφά μεγάλες ποσότητες: (ΟΙΚΟΛ.) Τα δάση/δέντρα ως ~ες (διοξειδίου του) άνθρακα.|| (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ες θερμότητας. [< μεσν. καταβόθρα]
23319καταβολάδακα-τα-βο-λά-δα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. τρόπος πολλαπλασιασμού φυτών, κατά τον οποίο ένας βλαστός κάμπτεται, φυτεύεται με τρόπο ώστε να εξέχει μόνο η κορυφή του και κόβεται από το μητρικό φυτό, όταν βγάλει ρίζες· κυρ. ο συγκεκριμένος βλαστός ή σπάν. το νέο φυτό: εναέρια (συνήθ. φυτών εσωτερικού χώρου)/υπόγεια ~. Φυτεύω ~ες. Βλ. ενοφθαλμισμός, μόσχευμα, μπόλιασμα, παραφυάδα. [< μτγν. καταβολάς]
23320καταβολήκα-τα-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) εξόφληση, πληρωμή χρηματικού ποσού: αχρεώστητη/ελάχιστη/μηνιαία ~. ~ αναδρομικών/αποζημίωσης/δεδουλευμένων/εισφορών/ενοικίου/επιδόματος/επιχορήγησης/μερίσματος/μετρητών/μισθού/νοσηλίων/οφειλής/προστίμου/συντάξεων/τόκων/φόρων. Βλ. αντι~, κατάθεση, προ~. ΑΝΤ. είσπραξη 2. κατανάλωση ενέργειας για συγκεκριμένο σκοπό: ~ κόπου (και χρόνου). ~ προσπαθειών για επίλυση του προβλήματος. 3. εξάντληση, εξασθένηση, καταπόνηση: ~ και άλγος σπονδυλικής στήλης. 4. (σπάν.-λόγ.) κάμψη της αντίστασης του αντιπάλου, νίκη. Πβ. εξουδετέρωση.καταβολές (οι) 1. αξίες, αρχές, συνήθειες που έχουν μεταβιβαστεί σε πρόσωπο ή σε σύνολο ατόμων από την οικογένειά του ή από γενιά σε γενιά αντίστοιχα, και αποτελούν ξεχωριστά γνωρίσματα της φυσιογνωμίας του: συμβίωση λαών με διαφορετικές πολιτισμικές ~. Έχουν κοινές ιδεολογικές/κοινωνικές/πολιτικές ~. Πβ. καταγωγή. Βλ. επιρροή. 2. απαρχές, ρίζες: οι ιστορικές ~ μιας θεωρίας/ενός κινήματος. Έθιμο με πανάρχαιες ~. ● ΣΥΜΠΛ.: καταβολή δυνάμεων & (προφ.) καταβολή: ΙΑΤΡ. εξάντληση, εξουθένωση: η ~ ~ ως σύμπτωμα της αναιμίας. Εμφανίζει ~ ~. Πβ. αδυναμία, κόπωση.|| Νιώθω μεγάλη ~. ● ΦΡ.: από καταβολής κόσμου (λόγ.): ανέκαθεν, από πολύ παλιά: Θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο ~ ~. ΣΥΝ. από αρχαιοτάτων χρόνων, από κτίσεως κόσμου/Ρώμης (1), έναντι καταβολής (επίσ.): με (προ)πληρωμή: Έκδοση άδειας ~ ~ του καθορισμένου τέλους. Βλ. έναντι αμοιβής. [< αρχ., μτγν. καταβολή ‘θεμελίωση, γένεση, πληρωμή, παροξυσμός’]
50904Καταβολη

το-κο-χρε-ο-λύ-σι-ο ουσ. (ουδ.) & τοκοχρεωλύσιο: ΟΙΚΟΝ. καταβολή τόκου και μέρους του κεφαλαίου σε τακτά προσυμφωνημένα διαστήματα για αποπληρωμή δανείου: ετήσιο/μηνιαίο ~. [< γαλλ. amortissement]

23321καταβολικός, ή, ό κα-τα-βο-λι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τον καταβολισμό: ~ές: ορμόνες (βλ. αδρεναλίνη, γλυκαγόνη, κορτιζόλη, σωματοστατίνη). ~ά: ένζυμα (βλ. πρωτεάση). Ισορροπία αναβολικών και ~ών διεργασιών. Βλ. ανα-, μετα-βολικός. [< αγγλ. catabolic, γαλλ. catabolique, 1905]
23322καταβολισμόςκα-τα-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΧ. φάση του μεταβολισμού, κατά την οποία οι σύνθετες ουσίες διασπώνται σε απλούστερες, απελευθερώνοντας ενέργεια: ~ γλυκόζης/λιπαρών οξέων/πρωτεϊνών/υδατανθράκων. Προϊόν ~ού (βλ. άζωτο). Αντιμετώπιση του μυϊκού ~ού. Βλ. αναβολισμός, -ισμός. [< γαλλ. catabolisme, αγγλ. catabolism]
23323κατάβρεγμακα-τά-βρεγ-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταβρέχω: ~ αυλών. ~ με το λάστιχο/με ποτιστήρι. Συχνό ~ των φύλλων (βλ. πότισμα, ράντισμα). Πβ. βρέξιμο, μούσκεμα, μπουγέλωμα. ΣΥΝ. κατάβρεξη
23324κατάβρεξηκα-τά-βρε-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κατάβρεγμα. [< μτγν. κατάβρεξις]
23325καταβρεχτήραςκα-τα-βρε-χτή-ρας ουσ. (αρσ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. βυτιοφόρο (Δήμου), εφοδιασμένο με σύστημα κατάβρεξης για καθαρισμό των δρόμων και των πεζοδρομίων. 2. συσκευή ή σύστημα κατάβρεξης. Βλ. καταιονη-, ψεκασ-τήρας. [< γαλλ. arroseuse]
23326καταβρεχτήρικα-τα-βρε-χτή-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): δοχείο για κατάβρεγμα, εφοδιασμένο συνήθ. με ψεκαστήρα· ειδικότ. ποτιστήρι: ~ ρούχων (για σιδέρωμα). Βλ. -τήρι. [< γαλλ. arrosoir]
23327καταβρέχωκα-τα-βρέ-χω ρ. (μτβ.) {κατάβρεχ-α (λόγ.) κατέβρεχ-α, κατάβρε-ξα (λόγ.) κατέβρε-ξα, καταβρέ-ξω, καταβρά-χηκα, -χεί, καταβρε-γμένος, καταβρέχ-οντας} (επιτατ.): βρέχω πολύ: ~ε το πεζοδρόμιο με το λάστιχο. Τα παιδιά ~αν το ένα το άλλο με τα νεροπίστολα. Γύρισε στο σπίτι ~γμένος (= βρεγμένος ως το κόκαλο, μούσκεμα). Βλ. μουσκεύω, ποτ-, ραντ-ίζω, ψεκάζω. [< αρχ. καταβρέχω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.